ΧΑΛΑΝΔΡΙ  του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου - Ειδήσεις Pancreta

Δημοσιεύτηκε

Το μετρό πέρασε και πάλι από το σταθμό του Χολαργού. Πιο πριν είχε περάσει (και πάλι) από την Πανόρμου, την Κατεχάκη, την Εθνική Άμυνα. Αναποφάσιστος με το σκύλο αγκαλιά είχε κάνει πέρα-δώθε την «μπλε» γραμμή δύο φορές.

Όταν πριν από έντεκα χρόνια του είχε φέρει τον σκύλο στο σπίτι λύσσαξε. Αυτός, όχι ο σκύλος. Της το είπε σαράντα φορές, με σαράντα τρόπους: «Δεν θέλω ζώα στο σπίτι! Δεν θέλω άλλους μπελάδες! Δεν θέλω άλλες ευθύνες!»

Αυτή φυσικά έκανε το δικό της. Τον έφερε τον σκύλο και τον επέβαλε. Πάντα έτσι έκανε. Άμα ήθελε κάτι, επέμενε, ελισσόταν, παρακαλούσε, απειλούσε, στο τέλος τα κατάφερνε. Τελικά το σκυλί έγινε μέρος του σπιτιού. Αυτός στην αρχή το κοιτούσε με μίσος, αργότερα με αδιαφορία. Η αδιαφορία έγινε συμπάθεια και τελικά ανόθευτη αμοιβαία αγάπη. Δε γινόταν αλλιώς. Το ζώο αγαπούσε απλά και ξεκάθαρα, φανερά και ξάστερα. Έτσι έκανε κι εκείνος. Στο τέλος ο σκύλος έγινε πιο πολύ δικός του. Τις περισσότερες φορές φορές γυρνούσαν μαζί στην πόλη, για δουλειές, για βόλτες, για ψώνια.

Σε μία από αυτές τις μεγάλες τους βόλτες εκείνη έφυγε. Αυτός γύρισε και βρήκε ένα λιτό σημείωμα. Του εξηγούσε χωρίς περιττά λόγια και γλαφυρότητες ότι «κουράστηκε», ότι «όλα έχουν ένα τέλος» και ότι «είχε ήδη μετακομίσει στο σπίτι του δείνα», τα υπόλοιπα πράγματα θα τα έπαιρνε εν καιρώ.

Αυτό ήταν. Στα «υπόλοιπα πράγματα» δεν συμπεριέλαβε τον σκύλο. Του τον άφησε αμανάτι. Στην αρχή θύμωσε. Θύμωσε μ’ αυτήν, θύμωσε με τον εαυτό του, μα πιο πολύ θύμωσε με τον σκύλο. Λες κι έφταιγε το δόλιο το ζωντανό. Αλλά να, του την έδινε που ήταν δικός της, που αυτή του τον φόρτωσε και τώρα τον ξεφορτώθηκε στον άδειο καναπέ του. Πήρε μαζί της δίσκους και βιβλία, άλμπουμ με φωτογραφίες, πίνακες και σερβίτσια, πήρε πολλά. Άφησε όμως τον σκύλο. Άφησε πίσω της και μια μυρωδιά μοναξιάς, αφόρητη στην αρχή για τον ίδιο.

Με τον καιρό η μυρωδιά της μοναξιάς μπερδεύτηκε με την σκυλίσια και στο τέλος σα να χάθηκε ανάμεσα στις σκυλοτροφές, τα εμβόλια και τις μεγάλες βόλτες. Αχώριστοι ήταν και πριν, αλλά τώρα η αμοιβαία εξάρτηση και αγάπη πήρε θαρρείς άλλο βάρος, αφού εκείνη έλειπε.

Τώρα στο τρένο (μα πότε κιόλας έφτασαν πάλι στο Νομισματοκοπείο;) αυτά σκέφτεται. Πιο πολύ όμως σκέφτεται τα προχθεσινά. Συννεφιασμένος διάβασε διαγώνια τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων. Δεν ήταν βέβαια και γιατρός, αλλά δε θέλει να ‘χεις βγάλεις πανεπιστήμιο για να καταλάβεις ότι τα πολλά «λευκά» δεν ήτανε για καλό. Η συννεφιά έγινε μπόρα στο ιατρείο όπου ο παθολόγος τού εξήγησε ότι θα έμπαινε σε έναν κύκλο εξετάσεων και «ας είμαστε ειλικρινείς» μακροχρόνιων θεραπειών.

Μαζί με τα πολλά που έπρεπε να κανονίσει και σύντομα μάλιστα, ήταν και η τύχη του ζωντανού. Με τα δεδομένα αυτά δε θα μπορούσε να προσέχει το σκυλί και κανένας δεν του διασφάλιζε πότε θα τέλειωνε όλη η ταλαιπωρία και πώς θα τέλειωνε.

Αμέσως σκέφτηκε να τον δώσει σ’ εκείνη. Γρήγορα το μετάνιωσε. Οργίστηκε με τον εαυτό του, πώς είναι δυνατόν να σκέφτηκε τέτοια ταπείνωση; Δε γούσταρε να του αρνηθεί στα μούτρα. Αν πάλι δεχόταν θα ήταν από οίκτο. Ήταν πολύ αξιοπρεπής για να πάει με τις ιατρικές εξετάσεις στο χέρι. Όχι, σ’ αυτήν, όχι. Δεν θα απευθυνόταν σ’ αυτήν που να γύριζε η γης ανάποδα. Όχι άλλη ήττα. Φτάνουν οι προηγούμενες.

Μετά πήρε τηλέφωνο τρεις-τέσσερις φίλους μήπως ήθελαν σκύλο. Τζίφος. Άλλος είχε ήδη σκυλί, άλλος δεν είχε χώρο, άλλος δεν είχε χρόνο. Αργότερα έβαλε μια αγγελία στο φέισμπουκ. Πήραν δυο-τρεις τηλέφωνο, αλλά τελικά κανένας δεν ήθελε ένα τόσο γέρικο ζώο. Κακά τα ψέματα ο σκύλος ήθελε κάποιον να τον γηροκομήσει. Για τα δημοτικά κυνοτροφεία ούτε λόγος. Επισκέφτηκε δυο-τρία και έφυγε προβληματισμένος. Πονούσε η καρδιά του να τον σκέφτεται σε αυτά τα αχούρια.

Λίγο πριν από την Αγία Παρασκευή τον χάιδεψε, έτριψε τη μύτη του στην υγρή μουσούδα του. Ο σκύλος τον κοίταζε με το υγρό του βλέμμα. Με υγρό βλέμμα τον κοίταξε κι αυτός λίγο πριν κατέβουν μαζί στο Χαλάνδρι. Έλεγξε για ακόμη μια φορά αν είχε μαζί του το βιβλιάριο από τον κτηνίατρο. Κοντοστάθηκε λίγο, πήρε βαθιά ανάσα. Ύστερα την πήρε στο κινητό: «Έλα, εγώ είμαι. Συγνώμη που ενοχλώ, αλλά θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη…»

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου






Αναρτήθηκε από:

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου