Πάσχα – Αγάπη και συγχώρεση μέσα από τα διηγήματα του Αντόν Τσέχοβ

Το Πάσχα είναι η πιο λαμπρή γιορτή της Ορθοδοξίας. Κι ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοβ αγαπούσε πολύ την πασχαλιάτικη ατμόσφαιρα της Μόσχας. Οι χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες των πολλών εκκλησιών της αντηχούσαν σε όλη την πόλη, οι άνθρωποι ντυμένοι με τα γιορτινά τους έβγαιναν από τις εκκλησίες έχοντας στα χέρια τους τα αγιασμένα γλυκά ψωμιά. Τα κουλίτς, τα γλυκά πασχαλινά ψωμιά από σιτάλευρο που έχουν σχήμα στρογγυλό ή κυλινδρικό, και είναι στολισμένα με κορδέλες και κόκκινο αβγό ή τα ψωμιά που σε πολλές περιοχές ονομάζουν πάσχα κι έχουν συνήθως σχήμα κωνικό κι είναι φτιαγμένα από μυζήθρα, αβγά, σταφίδες και ξηρούς καρπούς.

Ωστόσο το Πάσχα στα διηγήματα του Αντόν Τσέχοβ δεν έχει ηθογραφικό χαρακτήρα, δεν περιγράφει τα ήθη και τα έθιμα, αλλά αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό νόημα όπου οι ήρωες δοκιμάζονται βιώνοντας ηθική ανατροπή, ξανασκέφτονται τη ζωή και τις ηθικές αξίες κι όπως η φύση αναγεννάται έτσι και ο άνθρωπος βιώνει ηθική και πνευματική ανάταση.

Στο μικρό διήγημά του “Ο Κοζάκος” μέσα από εκ πρώτης όψεως ασήμαντες λεπτομέρειες, παρακολουθούμε πώς δοκιμάζεται μια νέα, φαινομενικά ευτυχισμένη οικογένεια. Μετά τη λειτουργία του Πάσχα, ένα νεαρό ζευγάρι επιστρέφει από την εκκλησία κρατώντας το αγιασμένο στην εκκλησία, σύμφωνα με το ρωσικό έθιμο, γλυκό ψωμί, που το λένε πάσχα, όμορφα τυλιγμένο σε ένα μαντήλι. Σύμφωνα με το έθιμο πηγαίνουν στο σπίτι τους για να το φάνε μετά την νηστεία. Στον δρόμο για το σπίτι ο σύζυγος σκέφτεται πόσο ευτυχισμένος είναι, αφού στη ζωή του όλα πηγαίνουν καλά, αγαπά τη νεαρή γυναίκα του και το νοικοκυριό του πηγαίνει περίφημα. Στον δρόμο τους συναντούν έναν άρρωστο άνθρωπο, έναν Κοζάκο, που τους παρακαλεί να του δώσουν λίγο από το αγιασμένο γλυκό ψωμί. Είναι μακριά από το σπίτι του, πεινά και είναι άρρωστος. Ο άντρας ψάχνει να βρει ένα μαχαίρι για να του κόψει ένα κομμάτι. Η γυναίκα όμως, που κρατάει τους τύπους, θυμώνει. Σύμφωνα με το έθιμο, το αγιασμένο ψωμί πρέπει να κοπεί στο σπίτι μαζί με όλη την οικογένεια και όχι στη μέση του δρόμου και μάλιστα για έναν ξένο. Ξαφνικά η γυναίκα αυτή φωτίστηκε με άλλο φως. Αυτό δεν ήταν το φως της αγάπης που τη φώτιζε μέχρι τώρα. Πάνω της έπεσε η σκιά της κακίας. Οι οικογενειακές σχέσεις καταρρέουν. Η ψυχρή λογική και η αδιάφορη στάση της μπροστά στην ποίηση της φύσης ήταν μία από τις λεπτομέρειες που ο Τσέχοβ αριστουργηματικά είχε ήδη δώσει από την αρχή του διηγήματος.

“-Καλά λένε ότι είναι μεγάλη μέρα! – της είπε. -Πράγματι μεγάλη! Περίμενε λίγο Λίζα, ο ήλιος τώρα θα αρχίσει να παίζει. Κάθε Πάσχα παίζει! Κι αυτός χαίρεται, σαν τους ανθρώπους.
-Αυτός δεν είναι ζωντανός, -του είπε η γυναίκα του.

(Αντόν Τσέχοβ” Ο Καζάκος”)

Μία τυχαία συνάντηση οδηγεί σε απρόσμενη ανατροπή της οικογενειακής ευτυχίας που είχε δομηθεί πάνω στην αυταπάτη της αγάπης και της συνεννόησης. Η συνειδητοποιήση αυτή συνθλίβει τους ήρωες του διηγήματος καθώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι εύθραυστες. Η νεαρή οικογένεια δεν πέρασε αυτή τη δοκιμασία και δεν βρήκε ποτέ ξανά ισορροπία. Για τον Τσέχοβ το Πάσχα δεν είναι παρά μόνο το σκηνικό όπου διαδραματίζεται το πραγματικό περιεχόμενο της γιορτής, η αγάπη και η συμπόνια. Αν δεν γίνει ηθική ανάγνωση δεν υπάρχει το παραμικρό νόημα πίσω από τη μεγάλη αυτή γιορτή.

Στο μικρό διήγημά του “Το γράμμα”, από τις απλές σκέψεις και κουβέντες τριών μόνο ανθρώπων ο αναγνώστης νιώθει σε ένα βαθύτερο επίπεδο συναισθημάτων το νόημα της αγάπης και της συγχώρεσης. Ο πατήρ Θεόδωρος είναι άνθρωπος σεβάσμιος, άκαμπτος σε ηθικά θέματα και αυστηρός θεματοφύλακας των κανόνων. Ο πατήρ Αναστάσιος βρίσκεται στο σπίτι του ιερέα Θεόδωρου για να ζητήσει τη βοήθειά του μιας και του στέρησαν το δικαίωμα να λειτουργεί γιατί συχνά πίνει και δεν τηρεί τις νηστείες. Ο πατήρ Θεόδωρος αφού τον επέπληξε αυστηρά του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει. Ήταν Πάσχα και ήταν κουρασμένος από τη ολονύκτια λειτουργία, ο πατήρ Αναστάσιος όμως δεν έφευγε καθώς περίμενε να του προσφέρουν βότκα. Την ίδια ώρα έρχεται και ο διάκος Λιουμπίμοβ ζητώντας του να τον βοηθήσει να γράψει μια επιστολή στον γιο του που ασωτεύει στην πόλη. Ο πατήρ Θεόδωρος γράφει ένα επικριτικό γράμμα γεμάτο νουθεσίες, αφού επέπληξε και τον ίδιο τον διάκο για την διαπαιδαγώγηση που έδωσε στον γιο του. Ο πατήρ Αναστάσιος και ο διάκος αποχωρούν, συζητώντας και θαυμάζοντας με τρόπο απλοϊκό το “σοφό” γράμμα. Ο διάκος Λιουμπίμοβ, το επώνυμο του οποίου στα ρωσικά σημαίνει αγάπη, παρόλο που θέλει να επιπλήξει τον γιο του, εντούτοις η αγάπη τον πλημμυρίζει καθώς θυμάμαι το αγαπημένο πρόσωπό του.

“Ο διάκος πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο κρατώντας το γράμμα στα χέρια του. Σκεφτόταν τον γιο του. Η θλίψη και ο φόβος δεν τον ανησυχούσαν πια. Όλα αυτά μπήκαν στο γράμμα. Τώρα μόνο φανταζόταν τον Πέτρο, έβλεπε καθαρά το πρόσωπό του, θυμόταν τα χρόνια που πέρασαν όταν ο γιος του ερχόταν για να περάσουν μαζί τις γιορτές. Θυμόταν μόνο όλα τα καλά, τις ζεστές αναμνήσεις ακόμη και κάποιες λύπες, αυτά που μπορείς να θυμάσαι μια ολόκληρη ζωή χωρίς να σε κουράζουν. Του έλειπε ο γιος του, ξαναδιάβασε το γράμμα και κοίταξε ερωτηματικά τον Αναστάσιο

. -Μην το στείλεις !του είπε εκείνος.

(Αντόν Τσέχοβ “Το γράμμα”)

Στα μικρά διηγήματα του Άντον Τσέχοβ τα υπαρξιακά δράματα των ανθρώπων διαδραματίζονται με φόντο την Ανάσταση. Οι ήρωες του βρίσκονται μπροστά σε ηθικά διλήμματα, δοκιμάζουν ψυχικές και ηθικές καταστροφές και ο Τσέχοβ με τρόπο επιδέξιο εκθέτει την ανάλγητη  συμπεριφορά τους, που προσκολλημένοι καθώς είναι στους εξωτερικούς τύπους παραμελούν τη ουσία που είναι η αγάπη και η συγχώρεση. Ο αναγνώστης, που θέλει και να δακρύσει και να χαμογελάσει, μπορεί να δει όλους τους ήρωες του Τσέχοβ, αρκεί να κοιτάξει όχι μόνο γύρω του, αλλά κυρίως βαθιά μέσα του.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ
Συντάκτης

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ

Η Ελένη Τσολιά είναι απόφοιτος του κρατικού πανεπιστημίου της Μόσχας Λομονόσοβ. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα master of arts στη ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία καθώς και PhD στη θεωρητική και ιστορικό – συγκριτική γλωσσολογία. Από το 1993 διδάσκει τη ρωσική γλώσσα ως ξένη σε ιδιωτική σχολή ενώ παράλληλα ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη της ρωσικής γλώσσας, λογοτεχνίας και κουλτούρας.

Δείτε ακόμη