Η απεικόνιση της αρκούδας στη ρωσική εικόνα του κόσμου

Η μορφή του τεράστιου αυτού ζώου που ζει στην ταϊγκά, στο απροσπέλαστο βόρειο δάσος της Ρωσίας, απαντά στους θρύλους, στα παραμύθια, στις παροιμίες και τις εκφράσεις της ρωσικής γλώσσας. Οι αντιλήψεις, τα παραμύθια και οι θρύλοι για το ρωμαλέο αφεντικό της ταϊγκά, όπως συχνά την ονομάζουν, είναι κάτι που ενώνει τους λαούς της Ρωσίας. Οι ιθαγενείς λαοί της Σιβηρίας ανήκουν σε διαφορετικές  εθνότητες και είναι φορείς γλωσσών που ανήκουν σε διαφορετικές ομάδες γλωσσών.

Στη ρωσική γλώσσα, που ανήκει στη σλαβική ομάδα των ινδοευρωπαϊκων γλωσσών, η αρκούδα ονομάζεται медведь (μιετβιέντ). Η ετυμολογία της λέξης αυτής δείχνει ότι αρχικά σήμαινε “αυτός που τρώει μέλι”. Είναι δηλαδή ένας ευφημισμός ,τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Σλάβοι, για να μην κατονομάσουν  το ζώο με το πραγματικό του όνομα. Ο ευφημισμός αυτός προέρχεται από την πρωτοσλαβική για αυτό και συναντάται σε πολλές σλαβικές γλώσσες .

Οι αρχαίοι Σλάβοι εκτός από πολλές δοξασίες σχετικά με δαιμόνια είχαν και αντιλήψεις περί θεού. Ένας σημαντικός θεός των αρχαίων Σλάβων ήταν ο Βέλες (ή Βόλος ή Βλας) που ήταν ο θεός των κοπαδιών, που όμως σχετιζόταν και με τη λατρεία των νεκρών προγόνων. Ο θεός αυτός είχε συχνά μορφή αρκούδας που είχε υπερφυσικές δυνάμεις και ικανότητες. Μια από τις ικανότητες αυτές ήταν να ακούει από οποιαδήποτε απόσταση έτσι οι αρχαίοι Σλάβοι κατέφευγαν στον ευφημισμό “αυτός που τρώει μέλι”, ήταν δηλαδή μια απαγόρευση που σχετιζόταν με τις δοξασίες για τη δύναμη που έχει η αρκούδα αλλά και με τις θρησκευτικές πρακτικές και την ιεροποίησή της. Έτσι όταν με την πάροδο των χρόνων η λέξη медведь (αυτός που τρώει μέλι) έγινε η κύρια ονομασία του ζώου, η λέξη αυτή θεωρήθηκε και πάλι ταμπού για αυτό και αντικαταστάθηκε από άλλες λέξεις ,προσωνύμια και ευφημισμούς όπως: ο στραβοπόδαρος (косолапый), ο καφετής (бурый), αλλά και όνομα, έτσι ώστε να  αποφεύγεται να κατονομαστεί με το πραγματικό του όνομα. Για αυτό και στα ρωσικά λαϊκά παραμύθια η αρκούδα έχει όνομα και πατρώνυμο, το πιο συνηθισμένο είναι Μιχαήλ ή Μιχάηλο και το χαϊδευτικό του Μίσα και το πατρώνυμο Ποτάπιτς ή Ιβάνοβιτς.

“Μια φορά ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που έφυγε από το σπίτι του και χάθηκε στο δάσος. Εκεί που έψαχνε τον δρόμο για να γυρίσει πίσω, είδε στο δάσος ένα σπιτάκι. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Κοιτάζει και τι να δει; Στο σπιτάκι δεν ήταν κανείς! Στο σπιτάκι αυτό ζούσαν τρεις αρκούδες: ο μπαμπάς αρκούδος, που τον έλεγαν Μιχαήλ Ιβάνοβιτς, και ήταν μεγαλόσωμος και μαλλιαρός, η μαμά αρκούδα, που ήταν πιο μικρόσωμη, και την έλεγαν Ναστάσια Πετρόβνα, και το μικρό τους αρκουδάκι, που το έλεγαν Μιτούσκα. Οι αρκούδες δεν ήταν στο σπίτι, είχαν πάει περίπατο στο δάσος.”

(Απόσπασμα από το ρωσικό λαϊκό παραμύθι “Οι τρεις αρκούδες”)

Στα ρωσικά λαϊκά παραμύθια η αρκούδα παίρνει ανθρώπινη μορφή, έχει οικογένεια και μια σειρά από χαρακτηριστικά που προξενούν σεβασμό και συμπάθεια στους ανθρώπους. Ο Μιχαήλ Ποτάπιτς σκέφτεται, τσακώνεται και έρχεται κοντά με τον άνθρωπο. Είναι καλοκάγαθος για αυτό και στο τέλος του παραμυθιού ο άνθρωπος, είτε είναι χωρικός είτε ένα μικρό κοριτσάκι, ξεγελούν τον ευκολόπιστο Μιχαήλ Ποτάπιτς.

Για πολλές εθνότητες της ρωσικής ομοσπονδίας η μορφή της αρκούδας είναι ιερή. Οι Εβένοι, ένας από τους ιθαγενείς λαούς της Σιβηρίας, έχουν πολλές τελετουργίες που είναι αφιερωμένες στο αφεντικό της ταϊγκά , όπως ονομάζουν την αρκούδα. Πιστεύουν ότι είναι πρόγονος του ανθρώπου και λατρεύεται σαν θεότητα. Η αρκούδα ως αρχέτυπο,τα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά της και οι περιγραφικές ονομασίες της, είναι κοινό σημείο αναφοράς που ενώνει τους Ρώσους, ένα λαό σλαβικό, με τους ιθαγενείς λαούς της Ασιατικής Ρωσίας. Το σύμβολο αυτό ενσωματώνει τις αντιλήψεις των Ρωσιανών, των υπηκόων της Ρωσικής ομοσπονδίας, δημιουργώντας κοινή νοοτροπία.

Στη δυτική Ευρώπη η μορφή της απειλητικής αρκούδας χρησιμοποιήθηκε, και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, για να προσωποποιηθεί η Ρωσία. Μετά την επανάσταση του 1917 και ιδιαίτερα την εποχή του μεσοπολέμου η αρκούδα σηματοδοτούσε τη Ρωσία σαν μια χώρα επιθετική, βάρβαρη, απολίτιστη και αιμοδιψή.

“Ο δορυφόρος ήταν για τη χώρα μας σοκ, γιατί πάντα θεωρούσαμε τη Ρωσία μεγάλη, εξαιρετικά δυνατή και αδέξια αρκούδα. Η αρκούδα διέλυσε τους Ναζί, η αρκούδα μπορούσε να παράγει απίστευτες ποσότητες ατσάλι αλλά εμείς είχαμε αυτό που η αρκούδα δεν είχε: μυαλό και ευστροφία. Και να που ξυπνάμε ένα ωραίο πρωινό και βλέπουμε ότι μας ξεπέρασε στο διάστημα.

(Τσαρλς Κραουτχάμμερ , Αμερικανός πολιτικός αναλυτής)

Οι ίδιοι οι Ρώσοι πολλές φορές  δίνουν στη χώρα τους τη μορφή αρκούδας, με διαφορετικά όμως χαρακτηριστικά. Μια αρκούδα που είναι στιβαρή, ανθεκτική, επίμονη και δυνατή.

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι πολύ σημαντικά για τους αθλητές και ίσως δεν είναι τυχαίο που η μασκότ των Ολυμπιακών αγώνων του 1980, που έγιναν στη Μόσχα, ήταν ο μικρός, χαμογελαστός αρκούδος Μίσα. Μιχαήλ ή Μίσα ή Μισούτα όπως τον ονομάζει ο ρωσικός λαός στα λαϊκά του παραμύθια. Ο χαριτωμένος Μίσα αγαπήθηκε πολύ σε όλο τον κόσμο και κατάφερε, μαζί με την άριστη διοργάνωση των αγώνων, να αντικαταστήσει την εικόνα  της εξαγριωμένης αρκούδας με το χαμογελαστό αρκουδάκι.

Στη ρωσική λογοτεχνία, η μορφή της αρκούδας συναντάται πολύ συχνά με διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο. Στο μυθιστόρημα του Αλεξάντρ Πούσκιν “Ευγένιος Ονιέγκιν” η αρχετυπική μορφή της τρομακτικής αρκούδας  εμφανίζεται στο όνειρο της Τατιάνας προμηνύοντας το κακό που θα συμβεί. Άλλες φορές συμβολίζει  τον άγαρπο,αδέξιο και αγενή άνθρωπο.

“Ο Τσίτσικοφ έριξε μια λοξή ματιά στον Σομπάκεβιτς – του φάνηκε αυτή τη φορά αρκετά όμοιος με αρκούδα, ούτε μεγάλη ούτε μικρή. Για  συμπλήρωμα της ομοιότητας, το φράκο του είχε το χρώμα της αρκούδας, τα μανίκια μακριά, το παντελόνι μακρύ, περπατούσε ζιγκ -ζαγκ, με βαριά βήματα και συχνά στα χνάρια των άλλων. (…) Ένα τέτοιο χοντρό και παράξενα σκαρωμένο πρόσωπο είχε και ο Σομπάκεβιτς: το κρατούσε χαμηλά με τον λαιμό ασάλευτο και με τέτοια ακαμψία σπάνια κοίταζε τον συνομιλητή του (…). Ο Τσίτσικοφ τον λοξοκοίταξε ακόμη μια φορά τη στιγμή που περνούσαν από τη τραπεζαρία: αρκούδα! Τέλεια αρκούδα! Παράξενη σύμπτωση: τον έλεγαν Μιχαήλ Σεμιόνοβιτς.

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Νεκρές ψυχές”,του Νικολάι Γκόγκολ, μετάφραση: Ανδρέας Σαραντόπουλος)

Στο σύμβολο της αρκούδας καταφεύγει και ο Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι για να εκφράσει τον πόνο και την κραυγή από, την απομόνωση. Στο ποίημά του “Περί αυτού” με τον νεολογισμό “размедвеженье”, όταν ο άνθρωπος από πόνο ,θυμό και απελπισία μετατρέπεται σε εξαγριωμένη αρκούδα.

“Σαν μια αρκούδα
Θανάσιμα θυμωμένη
Προς το τηλέφωνο -εχθρό
Το στήθος
Προτάσω.
(…)
Δεν ξέρω,
αν κλαίνε
ή όχι οι αρκούδες,
μα αν κλαίνε,
κλαίνε ακριβώς έτσι.
(Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι”Περί αυτού”, μετάφραση Ηρακλεία -Ελευθερία Γ. Πέππα)

Στη ρωσική γλώσσα, το πανάρχαιο σύμβολο της αρκούδας μέσα από τους μύθους, τους θρύλους, τα παραμύθια, τις παροιμίες, τις εκφράσεις και τη λογοτεχνία μας οδηγεί σαν ένας κώδικας στα άδυτα της ιστορίας της χώρας και του λαού.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ
Συντάκτης

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ

Η Ελένη Τσολιά είναι απόφοιτος του κρατικού πανεπιστημίου της Μόσχας Λομονόσοβ. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα master of arts στη ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία καθώς και PhD στη θεωρητική και ιστορικό – συγκριτική γλωσσολογία. Από το 1993 διδάσκει τη ρωσική γλώσσα ως ξένη σε ιδιωτική σχολή ενώ παράλληλα ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη της ρωσικής γλώσσας, λογοτεχνίας και κουλτούρας.

Δείτε ακόμη