Δημοσιεύτηκε

Υπήρξε εποχή -καμία σχέση με τούτη- που ο κόσμος ονειρευόταν. Το αφήγημα συχνά άρχιζε με φράσεις «μου ήρθε στ’ όνειρο», «ονειρεύτηκα», «είδα στ’ όνειρο πως…». Ηταν εποχή που, παρ’ όλες τις δυσκολίες, άφηνε ένα πορτάκι στο φαντασιακό του νηστικού να ονειρεύεται -αυτοειρωνευόμενος, εντούτοις να ονειρεύεται- και να μιλά για καρβέλια από μια θέση οιονεί ανωτερότητας στον ξύπνιο του.

Παλιότερα λέγαμε για το «αμερικάνικο». Σήμερα χάνουμε από τον ορίζοντα το «ευρωπαϊκό» ανάλογό του, με αρκετούς ξύπνιους να βρίσκονται σε χρόνιο λήθαργο. Ομως, ξανά, η υπόθεση δεν ήταν πάντα έτσι.

Ο Χομπς τον 17ο αιώνα στον «Λεβιάθαν» έδινε έναν μίτο της Πολιτικής Φιλοσοφίας του καιρού του: «Οντας ξύπνιος, συχνά παρατηρώ τον παραλογισμό των ονείρων μου∙ ποτέ όμως δεν ονειρεύομαι τους παραλογισμούς των συνειδητών μου σκέψεων. Με ευχαριστεί το γεγονός ότι όσο είμαι ξύπνιος ξέρω ότι δεν ονειρεύομαι, παρ' όλο που όταν ονειρεύομαι νομίζω ότι είμαι ξύπνιος». Διαβάστε το πάλι!

Μα είναι «πολιτικό» το όνειρο; Οχι κατ’ ανάγκη. Αλλά όταν το συμβάν ξεκινάει με το «I have a dream…» (Εχω ένα όνειρο… ότι μια μέρα, οι γιοι των πρώην σκλάβων και οι γιοι των πρώην ιδιοκτητών σκλάβων θα καθίσουν μαζί στο τραπέζι της αδελφοσύνης...), όπως αυτό του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τότε γίνεται πολιτικό.

Ενώ είχαν πολεμήσει το ’40 τους ναζί, που -πριν υλοποιήσουν το Ολοκαύτωμα- απαγόρευαν στους Εβραίους να μπουν στα λεωφορεία, οι λευκοί Αμερικανοί το ’60 απαγόρευαν στους μαύρους Αμερικανούς να καθίσουν στα λεωφορεία.

Ωσπου έπεσαν πάνω σε μια ανυπάκουη μαύρη, τη Ρόζα Παρκς. Ιστορικά καψίματα θα πείτε∙ αλλά και δημιουργίες ονείρων… έως τις υλοποιήσεις του «μετα-», στην εποχή μας, του Ομπάμα… του Τραμπ και της Χίλαρι.

Ακόμα κι όταν το πλάσμα της Μαίρης Σέλεϊ από διάφορα μέλη νεκρών -όπως ονειρεύτηκε ξυπνητή τον Φράνκενσταϊν το 1818- προκάλεσε φρίκη στον δημιουργό του, το δημιούργημα έγινε εφιάλτης.

Πολιτικό ξανά το όνειρο και σε τούτη τη μεταφορά, αφού εμείς είμαστε οι δημιουργοί. Με τον Φράνκενσταϊν, έκτοτε, να δείχνει μία ή και περισσότερες πικρίλες της κακοτεχνίας που, εφόσον προέκυψε τέρας Βρυξελλών, οι δημιουργοί του το καταστρέφουν επειδή το λατρεύουν, επειδή το οικτίρουν, επειδή τους τρομάζει, επειδή… επειδή… Ο,τι γίνεται σήμερα στην Ευρώπη.

Αλλού όμως, με τίτλο «Κυκλικά ερείπια», ο Μπόρχες έστησε ένα μαγικό σκηνικό∙ εξωπραγματικό (Μπόρχες, «Απαντα τα πεζά Ι», Πατάκης, 2013).

Ξεδίπλωσε την αλληγορία ενός ονειρευόμενου∙ ενός που ήθελε να ονειρευτεί έναν άλλον άνθρωπο και, από το όνειρό του, να τον φέρει στην πραγματικότητα. Με χρόνο πολύ, με μεγάλο κόπο, με αλλαγές μεθόδων, ονειρεύτηκε ολοζώντανο, να σπαρταρά, ένα όμορφο άγαλμα και του έδωσε πνοή και όλοι το έπαιρναν για άνθρωπο.

Οταν απελευθέρωσε τον άνθρωπο των ονείρων του (ας πούμε, το δημιούργημά του) έπαψε να ονειρεύεται γιατί ήταν άτονος, γιατί ένιωσε πως το πλάσμα του τρεφόταν από τις απομειώσεις της δικής του ψυχής. Ο σκοπός του είχε ολοκληρωθεί∙ ώσπου, στο τέλος, διαπίστωσε ότι και ο ίδιος ήταν γέννημα του ονείρου κάποιου άλλου.

Αυτή η γενεαλογία -τρόπον τινά- των ονειρευόμενων του Μπόρχες, πιο σύνθετη, πιο αινιγματική, ακουμπάει περισσότερο τη δική μας ελλείπουσα επινόηση. Σίγουρα, παραβιάζει τους κανόνες του Σόιμπλε.

Αλλά έτσι είναι τ’ όνειρο. Δεν έχει κατακλείδα και γι’ αυτό προκαλεί απορίες. Πιστέψαμε ότι τα παράξενα υλικά που χρησιμοποιεί αφειδώς μοιάζουν με γρίφο∙ ότι, εντέλει, είναι μάταια και σπαταλημένα.

Παλεύοντας να βγούμε από «το κάτι» που προκαλεί ασφυξία, βρίσκουμε τα συρματοπλέγματα λογικά, το ξέφωτο ψηλά, την καμινάδα πολύ στενή και δεν βλέπουμε την πόρτα που, εν τω μεταξύ, μένει ανοιχτή. Και σερβίρουμε πρωινά με ειδήσεις που καίνε το υλικό του ονείρου.

Κι όμως. Αν σταθούμε στην ατελή μεταπολεμική αναγέννηση του 1960, θα δούμε (όπως το τραγούδησε ο Θεοδωράκης… ακόμα και οι Μπιτλς) ότι ο, τότε, ονειρευόμενος Νίκος Γκάτσος ενώ άρχιζε με το «δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά» έκλεινε με το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου / σε περιμένω να ’ρθείς / μ’ ένα τραγούδι του δρόμου να ’ρθείς όνειρό μου…».

Μ’ ένα τραγούδι. Ετσι είχε απαντήσει ο Μ. Χατζιδάκις το 1962 με την «Οδό ονείρων»: «Κάθε κήπος έχει / μια φωλιά για τα πουλιά. / Κάθε δρόμος έχει / μια καρδιά για τα παιδιά». Τ’ όνειρο τραγουδιόταν∙ σάρκωνε γλυκά, στέρεα πολιτισμός και πολιτικό.

Στήθηκε σήμερα μια φωλιά, μια καρδιά; Πόσες θέσεις εργασίας στήθηκαν;

Ονειρεύεται η Ελλάδα; Πώς ονειρεύεται η Ευρώπη τον εαυτό της πέντε χρόνια μετά; Ή μήπως ισχύει αυτό που είχε πει στις «Θλιμμένες πουτάνες» ο Μάρκες για τους έφηβους της γενιάς του (για τη δική μας Αριστερά;) «…άπληστοι για ζωή, ξέχασαν ψυχή τε και σώματι τα όνειρα που έκαναν, μέχρι που η πραγματικότητα τους έδειξε ότι το μέλλον δεν ήταν αυτό που ονειρεύονταν κι έτσι το ’ριξαν στη νοσταλγία».

Μπορεί. Ομως, δεν μιλώ για νοσταλγούς. Πολλοί στην εξουσία δεν ονειρεύονται∙ ξέχασαν. Χρέος τους, να ξαναθυμηθούν. Μιλώ για τους ονειρευόμενους.

Κάποιοι έμμονα σαν να ματαιώνουν αυτούς που συνεχίζουν να βρίσκουν, μέρα με τη μέρα, την ελπίδα τους σ’ αυτό το καταφύγιο – κυρίως τη γενιά που έρχεται. Ξανασκεφτείτε το. Ας το ξανασκεφτούμε!

Θανάσης Βασιλείου

Πηγή






Αναρτήθηκε από: