Δημοσιεύτηκε

Εμένα το ποδόσφαιρο δεν μου αρέσει (πια). Αιτία το ότι έχω καλύτερα και απείρως πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω και αφορμή το ότι οι ομάδες έγιναν μαγαζιά και το πράγμα έχασε το λούστρο της ιδεολογίας (σικ). Καλώς έγιναν επιχειρήσεις οι ομάδες, κακώς ο κόσμος «σκοτώνεται» (κάποτε και εκτός εισαγωγικών) για το μαγαζί του καθενός. Με την ίδια λογική θα σφαχτούμε και για το Χόντος Σέντερ, για το Ζάρα, για το περίπτερο του κυρ Αποστόλη στη γωνία ή για το σουβλατζίδικο του Λευτέρη στον από πάνω δρόμο.

Μιας που βρέθηκα στη Γλασκώβη, όμως, με την έναρξη του σκωτσέζικου πρωταθλήματος, θεώρησα ευκαιρία να μπω στο θερμό κλίμα της αναμέτρησης των δικών τους αιωνίων αντιπάλων: Σέλτικ εναντίον Ρέιντζερς, των  Old Firm (*) του σκωτσέζικου ποδοσφαίρου, στο καυτό Σέλτικ Παρκ, αντί να βολοδέρνω στη Μπιουκάναν για ψώνια που δεν μπορώ να κάνω.

Kατέβηκα με το τρένο μέχρι τον Σέντραλ χωρίς να έχω ιδέα κατά πού να τραβήξω για να πάρω το άλλο τρένο για τον σταθμό του Νταλμάρνοκ. Ο θεός είναι μεγάλος, σκέφτηκα. Το ίδιο και ο Σέντραλ, λίγο να πάει στραβά το πράγμα θα βρεθώ στο Εδιμβούργο άνευ λόγου και δεν το θέλω με τίποτα. Αν ήταν για Ινβερνές θα το έπαιρνα το ρίσκο.

Στην περίπτωση αυτή, όμως, είναι αδύνατον να χαθείς, να μπερδέψεις τρένα. Απλά ακολουθείς το ανθρώπινο ποτάμι με τα πράσινα: μπλουζάκια, κασκόλ, τσαντάκια, καπελάκια και λοιπά εμπορεύματα της μπουτίκ της Σέλτικ, στο κέντρο της Γλασκώβης.

Γεμάτο το τρένο, κυρίως άντρες αλλά και γυναίκες, κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης. Όλοι φωνακλάδες, άλλοι τα είχαν πιει, άλλοι όχι. Πάντως, ο αγώνας είχε προγραμματιστεί για νωρίς το μεσημέρι, στις 12, για να μην προλάβουν να πιουν αρκετά. Εννοείται ότι το αλκοόλ απαγορεύεται στα γήπεδα ποδοσφαίρου (αλλά όχι και στα γήπεδα ράγκμπι, κοινό δυο ταχυτήτων, βλέπεις).

Παρά το πανηγυρικό κλίμα που επικρατεί μεταξύ των φιλάθλων, με τραγούδια, φωνές, ενίοτε και διαπληκτισμούς, την παράσταση κλέβει μακράν η παρουσία της αστυνομίας. Βγαίνοντας από το τρένο μας συνοδεύει μέχρι το γήπεδο ο απειλητικός και πολλά υποσχόμενος βόμβος του ελικοπτέρου που δεν σταμάτησε ούτε λεπτό, μέχρι να τελειώσει ο αγώνας, να κάνει κύκλους πάνω από την επίμαχη περιοχή, ανάμεσα στον σταθμό και το γήπεδο. Τα αστυνομικά οχήματα κάθε μεγέθους βρίσκονταν παντού, όργανα της τάξης σχεδόν ένα ανά θεατή (καλά, υπερβάλλω λίγο, 58.000 κόσμος ήταν στο γήπεδο) και η έφιππη αστυνομία, με ειδικά προστατευτικά στα μάτια των αλόγων, σε ετοιμότητα.

Λίγο να είσαι από χωριό και να μην ξέρεις από τέτοια, λίγο να είσαι γυναίκα άσχετη από γηπεδικό περιβάλλον (αν και «θαμώνας» γηπέδου μπάσκετ πριν από χρόνια), λίγο να έχεις την πετριά της κάμερας, του δίνεις και καταλαβαίνει. Και να οι φωτογραφίες, και να τα βίντεα, δεν μου ξέφυγε τίποτα. Ούτε οι πολυπληθείς γλάροι που πετούσαν πάνω από τη δυτική κερκίδα, ούτε οι πωλητές κασκόλ και λοιπών ενθυμίων, ούτε οι κυρίες με τα κίτρινα με τη λοταρία των 15 λιρών για ενίσχυση και του συλλόγου. Μέχρι και τα σολντ άουτ εισιτήρια των 50 λιρών έκαναν δειλά την εμφάνισή τους, ως παράνομα που είναι, όταν ρώτησα αν υπάρχουν, μιας και δεν βρήκα στο ίντερνετ και δεν θα έδινα και τις 50 λίρες, έτσι κι αλλιώς.

Στόχος μου να αποκαλύψω στο κοινό το μυστικό της επιτυχίας των βρετανικών αρχών για την πάταξη των φαινομένων βίας στα γήπεδα. Ο χουλιγκανισμός έχει πατρίδα το Ηνωμένο Βασίλειο, γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στους Λονδρέζικους δρόμους, ανδρώθηκε, έζησε και έδρασε στα γήπεδα. Λέγεται ότι νονός του ήταν ο Ιρλανδός ταραξίας Πάτρικ Χούλιχαν, ενώ υπάρχουν και άλλες, εξίσου πειστικές εκδοχές. Αλλά αυτή η πατρίδα βρήκε τρόπο να τον απελάσει, στην ακραία του μορφή, τουλάχιστον, βοηθούσης και της Σιδηράς Κυρίας Μάργκαρετ, που ήταν πολύ σκληρή για να πεθάνουν άλλοι άνθρωποι στα γήπεδα της προσωπικής της επικράτειας.

Ο χουλιγκανισμός βρέθηκε στους πέντε δρόμους, ένας από αυτούς ελληνικός, προκαλώντας φαινόμενα καταστροφών και άλλων βιαιοτήτων, σε σημείο να καταντά επικίνδυνο να πηγαίνουν ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού σε ορισμένα παιχνίδια, που κάθε άλλο παρά παιχνίδια είναι. Του Βρετανού, όμως, ο τράχηλος βία δεν υπομένει πλέον και αυτό διαφυλάσσεται με κάθε τρόπο. Όταν, για παράδειγμα, στον τελευταίο αγώνα πρωταθλήματος της προηγούμενης σαιζόν σημειώθηκαν έκτροπα, οι κάμερες «συνέλαβαν» τους ταραξίες, οι φωτογραφίες τους δόθηκαν στη δημοσιότητα και οι πολίτες κλήθηκαν να τους αναγνωρίσουν και να τους κατονομάσουν στην αστυνομία. Συνελήφθησαν άπαντες, δικάστηκαν και οι καμπάνες ήταν βαριές για τα κεφάλια τους. Οι πολίτες θεώρησαν καθήκον τους να βοηθήσουν τις αρχές, συχνά και με το αζημίωτο.

Όλα αυτά σκεφτόμουν όσο ευσυνείδητα έκανα κλικ και αιχμαλώτιζα τις μεγάλες στιγμές με την κάμερά μου, όταν δυο βαριές σκιές με πλάκωσαν, μια εκ δεξιών και μια εξ ευωνύμων (το κάνω δραματικό για το σασπένς). Λες και φύτρωσαν από το τσιμέντο της ανατολικής κερκίδας οι δυο άντρες, ευκαιρία να μάθω πώς κάνουν καμάκι οι Σκωτσέζοι στις αφελείς Ελληνίδες τουρίστριες, σκέφτηκα, όταν είδα να μου κολλούν στα μούτρα μια ταυτότητα: Police!

Μάλιστα! Οι ευειδείς, άνω του Μ.Ο.Σ. (μέσου όρου Σκωτίας) κύριοι ήταν αστυνομικοί με πολιτικά, που ανάμεσα σε 58.000 κόσμο η μόνη που χτύπησε στο μάτι τους ήταν η πτωχή αρθρογράφος από την Ελλάδα, που το φιλοπερίεργον του χαρακτήρος της την οδήγησε να φερθεί αδιάκριτα ακόμη και απέναντι στα αλόγατα. 

Μισή ώρα (σχεδόν) με ανέκριναν εκεί σε μια γωνία του Σέλτικ Παρκ. Τα πάντα, όμως. Μόνο πόσα κιλά είμαι δεν ρώτησαν από λεπτότητα, αλλά μάλλον με ζύγισαν με το μάτι και το έγραψαν κι αυτό σ’ ένα κίτρινο μπλοκάκι, μαζί με ΟΛΑ μου τα στοιχεία, διευθύνσεις Ελλάδας και εξωτερικού, τηλέφωνα Ελλάδας και εξωτερικού, στοιχεία ατόμων της οικογένειάς μου, τα πάντα όλα! Νομίζω ότι αναγνώρισαν στο βλέμμα μου την αθωότητα, τους έριξα και πεντέξι χαμόγελα στα ελληνικά, τους είπα  όσα ήξερα για τον χουλιγκανισμό στα αγγλικά και τι ωραία που τον πάταξαν μεν, με άκουσαν με προσοχή δε να τους λέω για τους δικούς μας αιωνίους αντιπάλους, είδαν ότι είχα φωτογραφίσει και κάτι μωβ κάδους και τους εξήγησα ότι είναι το αγαπημένο μου χρώμα και να το ξέρουν σε περίπτωση που με χώσουν μέσα, ότι άλλο χρώμα ρίγες στη στολή δεν θα δεχτώ, μην επιμείνουν, τώρα που γίναμε φίλοι θα τα χαλάσουμε στο χρώμα;

Στο τέλος με ρώτησαν αν κατάλαβα γιατί μου έκαναν τις ερωτήσεις αυτές, βεβαίως, λέω εγώ, για λόγους ασφάλειας, δεν σας παρεξηγώ όπως εσείς εμένα, δεν έχω να φοβηθώ και τίποτα, εσείς φοβάστε, αισθάνθηκα για πρώτη φορά ασφαλής σε γήπεδο μ’ εσάς να με προστατεύετε (γλειψ). Θα γράψω για τα γήπεδά σας, ταράχτηκαν, θα γράψετε και για μας, ότι μας συναντήσατε;, με ρώτησαν, βεβαίως, λέω, θαυμάσια εμπειρία ήταν, επιμένω με πιότερο ενθουσιασμό! Παρολίγον να τους προτείνω να ποζάρουν κιόλας, αλλά σκέφτηκα ότι μπορεί, τελικά, να μην έχουν μωβ στολές, οπότε το έκανα στη ζούλα, όταν μου είχαν ήδη γυρίσει την πλάτη. Έτσι, για ένα σουβενίρ, βρε παιδί μου!

Για την επόμενη ώρα που παρέμεινα στον χώρο, τους είδα κάμποσες φορές να γυροφέρνουν αλλά με χαιρετούσαν χαμογελαστοί. Φεύγοντας τους φώναξα ένα nice to meet you! και το εννοούσα. Why not, άλλωστε;

(*) Αδιευκρίνιστο γιατί λέγονται έτσι, ίσως επειδή πρόκειται για ιστορικές ομάδες, από τους ιδρυτικούς συλλόγους της Φούτμπολ Λιγκ στη Σκωτία to 1890. Άλλη εκδοχή θέλει ο όρος να προέρχεται από τον χαρακτηρισμό των σχολιαστών του πρώτου μεταξύ τους αγώνα, οι οποίοι ανέφεραν ότι διεξήχθη σαν μεταξύ δυο παλιών, σταθερών φίλων (like two old, firm friends).

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη