Δημοσιεύτηκε

Αχιλλέας Κυριακίδης. Άγνωστος και γνωστός συγχρόνως. Ζει στο παρασκήνιο, πίσω από τις μεγάλες σκιές των συγγραφέων που μεταφράζει με επιτυχία. Παράλληλα, τολμά να βγει και στο προσκήνιο με την προσωπική του δουλειά και δικαιώνεται.

Σκοράρει από τη μικρή περιοχή σε όποιο γήπεδο και αν αγωνιστεί, για να χρησιμοποιήσω την ποδοσφαιρική ορολογία στον βαθμό που την κατέχω, προς τιμήν της ιδιότητάς του, αυτής του φανατικού φιλάθλου-οπαδού του Ολυμπιακού. 

Συγγραφέας και δοκιμιογράφος, με 14 προσωπικούς τίτλους και πολύ περισσότερες συμμετοχές σε συλλογικά έργα. Χτυπά και φεύγει με τις λέξεις του, που διαδέχονται ακαριαία η μια την άλλη και τινάζουν την ιστορία παρακάτω. Το 2004 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων Τεχνητές αναπνοές. Το διήγημα, άλλωστε, είναι το είδος που τον εκφράζει περισσότερο.

Μεταφραστής σημαντικών λογοτεχνών από τα αγγλικά και τα γαλλικά και, κυρίως, των ισπανόφωνων, με ιδιαίτερη σχέση με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες -για τη μετάφραση των έργων του οποίου τιμήθηκε το 2007 με το κρατικό βραβείο μετάφρασης.

Αγαπημένοι δημιουργοί όπως ο Μπορίς Βιαν, ο Ρεϋμόν Κενώ, ο Ζωρζ Περέκ, ο Λούις Σεπούλβεδα, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Φίλιπ Ροθ, ο Ρολάν Τοπόρ, βρήκαν τον «δημιουργικό τους αναγνώστη» στο πρόσωπο του Αχιλλέα Κυριακίδη. Για τις μεταφράσεις του έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη Μετάφρασης, στο πλαίσιο των Καβαφείων 2007, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης Γαλλόφωνης Λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ, για τη μετάφραση του μυθιστορήματος Στο καφέ της χαμένης νιότης, του Πατρίκ Μοντιανό. Πιο πρόσφατο, 2016, είναι το Βραβείο Μετάφρασης Ισπανόφωνης Λογοτεχνίας, για τη μετάφραση του βιβλίου Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, του Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες (Ίκαρος 2014).

Την επιτυχία του στον τομέα αυτό οφείλει, κατά τον ίδιο, όχι τόσο στην καλή γνώση των ξένων γλωσσών όσο στο ότι κατέχει άριστα την ελληνική και είναι φανατικός οπαδός της (ξανά).

Γράφει σενάρια και σκηνοθετεί ταινίες μικρού μήκους, είναι έγκυρος κριτικός λογοτεχνίας και κινηματογράφου, ακόμη και ηθοποιός.

Όπως φαίνεται, τον χαρακτηρίζει το «πολυ», ως συνθετικό διαφόρων λέξεων, όπως πολυβραβευμένος, πολυγραφότατος, πολυδιάστατος, πολυπράγμων. Όμως, υπηρετεί το «λίγο», με την έννοια της ποσότητας και όχι της ποιότητας, τόσο στον λόγο όσο και στην εικόνα. Λίγο σε έκταση και όχι σε ουσία, καθαρό, απαλλαγμένο από τα περιττά στοιχεία που εξυπηρετούν μόνο την εκζήτηση και τον εντυπωσιασμό, αλλά και με όλες τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ολοκληρωμένη εικόνα και νόημα ή να κεντρίσει τη φαντασία και το ενδιαφέρον, ώστε να μπει ο αναγνώστης ή (και) ο θεατής, ως συμμέτοχος και τελικός απoδέκτης, στη θέση του ίδιου του δημιουργού.

Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι ευτυχής ανάμεσα στον ωραίο γυναικείο πληθυσμό που απαρτίζει το στενό οικογενειακό του περιβάλλον: σύζυγο, τρεις κόρες κι άλλες τόσες εγγονές.

Από την επαφή μαζί του η αίσθηση που απομένει είναι ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο ευφυή, γοητευτικό, σεμνό, δημιουργικό, που δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν και ό,τι έχει να πει το λέει, κυρίως, μέσα από τη δουλειά του.

Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα για την καλή συνεργασία.

  • Διάβασα κάποτε το βιβλίο του Κενώ Ασκήσεις ύφους, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. Με πόσους τρόπους μπορεί να ειπωθεί το ίδιο πράγμα, τελικά, κύριε Κυριακίδη;

Ο αριθμός αυτών των τρόπων δεν είναι πεπερασμένος. Ή, αν θέλετε, είναι εξίσου πεπερασμένος με τον αριθμό των τρόπων να συνδυάσεις τις επτά νότες, με τις διέσεις και τις υφέσεις τους, για να παραγάγεις (διαφορετική κάθε φορά) μουσική. Από την άλλη, αυτό που εσείς χαρακτηρίζετε «ίδιο πράγμα», είναι μια έννοια που έχει δεχτεί (και εξακολουθεί να δέχεται) επιθέσεις, αφού ό,τι έχει ειπωθεί, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο έχει ειπωθεί, διαβάζεται διαφορετικά από κάθε αναγνώστη.

  • Ο τρόπος του μεταφραστή είναι ένας ακόμα;

Φυσικά, αφού (συνέχεια εκ του προηγουμένου) ο μεταφραστής δεν είναι παρά (ο ορισμός δικός μου) ένας «δημιουργικός αναγνώστης».

  • Το «αξιολογικό “υποδεκάμετρο”» των επαϊόντων, τύπου Ώντεν αλλά και πιο σύγχρονων, πόσο έχει καταδικάσει κάποιους λογοτέχνες ενώ, αντίθετα, έχει αναδείξει κάποιους άλλους που είναι «σκατά»;

Έχουν καταγραφεί «σημεία και τέρατα» σε διάφορες αξιολογήσεις, αλλά αυτό έχει συμβεί σε όλες τις τέχνες. Όσο για την αμφίβολη δημοκρατικότητα αυτών των διαφόρων «Κανόνων» που, όπως λέτε, καταξιώνουν ή καταβαραθρώνουν, έχω να πω ότι προτιμώ χίλιες φορές την «ενός ανδρός αρχή», που φέρει και την ευθύνη της ενυπόγραφης ετυμηγορίας, παρά κάτι λίστες-εξαμβλώματα λαϊκών σφυγμομετρήσεων.

  • Ποιος είναι, τελικά, εκείνος που πρέπει να αξιολογεί, να αναδεικνύει ή να καταδικάζει στην αιώνια λήθη κάποιους;

Ο χρόνος. Η αντοχή του έργου στο χρόνο.

  • Το κριτήριο του κοινού πόσο έχει να κάνει με το υποδεκάμετρο αυτό;

Η απάντησή μου στην προ-προηγούμενη ερώτηση δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσει τις υποψίες σας για το ποια μπορεί να είναι η απάντησή μου σ’ αυτήν εδώ: Δεν εμπιστεύομαι καθόλου το κριτήριο ενός κοινού που ενθρονίζει συγγραφείς(;) όπως τον Πάουλο Κοέλιο, ενώ άλλους, όπως τον Χουάν Ρούλφο, π.χ., δεν τους δέχεται ούτε για μια στιγμιαία ακρόαση.

  • Οι κριτικοί λογοτεχνίας βοηθούν τον μέσο αναγνώστη στην επιλογή βιβλίων;

Φοβάμαι ότι αυτός ο αναγνώστης που έχετε στο νου σας και τον χαρακτηρίζετε «μέσο», δεν διαβάζει… κριτικές λογοτεχνίας! Φοβάμαι, δηλαδή, ότι (στην Ελλάδα, τουλάχιστον) αυτό το κύκλωμα «συγγραφέας-κριτικός-αναγνώστης» είναι κλειστό σαν αβγό, αλλά το αβγό είναι ξύλινο.

  • Από αρχαιοτάτων χρόνων είναι συγκεκριμένα τα πανανθρώπινης αξίας θέματα τα οποία η λογοτεχνία πραγματεύεται. Έχει εμπλουτιστεί η λίστα αυτή στη σύγχρονη εποχή;

Τίποτα δεν έχει αλλάξει – ούτε θ’ αλλάξει ποτέ. Κατά τον Μπόρχες, τέσσερις είναι οι ιστορίες: η πρώτη μιλά για την πολιορκία μιας οχυρωμένης πολιτείας, η δεύτερη για μια επιστροφή, η τρίτη για μιαν αναζήτηση και η τελευταία για τη θυσία ενός θεού. «Τέσσερις είναι οι ιστορίες» καταλήγει ο Μπόρχες. «Στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να τις αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες.»

  • H λογοτεχνική συγγραφή διδάσκεται;

Ασφαλώς – όπως όλα τα πράγματα. Βέβαια, ο βαθμός της αποφοίτησης εξαρτάται κατά μέγιστο ποσοστό από το αν ο διδασκόμενος διαθέτει αφομοιωτικότητα, έχει διαγωγή κοσμία και δεν κάνει απουσίες απ’ τα μαθήματα – μ’ άλλα λόγια, διαβάζει όσο πιο πολλά λογοτεχνήματα μπορεί απ’ αυτά που πρέπει να διαβάσει.

  • Εκπαιδευμένος συγγραφέας ή εκπαιδευμένος αναγνώστης;

Δεν είναι αντίθετα. Απλώς, το δεύτερο, όπως γράφω και πιο πάνω, είναι προϋπόθεση του πρώτου.

  • Συχνά στην ερώτηση «γιατί γράφετε;» οι συγγραφείς δίνουν την απάντηση «είναι εσωτερική ανάγκη». Εσείς τι θα απαντούσατε;

Κακά τα ψέματα. Γράφουμε για να μην τρελαθούμε.

  • Τα λογοτεχνικά ρεύματα γεννήθηκαν μέσα από την επίδραση που άσκησαν τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της κάθε εποχής. Αν η εποχή μας γεννούσε ένα ρεύμα ποια χαρακτηριστικά θα είχε; Αν της ταίριαζε ένα από τα ήδη υπάρχοντα ρεύματα ποιο θα ήταν;

Μαγικοκοινωνικοπολιτικομελοδραματικός ρεαλισμός.

  • Έχετε δηλώσει ότι ασπάζεστε  πλήρως την άποψη του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον την οποία παραθέτει τόσο συχνά ο αγαπημένος σας Μπόρχες: «Η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, αρκεί να το παίζουμε με τη σοβαρότητα που παίζουν τα παιδιά τα παιχνίδια τους». Κάτι τέτοιο αφήνει τα περιθώρια σε όλους να είναι δυνάμει συγγραφείς με την έννοια που και ο Γιόζεφ Μπόις πίστευε πως είμαστε όλοι καλλιτέχνες;

Κατ’ αρχάς, είμαστε όλοι δυνάμει συγγραφείς, όπως είμαστε και δυνάμει ποδοσφαιριστές ή πυροσβέστες. Όσο για το ερώτημά σας, επιτρέψτε μου ν’ απαντήσω μ’ έναν παλαιότερο αφορισμό μου: «Αν η λογοτεχνία δεν είναι παιχνίδι, την έχουμε όλοι πολύ άσχημα».

  • NEBRASKA: είναι όλα μέσα στο μυαλό μας; Τα αθώα παιχνίδια της ζωής μας γίνονται επικίνδυνα, τελικά;

Κανένα παιχνίδι δεν είναι αθώο, από τη στιγμή που υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Στο συγκεκριμένο παιχνίδι του διηγήματός μου «Nebraska», αυτή που ηττάται συντριπτικά είναι η πραγματικότητα.

  • Θα θέλατε, ως φίλαθλος, να σχολιάσετε αυτό με τα μαύρα γράμματα στη φωτογραφία;

Επειδή δεν είμαι απλώς φίλαθλος, αλλά φανατικός οπαδός (της ελληνικής γλώσσας), συγκινήθηκα από το γεγονός ότι σε κανένα από τα δύο συνθήματα δεν είδα το παραμικρό ορθογραφικό λάθος.

  • Κι αυτό με τα κόκκινα;

Μπορώ και εδώ ν’ απαντήσω ως οπαδός (του κόκκινου, επί παντός), αρκεί να καταφέρω να κρύψω τη  μελαγχολία μου για κάποιες αγκυλώσεις του κόμματος, με πιο «ενοχλητική» αυτό το αδιάκοπο κάλεσμά του σ’ έναν αγώνα για τον αγώνα, δίχως όραμα ή σχέδιο ή τακτική, με το οποίο καλύπτει την ουσιαστική απουσία του από το κοινοβούλιο, τη συνεχή άρνηση και την έλλειψη ρεαλιστικών (αντι)προτάσεων για κάθε ανακύπτον ζήτημα.

  • Πώς πιστεύετε ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα μπορούσε να οργανωθεί ο Έλληνας για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις δυσχέρειες της καθημερινότητάς του;

Η καθημερινότητα κάθε ανθρώπου είναι διαφορετική. Διαφορετικός, επομένως, είναι και ο τρόπος του να την οργανώσει ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει στην κρίση. Άρα, δεν υπάρχει –και δεν μπορεί να υπάρχει– συνταγή, αφού καθένας χρησιμοποιεί διαφορετικά υλικά.

  • Νομίζετε πως η κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια μπορεί να αποτυπωθεί λογοτεχνικά τώρα ή αφού πρώτα καταλαγιάσει η ένταση; Υπάρχει περίπτωση, ας πούμε, να βρεθεί  αργότερα ένας Μπαλζάκ που να εκφράσει τις συνέπειες των γεγονότων τόσο στην κοινωνία όσο και στις ανθρώπινες σχέσεις;

Αν μιλάμε για τη βαθύτερη απ’ όλες τις κρίσεις που έχουν ενσκήψει σαν τις ακρίδες του Φαραώ, την κρίση αξιών, έχει ήδη αρχίσει ν’ αποτυπώνεται σε –εξαιρετικά– κείμενα νέων κυρίως πεζογράφων, αλλά και στη σιωπή κάμποσων άλλων…

  • Σε μια περίοδο που το βιβλίο βρίσκεται σχεδόν υπό διωγμό από την επίσημη πολιτεία και οι Έλληνες διαβάζουν όλο και λιγότερο μήπως έχει δίκιο, τελικά, ο Πατρίκιος λέγοντας πως «κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» ή μήπως η δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται στο ότι κανένα καθεστώς δεν μπορεί να ανατρέψει ένα στίχο;

Δε βλέπω τίποτα το… διαζευκτικό ανάμεσα στο στίχο του Πατρίκιου και στην ευφυή αντιστροφή του στην ερώτησή σας. Ισχύουν και τα δύο.

  • Γιατί, αλήθεια, γράφονται ποιήματα; Ο πεζός λόγος και η εικόνα, είδη τα οποία υπηρετείτε με επιτυχία, εμπεριέχουν την ποίηση, σε άλλη μορφή. Σας δημιουργήθηκε ποτέ η ανάγκη να εκφραστείτε αμιγώς ποιητικά;

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με άλλον έναν από τους αφορισμούς μου που συγκεντρώθηκαν και απάρτισαν ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας (εκδ. Κίχλη, 2015): «Μόνον οι ποιητές ξέρουν γιατί γράφονται ποιήματα. Δεν είμαι ποιητής». Χαριτολογώ, βεβαίως, αν και είμαι ένας συγγραφέας που, αν τον ρωτήσετε «Τι είναι ποίηση;», θα σας δώσει την ίδια απάντηση την οποία έδωσε ο Ιερός Αυγουστίνος όταν τον ρώτησαν για το χρόνο: «Πριν με ρωτήσετε, ήξερα· τώρα που με ρωτάτε, δεν ξέρω». Μια άλλη εκμυστήρευση, πολύ πιο αποκαλυπτική και δραματική, είναι ότι εγώ έχω γράψει όλα τα ποιήματα που αγαπώ. Εγώ το Burnt Norton και τα Τρία κρυφά ποιήματα, εγώ το Μονόγραμμα και το Γκρίζο φως, εγώ το στίχο «And miles to go before I sleep» – και μάλιστα, δύο φορές. Βέβαια, εγώ επίσης είμαι αυτός που ζωγράφισε και τις Meninas, συνέθεσε τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, γύρισε τη Θυσία και έγραψε τα διηγήματα του Άλεφ.

  • Μικρή φόρμα στο κείμενο, μικρή φόρμα και στο φιλμ, πάντα, όμως, με πλούσιο σε εικόνα και νόημα αποτέλεσμα. Πιστεύετε ότι συνήθως φλυαρούμε μάταια;

Η φλυαρία (εξ ορισμού μάταιη) δεν έχει να κάνει μόνο με τον συνολικό όγκο του έργου. Φλύαρο μπορεί να είναι και ένα μικρό ποίημα – είτε γιατί περιττεύει ένας  στίχος, είτε γιατί ένας στίχος έχει μία λέξη παραπάνω που καταστρέφει την ισορροπία του ή/και ακυρώνει την εγγενή αφαιρετικότητα της ποίησης. Το ίδιο ισχύει και ως προς τη ζωγραφική με τις μινιατούρες ή ως προς τον κινηματογράφο με τις ταινίες μικρού μήκους. Έχω μετανιώσει πικρά για μια φράση που εκφέρει η ηρωίδα σε μια ταινία μου μικρού μήκους, ενώ το ίδιο πράγμα (και καλύτερα) το εξέφραζε η ατμόσφαιρα του πλάνου πριν τη διαλύσει ο λόγος.

  • Διάβασα κάπου ότι η μουσική είναι το μεγάλο σας απωθημένο και ότι θα χαρίζατε όλα όσα έχετε κάνει για να παίξετε ή να συνθέσετε ένα έργο στο πιάνο. Είναι αιτία οι καταβολές σας, ως γιος βαρύτονου ή πρόκειται για την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να παράγει και να "καταναλώνει" σύνολα οργανωμένων ήχων;

Αγαπώ τη μουσική. Κάθε μουσική. Αγαπώ το μπαρόκ, τον Μότσαρτ, την ατονική μουσική, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Ζακ Μπρελ, τους Μπιτλς. Πιστεύω στη μουσική, λατρεύω τη μουσική (και τα δύο ρήματα με τη θρησκευτική έννοια). Η μουσική είναι η υπέρτατη τέχνη, η τέχνη που δεν μπορείς να την αφηγηθείς ή να την περιγράψεις, η τέχνη στην οποία, κατά τον Πέιτερ, τείνουν όλες οι άλλες. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, αν όλοι οι δημιουργικοί άνθρωποι από καταβολής κόσμου ήξεραν να γράφουν μουσική, δε θα υπήρχε λογοτεχνία, δε θα υπήρχε η ανάγκη της λογοτεχνίας.

  • Σε κάποιους κύκλους είστε πιο γνωστός ως Ο μεταφραστής του Μπόρχες, σε άλλους ως μικρομηκάς κι αλλού σαν συγγραφέας. Εσείς ποιο στοιχείο του πολυδιάστατου έργου σας θα επιθυμούσατε να προβάλλεται περισσότερο;

Έχω εκδώσει 14 βιβλία με πεζά και δοκίμια, έχω μεταφράσει γύρω στα 110 έργα ξένων συγγραφέων και έχω γυρίσει 11 ταινίες μικρού μήκους και 2 τηλεταινίες, αλλά η μόνη υστεροφημία στην οποία προσβλέπω είναι αυτή που έχει να κάνει με τις ιδιότητές μου του συζύγου, του πατέρα τριών θαυμάσιων κοριτσιών και, τώρα, του παππού άλλων τριών θαυμάσιων κοριτσιών.

  • Σε ποια ερώτηση θα θέλατε να απαντήσετε αλλά δεν την έκανα;

Θ’ απαντούσα ευχαρίστως σ’ αυτήν, αλλά τελικά την κάνατε.

 

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη