Γνώριμοι ήχοι

Ο Λεωνίδας στέκεται ήρεμος μπροστά στην οθόνη. Μοιάζει προσηλωμένος. Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος προλογίζει κάποια ταινία. Όπως πάντα, η φωνή του είναι ήρεμη, σταθερή, γαλήνια. Η Γιώτα κάνει δουλειές. Κάποτε ο κριτικός τελειώνει και ο Λεωνίδας ανησυχεί. Στρέφει το κεφάλι αριστερά δεξιά, σφίγγει τον αντίχειρά του μέσα στη χούφτα του, κουνά ελάχιστα την καρέκλα του. Η Γιώτα μπαίνει στο γραφείο, βάζει το βίντεο από την αρχή και επιστρέφει στις δουλειές της. Ο Λεωνίδας ηρεμεί και πάλι με το βλέμμα στραμμένο στην οθόνη.

Πριν από πεντέξι χρόνια ζούσαν την ήρεμη ζωή των συνταξιούχων πολιτικών μηχανικών. Με λυμένα τα βασικά οικονομικά προβλήματα είχαν βρει πια χρόνο για σινεμά, βιβλία, θέατρα και ταξίδια.

Στην αρχή επρόκειτο για ασήμαντα γεγονότα, ανάξια προσοχής. Κάποια ξεχασμένα κλειδιά, μια λέξη που χάθηκε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες, ένα λάθος τηλέφωνο. Αργότερα τα σημάδια πλήθυναν και τους οδήγησαν στον νευρολόγο.

«Θα ασκείτε το μυαλό σας, θα παίρνετε αγωγή, θα είστε αισιόδοξος αλλά προσεκτικός».

Τους πρώτους μήνες τα προβλήματα ήταν ελάχιστα, η Γιώτα προστατευτική και ο Λεωνίδας συνεργάσιμος. Αργότερα ήρθαν προβλήματα προσανατολισμού και τα κενά μνήμης μεγάλωσαν. Ο γιατρός με τον καιρό άρχισε να συνεννοείται μόνο με τη Γιώτα:

«Να κρατήσει βασικές λειτουργίες και συνήθειες. Να κάνετε συγκεκριμένες διαδρομές και να τηρείτε μια εύκολη ρουτίνα. Τον βοηθάει ο ρυθμός και οι γνώριμες φωνές».

Στην αρχή τα αγαπημένα του έντεχνα τραγούδια. Μίκης, Μάνος, Θάνος και λοιποί. Αγαπημένες ταινίες από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ, «Θέατρο της Δευτέρας», «Μονόγραμμα» αλλά και «Αθλητική Κυριακή».

Σιγά σιγά άρχισαν να χάνονται οι αφηρημένες έννοιες, να δυσκολεύουν οι λέξεις. Ο Μπακογιαννόπουλος έμεινε γιατί η φωνή του, τόσο γνώριμη και οικεία, υπήρξε καθησυχαστική. Οι στίχοι του Γκάτσου και του Ελύτη γίνονταν ακατανόητοι και ζόριζαν τη μνήμη. Τότε ο νευρολόγος κατέβασε τον πήχη:

«Απλά τραγούδια, γνώριμοι ρυθμοί, χωρίς δυσνόητους στίχους».

Η Γιώτα τον συνόδευε στους ίδιους πάντα περιπάτους, στα ίδια πάντα μέρη. Οι συζητήσεις ήταν πια αδύνατες και με κάποια συστολή τού σιγοτραγουδούσε τη «Σαμιώτισσα» και την «Κοντούλα λεμονιά». Στις τελευταίες βόλτες, πριν χαθεί η αυτόνομη βάδιση, κρατούσαν τον ρυθμό με τη «Βαρκούλα του ψαρά».

Μετά από κάποιους μήνες χάθηκε η κινητικότητα, και αργότερα στο νοσοκομείο άρχισε πια να χάνεται η επαφή. Με βουβό κλάμα η Γιώτα ήθελε να τον αποχαιρετήσει. Να του πει χίλια πράγματα, άλλα χιλιοειπωμένα και άλλα ανείπωτα μέσα στις δεκαετίες της κοινής τους ζωής. Θα ήταν όμως μάταιο.

Τελικά διάλεξε τον πιο γνωστό ρυθμό, τον πιο οικείο ήχο. Άρχισε να σιγοτραγουδά:

«Σε γνωρίζω από την κόψη, του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει…».

Η Γιώτα λύγισε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Απρόσμενα, μέσα από την πιο βαθιά νύχτα, από το ανεπίστρεπτο πηγάδι του αιώνιου ύπνου, ο Λεωνίδας απάντησε για τελευταία φορά στη Γιώτα: «…τη γη».

 

Σημείωση: Το διήγημα «Γνώριμοι ήχοι» περιλαμβάνεται στην συλλογή του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου «Τεφτέρια» που εκδόθηκε τον Μάιο του 2025 από το Θεμέλιο.

Φωτο, πίνακας, Helmer Osslund, Autumn, 1907

ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Συντάκτης

ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Δείτε ακόμη