Μίκης Θεοδωράκης – Ένα τραγούδι μια ιστορία…
Όσο περνάνε τα χρόνια το μυαλό μου συνεχώς γυρίζει στις δύσκολες εποχές. Στη κατοχή, στον εμφύλιο, και λιγότερο στην δικτατορία. Συνεχώς διαβάζω βιβλία για εκείνες τις εποχές. Έχω διαβάσει τουλάχιστον είκοσι βιβλία για τον Χίτλερ, ξέρω απ΄΄ έξω τη ζωή του, για τις μάχες του ανατολικού μετώπου, τη μάχη του δυτικού μετώπου, τον Τσώρτσιλ. Έπειτα, κάθομαι, κοιμάμαι, και γυρίζω σε εκείνα τα χρόνια. Θα σας πω τρία τραγούδια.
Το ένα είναι, μια σκηνή μία εικόνα από τη πρώτη εποχή, τη κατοχή, το άλλο είναι ο εμφύλιος και το τρίτο είναι η Ζάτουνα, δηλαδή η εξορία μου. Ίσως για σας τους νεώτερους και για τα νέα παιδιά, δεν γνωρίζετε, ότι την εποχή εκείνη είχαμε πάρα πολύ πλατύ.. είχαμε γίνει πολύ μεγάλοι, διότι είχαμε την εντύπωση, ότι ανήκουμε σε μία παγκόσμια στρατιά εναντίον του φασισμού. Τα μεγέθη ήταν τεράστια, Διότι είχαμε να κάνουμε με τον αμερικανικό στρατό που πάλευε και στη Δύση και στην Ιαπωνία. Με τους εγγλέζους που ήταν στην Αφρική και ήταν και στην Ευρώπη. Με τους σοβιετικούς με τον κόκκινο στρατό με εκείνες τις τρομερές αναμετρήσεις. Πιο πέρα ήταν οι δυνάμεις των κινέζων. Και ανάμεσα σε όλα αυτά υπήρχαν οι Μακί οι αντάρτες. Οι Μακί της Γαλλίας οι Μακί της Ιταλίας, οι αντάρτες του Τίτο στην Γιουγκοσλαβία, και οι δικοί μας αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ επάνω στα βουνά της Ελλάδας.
Δεν είναι γνωστό όμως ότι μέσα σε αυτή τη μεγάλη στρατιά υπήρχε και ένας μικρός στρατός στην Αθήνα μέσα. Στο τέλος του πολέμου ο εφεδρικός ΕΛΑΣ είχε είκοσι χιλιάδες όπλα. Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ δεν ήταν όπως το ΕΛΑΣ επάνω που έμεναν εκεί από το πρωί έως το βράδυ, και γω ήμουν Ελασίτης, την ημέρα ζούσαμε την κανονική ζωή.
Δουλεύαμε, πηγαίναμε από δω από κει στα ραντεβού μας, σπούδαζα, εργαζόμουν, αλλά ήμουν και γω σε μία ομάδα. Ξεκινήσαμε από μικρές ομάδες. Στο τέλος του πολέμου μετά τον Μάϊο αρχίσαμε σιγά σιγά να απελευθερώνουμε συνοικίες. Δηλαδή, ορισμένες οριακές συνοικίες. Εγώ πχ στην Νέα Σμύρνη. Η οδός Αρτάκη ήταν το όριο. Από την Αρτάκης προς την Συγγρού μπαίναν οι Γερμανοί και οι ταγματασφαλίτες. Από την Αρτάκης και πάνω δεν έμπαιναν. Για να μπούνε σε εκείνη την περιοχή έπρεπε να μπουν με τανκς με μάχες κλπ. Ένας ένας δεν έμπαινε.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αυτές οι συνοικίες σιγά σιγά να απελευθερωθούν τέσσερις πέντε μήνες πριν την απελευθέρωση. Τι σημαίνει αυτό; Ότι είμαστε ελεύθεροι, βάζαμε τις σημαίες τις ελληνικές, για λίγο βέβαια, γιατί πάντα υπήρχαν και χαφιέδες, και κάνανε μπλόκο και μας πιάνανε. Είχαμε πλέον τις έδρες μας φανερά το τάγμα μας κλπ και δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις στιγμές που κατηφόριζα στην ελεύθερη συνοικία, ήταν η οδός Άγκυρας, η οποία πήγαινε προς τα Πετράλωνα, θυμάμαι λοιπόν, ότι παίρναμε το όπλο και κατέβαινα κάτω περήφανος.
Ήμουν δεκαοκτώ, δεκαεννιά χρονών και ήταν όλες οι γυναίκες και φωνάζανε ζήτω ο ΕΛΑΣ, ζήτω η Ελευθερία, ζήτω η Ελλάδα, οι γυναίκες μας φίλαγαν τα χέρια, τα κορίτσια μας έδιναν λίγο ψωμάκι, λουλούδια, ήταν φοβερό!
Το πρώτο τραγούδι λοιπόν είναι αυτοβιογραφικό, μιλάω για τον εαυτό μου, δεν το πήρε κανείς χαμπάρι, παρόλο που αυτό το τραγούδι το τραγούδησε ο Καζαντζίδης, στην “Ανατολή” αλλά δεν ξέρουν για ποιον και πως γράφτηκε.
Σήμερα είναι μια ευκαιρία λοιπόν στα ογδόντα μου χρόνια να αποκαλύψω ορισμένα μυστικά. Τα λέω σε σας και μαζί με σας και σε όλο το κόσμο που μας παρακολουθεί. Το πρώτο τραγούδι είναι το: «Μες στην ταβέρνα». Αλλά δείχνει και την τραγικότητα της δικής μας της περίπτωσης να είμαστε ελευθερωτές, και μετά, όχι μόνο μας ξεχνάνε, αλλά και μας περιφρονούν. Δηλαδή μετά απ΄ όλα αυτά που περάσαμε, η ζωή μου στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την πτώση της δικτατορίας είναι σαν να ζω μέσα σε μία χώρα που έχει λοβοτομή. Και μεις χωρίς αυτό που ζήσαμε τότε, δεν είμαστε τίποτα. Εγώ δεν ήμουν τίποτα. Πραγματικά. Ακούστε λοιπόν το: « Μες στην ταβέρνα» κάτω από την οπτική γωνία αυτών που σας είπα.
(Μίκης Θεοδωράκης, από τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη σε αυτόν).

