Δημοσιεύτηκε

Συμπληρώνονται δεκατρία  χρόνια από το θάνατο του μουσικοσυνθέτη Σταύρου Κουγιουμτζή.

Γεννήθηκε το 1932 στη Θεσσαλονίκη, σ’ έναν προσφυγικό  καταυλισμό, κοντά στο Γεντί Κουλέ, όπου και εκεί είχε τις πρώτες του μουσικές διαδρομές και ακούσματα, σε μια εποχή, που δεν υπήρχαν μόνο φτωχοί, αλλά και «υπόφτωχοι», όπως ο ίδιος είχε αναφέρει κάποτε χαρακτηριστικά.

Από το 1952, για το «ζῆν», εργάστηκε ως πιανίστας σε διάφορα νυχτερινά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, ανεχόμενος τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούσαν εκεί (έλλειψη μικροφωνικών εγκαταστάσεων, ατελείωτα ωράρια, άσχημες «νυχτερινές» συμπεριφορές) οι οποίες τον έφτασαν σωματικά ακόμα και σε σημείο υπερκόπωσης και ψυχολογικά να αναλογιστεί αν θα μπορεί να ασχοληθεί σοβαρά με το να γράφει τραγούδια.

Ξεκίνησε την καριέρα του στο τραγούδι όταν ήταν 25 ετών, έχοντας όμως και τη θεωρητική βάση του μουσικού που έχει περάσει από ωδείο.

Ο ίδιος θυμάται (από το βιβλίο «Χρόνια σαν Βροχή» εκδόσεις Ιανός) όταν «άκουσα πρώτη φορά Χατζιδάκι «Χάρτινο το Φεγγαράκι», «Διώξε τη λύπη παλικάρι» και άλλα με μάγεψαν τόσο που είπα στον εαυτό μου ψάξε μέσα σου, ψάξε να βρεις τον δικό σου δρόμο κι αν έχεις κάτι να πεις, θα το πεις». Τον Θεοδωράκη τον ήξερε ως συνθέτη κλασικής μουσικής. Δεν γνώριζε καν ότι γράφει τραγούδια. «Τον γνώρισα μετά την κυκλοφορία του «Επιτάφιου» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, όταν τα σχόλια σε εφημερίδες και ραδιόφωνα έδιναν και έπαιρναν- απαξιωτικά σχόλια, αρνητικά, με διανοούμενους και δημοσιογράφους να αναρωτιούνται αν είναι σωστό να μελοποιείται η ποίηση με τέτοιου είδους μουσική. Όσο για μένα; Εγώ δάκρυζα σε κάθε στίχο. Ήταν το θαύμα της μουσικής».


Μέσα σε αυτό το κλίμα και με αυτές τις επιρροές ο νεαρός Κουγιουμτζής, παιδί από φτωχή οικογένεια, που έκανε από τα 8 του χρόνια δεκάδες επαγγέλματα για να επιζήσει αποφάσισε να βάλει όλη του την ενέργεια κι όλο του το ταλέντο στο τραγούδι . Το ΄67 παντρεμένος ήδη με την Αιμιλία, κατέβηκαν στην Αθήνα και μέσω Πατσιφά (τότε διευθυντή της Λύρα) γνώρισε τον στιχουργό ‘Ακο Δασκαλόπουλο γνωριμία σημαδιακή μια που με τον Άκο Δασκαλόπουλο και την Σώτια Τσώτου όχι μόνο θα συνεργάζονταν επί πολλά χρόνια, αλλά θα έκαναν και την πρώτη επιτυχία της καριέρας του, το 1970: Το «Εικοσιένα» . Από εκείνον τον δίσκο κι έπειτα οι πόρτες των εταιρειών θα άνοιγαν διάπλατα και το τραγούδι θα έρεε... Ο Κουγιουμτζής είχε αυτή την χαρά. Όλη τη δεκαετία του ΄70 αλλά και του΄ 80 τα τραγούδια του παίζονταν παντού, στα ραδιόφωνα, στα σπίτια, στις εκδρομές ..

Λιτός και ουσιαστικός ως συνθέτης αλλά και εξαιρετικός στιχουργός , είχε ένα ακόμη ταλέντο , να επιλέγει στίχους άλλων (έχει μελοποιήσει από Ντίνο Χριστιανόπουλο μέχρι Σικελιανό και από Μάνο Ελευθερίου μέχρι Βάρναλη) φέρνοντας στο φως το συναίσθημα μιας εποχής , δύσκολης εποχής αλλά περήφανης. Η ευγένεια και το ήθος μιας φτωχολογιάς που σιγά σιγά θα ξεχνάγαμε -αν δεν υπήρχαν τα τραγούδια του.

Ο Κουγιουμτζής ήταν ο άνθρωπος που έψαχνε την ομορφιά την αληθινή. Την είχε ζήσει μέσα στα βάσανά του και τη νοσταλγούσε, έστω και  αν αυτό τον κερνούσε απογοήτευση και τον έκανε να απομακρύνεται από τα βήματα των πολλών.

Εξακολουθεί να είναι επίκαιρος και διδακτικός με τα τραγούδια, τα γραπτά και τις σκέψεις του και ειδικά στη σημερινή κρίσιμη περίοδο στην οποία ζούμε.
Στο  αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια» («Εντευκτήριο» 1998 – «Κέδρος» 2001) γράφει:
«[…] Καθώς περνάει ο καιρός, κάτι διαρκώς αλλάζει στη ζωή μας. Κάτι που δεν μπορώ να το προσδιορίσω, γιατί δεν είμαι κοινωνιολόγος. Εγώ απλώς τραγούδια γράφω. Σαν πολίτης όμως που είμαι, εδώ και χρόνια τώρα, νιώθω μια ανησυχία γι’ αυτά που θα’ρθουν. Χρόνια ποντάρουμε σε μια κούφια αισιοδοξία και σε χάρτινα οράματα .Ένα κιτς απλώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας .Τραγούδια που άλλοτε θα ντρεπόσουνα να τα’ ακούσεις, τώρα παίρνουν χρυσούς και πλατινένιους δίσκους  και σε δύο τρεις μήνες εξαφανίζονται.

Η κατανάλωση για την κατανάλωση, το καινούργιο για το καινούργιο. Γίναμε υπηρέτες της τεχνολογίας και των προϊόντων της. Χωρίς σημάνσεις χωρίς πινακίδες. Στην προσπάθειά μας για καλύτερη ζωή, ξεχάσαμε τι είναι η ζωή […]».

Αυτά για τα οποία ανησυχούσε έχουν έρθει και μάλιστα με πολλές αντικρουόμενες ταμπέλες και σημάνσεις, απομακρύνοντας αρκετά την απλότητα από τις ζωές μας. Επειδή…

«Ήταν πέντε, ήταν έξι..
Διάβασα τα γεγονότα και την κοσμική
για ποδόσφαιρο για φόνους και πολιτική
στην Ασία φασαρίες πείνα κι ερημιά
το ρολόι μου δείχνει εννιά»

Έφυγε, σε ηλικία 73 ετών, στις 12 Μαρτίου του 2005, όμως μείναν τα τραγούδια του, κλεισμένα σε ένα συρτάρι της καρδιάς μας, και όταν το ανοίγουμε, μαζί με αυτά θα βγαίνουν καλές και κακές αναμνήσεις μιας άλλης εποχής…

Αθάνατος, αείμνηστε Κουγιουμτζή!

πηγές: Διαδίκτυο






Αναρτήθηκε από:

Χαράλαμπος Τσαγκατάκης

«Όποιος ελέγχει τα Μέσα Ενημέρωσης και την εικόνα, ελέγχει τον πολιτισμό»
 Allen Ginsberg