Δημοσιεύτηκε

Η επονομασθείσα Σφαγή του Λάντλοου υπήρξε μια από τις αιματηρότερες επιθέσεις της εργοδοσίας και του κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ, ένα γεγονός-αποκορύφωμα της συσσωρευμένης εργατικής καταπίεσης δεκαετιών.

Έλαβε χώρα στις 20 Απριλίου του 1914 στην ομώνυμη πόλη του Κολοράντο, όταν η Εθνοφρουρά που είχε αποσταλεί στην περιοχή, διέλυσε με τα όπλα την απεργία των ανθρακορύχων. Ηγετική μορφή της πολύμηνης απεργίας είχε αναδειχθεί ένας Έλληνας ονόματι Λούης Τίκας (κανονικά Ηλίας Σπαντιδάκης), ο οποίος εμψύχωνε και καθοδηγούσε τους συναδέλφους του σε αυτόν τον απίστευτα σκληρό και ψυχοφθόρο αγώνα ενάντια των εργοδοτών και του κράτους. Η απεργία αποτέλεσε επίσης και την αποθέωση της γυναικείας καρδιάς, που τροφοδοτούσε τη φλόγα της αντίστασης στα μάτια των αντρών. Μια μέρα πριν την εισβολή της Εθνοφρουράς και τη δολοφονία πάνω από 20 ατόμων, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Τίκας, η ελληνική κοινότητα των απεργών γιόρταζε το Πάσχα στήνοντας γλέντι. Μέσα στη μικρή αυτή γιορτή που στήθηκε στην κατασκήνωση του Λάντλοου παίχτηκε και ένας ιδιόμορφος αγώνας μπέιζμπολ, σταγόνα ανεμελιάς στον ωκεανό μιας απύθμενης θλίψης, ο οποίος όμως διακόπηκε από τους άνδρες της Εθνοφυλακής. Από αυτούς, που 24 ώρες αργότερα θα γίνονταν φονιάδες κάποιων που διεκδικούσαν το δικαίωμα να είναι άνθρωποι. Το κείμενο που ακολουθεί είναι σύνθεση από το βιβλίο του Ζήση Παπανικόλα, «Αμοιρολόιτος» και από την αφήγηση του σύγχρονου στα γεγονότα, Βάλτερ Φινκ.

Έφτασε η Κυριακή 19 Απριλίου. Οι Αμερικανοί, στην πλειονότητά τους αδιαφορούσαν για τη δυσάρεστη στασιμότητα που είχε προκύψει ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορυχείων και στους λιμοκτονούντες μετανάστες στο Κολοράντο. Οι εφημερίδες επί ημέρες πλημμύριζαν με τις αντιδράσεις διπλωματών και πολιτικών στις προσβολές, τις οποίες υφίστατο η εθνική μας υπερηφάνεια στο επαναστατημένο Μεξικό… Και σε αυτές τις γκρίζες κουκίδες στο λιβάδι του Λάντλοου, στις ξεχαρβαλωμένες σκηνές, οι Έλληνες γιόρταζαν το Πάσχα τους.

Ήταν αποφασισμένοι να γιορτάσουν το Πάσχα καλύτερα από τους καθολικούς. Είχαν προετοιμάσει τη γιορτή με μεγάλη φροντίδα. Ο Γκας Παπαδάκης είχε κατέβει από το Βάλσμπουργκ ειδικά για την περίσταση. Θυμάται πως είχαν βάλει ένα αρνί στη φωτιά, πως είχαν αγοράσει δύο βαρέλια μπύρα. Και είχαν εμφανιστεί φέρνοντας ένα δώρο για τις γυναίκες, ένα δώρο τόσο εξόφθαλμα αμερικανικό, ώστε ξεκαρδίστηκαν αυτοί οι ανατολίτες εργένηδες: κοντές φουφούλες γυμναστικής.

Έτσι, το πρωί εκείνο, ενώ η χώρα ακροβατούσε στο χείλος του γκρεμού και το αρνί ψηνόταν στα κάρβουνα, στον καταυλισμό του Λάντλοου οργανώθηκε αγώνας μπέιζμπολ. Στον αγώνα έπαιζαν οι γυναίκες, φορώντας τις καινούριες φουφούλες τους, ενώ οι άντρες σφύριζαν και τις περιέπαιζαν.

Στη μία περίπου πήγαν όλοι τους στη σκηνή των Ελλήνων για το μεσημεριανό γεύμα. Αναμφίβολα το αρνάκι φαινόταν λιγοστό στα πιάτα τους, αλλά ήταν εντούτοις κανονικό πασχαλινό γεύμα, και μετά το φαγητό ο Λούης Τίκας, ντυμένος με κρητικές βράκες, φωτογράφισε τις γυναίκες με τις φουφούλες, σε πέντε διαφορετικές πόζες, όπως θυμούνται. Κατόπιν επέστρεψαν στο γήπεδο και έπαιξαν ακόμα ένα παιχνίδι μπάλα και, αυτή τη φορά αυτή, οι άντρες βρέθηκαν στη θέση των γυναικών και άκουσαν με τη σειρά τους τις κοροϊδίες. Τι ήξεραν από μπέιζμπολ, αυτό το σμάρι νοτιοευρωπαίων μακαρονάδων;

Οι απεργοί και οι οικογένειές τους απόλαυσαν τον αγώνα. Ήταν χαρούμενοι, ένα ανέμελο κοινό είκοσι ενός εθνικοτήτων, μη σκεπτόμενοι τίποτα παρά την ελευθερία από τη βιομηχανική και πολιτική σκλαβιά που πρόθυμα αγόραζαν από έναν αδιάκοπο πόλεμο με τους εισαγόμενους δολοφόνους του Τζον Ντ. Ροκφέλερ, το κατεχόμενο από εταιρίες, κράτος, και τους αξιωματούχους του Κολοράντο…

Το παιχνίδι είχε σχεδόν τελειώσει, όταν ήλθαν οι πιστολάδες της Εθνοφρουράς, έφιπποι και με υψηλής ισχύος τυφέκια για να διακόψουν τον αγώνα μπέιζμπολ. Μερικές από τις γυναίκες των απεργών άρχισαν να τους περιγελούν. Κάποιος με ψάθινο καπέλο και εργατική φόρμα πλησίασε δύο από τους φρουρούς και άπλωσε τα χέρια του.

«Πυροβόλησε τώρα, αν θέλεις. Αυτή είναι η καλύτερη ευκαιρία σου να με πετύχεις».

Ακούστηκε ένα μουγκρητό και οι γυναίκες άρχισαν πάλι. Μια εξ’ αυτών, η Περλ Τζόλι, είπε, αν σας κυνηγήσουμε με αεροβόλα εμείς οι γυναίκες θα παρατούσατε τα τουφέκια και θα το βάζατε στα πόδια».

Ο εθνοφύλακας Πάτον την κοίταξε.

«Δεν πειράζει κούκλα», είπε.

«Ας περάσεις σήμερα την Κυριακή σου. Aύριο θα μπούμε εμείς στο ψητό…».

Αναδημοσίευση από humbazine.gr






Αναρτήθηκε από: