Κληρονομιά - Ειδήσεις Pancreta

Δημοσιεύτηκε

Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιούνη του 1994 κρατούσε ακόμη από τις δροσιές του Μάη. Ο μεσόκοπος δικηγόρος Θανάσης Τρίκας πήρε το δρόμο για το σπίτι με τα πόδια. Το συνήθιζε τώρα τελευταία να κάνει το «σπίτι-γραφείο, γραφείο-σπίτι» ποδαράτα, ιδίως τα απογεύματα με τις υπηρεσίες κλειστές που δεν χρειαζόταν μετακινήσεις, έτσι κι αλλιώς έβλεπε μόνο πελάτες. Τα πρώτα παχάκια έδειχναν μια περίεργη επιμονή και λίγη άσκηση με περπάτημα επιβαλλόταν, δεν το ‘χε και με το γυμναστήριο. Άλλωστε ο καιρός ήταν σύμμαχός του.

Ως τώρα δεν τα είχε καταφέρει κι άσχημα. Είχε ήδη αποκτήσει καλή φήμη σε αστικές υποθέσεις, μανούλα στο οικογενειακό δίκαιο και τα κληρονομικά. Το γραφείο του στο κέντρο του Πειραιά και το διαμέρισμα στην Καστέλλα τα είχε ξεχρεωμένα και τα παιδιά ακόμη μικρά, όταν θα έμπλεκε με φροντιστήρια και σπουδές θα ανταποκρινόταν. Ωστόσο, τα σαρανταφεύγα χρονάκια του είχαν αρχίσει να τον επηρεάζουν. Δεν άντεχε τα πολλά-πολλά όπως παλιά. Και η τελευταία υπόθεση, Παρασκευή βράδυ, παραήταν τρελή κι ασήκωτη.

Ένας σχεδόν συνομήλικός του, καλοβαλμένος και προσηνής, του χτύπησε την πόρτα χωρίς ραντεβού. Όλα καλά κι ωραία, μύρισε καινούρια υπόθεση. 

-Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;

-Να συστηθώ πρώτα. Γιώργος Δραμουντάνης.

-Χάρηκα, λοιπόν;

-Εκπροσωπώ έναν καλό φίλο, αρκετά μεγαλύτερο σε ηλικία. Στην πραγματικότητα ασθενεί βαριά και δεν μπορεί να μετακινηθεί.

Μετά άρχισαν τα τρελά! Ο τύπος συνέχισε χωρίς ο Τρίκας να καταλαβαίνει και πολλά: 

-Ο φίλος μου αισθάνεται ότι βρίσκεται κοντά στο τέλος του βίου του και θέλει να αποκαταστήσει τη σχέση του με τα παιδιά του. Να τα αναγνωρίσει ως δικά του.

-Τι εννοείτε; Είναι παιδιά εκτός γάμου;

-Εκτός γάμου είναι, αλλά τα είχε αναγνωρισμένα.

-Τότε λοιπόν;

-Σε κάποια στιγμή τα αποκλήρωσε δημόσια και τα απαξίωσε.

-Για πόσα παιδιά μιλάμε;

-Τέσσερα.

-Τέσσερα; Και πότε έγινε η αποκλήρωση;

-Το 1961.

-Το 1961; Μα τώρα θα είναι ενήλικες. Πού ζουν;

-Παντού και πουθενά. Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς πού. Τριγυρνούν σε όλο τον κόσμο.

Ο Τρίκας άρχισε να βρίσκει την καρέκλα του άβολη. Στριφογύρισε ανήσυχος. Κάτι δεν πήγαινε καλά… 

-Τέλος πάντων πού μπορούμε να βρούμε το έγγραφο της αποκήρυξης; Πού έγινε η δικαιοπραξία;

-Δυστυχώς δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο. Η αποκήρυξη έγινε δημόσια στην Καλιφόρνια.

-Και ποιοι ήταν οι λόγοι της αποκήρυξης; Συνέβη κάποιο καθοριστικό γεγονός;

-Όχι κάτι συγκεκριμένο. Απλώς όσο μεγάλωναν τα παιδιά, σταμάτησαν να του μοιάζουν. Όσο κέρδιζαν τη δική τους ζωή, ο φίλος μου έπαυε να αναγνωρίζει πάνω τους τα δικά του χαρακτηριστικά…

-Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για μεσογειακές ματαιοδοξίες περί γονιδίων, αλλά αυτή μου φαίνεται πολύ τραβηγμένη. Αν απλώς κάνετε πλάκα, η φάρσα είναι πολύ χοντροκομμένη, σχεδόν εφηβική. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος και έχω ήδη κουραστεί.

Ο συνομιλητής όμως φάνηκε να τον διαψεύδει με ειλικρίνεια. Τον παρακάλεσε με τη μέγιστη ευγένεια να τον αφήσει να ολοκληρώσει. Ο Τρίκας πείστηκε και ανακάθισε, όχι δίχως δυσφορία, ζητώντας περισσότερες εξηγήσεις:

-Και τα παιδιά πώς μεγάλωσαν; Υπάρχει μητέρα;

-Υπήρχε. Τα παιδιά αυτά ευτύχησαν να υιοθετηθούν από μια θετή μητέρα, έναν υπέροχο άνθρωπο. Τα τίμησε και την τίμησαν. Μόνο που και αυτή απεβίωσε πριν από δύο μήνες. Ίσως αυτό κάνει και τον υποψήφιο πελάτη σας πιο βιαστικό, πιο ανήσυχο. Θέλει πριν φύγει, να κλείσει τις ανοιχτές πληγές.

-Τέλος πάντων, η υπόθεση είναι ήδη σχεδόν ακατανόητη. Και θα γίνει πιο περίπλοκη στην περίπτωση που υπάρχουν κι αλλά παιδιά. Στην περίπτωση που ο φίλος σας παντρεύτηκε και έχει απογόνους. Καταλαβαίνετε ότι θα εγερθούν απαιτήσεις για την όποια περιουσία…

-Μην ανησυχείτε. Ο άνθρωπος αυτός δεν παντρεύτηκε ποτέ του, αν και έχει πολλά παιδιά, τα περισσότερα αναγνωρισμένα. Τα παιδιά του δεν έχουν καμία υλική ανάγκη και ο ίδιος είναι ευκατάστατος.

Ο Γιώργος άρχισε να απαριθμεί παιδιά από κάθε μέρος του κόσμου: Αθανασία, Παντελής, Ραλλού, Ελένη, Κεμάλ, Γιάννης, Μαριάνθη κ.ά. Ο δικηγόρος σηκώθηκε όρθιος χωρίς να κρύβει πια την αγανάκτησή του: 

-Κύριε Δραμουντάνη, νομίζω ότι η συνάντησή μας τελείωσε. Νομίζω ότι δεν σας είμαι χρήσιμος. Δεν κατανοώ τι θέλει ο φίλος σας, αν υπάρχει τέτοιο πρόσωπο, ούτε και θέλω πια να μάθω.

-Ο φίλος μου θέλει πριν πεθάνει να αποκαταστήσει τη φήμη των τεσσάρων αυτών παιδιών. Τίποτε άλλο. Τα παιδιά αυτά έχουν τη ζωή τους και δεν έχουν κανέναν ανάγκη. Ίσως η δική σας πείρα…

-Η δική μου πείρα λέει πως πρέπει να μιλήσω με τον ίδιο, ή ακόμη καλύτερα να πάω σπίτι μου. Χαίρετε.

-Λυπάμαι, σας αφήνω όμως το τηλέφωνό του, αν για κάποιο λόγο αποφασίσετε να ασχοληθείτε.

Ο Δραμουντάνης, φανερά απογοητευμένος, είχε ανοίξει ήδη την πόρτα της εξόδου, την ώρα που ο δικηγόρος έριχνε μια ματιά στο μπιλιετάκι με το ξερό δεκαψήφιο τηλέφωνο. 

-Πείτε μου τουλάχιστον ένα όνομα! Φώναξε την τελευταία στιγμή.

Ο Δραμουντάνης ακούστηκε από τη σκάλα: 

-Μανώλης!

Όλη αυτή την ώρα στο δρόμο για το σπίτι, ο Θανάσης Τρίκας σκεφτόταν αυτά τα τρελά που άκουσε στο ακροτελεύτιο ραντεβού με πελάτη. «Πελάτης να σου πετύχει… Κοντέψαμε να τρελαθούμε βραδιάτικα. Ο τύπος ήταν θεόμουρλος». Ήταν η ύστατη σκέψη του καθώς άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του.

Βρήκε όλη την οικογένεια αραγμένη στην TV. Καθένας από έναν καναπέ να βλέπουν ελληνική ταινία. Η σύζυγος τον καλωσόρισε χωρίς να πάρει τα μάτια από την οθόνη: 

-Άλλαξε κι έλα κι εσύ. Σου κρατήσαμε πίτσα.

-Άντε πάλι με τις ελληνικές ταινίες!

Γκρίνιαξε από συνήθεια. Στην πραγματικότητα ήθελε να κουρνιάσει κι αυτός και να αποχαυνωθεί. Έβαλε ταχύτατα πιτζάμες και ρόμπα, πλύθηκε και άραξε στον καναπέ με δύο κομμάτια πίτσα. 

-Τι βλέπετε;

-«Ποτέ την Κυριακή», με την Μελίνα και τον Φούντα. Παλιά ταινία, αλλά ωραία!

Στην οθόνη η Μελίνα Μερκούρη με τον Ντασέν μπροστά στην Ακρόπολη. Μετά η Διαμαντίδου, ο Βέγγος και πολλοί άλλοι. Η Μελίνα-Ίλια τραγουδάει τα «Παιδιά του Πειραιά». Θα ‘θελε να είχε ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά… Η σύζυγος το απολαμβάνει και σχολιάζει. 

-Τι τραγουδάρες έβγαζαν κάποτε! Αλλά βέβαια δεν το πήρε το Όσκαρ τυχαία ο Μάνος Χατζιδάκις! Και να φανταστείς ότι ούτε που καταδέχτηκε να πάει στη Σάντα Μόνικα στην απονομή! Τώρα μας έφαγε το σκυλάδικο…

Ο Τρίκας μένει εμβρόντητος με την πίτσα μετέωρη μπροστά στο μισάνοιχτο στόμα του. Τα 4 παιδιά του Πειραιά χορεύουν μπροστά του… Ο πατέρας τους τα αποκηρύσσει στην Καλιφόρνια…  Η θετή μάνα τους, η Ίλια, τα τραγουδάει και τα τιμά…. Ο Μανώλης… Παρατάει την πίτσα, σηκώνεται απότομα. Με τα χέρια λαδωμένα ψάχνει κάτι στο παντελόνι του, ανασύρει το μπιλιετάκι και σηκώνει το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη μια κουρασμένη φωνή, φανερά καταβεβλημένη από αναπνευστικά προβλήματα:

-Παρακαλώ!

-Ο κύριος Μανώλης;

-Οι πολλοί με λένε Μάνο.

-Είμαι ο δικηγόρος Θανάσης Τρίκας. Ο κύριος Δραμουντάνης μού μίλησε για την υπόθεση με τα 4 παιδιά σας.

-Λοιπόν;

-Μελέτησα ταχύτατα την υπόθεσή σας και σας διαβεβαιώνω ότι τα παιδιά είναι αδιαμφισβήτητα δικά σας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού. Σας ανήκουν πέρα από κάθε άποψη. Σας ανήκουν νομικά, πνευματικά, αισθητικά. Η ανεξάρτητη ζωή που έχουν δεν είναι αποτέλεσμα της πρότερης αποκήρυξής τους από εσάς. Όλα τα παιδιά του κόσμου πετούν κάποτε μακριά μας. Παραμένουν όμως δικά μας. Κοιμηθείτε ήσυχος και αύριο τα λέμε.

Απάντησε με φωνή σπασμένη: 

-Σας ευχαριστώ! Δεν χρειάζεται να επικοινωνήσουμε και αύριο. Άλλωστε σε λίγες μέρες θα αναχωρήσω. Ήθελα λοιπόν να είμαι σίγουρος ότι τα τέσσερα παιδιά που γεννήθηκαν σε αυτό το λιμάνι θα συνεχίσουν να με μνημονεύουν όπως κάνουν και τα άλλα αδέλφια τους, όλα νόμιμα, όλα αναγνωρισμένα, όλα προϊόντα ενός μακροχρόνιου γάμου με την Τέχνη…

Ο δικηγόρος έκλεισε το τηλέφωνο μειδιώντας. Έβαλε ακόμη ένα κομμάτι πίτσα και θρονιάστηκε στον καναπέ για να δει την υπόλοιπη ταινία. Ο Πειραιάς φεγγοβολούσε. Ήταν Ιούνιος του 1994.

 

Απ’ το παράθυρό μου στέλνω
ένα δύο και τρία και τέσσερα φιλιά
που φτάνουν στο λιμάνι
ένα και δύο και τρία και τέσσερα πουλιά

Πώς ήθελα να είχα ένα και δύο
και τρία και τέσσερα παιδιά
που σαν θα μεγαλώσουν όλα
θα γίνουν λεβέντες για χάρη του Πειραιά

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να με ’χει κάνει, όσο τον Πειραιά
Που όταν βραδιάζει, τραγούδια μ’ αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Από την πόρτα μου σαν βγω
δεν υπάρχει κανείς που να μην τον αγαπώ
και σαν το βράδυ κοιμηθώ, ξέρω πως
ξέρω πως, πως θα τον ονειρευτώ

Πετράδια βάζω στο λαιμό, και μια χά-
και μια χά- , και μια χάντρα φυλακτό
γιατί τα βράδια καρτερώ, στο λιμάνι σαν βγω
κάποιον άγνωστο να βρω

Όσο κι αν ψάξω…

Στίχοι-Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Πρώτη εκτέλεση: Μελίνα Μερκούρη

Σημείωση: Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994. Είχε πράγματι «αποκηρύξει» τα «Παιδιά του Πειραιά» τα οποία αποδέχθηκε γελώντας η Μελίνα Μερκούρη ως «μάνα» σε τηλεοπτική τους συνάντηση με τον Μάνο Χατζηδάκι. Ο Γιώργος Δραμουντάνης είναι επίσης γνωστός μας: Είναι ο γνωστός μουσικός Λουδοβίκος των Ανωγείων. Όλα τα άλλα είναι παραμύθια του συγγραφέα και μην τα πιστεύετε.

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου






Αναρτήθηκε από:

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου