Βροχή

Με τη βροχή τα γυαλιά θολώνουν. Θολώνει και το βλέμμα, φυσικό είναι. Αλλά κι η βροχή να μην ήταν το βλέμμα θολώνει από μόνο του, τα χρόνια περνάνε. Αυτό δεν είναι πρόβλημα, οι φακοί στα γυαλιά προσαρμόζονται. Το κακό είναι ότι θολώνουν κι οι αναμνήσεις. Αυτό δε διορθώνεται. Στην αρχή όλες μου οι αναμνήσεις ήταν εναργείς και ζωηρές. Χλεύαζα αυτούς που σε κάθε ταξίδι, σε κάθε γιορτή, σε κάθε εκδρομή, έβγαζαν τη μια φωτογραφία μετά την άλλη. «Δεν μπορείς να φυλακίσεις το χρόνο», τους έλεγα. «Κρατήστε τα στο μυαλό σας. Κρατήστε τη στιγμή, κρατήστε το συναίσθημα, κρατήστε όσα αξίζουν. Αν το μυαλό δεν τα συγκρατεί, τότε δεν αξίζει να κρατηθούν». Εγώ ήμουν που τα έλεγα; Τώρα ήρθε η ώρα που βαδίζω μεσοστρατίς στη ζωή και οι αναμνήσεις μου θολώνουν επικίνδυνα. Θέλω να θυμηθώ, μα δε θυμάμαι. Όχι, δεν έχω άνοια, ακμαιότατη είμαι. Αλλά να, μου φεύγουν πια τα ακριβή περιγράμματα. Λες και μένει μόνο ένα άρωμα, μια εσάνς. Μια πορτοκαλί κουκίδα στη θολούρα.

Να, για παράδειγμα εκείνη η εκδρομή. Λίγα χιλιόμετρα ως το Ναύπλιο. Ατελείωτα χιλιόμετρα ευτυχίας για μένα. Ένιωθα ότι γύρισα όλον τον πλανήτη. Οι άλλοι γκρίνιαζαν που μέσα στον Μάη βρήκε να βρέξει. Εγώ έπλεα σε πελάγη ευτυχίας γιατί (μισο-αστεία, μισο-σοβαρά) μού χάρισες εκείνη την πορτοκαλί ομπρέλα. Η υπόλοιπη φοιτητοπαρέα με πείραζε που έμοιαζα λέει με σωσίβιο. Δε με πείραξε, κι εγώ για σωσίβιο την είδα την ομπρέλα. Την άνοιξα τάχα για να μην βρέχομαι, άσχετα που από τον ενθουσιασμό μου ήθελα να γίνω μουσκίδι στη βροχή. Δήθεν από ευγένεια σε κάλεσα κάτω από τον μικρό πορτοκαλί μου ουρανό, «αφού την πλήρωσες, να μη βρέχεσαι τουλάχιστον». Αγκαλιά περπατήσαμε όλο το Ναύπλιο. Ωραίο αλλά μικρό. Εγώ τότε ήθελα το Ναύπλιο να είναι σαν την Τζακάρτα, απέραντο, να περπατάμε αγκαλιασμένοι μέσα στη βροχή για μήνες και να μην τελειώνει. Λίγο πριν μπούμε ξανά στα δυο σαραβαλάκια για την επιστροφή στην Αθήνα, βγήκαμε εκείνη την φωτογραφία. Οχτώ φοιτητές και η πορτοκαλί ομπρέλα στη μέση. Και πίσω από την ομπρέλα εμείς. Έλαμπα ολόκληρη. Νόμιζα θα σε κρατούσα για πάντα. Λάθεψα. Κράτησα όμως την ομπρέλα ως τρόπαιο ευτυχίας. Κράτησα και την φωτογραφία. Και ευτυχώς που την κράτησα δηλαδή γιατί η ανάμνηση όπως είπα θόλωσε. Έμεινε μια πορτοκαλί θάλασσα που με πνίγει μερικά βράδια. Όσο βέβαια περνούσαν τα χρόνια και κοιτούσα την πολαρόιντ, τόσο μου φαινόταν ότι εσύ ουσιαστικά έλειπες. Από τότε. Δεν ξέρω πού ήσουν, αλλά έλειπες. Ποτέ δεν ήσουν παρών. Πουθενά.

Και να τώρα, που είσαι απρόσμενα δίπλα μου. Μας έφερε κοντά και πάλι μια βροχή. Κατά λάθος. Σύμπτωση βέβαια, δεν ξεκούτιανα να πιστεύω στη μοίρα. Στη μέση της Αθήνας. Κρατούσα στη βροχή την πορτοκαλί ομπρέλα και πάλι. Την ίδια! Τη φυλάω σαν κινέζικη πορσελάνη και την εκθέτω σε κάθε βροχή. Η βροχή δυνάμωσε όμως και κατέφυγα κάτω απ’ τη μαρκίζα. Πανεπιστημίου και Μπενάκη. Με την πορτοκαλί ομπρέλα στα χέρια. Όπως πριν από δεκαεπτά χρόνια στο Ναύπλιο. Λείπει όμως η φοιτητοπαρέα.

Σε είδα δίπλα μου μόλις έκλεισα την ομπρέλα. Κάτω απ’ τη μαρκίζα. Λίγο μουσκεμένος. Πρώτα είδα το βλέμμα σου να παρακολουθεί την ομπρέλα που έκλεινε. Σίγουρα την αναγνώρισες, τόσο πορτοκαλί δεν φεύγει από το νου. Σε αναγνώρισα κι εγώ αμέσως, ούτε συ φεύγεις από το νου. Ποτέ δεν έφυγες, ήσουν μια πορτοκαλί ανάμνηση. Στην αρχή απέφυγες να με κοιτάξεις στα μάτια. Κάποτε τα βλέμματά μας διασταυρώνονται. Θέλω να σου πω για την ομπρέλα που κράτησα σα φυλαχτό (να, βλέπεις; ακόμη την έχω;). Θέλω να σου πω ότι έχω κάνει μούσκεμα την φωτογραφία της εκδρομής από τα δάκρυα (αλήθεια θυμάσαι;). Θέλω να σε βάλω και πάλι κάτω από την ομπρέλα και να κόψουμε το δρόμο ως το Ναύπλιο με τα πόδια (αντέχεις, ε;).

Εσύ δε μιλάς. Χαμογελάς αμήχανα. Κοιτάς μια εμένα, μια την ομπρέλα. Ύστερα στρέφεις αμήχανα το γκρίζο σου βλέμμα στον γκρίζο ουρανό. Ξανά την ομπρέλα, ξανά εμένα. Ακόμη ένα σπασμένο χαμόγελο και στρέφεις την πλάτη. Απομακρύνεσαι και πάλι. Η βροχερή Αθήνα δεν προσφέρεται για εκδρομές. Ίσως βέβαια η μαρκίζα σού δώσει την έμπνευση για κανένα στιχάκι. Το ‘χεις με το γράψιμο. Με τους ανθρώπους δεν το ‘χεις. Τα κάνεις μούσκεμα.

Φεύγω κι εγώ αψηφώντας τη βροχή. Κρατώ σφιχτά στο χέρι κλειστή την πορτοκαλί ομπρέλα. Η εκδρομή δε θα ξαναγίνει.

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Συντάκτης

ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Δείτε ακόμη

  • Τζάνις Τζόπλιν: Το κορίτσι με τη βραχνή, εκρηκτική φωνή

    Αμερικανίδα τραγουδίστρια της ροκ μουσικής. Προικισμένη με μία συγκλονιστική φωνή, απέδιδε με την ίδια θέρμη τον δυναμισμό του ροκ και την απελπισία των μπλουζ. H Τζάνις Λιν Τζόπλιν (Janis Lyn Joplin) γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1943 στο Πορτ Άρθουρ του Τέξας, στους κόλπους μιας χριστιανικής οικογένειας. Από νεαρή ηλικία έδειξε τις επαναστατικές της διαθέσεις, επηρεασμένη…

  • ΚΑΤΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

    Έβλεπα και άκουγα έναν πολιτικό να μιλάει για ένα υπαρκτό θέμα. Ανέπτυσσε απόψεις, μιλούσε για ενέργειες, απειλούσε αντιπάλους, θύμωνε κ.τ.λ. Τα λόγια του, το ύφος του και οι κινήσεις του είχαν κάτι το θεατρικό. Μου ήρθε στο νου μου το κατς. Όσοι βλέπουν κατς (δεν είμαι φαν) ξέρουν ότι ένα ποσοστό του θεάματος είναι θέατρο…

  • Ε ΚΑΙ ΤΙ ΕΓΙΝΕ…

    … που μιλήσαμε κάποτε γι’ αγώνες κι επαναστάσεις; Που όσοι τόλμησαν μάτωσαν κι εγκαταλείφθηκαν; Κι όσοι οργίστηκαν βαφτίστηκαν φασίστες από μελλοντικούς σωτήρες; Το παρόν απαιτεί ησυχία. Διακριτικές κινήσεις και ήρεμες ώστε να μη διασαλευθεί το σύστημα παραγωγής ελπίδων. Οι καταναλωτές πρέπει να βρίσκουν το προϊόν στα πρώτα ράφια και πιθανή έλλειψη ελπίδας ίσως οδηγήσει σε…

  • Κληρονομιά

    Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιούνη του 1994 κρατούσε ακόμη από τις δροσιές του Μάη. Ο μεσόκοπος δικηγόρος Θανάσης Τρίκας πήρε το δρόμο για το σπίτι με τα πόδια. Το συνήθιζε τώρα τελευταία να κάνει το «σπίτι-γραφείο, γραφείο-σπίτι» ποδαράτα, ιδίως τα απογεύματα με τις υπηρεσίες κλειστές που δεν χρειαζόταν μετακινήσεις, έτσι κι αλλιώς έβλεπε μόνο πελάτες….

  • Τσαστούσκι – Οι ρωσικές μαντινάδες

    Οι τσαστούσκι είναι συνήθως ομοιοκατάληκτα τετράστιχα που τραγουδιούνται με τη συνοδεία του ακορντεόν ή της μπαλαλάϊκας, του ρωσικού λαϊκού εγχώρδου, μουσικού οργάνου. Προήλθαν από τα χορευτικά τελετουργικά τραγούδια για αυτό έχουν γρήγορο, χορευτικό ρυθμό και οι στίχοι τους είναι συνδεδεμένοι με τη μουσική. Οι πρώτες αναφορές για τα σύντομα αυτά τραγούδια έγιναν στο τέλος του…

  • Πικρία

    Γεννήθηκε το 1910 στη Μαντζουρία. Δεκαεννιά ετών μπάρκαρε και τέσσερα χρόνια μετά δημοσίευσε το Μαραμπού, την ποιητική συλλογή που τον έκανε διάσημο. Με μόνο τρεις ποιητικές συλλογές -52 ποιήματα- ο Νίκος Καββαδίας είναι ίσως ο περισσότερο μελοποιημένος ποιητής. Παρόλα αυτά ο συγγραφέας Δ. Καλοκύρης αναφέρει στο βιβλίο του για τον Καββαδία πως το 1975 είχε…