ΛΟΥΞ  - του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου - Ειδήσεις Pancreta

Δημοσιεύτηκε

Η λαϊκή της Ξενοκράτους στο Κολωνάκι είναι μακρόστενη όπως οι περισσότερες λαϊκές αγορές της χώρας. Έχει αρχή και τέλος. Έχει όμως κέντρο; Πού βρίσκεται η καρδιά της; Η Ξενοκράτους έχει. Όλοι συμφωνούν. Ανάμεσα στους πολλούς πάγκους ξεχωρίζει ένας πάγκος που τραβάει και μαγνητίζει τα βλέμματα όλων. Είναι ο πάγκος της Λουξ.

Ο πάγκος της Λουξ δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο για πούλημα: Κάλτσες, πιτζάμες, κιλότες, μακό μπλουζάκια και πλήθος «νεωτερισμούς» από αυτούς που πουλιούνται κατά χιλιάδες στη φτήνια. Τους πουλάει όμως η Λουξ! Η εν λόγω πωλήτρια παρά το φωτεινότατο όνομά της πήρε το χαϊδευτικό της από το ταπεινό βαφτιστικό της: Λουκία. Η Λουκία όμως φωτίζει το μικρό σύμπαν της λαϊκής αγοράς με το παρουσιαστικό της. Είκοσι πέντε – το πολύ – χρονών. Μαλλί καστανόξανθο που χύνεται στους ώμους, μάτια λιμνοθάλασσα, γαλλική μυτούλα (πού τη βρήκε;) με λίγες φακιδούλες που δίνουν έναν τόνο αθωότητας. Σώμα λαμπάδα: το μπούστο στητό, αδικείται λίγο από τους ελάχιστα γυρτούς ώμους (ή γέρνει μόνο πάνω από τον πάγκο;), μέση δαχτυλίδι και – Χριστέ και Κύριε – δυο ατελείωτα πόδια που καταλήγουν σε φτηνές σαγιονάρες. Φτηνά είναι και τα υπόλοιπα ρούχα της. Ένα κοντομάνικο έξωμο μακό και ένα τζιν σορτσάκι κολασμένα κοντό και κολασμένα κολλητό. Άλλωστε η Λουξ τιμάει το εμπόρευμά της. Πάγκος και Λουξ μαζί αποτελούν ένα παράδοξο στην καρδιά της Αθήνας. Το εμπόρευμα βγαλμένο από τα “ντεφιλέ” των βιοτεχνιών στο Χαϊδάρι, στο Περιστέρι και το Μενίδι, πουλιέται λίγα μέτρα πιο πέρα από τις ακριβότερες μπουτίκ του Κολωνακίου. Η ίδια η Λουξ, ντυμένη ολόκληρη με δυο κατοστάρικα, είναι το πιο λαμπρό μοντέλο της Ξενοκράτους, χτυπητή αντίθεση με τις μαραγκιασμένες Κολωνακιώτισσες που απαξιούν το εμπόρευμά της. Άλλωστε η Λουκία κάνει καλή δουλειά με την φοιτηταρία, τις οικιακές βοηθούς, τους τουρίστες και τον ίδιο τον κόσμο των μικροπωλητών. Έναν κόσμο που μέσα στο ζόρι του μεροκάματου δεν παραλείπει να ρίξει το βλέμμα στο στολίδι της λαϊκής. Διακριτικά όμως. Γιατί όλοι ξέρουν ότι η Λουξ έχει αδελφό τον Κώστα. Αυτός πουλάει με το κλειστό του φορτηγάκι ρούχα σε όλα τα Μεσόγεια. Πριν ξεκινήσει για τη γύρα του, βοηθάει αξημέρωτα την αδελφή του να στήσει τον πάγκο της. Αργά το απόγευμα την βοηθάει να τα μαζέψει. Τότε τσεκάρει:

  • Αδελφούλα, όλα ΟΚ; Σε πείραξε κανείς;
  • Όλα εντάξει, Κωστή. Πρίμα.

Τις ελάχιστες φορές που δεν ήταν όλα εντάξει και κάτι στράβωσε ο Κωστής το ίσιωσε με μερικά στριφογυριστά μπουνίδια και αυτό το ξέρουν όλοι. Και κρατούν τις αποστάσεις τους. Η Λουξ πάλι δε σκοτίζεται για λεπτομέρειες. Στα αθώα πειράγματα ανταποκρίνεται με χαμόγελο (λίγη δημοσιότητα δε βλάπτει), δεν αφήνει περιθώρια όμως για πολλά-πολλά. Κι έτσι επιβιώνει.

Αθώα είναι για παράδειγμα τα πειράγματα του Μπεκεμπάουερ. Κατά κόσμον Ανέστης, είναι κλασική περίπτωση Λαζογερμανού. Πόντιος που δοκίμασε κάποτε την τύχη του στις φάμπρικες της Γερμανίας. Έφυγε με λίγα σαρανταπεντάρια του Καζαντζίδη το ’72 να πιάσει την καλή. Δεν τον σήκωσε το κλίμα, δεν άντεξε τα ωράρια του εργοστασίου, ούτε τα απαξιωτικά βλέμματα των επιστατών, μετά από 2-3 χρόνια τα μάζεψε κι ήρθε. Τι μάζεψε δηλαδή, που γύρισε αδέκαρος. Στην πραμάτεια του έφερε μόνο το κόλλημά του με τον Αντρέα και το ΠΑΣΟΚ. Άρρωστος Πασόκος, του άρεσε να πουλάει τον εαυτό του για πολιτικό εξόριστο, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.

  • Έφυγα γιατί θα με μπουζούριαζε η Χούντα. Εκεί είχα στρωμένη δουλειά, αλλά γύρισα για να αγωνιστώ με το Κίνημα.
  • Άσε, ρε Μπεκεμπάουερ… Χέστηκε και η Χούντα και το Κίνημα για την αφεντιά σου…   τον πείραζαν δεξιοί κι αριστεροί.

Το βαρύ ποδοσφαιρικό του όνομα όμως δεν το έφερε αυτός. Του το κόλλησαν μόλις ήρθε. Το μοιραζόταν βέβαια με χιλιάδες άλλους παλιννοστούντες από την Γερμανία, οι μισοί γύρισαν βαφτισμένοι «Μπεκεμπάουερ». Λίγο-λίγο το πίστεψε κι ο ίδιος ότι είναι βιρτουόζος της μπάλας και δοκίμαζε πού και πού να κάνει τσαλίμια με κανένα πορτοκάλι με αποτελέσματα άθλια ως τραγικά. Ο πάγκος του πάντως ήταν μια ασιατική γωνιά στην καρδιά της Αθήνας. Πουλούσε τρανζιστοράκια, κασετόφωνα, φακούς και κασέτες, φτιαγμένα όλα στην Ιαπωνία και στο Χονγκ Κονγκ, η Κίνα το 1980 ήταν ακόμη μια κλειστή χώρα στη σκιά του ένδοξου μακαρίτη Μάο. Το πόστο του πάντως είχε το προνόμιο να γειτονεύει με τον πάγκο της Λουξ. Με τον καιρό βέβαια την καψουρεύτηκε, αλλά ο δόλιος δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα από χοντροκομμένα αστεία του τύπου «Ρε Λουξ, να γίνω σαγιονάρα να με πατήσεις;». Γελούσαν όλοι, γελούσε η Λουξ, γελούσε κι ο Ανέστης.

Μερικές φορές όμως έπαιρνε το σοβαρό ύφος του λαϊκού αγωνιστή. Τις τελευταίες εβδομάδες τα είχε με κάποιον που άραζε με τις ώρες στο απέναντι καφενείο.

  • Τι θέλει ρε παιδιά αυτός ο τύπος; Κάθεται με τις ώρες απέναντι με έναν καφέ. Κοιτάει συνέχεια τους πάγκους και σημειώνει σε ένα μπλοκάκι. Να μου τρυπήσετε τη μύτη αν δεν είναι χαφιές. Μας έχει φακελώσει όλους. Την άραξε απέναντι από τον πάγκο μου, γιατί ήμουν στο ΠΑΚ.
  • Τι να παρακολουθήσει ρε Ανέστη, τα κασετόφωνα ή τα κουνουπίδια; Ξεκόλλα λίγο.

Οι περισσότεροι δεν συμμεριζόταν τις καχυποψίες του, άλλωστε φαινόταν ότι η δεξιά είχε μετρημένα τα ψωμιά της και οι άνθρωποι της αστυνομίας τα μάζευαν σιγά-σιγά. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η παρουσία του είχε παραξενέψει πολλούς από τους ανθρώπους του μικρεμπορίου. Ο άνθρωπος αυτός, μετρίου αναστήματος, καλοβαλμένος πενηντάρης δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο πάνω του. Οι άνθρωποι της λαϊκής δεν τον ήξεραν, τον είχαν δει όμως να βγαίνει από μια πόρτα της γειτονιάς, μάλλον μόνιμος κάτοικος Κολωνακίου. Από την άλλη πάλι, δουλειά δεν είχε Παρασκευιάτικα και έτρωγε τη μέρα του στον καφενέ της λαϊκής; Δικαιώματα όμως δεν έδωσε ποτέ.

Την άποψη περί χαφιέ την ενίσχυε κι ο Ιβάν. Φυσικό ήταν. Ο Ιβάν είχε πάγκο με λαχανικά. Ανάμεσα στα μαρούλια και τα μπρόκολα πουλούσε Ριζοσπάστη και κουπόνια για το 6ο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Έτσι κι ο Γιάννης έγινε “Ιβάν”. Στον ίδιο βέβαια άρεσε, ήταν και συνδικαλιστής με το σωματείο των «παραγωγών αγροτικών προϊόντων και πωλητών λαϊκών αγορών», τσακωνόταν συχνά με αστυνόμους, δημοτικούς συμβούλους και συνδικαλιστές άλλων παρατάξεων. Σ’ αυτό όμως συμφωνούσε με τον Ανέστη: ο απέναντι τύπος είναι σίγουρα χαφιές, τους μυριζόταν αυτός, είχε εμπειρία από τους αγώνες.

………………………………………………………………………………………………………

16 Μάη 1980         

Συμπλήρωσα ήδη αρκετές εβδομάδες αραγμένος στο καφενείο της Ξενοκράτους. Το χρονικό διάστημα δεν είναι βέβαια τόσο μεγάλο όσο φαίνεται γιατί η δουλειά γίνεται από Παρασκευή σε Παρασκευή, όταν είναι ανοιχτή η λαϊκή. Για την ώρα πιο πολύ παρατηρώ και λιγότερο καταγράφω. Στο μπλοκ δεν υπάρχουν ουσιώδη πράγματα. Προς το παρόν πιο πολύ κόβω κίνηση.

………………………………………………………………………………………………………

Με τον μυστήριο απέναντι είχε δυσανασχετήσει κι ο Βαγγέλης. Όχι για λόγους πολιτικούς όμως. Ο Βαγγέλης, Αρβανίτης από τα Σπάτα, δεν ασχολούνταν με τα πολιτικά, ούτε και ήξερε πολλά-πολλά. Ψήφιζε κάποιον πολιτικό στο Υπόλοιπο Αττικής για να εξασφαλίζει τα νώτα του κι αυτό ήταν όλο. Διάβαζε βέβαια καθημερινά την εφημερίδα του: Φως των Σπορ. Φανατικός γάβρος, περνούσε μέρες απλής και ανόθευτης ευτυχίας καθώς ο Ολυμπιακός είχε μόλις κατακτήσει ακόμη ένα πρωτάθλημα. Καυχιόταν μάλιστα γιατί είχε ταξιδέψει στον Βόλο για το νικηφόρο μπαράζ με τον Άρη. Είχε δει από κοντά τον Κουσουλάκη και τον Άλστρομ να σκοράρουν εξασφαλίζοντας τον τίτλο και η ψυχή του ήταν χορτάτη για όλο το καλοκαίρι. Η ψυχή του, γιατί η τεραστίων διαστάσεων κοιλιά του δεν χόρταινε εύκολα. Μαζί με την γυναίκα του, πιστό συνεργάτη και συνοδοιπόρο στις λαϊκές ξεπερνούσαν τα 250 κιλά. Με έναν τρόπο πρόσθεταν στη λαϊκή «ειδικό βάρος». Φυσικά δε γλίτωνε από την καζούρα των άλλων:

  • Ρε Βαγγέλα, σε χώρεσε ο Βόλος;
  • Πόσα εισιτήρια αγόρασες για την αφεντιά σου;
  • Κάτσε λίγο πιο πίσω, κρύβεις πέντε πάγκους.

Ο Βαγγέλης δεν παρεξηγούσε. Όσο ο Ολυμπιακός έπαιρνε πρωταθλήματα και τα λαχανικά πουλιόταν, η γη γύριζε χωρίς προβλήματα γύρω από τον ήλιο. Γιατί ο δεύτερος θεός του εύσωμου Αρβανίτη ήταν το χιλιάρικο. Ο παράξενος παρατηρητής της Ξενοκράτους όμως τον ενοχλούσε:

  • Θα με ματιάσει ο γρουσούζης. Τι θέλει και κοιτάει όλη μέρα τους πάγκους μας; Το κακό μάτι να το φοβάστε, προειδοποιούσε δυσοίωνα.
  • Φτου, να μη βασκαθείς! Τέτοιος κούκλος που είσαι… τον έκοβε η γυναίκα του, που είχε βαρεθεί και τον Ολυμπιακό και τις δεισιδαιμονίες του και τον έπαιρνε στο ψιλό.

……………………………………………………………………………………………………

6 Ιουνίου 1980

Σήμερα κάθισα πάλι στο καφενείο της Ξενοκράτους. Η δουλειά προχωράει αργά, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι κάποιες Παρασκευές έχω άλλες υποχρεώσεις και δεν τα καταφέρνω. Όσα βλέπω τα συστηματοποιώ αργότερα, στο χώρο μου. Η προσπάθειά μου να παρατηρώ χωρίς εγώ να γίνομαι στόχος, όσο προχωρούν οι εβδομάδες γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ο υπέρβαρος μανάβης ήδη με κοιτά παράξενα, σχεδόν εχθρικά. Νιώθω κι άλλα καχύποπτα βλέμματα. Δεν πρέπει όμως σε καμία περίπτωση να αποκαλύψω τη δουλειά μου.

……………………………………………………………………………………………………………

Τον ξένο του καφενείου, τον «μπλοκάκια» όπως τον βάφτισε αυτοσχέδια η λαϊκή, τον κοιτούσε με στραβό μάτι και ο Αττίλας. Και τι μάτι! Ο Σωτήρης πουλούσε ψάρια. Και ήταν ψαρωτικός! Λέγανε πως ήταν ΕΛΔΥΚάριος στην Κύπρο την εποχή της εισβολής και είχε κερδίσει έναν ανομολόγητο σεβασμό. Μαζί και το παρατσούκλι «Αττίλας». Εδώ που τα λέμε το παρουσιαστικό του τον δικαίωνε: Ψηλός, ηλιοκαμένος, με φαρδιούς ώμους και ατσάλινα χέρια που σήκωναν πέντε-πέντε τα γεμάτα καφάσια, δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις και παρερμηνείες. Λίγα λόγια και καλά. Αυτός είχε άλλη εξήγηση για τον απέναντι τύπο, αλλά δεν το είπε σε κανέναν για να μην εκτεθεί. Ήταν σίγουρος ότι ο «κωλόγερος γουστάρει την Λουξ». «Τι κάθεται με τις ώρες απέναντι;», μονολογούσε μοναχός του, «Χαλβαδιάζει το κορίτσι. Σα δεν ντρέπεται στην ηλικία του». Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι αυτός που ντρεπόταν και μάλιστα πολύ ήταν ο ίδιος ο Σωτήρης. Το παιδί έλιωνε για την Λουξ, αλλά δεν τολμούσε να κάνει βήμα. Αυτός που κοιτούσε κατάματα όλους τους μάγκες της ψαραγοράς, μπροστά στη Λουξ χαμήλωνε το βλέμμα σαν αρσακειάδα. Και μέσα του έβραζε. Ήθελε να κάνει τόπι στο ξύλο τον απέναντι μυστήριο, αλλά να λέμε την αλήθεια, ο άνθρωπος δεν είχε δώσει την παραμικρή αφορμή.

………………………………………………………………………………………………………………

27 Ιουνίου 1980

Τις τελευταίες εβδομάδες αισθάνομαι ότι απομακρύνομαι από τον στόχο μου. Δεν μου φταίει κανείς, εγώ φταίω. Την αιτία μπορώ να την γράψω μόνο εδώ, στο προσωπικό ημερολόγιο της δουλειάς μου. Το βλέμμα μου τραβάει συνεχώς μια νεαρή πωλήτρια. Πουλάει ρούχα. Είναι πανέμορφη! Έχει τα μισά μου χρόνια και ντρέπομαι που το σκέφτομαι. Ωστόσο τη σκέψη δεν μπορεί κανείς να την κουμαντάρει. Αντί να αφοσιωθώ στη δουλειά μου κάθομαι και την κοιτάζω με τις ώρες. Η μορφή της είναι συνεχώς μπροστά μου. Το μουτράκι της, το αγαλματένιο κορμί της, η ανεπιτήδευτη χάρη της, μου μαγνητίζουν το βλέμμα και η δουλειά πάει στράφι. Η δουλειά δεν προχωράει όπως πρέπει αλλά χαλάλι της!

………………………………………………………………………………………………………

  • Τι σας έκανε καλέ ο άνθρωπος και τα βάλατε μαζί του; Το ψωμί σάς τρώει ή τον ήλιο σάς κρύβει;

Η αυτόκλητη υπερασπίστρια ήταν η Στάσα, η λουλουδού. Χυμώδης ζωντοχήρα στα σαράντα πέντε της ήταν μια ατραξιόν από μόνη της. Το πλούσιο μπούστο της τραβούσε τα βλέμματα των αντρών, ενώ τα κάποια παραπάνω κιλά της η ίδια μάλλον τα θεωρούσε προσόν που πρόσθετε χάρη και (γιατί όχι;) λαγνεία. Άλλωστε ταίριαζε με το αισθητικό δόγμα των περισσότερων πωλητών: «Η γυναίκα πρέπει να έχει πιασίματα». Το βαμμένο ξανθό μαλλί τής έδινε και μια πινελιά Μέριλιν Μονρόε και το βύσσινο έδενε. Η Στάσα δεχόταν κάθε βλέμμα και το ανταπέδιδε, πότε γιατί γούσταρε πράγματι, πότε γιατί κολάκευε τους πελάτες και έτσι ο τζίρος αυξανόταν. Ήταν μάλιστα ένας από τους λίγους πάγκους που τραβούσε πελατεία από τα ψηλότερα ράφια της κολωνακιώτικης κοινωνίας. Δεν ήταν λίγοι οι αναγνωρίσιμοι πελάτες της.

  • Κυρία Στάσα, δώστε μου 11 τριαντάφυλλα, κόκκινα και ροζ.
  • Έκτακτη επιλογή κύριε Ζάχο μου. Σας είδα πάλι στο πεντάλεπτό σας στην ΥΕΝΕΔ και τα είπατε πολύ ωραία! Ήσασταν κούκλος!
  • Κυρία Στάσα, είσαι το πιο ωραίο λουλούδι του πάγκου σου.
  • Αχ, κύριε Ζάχο μου, πώς τα λέτε! Έτσι ρίξατε και την Τζένη Καρέζη;
  • Καλή σας μέρα, ωραία μου κυρία!

Φυσικά η Στάσα κολακευόταν με την ιδέα ότι ο απρόσκλητος παρατηρητής κοιτούσε τα κάλλη της, στο κάτω-κάτω πελάτης ήταν κι αυτός. Γιατί κατά το μεσημεράκι ο απέναντι έβαζε το μπλοκ στην τσάντα του και σταματούσε σε 2-3 πάγκους για ψώνια. Πότε λουλούδια, πότε φρούτα και λαχανικά, πότε κάλτσες, κάτι ψώνιζε πάντως. Κύριος.

………………………………………………………………………………………………………

4 Ιουλίου 1980

Καθώς παρατηρώ, συλλέγω πια εικόνες και πληροφορίες όχι μόνο για τους ανθρώπους του εμπορίου αλλά και για τους πελάτες τους. Απλοί άνθρωποι οι περισσότεροι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία νοικοκυρές. Πολύ πρωί οι εργαζόμενες, αργότερα οι μεγαλύτερες σε ηλικία. Μεσημέρι οι φοιτήτριες και μερικές δασκάλες που σχολούν νωρίτερα και προλαβαίνουν. Δε λείπουν και οι άντρες, οι περισσότεροι συνταξιούχοι. Μερικούς τους ξέρω από τη γειτονιά, όπως τον απόστρατο του από πάνω ορόφου. Ο μπαγάσας τιμάει συχνά τον πάγκο της λουλουδούς, όπως και τον πάγκο με τα ρούχα. Υπάρχουν και κάποιοι αναγνωρίσιμοι, Κολωνάκι βλέπεις. Την χυμώδη ανθοπώλη επισκέπτεται και πασίγνωστος κοσμικογράφος. Πήρε το μάτι μου και ηθοποιούς, προχθές είδα και μια παλιά δόξα του ελαφρού τραγουδιού. Γέρασε η καημένη…

………………………………………………………………………………………………………

Μετά τους πρώτους μήνες οι πωλητές αποφάσισαν να βάλουν τα μεγάλα μέσα. Θα ρωτούσαν τον Μάκη. Μάκης ήταν ο καφετζής. Το Μάκης του βγήκε από το Γεράσιμος, Κεφαλλονίτης γαρ στην καταγωγή. Οι παλιοί όμως διέδιδαν ότι βγαίνει από το «καλαμάκης», γιατί δε καταδεχόταν να βάλει ποδιά κι έτσι ένα μάτσο καλαμάκια πάντα ξεχώριζε στην τσέπη του πουκαμίσου του. Ο ίδιος όμως δε δεχόταν ούτε το Μάκης, ούτε το «καφετζής», προσπαθώντας να επιβάλλει μια ελάχιστη αίγλη στο μαγαζί.

-Γεράσιμο με λένε, ρε παιδιά, Γεράσιμο! Τόσο δύσκολο είναι; Και το κατάστημα δεν είναι καφενείο, είναι αναψυκτήριο. Α-να-ψυ-κτή-ρι-ο!

- Καλά ρε Μάκη, φέρε μου έναν γλυκύ βραστό κι ας τον φέρεις κι απ’ του Φλόκα.

Μια Παρασκευή το εγχείρημα ανέλαβε ο «σύντεκνος», ο Σήφης, ο Κρητικός, που είχε στον πάγκο του μόνο προϊόντα της μεγαλονήσου. Τσικουδιές, μέλια, παξιμάδια, ελιές και γραβιέρες. Με προϊόντα από άλλους τόπους δε μαγάριζε τον πάγκο του. Τα επιχειρήματά του ακλόνητα:

- Ίντα λέτε μωρέ θεοκούζουλοι; Άμα έχω γραβιέρα ποιος θα πάρει τις φέτες και τα κασέρια; Θα παρατήσω τις ρακές, να πουλώ ούζα, να βρωμίσει ο τόπος;

Ο Σήφης είχε μια πιο απλή και ξεκάθαρη άποψη για τον απέναντι:

- Μπρε σεις! Φως-φανάρι ο άνθρωπος είναι της εφορίας. Κόβει κίνηση, σε λίγο θα κόβει και «κουστούμια» για τον καθένα μας. Αποδείξεις δεν κόβουμε, πώς θα μας φορολογήσουν; Βλέπει την πελατεία και βγάζει τα συμπεράσματά του. Αλλά ποιος έχασε το μυαλό του να το βρείτε εσείς;

Ο Κρητικός ήταν καλός πελάτης στους καφέδες και προμήθευε τον Μάκη τσικουδιά και τυριά. Είχε λοιπόν αλισβερίσι μαζί του και, όσο να πεις, έναν λόγο παραπάνω. Τον πλεύρισε χωρίς φιοριτούρες:

- Αλήθεια, ρε Μάκη, ίντα μούρη είναι ο κύριος που καβάτζωσε  μια καρέκλα στο μαγαζί σου και αγναντεύει τους πάγκους μας όλη μέρα;

- Δε μου λες, σύντεκνε, εγώ σχολιάζω τους πελάτες σας; Σας ρώτησα ποτέ ποιος ψωνίζει και τι παίρνει; Ο κύριος είναι τύπος και υπογραμμός. Βέβαια μου πιάνει την καρέκλα πολλές ώρες, αλλά το φιλοδώρημα είναι γερό και καλύπτει τη χασούρα. Εσάς τι σας νοιάζει;

Ο Γεράσιμος κρατούσε μια σχεδόν ελβετική ουδετερότητα σε όλους. Δεν είχε περιθώριο να χάσει κανέναν πελάτη. Με τους Ολυμπιακούς ήταν γάβρος, με τους Παναθηναϊκούς βάζελος, με τους δεξιούς Νεοδημοκράτης και με τους Πασόκους παπανδρεϊκός ως το κόκκαλο. Στα κρυφά αγόραζε και κανένα κουπόνι από τον Ιβάν, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πώς θα γυρίσουν τα πράγματα, ήθελε να είναι καλυμμένος ακόμη και στην ακραία περίπτωση που κυβερνήσει ο Φλωράκης και κάνει το Κολωνάκι -Θεός φυλάξει- κολχόζ. Πάντως τον πελάτη του δεν τον «έδωσε». Βράχος.

………………………………………………………………………………………………………

11 Ιουλίου 1980

Η ζέστη είναι πια αφόρητη. Δε με δροσίζει πια ούτε το φιλόξενο καφενείο. Ο ιδιοκτήτης του είναι ευγενής. Τόσο ευγενής που καταντάει γελοία δουλικός. Η αλήθεια είναι ότι τον χρειάζομαι. Τόσο για να με αφήνει να πιάνω ένα από τα λίγα τραπεζάκια του, όσο και για να κρατά μακριά μου τα αδιάκριτα βλέμματα. Εξαγοράζω καθημερινά την ανοχή του και τη σιωπή του με γερά φιλοδωρήματα και κάποιες κολακείες για το «πιο γουστόζικο αναψυκτήριο της πρωτευούσης». Τι να πεις; Εδώ κάθε άνθρωπος έχει την ιδιοσυγκρασία του, θέλει τον χειρισμό του. Κάτι παρόμοιο κάνω και με τους μικροπωλητές απέναντι. Κατά το μεσημεράκι περνώ απέναντι, κάτι χαζεύω, κάτι ψωνίζω. Ως πελάτη σε σέβονται αλλιώς. Εκεί έχω την ευκαιρία να ακούσω κουβέντες, να μυρίσω το καθετί από κοντά. Να πω την αλήθεια: Βλέπω και την όμορφη πωλήτρια από κοντά. Λουξ την φωνάζουν. Όνομα και πράμα! Έχω ήδη ψωνίσει από αυτήν κάλτσες και πιτζάμες για δυο ζωές. Ας είναι…

……………………………………………………………………………………………………

Ο μόνος που δε χολόσκασε ποτέ για τον «μπλοκάκια» ήταν ο Ντεμέλο. Ο Ντεμέλο ούτε πάγκο είχε, ούτε άδεια. Πουλούσε όμως. Ο Ντεμέλο ήταν γύφτος που πουλούσε την πραμάτεια του περιφερόμενος. Ομπρέλες τις βροχερές μέρες, καπέλα το καλοκαίρι, μαϊμού ρολόγια σε ντεμί-σεζόν.

  • Πάρε φίλε, είναι «SEIKO».
  • Και πού τα βρήκες εσύ τα «SEIKO», ρε Ντεμέλο;
  • Κλεμμένα είναι σου λέω, αφεντικό, γνήσια.

Ο Δημητρός (έτσι τον φώναζε η μάνα του) δεν πουλούσε τίποτε κλεμμένο, ούτε βέβαια έκλεβε ο ίδιος. Το τέχνασμα «είναι κλεμμένο» ήταν ένα παλαιάς κοπής πιστοποιητικό γνησιότητας για να πουληθούν τα ευρύτατης κυκλοφορίας ρολόγια SFIKO που μαϊμούδιζαν τα περιζήτητα τότε SEIKO. Ο πωλητής έβαζε τον μεγάλο λεπτοδείκτη πάνω στο «F» και ο εύπιστος έπεφτε στην παγίδα. Ο Δημητρός, καθότι παράνομος, έβγαζε δύσκολο μεροκάματο. Σε κόντρα με τους πωλητές που είχαν άδειες, με τους αστυνόμους, με τους δημοτικούς υπαλλήλους, σπάνια και με πελάτες. Με τα χρόνια όμως τον αποδέχτηκαν όλοι. Το παρωνύμι «Ντεμέλο» ήταν προϊόν ενός «έντιμου συμβιβασμού». Το όφειλε στον μαύρο βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή, τον πρώτο ξένο  που αγωνίστηκε με επιτυχία στον Παναθηναϊκό. Για δυο-τρία χρόνια εντυπωσίασε στα ελληνικά γήπεδα και φεύγοντας άφησε το καλό του ποδοσφαιρικό όνομα στον γύφτο από το Ζεφύρι. Η πιάτσα τού έδωσε το όνομα για το μαύρο χρώμα της επιδερμίδας του, να βγάλει τη χολή της και την υπεροψία της. Ο ίδιος ο Δημητρός συμβιβάστηκε, κρατώντας από τον πραγματικό Ντεμέλο λίγο ποδοσφαιρικό σταριλίκι.

Την επόμενη Παρασκευή τον Ντεμέλο επιστράτευσε ο Ιβάν. Συνεπής κομμουνιστής, τσακωνόταν με τον Ντεμέλο για την άδεια και το παραεμπόριο, αλλά ήταν ο μόνος που τον αποκαλούσε Δημητρό, δεν ήθελε να σχολιάζει το χρώμα του δέρματος, ούτε να κάνει παραχωρήσεις στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Έτσι υπήρχε ένας ελάχιστος αμοιβαίος σεβασμός. 

  • Δημητρό, να σου πω λίγο;
  • Αμάν, αφεντικό, πάλι για την άδεια;
  • Όχι μωρέ, κάτσε να σου πω… Ρε Δημήτρη, μας έχει φάει η περιέργεια τι ρόλο βαράει ο κύριος απέναντι. Εσύ που γυρίζεις παντού, μήπως πήγες από πάνω του να του πουλήσεις;
  • Πήγα, πώς δεν πήγα.
  • Μήπως πρόσεξες τι γράφει στο μπλοκάκι του;
  • Πού να ξέρω, κυρ Γιάννη, τι γράφει, αφού δεν ξέρω γράμματα.
  • Εμ, δεν έχεις άδικο.
  • Πάντως δε γράφει μόνο.
  • Δηλαδή;
  • Κάνει και σκέδια.
  • Σχέδια;
  • Ναι, σκέδια, αλλά δεν πρόσεξα τι, ούτε και με νοιάζει. Καπέλο θες;
  • Ε; Ναι, δώσε έναν «παναμά». Ψαθάκι.

Ο Ιβάν μάλλον επιβεβαίωσε τις υποψίες του. «Τι σχέδια απεργάζεται η Ασφάλεια; Δεν τους φτάνουν οι πληροφορίες που καταγράφουν, θέλουν και τις μούρες μας σε σκίτσα;» Γρήγορα τα μετέφερε στον Μπεκεμπάουερ και στον σύντεκνο αποφεύγοντας να μοιραστεί την πληροφορία με τους σταμπαρισμένους δεξιούς.

………………………………………………………………………………………………………

18 Ιουλίου 1980

Νομίζω ότι για την ώρα παραγνωριστήκαμε εδώ στη λαϊκή. Δε φτάνουν τα αγριεμένα ή – στην καλύτερη περίπτωση – αδιάκριτα βλέμματα, έχω πια και «επισκέψεις». Ένας τσιγγάνος - άκουσα να τον αποκαλούν “Ντεμέλο” - μου κολλάει κάθε Παρασκευή να μου πουλήσει, πότε ρολόγια, πότε καπέλα, πότε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Συμπαθής τύπος αλλά μεγάλη κολλιτσίδα. Για να τον ξεφορτωθώ έχω ήδη αγοράσει δύο ρολόγια-μαϊμού (περιέργως δουλεύουν) και τρία καπέλα. Κάθε φορά που με πλησιάζει τεντώνει τον λαιμό του να δει τι γράφω στο μπλοκάκι. Αυτός όμως δεν με πειράζει. Έτσι κι αλλιώς δεν τον περιλαμβάνω στα σχέδιά μου. Είναι όμως καιρός να αποσυρθώ στο νησί. Η Αθήνα δεν αντέχεται πια κι έχω ανάγκη ξεκούρασης. Αύριο κιόλας φεύγω. Η απουσία μου θα κάνει τους ανθρώπους της λαϊκής να με ξεχάσουν. Να σταματήσουν τα βλέμματα και οι ψίθυροι. Θα αποσυρθώ για ένα-ενάμιση μήνα στο νησί και εκεί θα έχω την ευκαιρία να αναστοχαστώ, να ανασυνθέσω τα συμπεράσματά μου και να φτάσω σε ένα πρώτο αποτέλεσμα. Να θυμηθώ να πάρω και τα καπέλα του Ντεμέλο. Θα μου χρειαστούν.

………………………………………………………………………………………………………

Τις επόμενες Παρασκευές η Αθήνα άδειαζε σιγά-σιγά και η πελατεία αραίωνε. Η λαϊκή έλιωνε στο Αυγουστιάτικο λιοπύρι. Μαζί εξαφανίστηκε και ο μυστηριώδης παρατηρητής και το θέμα ξεχάστηκε κάπως. Καθώς μάλιστα το πολιτικό θερμόμετρο κινήθηκε αντίστροφα του μετεωρολογικού, οι μικροπωλητές ασχολήθηκαν περισσότερο με τις μεταγραφές στο ποδόσφαιρο, απολαμβάνοντας τα ιδρωμένα μπούτια της Λουξ και τα πλούσια ελέη της Στάσας.

Με τις πρώτες δροσιές οι Αθηναίοι επανήλθαν στις δουλειές τους και στα σπίτια τους. Επανήλθαν και οι Φιλιππινέζες που ψώνιζαν για τις κυράδες τους, γύρισαν οι φοιτητές για την εξεταστική, επέστρεψε και ο «μπλοκάκιας». Ο Βαγγέλης δεν το άφησε ασχολίαστο:

  • Βρε τον γκαντέμη, γύρισε τώρα που ξεκινάει πάλι το πρωτάθλημα. Να δεις που θα μου ματιάσει την ομάδα και θα αποκλειστούμε από την Μπάγερν.

………………………………………………………………………………………………………

5 Σεπτέμβρη 1980

Η απουσία μου στο νησί μού έκανε καλό. Καθάρισε το μυαλό και τη ματιά μου. Τώρα νομίζω ότι ξέρω τι ζητάω από τους ανθρώπους της λαϊκής και σύντομα θα έχω απτά αποτελέσματα. Βρήκα τα πράγματα όπως περίπου τα είχα αφήσει. Ο Γεράσιμος μού έκανε χαρές, με κέρασε και τον πρώτο καφέ: «Άντε, να πούμε καλό χειμώνα». Ακόμη και η διάταξη των πάγκων δεν άλλαξε, φαίνεται ότι τα πόστα είναι περίπου σταθερά. Αυτό με διευκολύνει. Και η Λουξ πάντα μπροστά μου! Μπροστά μου όμως και ο τύπος με τα τρανζίστορ και τους φακούς. Με κοιτάει στραβά, δε με γουστάρει και μου το δείχνει. Ελπίζω να μη δημιουργηθεί καμιά φασαρία.

………………………………………………………………………………………………………

Μαζί με το καλοκαίρι τελείωσαν και οι άδειες των δημοσίων υπαλλήλων. Οι πρώτες βροχούλες είχαν ήδη πέσει, αλλά ένα μεγάλο σύννεφο σκίασε μια Παρασκευή την Ξενοκράτους. Μεικτό συνεργείο από αστυνομία, εφορία και Δήμο έκανε έφοδο στην κολωνακιώτικη λαϊκή. Ζητούσαν άδειες οδήγησης από τα φορτηγάκια, άδειες μικροπωλητού από τους πάγκους, δελτία αποστολής και χίλια χαρτιά του διαόλου. Καβγάδες και καλοπιάσματα, καταγγελίες και συμβιβασμοί. Ο Ιβάν μπήκε μπροστά και έλεγε τα δικά του, ο Ανέστης έβριζε ακατανόμαστα, ο Σήφης κερνούσε τσικουδιές για να κάνει τον “σασμό”, να ηρεμήσουν τα πράγματα. Στο μεταξύ πηγαινελατζήδες ειδοποιούσαν τους παρακάτω πάγκους να φυλάγονται. Μετά από κάμποσα πρόστιμα, τηλεφωνήματα σε πολιτευτές, μεσολαβήσεις δημοτικών συμβούλων και ανώτερων αστυνομικών, η κουστωδία αναχώρησε αφήνοντας “τραυματίες” και παίρνοντας “λάφυρα” κάμποσα τυριά και παραγεμισμένους φακέλους. Ακολούθησε η λαχανιασμένη σιωπή που έρχεται πάντα μετά τις μεγάλες μάχες. Πρώτος την έσπασε ο Σήφης:

  • Σας τα ‘λεγα εγώ, ο “μπλοκάκιας” μάς την έφερε!
  • Αφού κοιμόμαστε ολόρθοι και δεν τα ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, καλά να πάθουμε! Συμπλήρωσε ο Ιβάν.  

Ο Μπεκεμπάουερ είδε τότε να έρχεται ο κύριος Τέλης. Ο απόστρατος αξιωματικός είχε σταματήσει σε ένα πάγκο είκοσι μέτρα μακριά και πλησίαζε. Κλασική φιγούρα της γειτονιάς. Αγωνιστής της Πίνδου και του Ρίμινι, καυχιόταν γιατί υπερασπίστηκε την Αθήνα στα Δεκεμβριανά και διαόλιζε τον Ανέστη και τον Ιβάν. Καπέλο ψαθάκι, κοντομάνικο πουκάμισο (με χτένα και μαντήλι στο τσεπάκι), παντελόνι με τσάκιση και κλειστό πέδιλο. Και βέβαια την «Απογευματινή» διπλωμένη στην μασχάλη. Συνήθιζε να στέκεται  στον πάγκο της Λουξ, δήθεν να διαλέγει κάλτσες και εσώρουχα, ψώνιζε βέβαια τακτικά και από την Στάσα («μου αρέσουν τα άνθη»). Τότε ο Ανέστης πλησίασε την Λουκία:

  • Ρε Λουξ, πλησιάζει ο κύριος Τέλης. Εσένα σε συμπαθεί και είναι πελάτης σου. Μια και είναι κάτοικος της γειτονιάς, δεν τον ρωτάς και για τον τύπο απέναντι; Έτσι, να ξέρουμε δηλαδή, να μας φύγει η περιέργεια.

Η Λουκία συμφώνησε ανόρεχτα. Πράγματι ο κύριος Τέλης κοντοστάθηκε στον πάγκο με τα ρούχα. Σύντομα η Λουξ τού έπιασε την κουβέντα, μίλησαν κανένα πεντάλεπτο, πλάκωσαν άλλοι πελάτες και ο Τέλης απομακρύνθηκε. Όταν η πελατεία άδειασε, η Λουξ φώναξε όλους τους περίεργους, Βαγγέλη, Ανέστη, Ιβάν, Σήφη και τους λοιπούς:

  • Ρώτησα τον κύριο Τέλη και μου είπε. Τον λένε Παναγιώτη Τέτση και είναι ζωγράφος. Μένει εδώ κοντά. Μάλλον ζωγραφίζει τη λαϊκή της Ξενοκράτους.

Έπεσε σιωπή δευτερολέπτων. Μετά την αρχική αμηχανία ο Βαγγέλας αποφάνθηκε:

  • Και το πίστεψες, ρε Λούξ; Τι να ζωγραφίσει; Τα κουνουπίδια και τα μπανανόμηλα; Ή τις κιλότες και τα σαφρίδια;

Ο Ιβάν υπερθεμάτισε:

  • Καλά τα λέει ο Βαγγέλας. Άλλωστε τι περιμένεις από δεξιό; Τον χαφιέ δε θα κάλυπτε; Αφήστε, θα κοιτάξω να μάθω από το κόμμα.

Ο Αττίλας, που άκουγε και δε μιλούσε, έφυγε σχολιάζοντας μέσα από τα δόντια του:

  • Ζωγράφοι, στρατηγοί και κολοκύθια. Όλοι την Λουξ χαλβαδιάζουν… Ου, να μου χαθείτε, κοπρίτες!

……………………………………………………………………………………………………………….

19 Σεπτέμβρη 1980

Μπροστά στα μάτια μου εξελίχθηκε σήμερα μια εντελώς βαλκανική σκηνή. Το κράτος αποφάσισε για ακόμη μια φορά να “βάλει τάξη” στο χάος της νεοελληνικής αυθαιρεσίας. Φυσικά το έκανε με τον δικό του βαλκανικό  τρόπο. Φωνές και  διαπραγματεύσεις, κολακείες και κατάρες, λαδώματα και αυταρχισμοί. Θα το διασκέδαζα, αν οι άνθρωποι της λαϊκής δεν με υποψιάζονται πια ανοιχτά ως αίτιο όλων αυτών των δεινών. Ο Γεράσιμος με ειδοποίησε ότι όλοι με θεωρούν χαφιέ ή κάτι παρόμοιο. Είναι καιρός να τους συστηθώ πια ως ζωγράφος! Δεν έχει πια νόημα να κρύβομαι. Ως τώρα απέκρυπτα την ιδιότητά μου για να πάρω από τους ανθρώπους αυτούς κάτι γνήσιο και ανεπιτήδευτο. Αν ήξεραν ότι ζωγραφίζω θα πόζαραν καταστρέφοντας την ανυπόκριτη ομορφιά των απλών ανθρώπων. Άλλωστε σιγά – σιγά θα πρέπει να μεταφέρω ό,τι είδα στον καμβά. Θα δουλέψω σε μεγάλα τελάρα 2,50 μέτρων στο εργαστήριό μου. Θέλω οι μορφές να έχουν φυσικό μέγεθος. Θέλω, όταν δουλεύω να αισθάνομαι ότι είμαι ανάμεσα στους πάγκους, ένας από αυτούς. Θα γεμίσω τον καμβά χρώματα. Θα εισβάλλει η ζωή με όλους τους χυμούς της. Έχω συλλάβει τη μεγάλη σύνθεση. Θα επιχειρήσω να στήσω ένα μνημείο της λαϊκότητας. Θα βάλω μέσα τον Βαγγέλη με τη γυναίκα του. Στο φόντο τον Αττίλα να κουβαλάει καφάσια. Και στο κέντρο της σύνθεσης, στο κέντρο του κόσμου, τη Λουξ. Φόρο τιμής στην ομορφιά. Έτσι σκέφτηκα κάποια στιγμή να ονομάσω το έργο:  «Λουξ», για το χατίρι της. Αλλά ντρέπομαι. Θα το ονομάσω απλά «Λαϊκή αγορά». Με περιμένει πολλή δουλειά.

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου

Σημείωση: Ο Υδραίος καλλιτέχνης Παναγιώτης Τέτσης (1925-2016) ζωγράφισε το τεραστίων διαστάσεων (2,50 Χ 50 μ.) έργο του «Λαϊκή Αγορά» σε διάστημα τεσσάρων ετών (1979-1982). Παρατηρούσε τη λαϊκή, όχι από το ανύπαρκτο καφενείο του κειμένου, αλλά από το σπίτι του καθώς όντως κατοικούσε στο Κολωνάκι, στην οδό Ξενοκράτους. Μερικά πρόσωπα απλώς εμπνέονται από φιγούρες του έργου. Δεν παύουν όμως να είναι προϊόντα μυθοπλασίας. Ανύπαρκτο βέβαια και το «προσωπικό ημερολόγιο» του ζωγράφου.






Αναρτήθηκε από:

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου