Δημοσιεύτηκε

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια το επίκεντρο αναρίθμητων συζητήσεων οι οποίες κατέληγαν είτε στον απόλυτο αφορισμό της ή είτε στην υπεράσπιση της. Δυστυχώς οι μετριοπαθείς φωνές αποδυναμώθηκαν και συστηματικά απομονώθηκαν. Τα απόνερα της λαϊκίστικης, ακραίας ευρωσκεπτικιστικής προσέγγισης άφησαν πολλά αρνητικά κατάλοιπα και στρεβλώσεις στους πολίτες, τα οποία μας ταλανίζουν ακόμη.

Υπερβαίνοντας τα δικά μας εθνικά όρια συναντούμε και σε άλλες χώρες κινήματα υπέρ της διάλυσης της Ένωσης και υπέρ της ενίσχυσης της εθνικής αυτονομίας των χωρών. Όμως θα πρέπει να πραγματοποιηθεί –επιτέλους- μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με την δυναμική κάθε χώρας σε ένα παγκοσμιοποιημενο περιβάλλον, εκτός από την παραδοσιακή, γενικευμένη προσέγγιση της «καλής Ευρώπης» καθώς και τις πραγματικές συνέπειες της Ενωσιακής διάλυσης.

Αν διερευνήσουμε τη θέση των οικονομιών των χωρών της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία, εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι είναι εξαιρετικά αδύναμες και ευάλωτες. Ακόμη και η Γερμανία, παρά την ισχυρή παραγωγική δομή της, παραμένει μια μεσαία δύναμη στον παγκόσμιο χάρτη η οποία δύσκολα θα επιβίωνε χωρίς την ΕΕ, πόσω μάλλον χώρες όπως η Ελλάδα ή η Πορτογαλία.

Εκτός από την οικονομία όμως υπάρχει σειρά ζητημάτων τα οποία είναι ανησυχητικά και απαιτούν λύσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα σύνορα και τα εθνικά κράτη όπως η τρομοκρατία, η ασφάλεια, το προσφυγικό, οι ενεργειακές ανάγκες, αλλά και οι πιθανές επιθετικές βλέψεις των γειτόνων.

Η σύνθεση δυνάμεων αποτελεί πόλο σταθερότητας, ειρήνης και βιώσιμης ανάπτυξης. Με καθαρή σκέψη και ορθολογισμό μια ισχυρή, δίκαιη ΕΕ υψηλών προδιαγραφών και στόχων είναι μονόδρομος.

Παρόλα αυτά η Ευρώπη σήμερα χρειάζεται νέα ενιαία στρατηγική με βελτιώσεις και αναθεωρήσεις οι οποίες θα περιορίσουν τις ανισότητες και θα έχουν στόχο την ισόρροπη ανάπτυξη και την ισομερή κατανομή των ωφελειών της ενοποίησης.

Α) Η ανάπτυξη. Ήδη η ΕΕ βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά, παρατηρείται ότι το ΑΕΠ της Ευρωζώνης το 2017 σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat παρουσίασε αύξηση 2,3%. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα καταγράφει ανάπτυξη μόλις 1,9% -ο χαμηλότερος ρυθμός σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες- ο μέσος όρος για την Ευρωζώνη διαμορφώθηκε σε 2,7% το έτος 2017 και αποτελεί ιδιαίτερα ενθαρρυντικό βήμα για νέες θέσεις εργασίας και όχι μόνο.

Β) Οι επενδύσεις. Επιτακτική προτεραιότητα πρέπει να είναι η στροφή σε επενδύσεις σε τομείς τεχνολογίας, καινοτομίας εντός της Ευρώπης. Είναι κοινά αποδεκτό ότι οι χώρες του Βορρά επωφελήθηκαν από την κρίση στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου δημιουργώντας μεγάλα πλεονάσματα οι ίδιες σε βάρος τους. Είναι καιρός επομένως να γίνει προτεραιότητα η δημιουργία από τους θεσμούς της ΕΕ ενός στρατηγικού σχεδίου για την αναδιανομή του πλούτου με τη διοχέτευση επενδύσεων από τις ισχυρά οικονομικά χώρες όπως πχ η Γερμανία σε επενδύσεις εντός της Ένωσης και όχι σε επενδύσεις σε Κίνα ή Ινδία ή αλλού.

Γ) Η εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική της ΕΕ αποτελεί μια κρίσιμη διάσταση. Προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η σταδιακή δημιουργία μιας ενιαίας εξωτερικής πολίτικης. Οι στρατηγικές συμμαχίες αποδομούνται διεθνώς και νέες αναδύονται σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον με την Ένωση να επενδύει στο να διασφαλίσει τις υπάρχουσες και να εξασφαλίσει και νέες συμμαχίες. Η προάσπιση των ευρωπαίων πολιτών και των συμφερόντων τους αλλά και η προσπάθεια για ειρήνη, σταθερότητα, καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, και των γεωπολιτικών ανακατατάξεων χρειάζεται να είναι η απόλυτη στόχευση.

Με ρεαλισμό και ορθολογισμό και χωρίς συναισθηματισμούς και επιφανειακούς εθνικισμούς και απλουστεύσεις, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς την ανάγκη υποστήριξης και ενδυνάμωσης της Ένωσης.

Είναι σίγουρο ότι έφτασε η ώρα για την υλοποίηση των παραπάνω, τα οποία ενδεικτικά αναφέρονται, αλλά και πολλών ακόμη, με τη δόμηση σταδιακά μιας Ομοσπονδιακής Πολιτικής Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοκρατικά και θεσμικά θωρακισμένης. Απαιτείται η δημιουργία ενός κεντρικού συντονιστικού πόλου –ίσως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο- που θα έχει νομιμοποιημένο θεσμικό ρόλο, επαρκή προϋπολογισμό, ο οποίος θα εμπλουτίζεται με συγκεκριμένους πόρους που θα επιτρέπουν στην Ένωση να χρηματοδοτήσει τις πολιτικές της.

Χρειαζόμαστε ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που κάθε μέρα ισχυροποιούνται γύρω μας, εντός και εκτός των ευρωπαϊκών μας συνόρων. Με «περισσότερη Ευρώπη» θα επιτύχουμε σε μέγιστο βαθμό σταθερότητα, ασφάλεια, βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς και θα διασφαλίσουμε τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή.

Ζέφη Δημαδάμα






Αναρτήθηκε από:

Ζέφη Δημαδάμα

Η Ζέφη Δημαδάμα είναι αντιπρόεδρος Γυναικών του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (PES Women) και οικονομολόγος του Περιβάλλοντος.