Λογοτέχνες που επισκέφθηκαν την Κύπρο τον 20ο αιώνα: Καζαντζάκης, Μυριβήλης, Παναγιωτόπουλος, Σεφέρης - Ειδήσεις Pancreta

Δημοσιεύτηκε

Η Κύπρος γνώρισε σημαντικό ερευνητικό και αφηγηματικό ενδιαφέρον από ξένους και κυρίως Έλληνες επισκέπτες. Αρκετοί από αυτούς ήταν σημαντικοί λογοτέχνες που αποτύπωσαν και κατέγραψαν πλούσιες περιγραφές τόπων, βιωμάτων και αντιλήψεων. Παράλληλα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις ιστορικές εξελίξεις.

Οι Έλληνες που επισκέπτονταν την Κύπρο ονομάζονταν σύμφωνα με τη κυπριακή λαϊκή παράδοση «Καλαμαράδες». Καλαμαράς είναι αυτός που χρησιμοποιούσε καλαμάρι για να γράψει, επρόκειτο λοιπόν για ανθρώπους που ήξεραν γραφή, δηλ. ήταν μορφωμένοι. Αυτή η έκφραση αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων επισκεπτών ή τουλάχιστον την αντίληψη των Ελληνοκυπρίων γι' αυτούς.
Ο αριθμός των Ελλήνων που επισκέφθηκαν την Κύπρο τον 20ο αιώνα είναι αρκετά μεγάλος. Επρόκειτο συχνά για ηθοποιούς, τραγουδιστές, καλλιτέχνες και λογοτέχνες. Την περίοδο του μεσοπολέμου επισκέφθηκαν την Κύπρο Έλληνες καθηγητές για διδασκαλία, Αθηναϊκοί θίασοι, Αιγυπτιώτες Έλληνες που παραθέριζαν το καλοκαίρι στην Κύπρο και λογοτέχνες όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Σωτήρης Σκίπης, η Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα)[1]. Επίσης Κρητικοί δίδασκαν στην Κύπρο, ιδιαίτερα στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και άλλοι επισκέπτονταν το νησί για διαλέξεις[2].

Το Μάιο του 1926 ο Νίκος Καζαντζάκης, συντάκτης εκείνη την εποχή του «Ελεύθερου Τύπου» επισκέφθηκε την Κύπρο. Είχε λάβει πρόσκληση από το εργατικό Κέντρο Λεμεσού, και μίλησε στους εργάτες για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί την εποχή εκείνη στη Ρωσία. Κάποιοι προσπάθησαν να εμποδίσουν την ομιλία την οποία φαίνεται ότι εκτίμησαν ιδιαιτέρως οι εργάτες. Τον Οκτώβριο του 1925 προκηρύχτηκαν βουλευτικές εκλογές. Στην Ελλάδα εκείνη την εποχή είχε αναλάβει την εξουσία η κυβέρνηση Πάγκαλου. Το 1925 οι Έλληνες της Κύπρου είχαν λάβει από τους Άγγλους τη σκληρή απάντηση να ξεχάσουν την ένωση. Το 1929 αποφασίσθηκε ότι η Αγγλική κυβέρνηση θα διόριζε τους εκπαιδευτικούς στην Κύπρο σε μια προσπάθεια εξαγγλισμού της παιδείας. Η περίοδος ήταν ηλεκτρισμένη και οι εντάσεις οδήγησαν στη γνωστή επανάσταση του 1931. Η παρουσία λοιπόν του Καζαντζάκη τη δεδομένη στιγμή, ίσως δεν ήταν τυχαία.

Ο Καζαντζάκης τιτλοφόρησε το κεφάλαιο που αναφέρεται στην Κύπρο (από το βιβλίο του της σειράς “Ταξιδεύοντας”) ως “Το νησί της Αφροδίτης”. Δεν κάνει εκτενείς περιγραφές, σε λίγες σελίδες μόνο περνά το μήνυμα που θέλει. Γοητευμένος από το νησί, και από το γυναικείο πληθυσμό ο οποίος εργαζόταν, πχ. στην κατασκευή τοπικών εδεσμάτων και είχε όπως φαίνεται δύναμη και διαπραγματευτικές ικανότητες, σχολίασε την έντονη παρουσία του θηλυκού στοιχείου. Μάλιστα ένιωσε τόσο έντονη την παρουσία αυτή, που φαίνεται ότι ξαφνιάστηκε. Το κείμενο που έγραψε ο Καζαντζάκης μετά από την επιστροφή του δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Ξενία” το 1958 και σε άλλα αργότερα.

Σύμφωνα με τον Πάτροκλο Σταύρου η αναφορά στην Κύπρο είναι εμφανής σε όλο το έργο του Καζαντζάκη. Στις συζητήσεις που έκανε μιλούσε με πάθος και συγκίνηση για την Κύπρο. Όσον αφορά στην απώλεια του βραβείου Νομπέλ έχει διατυπωθεί η γνώμη ότι ίσως να εμπλέκεται έμμεσα και η Κύπρος, με το κυπριακό πρόβλημα. Ο Καζαντζάκης έγραψε μαχητικά κείμενα υπερασπιζόμενος την Κύπρο με σκληρά κατηγορητήρια κατά της αγγλικής αποικιοκρατικής κατοχής της.

Το 1950 πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα που ανέδειξε ακόμη πιο έντονα την επιθυμία για ένωση και οδήγησε σε περαιτέρω κινητοποιήσεις. Η Ελλάδα δεν είχε μείνει ανεπηρέαστη από τις εξελίξεις και ειδικά ο πνευματικός κόσμος. Τον ισχυρισμό αυτό αποδεικνύει το ειδικό αφιέρωμα της Νέας Εστίας που εκδόθηκε το 1954. Πρόκειται για μια σημαντική προσπάθεια λογοτεχνών να πείσουν για την ελληνικότητα της Κύπρου μέσω των γραμμάτων και της τέχνης. Είναι η «αλήθεια που αποκαλύπτουν οι επιστήμονες και οι λογοτέχνες», όπως αναφέρει ο εκδότης.

Ο Καζαντζάκης, υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος όσον αφορά την Κύπρο, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης δεκαετίας του 1950. Η δραστηριότητά του αλλάζει κατεύθυνση και από λαογραφικές περιγραφές περνά σε επαναστατικές διατυπώσεις. Φέρεται πια, ως υπέρμαχος των μαχητικών λύσεων. Σε συνέντευξή του στα “Νέα”, στις 15.6.1955 ανάφερε, ότι “αν δεν πέσουν παλληκάρια λευτεριά δεν στεριώνει”. Επικοινωνούσε με ανθρώπους που βρίσκονταν στο νησί, ενώ υπήρχαν φορείς στη Γαλλία και αλλού που του ζητούσαν άρθρα για το θέμα της Κύπρου. Όταν του δόθηκε το βραβείο Ειρήνης το 1956, στη Βιέννη, στην ομιλία του αναφέρθηκε στην Κύπρο με σκληρά λόγια: “Προσπαθώ να συγκρατήσω τον πόνο μου μα δεν μπορώ. Στην αποψινή γιορτή της Ειρήνης, το πρόσωπο της Κύπρου υψώνεται μπροστά μου γεμάτο αίματα....Τη στιγμή που μιλούμε, οι σκοτεινές δυνάμεις, χιμούν εκεί πέρα και θέλουν να πνίξουν την ελευθερία....”. [3] Ένα άλλο, πολύ σκληρό άρθρο του δημοσιεύθηκε στη Νέα Εστία στις 25.9.1956, καθώς και στην τελευταία έκδοση του ταξιδιωτικού έργου που αφορά την Αγγλία, ως επίλογος: “Δεν κρίνεται η τύχη της Κύπρου...η τύχη της Κύπρου δεν κιντυνεύει....Κρίνεται βαθύτερα, πλατύτερα, η τύχη και τιμή ολόκληρου του δυτικού κόσμου, που καυχιόταν ως τώρα πως μάχονταν για τη δικαιοσύνη και την τύχη των λαών....το τρισεύγενο έθνος, όπου γεννήθηκε η Ελευθερία και το φως σηκώνει φωνή μαζί τους από τις τέσσερις γωνιές της Γης και μέσα από τα αγγλικά ακόμα στήθη (προσθέτουμε σήμερα και τα αμερικάνικα) τινάζοντας φωνές οργής και διαμαρτυρίας...”. Τέλος, σε επιστολή του προς το Σουηδό φίλο του Borge Knos, το Μάρτιο του 1956 αναφέρει: “Απελπιστική η κατάσταση στην Ελλάδα, κάθε που λαμβάνουμε ελληνικές εφημερίδες η Ελένη κλαίει. Η Κύπρος είναι μαχαίρι στην καρδιά μας” και συνεχίζει με σκληρά λόγια για τους κατακτητές.

Έχουν γραφεί πολλά για τον Σεφέρη και την Κύπρο[1]. Ο Σεφέρης επηρεάστηκε βαθιά από το νησί. Είχε σημαντική επαφή λόγω και της διπλωματικής του ιδιότητας και βρέθηκε εκεί, και αυτός ως επισκέπτης, σε μια περίοδο καμπής και ιδιαίτερης σημασίας για τις μετέπειτα εξελίξεις. Μετά την επιστροφή του από τα ταξίδια και ιδιαίτερα μετά από το τελευταίο, οπότε και εντάθηκαν οι συγκρούσεις, συνέχιζε να ενημερώνεται και να συζητά για τα προβλήματα του νησιού σε τέτοιο βαθμό ώστε να προταθεί, το 1956 να αναλάβει, τη Β Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών, αρμόδια για το Κυπριακό και τις υποθέσεις της Ευρώπης. Το ημερολόγιό του έχει έκτοτε συνεχείς αναφορές.

Ο Σεφέρης ήταν πρέσβης στη Βυρηττό από το 1953 έως το 1956 και επισκέφθηκε τρεις φορές την Κύπρο, καλεσμένος του φίλου του Ευάγγελου Λουίζου.  Εντυπωσιάστηκε από τα φυσικά τοπία, αλλά κυρίως από τα μνημεία και τον πολιτισμό του νησιού. Στο γραφείο του υπήρχε διακοσμημένο ένα αρχαίο κυπριακό ανθοδοχείο[2]. Ο ποιητής καταγόταν από τη Σμύρνη και όπως και ο Καβάφης είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στην ελληνική διασπορά. Η πρώτη του επίσκεψη έλαβε χώρα τρία χρόνια μετά το δημοψήφισμα, σε μια περίοδο καμπής όπως αναφέρθηκε, πολιτικού και κοινωνικού αναβρασμού.

Ο ποιητής είχε φιλίες με αρκετούς Βρετανούς και μάλιστα με αυτούς που κατοικούσαν μόνιμα στο νησί και ήταν αξιωματούχοι σε θέσεις κλειδιά. Στα ταξίδια του ήταν συνεχώς με τον Maurice Cardiff, διευθυντή του Βρετανικού Συμβουλίου στη Λευκωσία. Όταν αργότερα, μετά το 1955 κορυφώθηκαν οι εντάσεις ήρθε σε αντιπαράθεση με τους Βρετανούς φίλους του. Υπήρχε βεβαίως αλληλοσυμπάθεια,  αλληλοεκτίμηση και αμοιβαίος σεβασμός.

Στο πρώτο ταξίδι οι φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος ο Σεφέρης απεικονίζουν κυρίως τοπία, μνημεία και φωτογραφίες των οικείων προσώπων. Όμως με το δεύτερο ταξίδι ο ποιητής εισέρχεται στην καθημερινότητα του νησιού και αυτό είναι εμφανές στις μεταγενέστερες φωτογραφίες. Παρατηρεί κα σχολιάζει με συμπάθεια χωρικούς, κυπριοπούλες, μοναχούς και βρίσκει τα χωριά στην ύπαιθρο “χαριτωμένα”. Εντυπωσιάστηκε επίσης από τα παραδοσιακά χειρωνακτικά επαγγέλματα και φωτογράφησε, αρκετές στιγμές δημιουργίας.

Λόγω της ιδιότητάς του στα ταξίδια του συναντούσε πολιτικούς, αξιωματούχους και άλλους σημαντικούς παράγοντες του νησιού. Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που συνάντησε στο πρώτο του ταξίδι (και στα επόμενα) ήταν ο Αρχιεπίσκοπος. Επίσης συνάντησε ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Μία από τις σημαντικότερες φιλίες που δημιούργησε ήταν με το ζωγράφο Διαμαντή. Στην Κύπρο τον υποδέχθηκαν, ιδιαίτερα την πρώτη φορά, με μεγάλο ενθουσιασμό που μετουσιώθηκε σε δεξιώσεις προς τιμήν του, σε κάθε πόλη. Επισκέφθηκε και αυτός, όπως οι περισσότεροι λογοτέχνες το Παγκύπριο Γυμνάσιο. Μετά το τέλος της πρώτης του επίσκεψης στην Κύπρο ο ποιητής άρχισε να γράφει εντατικά ποιήματα, μυθιστορήματα, άρθρα, επιστολές αλληλογραφίας.

 Στο ημερολόγιό του περιέγραψε το λαό της Κύπρου. Του έκανε εντύπωση και σχολίασε ιδιαιτέρως την ανασφάλεια που έχει δημιουργηθεί στα ανώτερα αλλά και κατώτερα κοινωνικά στρώματα για την ένωση. Παρουσίασε την αντίφαση ανάμεσα σε αυτές τις περιπτώσεις με εκείνες των φανατικά υπέρμαχων της ένωσης. Φωτογράφισε επιγραφές σε τοίχους υπέρ της ένωσης[3], του έκανε εντύπωση που ακόμη και παιδιά φώναζαν υπέρ της ένωσης.

Στρατής Μυριβήλης

Ο Μυριβήλης επισκέφθηκε τρεις φορές την Κύπρο, το 1947, το 1952 και το 1959[4]. Δημοσίευσε το άρθρο Οι διανοούμενοι της Κύπρου, που όπως προαναφέρθηκε δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, στο ειδικό αφιέρωμα για τον κυπριακό αγώνα και άλλα, καθώς και ένα κεφάλαιο στο έργο “Απ’ την Ελλάδα”.

 Ο Μυριβήλης ταξίδεψε από τη Ρόδο στην Κύπρο. Μαζί του ήταν τα μέλη του Βασιλικού Θεάτρου. Δύο κορίτσια από το θίασο του ζήτησαν να τους μιλήσει για την Κύπρο και έτσι ξεκίνησε, μια ενδιαφέρουσα ιστορική αφήγηση. Με την άφιξή του, τον υποδέχθηκαν οι δημοσιογράφοι στο λιμάνι της Λεμεσού και του ζήτησαν ένα σχόλιο. Αυτός απάντησε «Εύχομαι να ξανάρθουμε του χρόνου στην Κύπρο χωρίς διαβατήριο». Τον υποδέχθηκαν επίσης Κύπριοι λογοτέχνες, ο διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού της Λευκωσίας, ο Γυμνασιάρχης, νέοι ποιητές, δασκάλες και λόγιοι. Ο Μυριβήλης έδωσε διαλέξεις στη Λευκωσία (σημειώνει ότι έξω από τις αίθουσες ήταν περίπου 600 ποδήλατα, που σημαίνει ότι είχε αρκετή προσέλευση) επίσης σε γυμνάσια, λέσχες, πνευματικές οργανώσεις σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. Οι παραστάσεις του θιάσου είχαν μεγάλη απήχηση και παρά τις δυσκολίες στις υποδομές του θεάτρου και τη ζέστη, το κοινό ήταν ιδιαίτερα ένθερμο. Ο Μυριβήλης, γράφει ενίοτε με πολιτική χροιά, αναφέρεται στο κομμουνιστικό κίνημα και πιστεύει ότι οι εκπρόσωποί του έστρεφαν τους Ελληνοκύπριους εργάτες εναντίον της Ελλάδας.

Κατά την επίσκεψη του Μυριβήλη και του θιάσου, ένας δημοσιογράφος, τους ξενάγησε στην πρωτεύουσα. “Ο κόσμος εκεί είναι πλούσιος”, σχολίασε ο συγγραφέας, ο Πόλεμος δεν πέρασε από εκεί “παρά μόνο σαν ένα μαύρο σύννεφο που δεν στάθηκε, μόνο διάβηκε…” Ο λογοτέχνης σχολίασε, στο κείμενό του, την αυθεντικότητα, την ύπαρξη της ελληνικής συνείδησης, τη γλώσσα, τα έθιμα, τα τραγούδια, και πως όλα αυτά διατηρήθηκαν παρά τους αιώνες που ήταν κατακτημένο το νησί.

Ο Μυριβήλης εντυπωσιάστηκε, και αυτός, από τα βουνά της Κύπρου, κυρίως το Τρόοδος. Παραταύτα τόνισε την ιδιαιτερότητα του τόπου και δεν στάθηκε με υπερβολή στην ομορφιά, αντίθετα αναφέρθηκε με αυστηρό ύφος στις μεγάλες πόλεις. “Πρέπει να κουραστείς για να ανακαλύψεις την ομορφιά της”, αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος

Οι φίλοι της Κύπρου ζήτησαν από τον Παναγιωτόπουλο ένα βιβλίο “γοργό, ζωντανό”, γραμμένο όχι από ιστοριοδιφικό ζήλο αλλά “με τη λυρική διάθεση που βρίσκεται μέσα στη μοίρα της Κύπρου, μέσα στην ομορφιά του προσώπου της”. Ο συγγραφέας έφθασε συγκινημένος, τον περίμεναν φίλοι, παλιές γνωριμίες της Αθήνας αλλά και νέες τον υποδέχτηκαν. Οι φίλοι ένιωσαν, πως σκοπός του δεν ήταν “ν’ αντικρύσει το θέαμα και να φύγει”. Κατά το συγγραφέα, “το θέαμα πια δεν αρκεί”.

Ο Παναγιωτόπουλος ξεκινάει το έργο του με μια εισαγωγή, που περιλαμβάνει περιγραφή και σχόλια δικά του σε ένα άρθρο της εφημερίδας «Ελευθερία», του 1956.  Αρχικά αναφέρει ότι αυτοί που έρχονταν από την Κύπρο ήταν ανήσυχοι, μια που η αβεβαιότητα στο νησί ήταν μεγάλη, καθώς “μαίνεται ένα εικοσιένα”. Το χαρακτηρισμό αυτό χρησιμοποίησαν και άλλοι συγγραφείς για να προσδώσουν στον αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου τη διάσταση που άρμοζε. Την προηγούμενη χρονιά η κατάσταση στο νησί ήταν πολύ αβέβαιη. Τα σχολεία δεν λειτουργούσαν, οι μαθητές μάθαιναν γράμματα σε εκκλησιές ή σπίτια, αναφέρει ο συγγραφέας. Το συγκεκριμένο άρθρο αφορά τη φυλάκιση ενός μαθητή και την προσπάθειά του να εξετασθεί στα μαθήματά του μέσα από τη φυλακή. Ο Παναγιωτόπουλος αγωνιά με τον Αγώνα των Κυπρίων. Η συγκίνηση του είναι μεγάλη καθώς επισκέφθηκε τις φυλακές της Λευκωσίας. Υπάρχει μεγάλη επίδραση στην ψυχολογία του από τα γεγονότα που προηγήθηκαν. Άλλωστε τον καιρό που επισκέφθηκε το νησί οι μνήμες ήταν φρέσκες παντού. Μνημεία, άνθρωποι που είχαν επιβιώσει από βασανιστήρια ή που είχαν χάσει δικούς τους, όλο το κλίμα θύμιζε όσα είχαν προηγηθεί. Έδωσε ομιλίες σε διάφορες πόλεις. Στην ομιλία του στην Πάφο, στο κοινό βρισκόταν ο πατέρας του Παλληκαρίδη, ο οποίος του έσφιξε το χέρι.

Ο συγγραφέας συνεχίζει την αφήγηση με ένα κεφάλαιο που ονομάζει “Ομορφιά της Κύπρου”, και αναφέρει ότι όποιος ξεκινούσε από τις ακροθαλασσιές της Ευρώπης της Ασίας ή της Αφρικής “την αντίκριζε σαν εραστής που ορέγεται εξουσία”.

Για να χαρακτηρίσει τον τόνο του καθημερινού βίου, ο Παναγιωτόπουλος χρησιμοποίησε τη λέξη “γλυκυθυμία”. “Η Κύπρος νοσταλγεί την άλλη Ελλάδα”, σχολιάζει, ένας “καημός πανάρχαιος”. Και συνεχίζει να εκπλήσσει με τον αυθορμητισμό του λέγοντας, “Άκουγα τη γλώσσα, που στην Αθήνα μου φαινόταν αλλόκοτη, την ένιωθα καθώς μουσική….”. Βρήκε έντονο το πάθος της λευτεριάς και της αγάπης, που είναι αποτυπωμένο στην ποίηση και στα δημοτικά τραγούδια. “Ακόμα και στον ξεπεσμό του”, γράφει, “ο άνθρωπος της Κύπρου είναι ένας παθιασμένος άνθρωπος”. Η Κύπρος δεν έχει όχλο, λέει ο συγγραφέας, έχει λαό. Στις διαλέξεις του, τον παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή και συγκίνηση, σημειώνει. Αναφέρει όμως και αυτός, όπως και ο Σεφέρης τον φόβο ορισμένων κατοίκων να μην χάσουν τα αγαθά που τους είχε εξασφαλίσει η ξένη κυριαρχία.

Ο συγγραφέας κάνει κάποια γενικά σχόλια και βγάζει τα συμπεράσματά του τα οποία καταθέτει, για τις πόλεις που επισκέφθηκε. Σύμφωνα με τον Παναγιωτόπουλο, η Λευκωσία έχει τον αέρα μιας μεγάλης πρωτεύουσας και συνάμα τη μοναξιά της ύπαιθρης γης. Ολόγυρά της χτίζονταν, σπίτια με κήπους. Αντίκρισε επίσης και πολυώροφα κτίρια “με τρόμο”. Υπάρχει και η Λευκωσία της νύχτας με τους νεωτερισμούς της. Παρατήρησε ότι υπήρχαν πολλοί βαθύπλουτοι και ο “φτωχολαός”. Η Λεμεσός τον εντυπωσίασε, αλλά και η Λάρνακα, όπου έδωσε ομιλία στην Τεχνική Σχολή. Εκεί, βρήκε μεγαλείο και πολυτέλεια των κτιρίων, κήπους, αρχοντικά και πολλά αυτοκίνητα, στοιχεία δηλαδή που δηλώνουν ευμάρεια.

Συμπεράσματα

Οι υπό εξέταση συγγραφείς, φαίνεται ότι επισκέφθηκαν το νησί σε περιόδους έντασης, ή πριν από επαναστάσεις. Οι παρουσίες τους ίσως δεν ήταν τυχαίες, ήταν επακόλουθες προσκλήσεων και συχνά εντάσσονταν μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των προσπαθειών για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος.

Σημαντικό θέμα που τους απασχολούσε ήταν η πολυπόθητη ένωση και η αποστροφή για τους κατακτητές και την υποδούλωση του νησιού. Οι Έλληνες επισκέπτες λόγω της καταγωγής τους ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι με τα γεγονότα που συνέβαιναν και έπαιρναν σαφή θέση στις συζητήσεις τους και στα γραπτά κείμενά τους. Συνήθως τους διακατείχε συναισθηματική φόρτιση, ενώ κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, τους κατέκλυζαν αισθήματα οικειότητας για το νησί, που τους θύμιζε έντονα την Ελλάδα. Οι εντυπώσεις τους από το νησί ήταν πάντα θετικές. Οι τοποθεσίες και οι άνθρωποι τους γοήτευαν, οι αναφορές στη θεά Αφροδίτη και τη δικαιολογημένη σύνδεσή της με το νησί ήταν συχνές, ενώ συνήθως έβλεπαν ανάπτυξη και ευημερία στις πόλεις. Ο λαός πάντοτε τους καλοδεχόταν και τους φρόντιζε, τους ξεναγούσε και τους συνόδευε στις περιηγήσεις τους. Από τη μεριά τους οι επισκέπτες έμεναν πολύ ευχαριστημένοι από την κυπριακή υποδοχή και φιλοξενία. Το μόνο που έβρισκαν τελικά να απουσιάζει ήταν το συναίσθημα της ελευθερίας.

Στα κείμενά τους, η μεταφορά των γεγονότων και η αποτύπωση των αντιλήψεων γίνεται με γλαφυρό τρόπο όπως και οι περιγραφές τοπίων. Τα κείμενα αυτά που δημοσιεύονταν άμεσα ή/και μεταγενέστερα ήταν υψηλού επιπέδου, γεγονός που αναδείκνυε την ιδιαιτερότητα της Κύπρου και της σημασίας της επίλυσης του προβλήματός της. Η σχέση των συγγραφέων με το νησί είναι οπωσδήποτε αμφίδρομη, επηρέαζαν και επηρεάζονταν από το λαό, ενέπνεαν και εμπνέονταν από τους ανθρώπους αλλά και τις τοποθεσίες.

Οι στενές φιλίες των επισκεπτών με τους Κυπρίους ήταν δεδομένες. Πέρα από το φιλικό επίπεδο, όπως προαναφέρθηκε υπήρχαν κύκλοι που προσκαλούσαν οργανωμένα τους Έλληνες. Με αυτό τον τρόπο γινόταν προσπάθεια να ενισχυθεί η σύνδεση της Κύπρου με την Ελλάδα. Αυτό γινόταν με πολλούς τρόπους: περιηγήσεις και διαλέξεις στην Κύπρο και το σημαντικότερο, έκδοση άρθρων, βιβλίων και ποιημάτων που παρουσίαζαν σε κάθε αναγνώστη, την ιδιαιτερότητα της Κύπρου και το Κυπριακό ζήτημα.

Οι συγγραφείς, σε όλες τις περιόδους επίσκεψης, επηρέασαν οπωσδήποτε την κοινή γνώμη και ενδεχομένως την πολιτική εξέλιξη του κυπριακού ζητήματος. Οι ενέργειες τους και τα γραπτά τους δημιούργησαν μια δυναμική, που τόνωσε και συνεισέφερε στις προσπάθειες του κυπριακού λαού. Κάποιοι ήταν πιο δραστήριοι και λειτούργησαν υπέρ της Κύπρου με πιο άμεσο τρόπο, όπως ο Καζαντζάκης. Ο Σεφέρης, ως διπλωμάτης και σημαντικός ποιητής διεθνώς (ας μην ξεχνάμε ότι ήταν ο πρώτος Έλληνας που πήρε το βραβείο Νομπέλ) είχε γνωριμίες σε πολλά μέρη του κόσμου, όπου συζητούσε για το Κυπριακό θέμα, σε επαγγελματικό αλλά και φιλικό επίπεδο[5].

Η έρευνα διεξήχθη στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου «Η Κύπρος στο σταυροδρόμι των αναζητήσεων χαρτογράφων και περιηγητών από τον 15ο έως τον 20ο αιώνα», το 2012.

Ευχαριστώ ιδιαίτερα το Ίδρυμα Σύλβια Ιωάννου, την κ. Ελένη Αντωνιάδου, την κ. Βαρβάρα Τσάκα από το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη και το προσωπικό της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Κατερίνα Παπαδουλάκη

Βιβλιογραφία

Αντωνιάδου Ελένη, Γεωργής Γιώργος, Λυμπουρής Κώστας (επιμέλεια), Για τον Γιώργο Σεφέρη, Αίπεια, 2009

Αντωνιάδου Ελένη, Η γνωριμία του Γιάννη Ρίτσου και του Τίτου Πατρίκιου με την Κύπρο, περιοδικό “Η λέξη”, Ιανουάριος-Ιούνιος 2010

Βαγενάς Θάνος, Χρονικά της Κύπρου, Αθήνα, Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Γενική Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών, 1954

Βολονάκης Μιχαήλ, Παλμοί της Κύπρου, Αθήνα 1913

Βολονάκης Μιχαήλ, η Σαλαμίς της Κύπρου δια των αιώνων, Αθήνα 1917

Γεωργής Γιώργος, Ο Σεφέρης περί των κατά των χώραν Κύπρον σκαιών, Σμίλη, 1991

Γεωργής Γιώργος, Ο πολιτικός Σεφέρης: Σθεναρά κατά της διχοτόμησης, περιοδικό “Η λέξη”, Ιανουάριος-Ιούνιος 2010.

Καζαντζάκης Νίκος, Ταξιδεύοντας, Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-Ο Μοριάς, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1969

Κωνσταντινίδης Κ.Α., Η Αγγλική κατοχή της Κύπρου, 1930

Λαγάκος Τάκης, Ο Σεφέρης και η Κύπρος, Εκδόσεις Ίκαρος,  Αθήνα 1984

Λυμπουρίδη Αχιλλέα, Η Κύπρος και τα πρώτα χρόνια του μεσοπολέμου, Λευκωσία

Μυριβίλη Στρατή, Απ’την Ελλάδα, Ταξιδιωτικά, Εστία, 1949

Παναγιωτόπουλος Ιωάννης Μιχαήλ, Η Κύπρος, ένα ταξίδι, Φέξης, Αθήνα 1962

Παπαδόπουλος Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Εκκλησία της Κύπρου επί Τουρκοκρατίας, 1929

Παπαπολυβίου Πέτρος , Βενιζέλος και Κύπρος, 1901-1909, από το έργο Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Κύπρος, επιμ. Γιώργος Καζαμίας και Πέτρος Παπαπολυβίου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008.

Πιερής Μιχάλης, Ο Καβάφης και η Κύπρος, Παρουσίαση δώδεκα ανέκδοτων επιστολών και άλλων στοιχείων απότοΑρχείο Καβάφη, Ρέθυμνο, Φιλοσοφική Σχολή Κρήτης, 1985.

Σάββα Παύλου Σεφέρης και Κύπρος (Λευκωσία 2000)

Σταύρου Πάτροκλος, Ο Παλαμάς και η Κύπρος. Αθήνα, 1968.

Σωτηρίου Γεώργιος, Τα Βυζαντινά Μνημεία της Κύπρου, Αθήνα, Εστία, Γραφείο Δημοσιευμάτων Ακαδημίας Αθηνών, 1935

Ταρσούλη Αθηνά, Κυπρος, Αθήναι, 1955, 1963

Vassiliades George (Ed), World Opinion on Cyprus, Prime Minister’s Office, Press Department, Athens, 1958

Κύπρος, Μνήμη και αγάπη, με το φακό του Γιώργου Σεφέρη, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία, 1990

Annual Report of the Tourism Development Office, by J.F. Jarratt-Director of Touring, 1952 Nicosia, Revisit-Customizing Tourism, Έκδοση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Επιμελητών των άρθρων και των έργων, Λευκωσία 2012


[1]      Βλ. Αντωνιάδου Ελένη, Γεωργής Γιώργος, Λυμπουρής Κώστας (επιμέλεια), Για τον Γιώργο Σεφέρη, Αίπεια, 2009,  Γεωργής Γιώργος, Ο Σεφέρης περί των κατά των χώραν Κύπρον σκαιών, Σμίλη, 1991

[2]      Τάκης Λαγάκος, ο Σεφέρης και η Κύπρος, Αθήνα 1984, Εκδόσεις Ίκαρος, σελ.13

[3]      βλ. επιγραφή σε τοπικό καφενείο “Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες” από το λεύκωμά του

[4]    Π. Παπαπολυβίου, Ο Φιλελεύθερος, 17.4.2010

[5]    βλ. Γεωργής Γιώργος, Ο πολιτικός Σεφέρης: Σθεναρά κατά της διχοτόμησης, περιοδικό “Η λέξη”, Ιανουάριος-Ιούνιος 2010.


[1]    Λυμπουρίδη Αχιλλέα, Η Κύπρος και τα πρώτα χρόνια του μεσοπολέμου, Λευκωσία, χ.χ.

[2]      Πέτρος Παπαπολυβίου, Βενιζέλος και Κύπρος, 1901-1909, σελ. 40-42 από το έργο Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Κύπρος, επιμ. Γιώργος Καζαμίας και Πέτρος Παπαπολυβίου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008

[3]    Ελληνική Ανεξαρτησία, Μάρτιος 1975






Αναρτήθηκε από: