Δημοσιεύτηκε

Κατά την αρχαιότητα, οι πόλεις που είχαν γεννήσει ολυμπιονίκες γκρέμιζαν τα τείχη τους, σημάδι ότι δεν φοβούνται κανέναν εχθρό πια. Αν το Μαρούσι του 19ου αιώνα μ. Χ. διέθετε τείχη για να κρατήσει έξω τους εχθρούς Αμπελοκηπιώτες, Κηφισιώτες, Εκαλιώτες αλλά και τους Κολωνακιώτες και λοιπούς του κεντρικού τομέα της πόλης, θα τα γκρέμιζε στις 10 Απριλίου του 1896, που ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης κέρδισε τον πρώτο Μαραθώνιο Δρόμο, στην πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα. Ήταν η μέρα που η Ελλάδα απέκτησε έναν ακόμη ήρωα, σύμφωνα με τις αρχαίες αξίες αλλά με προδιαγραφές να γίνει πρότυπο για το παρόν και το μέλλον του φρέσκου ακόμη κράτους.

Το πού γεννήθηκε, το πότε, το επάγγελμά του είναι γνωστά, άλλωστε μεγαλώσαμε όλοι μας με το παραμύθι της ζωής και της νίκης του Σπύρου Λούη. Το ότι δόθηκε έμφαση πρωτίστως στο ότι όλη τη νύχτα πριν τον αγώνα προσευχόταν και αυτό ήταν που του χάρισε τη νίκη, υποψιαζόμαστε βάσιμα πια ότι οι πιθανότητες να είναι αστικός μύθος είναι 101%. Το ότι ζήτησε από τον ενθουσιώδη βασιλέα, που τον υποδέχτηκε στο Καλλιμάρμαρο κραυγάζων, όπως όλοι στο στάδιο, «είναι Έλλην!», μόνο ένα γαϊδουράκι ως έπαθλο και ανταμοιβή για τη δόξα που γνώρισε η πατρίδα, είναι αλήθεια. Όπως αλήθεια είναι το ότι έζησε μια ζωή σεμνή και ταπεινή, χωρίς να καρπωθεί τα οφέλη του ολυμπιονίκη σε κανένα επίπεδο.

Πλην, όμως, αν μπορεί να θεωρηθεί αυτό προνόμιο που είχε συνέχεια και στα επόμενα χρόνια σε περιπτώσεις ολυμπιονικών πιο κραυγαλέες, εκτέλεσε και χρέη αστυνομικού της περιοχής του.

Φαίνεται, επίσης, να είναι αλήθεια πως για το ότι «έγινε Λούης» ο Λούης, πρέπει να αναζητήσουμε τη γυναίκα. Ο έρωτάς του για την Ελένη Κόντου, που η πλούσια οικογένειά της δεν ήθελε για γαμπρό έναν νερουλά, τον έκανε ήρωα, με στόχο την κατάκτηση του ποθούμενου. Ένα παραμύθι, ίδιο από τα χρόνια τα παλιά. Έκαναν οικογένεια και έζησαν μαζί μια ζωή, στο τέλος σε έσχατη ένδεια, με την Ελένη κατάκοιτη, σοβαρά άρρωστη και τον Σπύρο να τη φροντίζει με υπομονή και αγάπη.

Φαίνεται σε κάποια φάση της ζωής του, το 1926, να έπεσε θύμα πλεκτάνης και να έμεινε στη φυλακή για ένα χρόνο, κατηγορούμενος ότι παραποίησε, για άγνωστο λόγο, στρατιωτικά έγγραφα. Από την υπόθεση αυτή βγήκε αθώος.

Ο Σπύρος Λούης εμφανίστηκε δημόσια ως παλιός ολυμπιονίκης-σύμβολο, στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου, το 1936, ως επίσημος προσκεκλημένος. Στο ντοκυμαντέρ της εποχής “Ολυμπία”, της Λένι Ρίφενσταλ, άλλο όνομα-σύμβολο κι αυτό για τη ναζιστική Γερμανία, ο Λούης εμφανίζεται να ηγείται της ελληνικής ολυμπιακής ομάδας στην τελετή έναρξης. Πίσω ακριβώς από το αγόρι που φέρει την πινακίδα με το όνομα της χώρας μας, φαίνεται ο ηλικιωμένος άντρας με τη φουστανέλα, να κρατά ένα κλαδί ελιάς, σύμβολο ειρήνης. Τι τραγική ειρωνεία! Το κλαδί αυτό το προσέφερε μετά στον Αδόλφο Χίτλερ, που ήδη είχε εκπονήσει το σχέδιο για τη γενοκτονία των Εβραίων και το αιματοκύλισμα της Ευρώπης.

Σήμερα το όνομα Σπύρος Λούης είναι συνώνυμο της ελληνικής ψυχής. Όπως συνώνυμό της, υπό διαφορετική έννοια, είναι και το ότι η νίκη του αυτή αμφισβητήθηκε. Είτε αυτό έγινε δικαίως με στοιχεία εναντίον του είτε αδίκως, φαίνεται καθαρά ένα στοιχείο του Έλληνα που έχει γίνει αιτία πολλών δεινών διαχρονικά. Σημασία έχει ότι κάποιες μαρτυρίες λένε ότι ο Λούης ποτέ δεν προσπέρασε κανέναν, ότι εθεάθη πάνω σε κάρο σε μεγάλο κομμάτι της διαδρομής, ότι ήπιε ένα κρασί σε ταβερνείο της περιοχής την ώρα του αγώνα λέγοντας «μην ανησυχείτε, θα νικήσω, τελικά», ενώ «ύποπτη» είναι και η παλιά γνωριμία του με τον πελάτη του πατέρα του συνταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλο, υπεύθυνο της οργάνωσης του Μαραθωνίου, στην υπηρεσία του οποίου υπηρέτησε ως ιπποκόμος. Καλό θα είναι να μνημονεύσουμε και το όνομα του Χαρίλαου Βασιλάκου, που ήρθε δεύτερος και, σύμφωνα με τον Αυστραλό δρομέα Μακφαίηλ, που εγκατέλειψε τον αγώνα, αυτός ήταν ο πραγματικός νικητής.

Αυτή είναι, λοιπόν, η νίκη του Σπύρου Λούη, που τον έκανε εθνικό ήρωα, όνομα αθλητικών συλλόγων, όνομα δρόμων, ακόμη και μιας λεωφόρου του Μονάχου. Ακόμη του έδωσε κι ένα βαρύτιμο κύπελλο, αθλοθετημένο από τον Γάλλο Μισέλ Μπρεάλ, που η απόγονοί του το κράτησαν μέχρι τα τελευταία χρόνια, μην μπορώντας να το πουλήσουν στην Ελλάδα. Αναγκάστηκε ο Σπύρος Λούης ο νεότερος, εγγονός του ολυμπιονίκη, να το δώσει σε μεγάλο οίκο δημοπρασιών του εξωτερικού. Ο πλειοδότης, το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το “χτύπησε” στα 655.454 ευρώ το 2012, με στόχο το κύπελλο-σύμβολο να παραμείνει στην πατρίδα του και να έχει τη δυνατότητα το ελληνικό κοινό να το βλέπει ως τεκμήριο όλων των παραπάνω.

Όλα τα παραμύθια έχουν ένα καλό τέλος.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη