Δημοσιεύτηκε

Ποιος γνωρίζει ποια ήταν η Λουίζα Ριανκούρ;Προσωπικά την έχω συνδέσει με τη λέξη «φιάσκο», λέξη-κλισέ των ελληνικών Μ.Μ.Ε. Το «φιάσκο» της Λουίζης (sic) Ριανκούρ έδωσε τροφή για καιρό στις ειδήσεις και αφορούσε στη γνωστή υπόθεση της 17 Νοέμβρη. Ποια ήταν, όμως, η Λουίζα Ριανκούρ και γιατί υπάρχει δρόμος στην Αθήνα με το όνομά της;

Γεννήθηκε το 1846 στο Σαιν Ντιντιέ της Γαλλίας, ήταν κόρη βαρόνου και μεγάλωνε την εποχή που ο Ρομαντισμός, κίνημα που ακολούθησε τον Διαφωτισμό, είχε ωριμάσει. Όταν μετά από τις πρώτες αρχαιολογικές ανακαλύψεις αναβίωσε η αρχαιολατρεία ακολούθησε η στροφή προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, πράγμα που δημιούργησε ένα έντονο φιλελληνικό ρεύμα, την εποχή που προετοιμαζόταν ο αγώνας εναντίον των Τούρκων. Το ζήτημα της Ελλάδας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή ενώ συνέρρεαν πλήθη φιλελλήνων περιηγητών που ο καθένας αντιλαμβανόταν με τον δικό του τρόπο και για τους δικούς του λόγους, που δεν ήταν πάντα αθώοι, την απελευθέρωση και την ίδρυση εθνικού κράτους.

Η Λουίζα Ριανκούρ ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά της, εξαιτίας ακριβώς του φιλελληνισμού της. Έφυγε από τη Γαλλία πολύ νέα, ήρθε στην Ελλάδα και έζησε την προσπάθεια του νεοσύστατου κράτους να σταθεί στα πόδια του, πράγμα που, όπως πλέον γνωρίζουμε, ποτέ δεν κατάφερε να πετύχει. Επέστρεψε για λίγο στη Γαλλία, παντρεύτηκε τον βαρόνο Ντε Ριανκούρ και απέκτησε ένα γιο και μια κόρη, τον Ραούλ και την Ελίζα.

Η χώρα της, όμως, δεν μπόρεσε να την κρατήσει. Επέστρεψε στην Ελλάδα υποκινούμενη από τα φιλελληνικά της αισθήματα. Το σπίτι της στην οδό Αμαλίας 34 και ένα άλλο, θερινή κατοικία, στην Κηφισιά, έγιναν το κέντρο του μικρού κοσμικού σύμπαντος της, επίσης μικρής, πρωτεύουσας. Από τα σαλόνια της πέρασε όλη η υψηλή κοινωνία της εποχής, βασιλείς, πολιτικοί άρχοντες και αριστοκράτες, άνθρωποι που η Ιστορία κατέγραψε ή όχι. Προσέφερε πολλά στην κοινωνική ζωή της Αθήνας η κόμισσα -τον τίτλο της βαρόνης από σεμνότητα δεν τον χρησιμοποιούσε- και στις δεξιώσεις της συζητήθηκαν όλα τα μεγάλα θέματα της εποχής που αφορούσαν στην πολιτική, στις τέχνες, στην κοινωνία. Ειδύλλια γεννήθηκαν στης κόμισσας, ένα από τα οποία είναι αυτό του Ελευθερίου Βενιζέλου με την Αμερικανίδα χορεύτρια Ισιδώρα Ντάνκαν, που επίσης ζούσε στην Ελλάδα και το τραγικό τέλος της -ο πνιγμός με το φουλάρι της που μπλέχτηκε στις ρόδες του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε- συγκλόνισε τον κόσμο το 1927. Η Λουίζα Ριανκούρ ποτέ δεν της το συγχώρησε, αφού λέγεται ότι και η ίδια, αν και κατά πολύ μεγαλύτερη, είχε πέσει θύμα της γοητείας του Βενιζέλου.

Η κόμισσα Ριανκούρ προσπάθησε με όλους τους τρόπους που της ήταν πρόσφοροι να βοηθήσει, χωρίς να προσδοκά τίποτα για τον εαυτό της. Συνέταξε αμέτρητες επιστολές, προς κάθε κατεύθυνση, σε διάφορες γλώσσες που μιλούσε, για να ενισχύσει την πολιτική, διπλωματική και οικονομική θέση της Ελλάδας, αφού διέθετε την παιδεία και τις γνώσεις. Διέθεσε τεράστια για την εποχή χρηματικά ποσά για να ευεργετήσει ιδρύματα και να χρηματοδοτήσει εθνικούς σκοπούς. Όποιος είχε ανάγκη από οικονομική ενίσχυση προσέτρεχε σ’ εκείνην, ακόμη και το Πατριαρχείο. Γνωστή είναι και η συλλογή βυζαντινών νομισμάτων που φέρει το όνομά της και φιλοξενείται στο Νομισματικό Μουσείο. Για την εξαγορά της από τη χήρα του Ρώσου προξένου Τρογιάνσκι διέθεσε ένα τεράστιο ποσό, προκειμένου να μην εκποιηθεί και καταλήξει στο εξωτερικό. Ενίσχυσε φτωχούς και ορφανά και το 1905 δώρισε οικόπεδο όπου με δικά της χρήματα χτίστηκε και εξοπλίστηκε εργοστάσιο εργοχείρων, που έδωσε δουλειά σε άπορες κοπέλες.

Ήταν τέτοιο το μέγεθος των δωρεών της που συγκρίνεται με αυτό των εθνικών ευεργετών αν και ουδέποτε πήρε τον τίτλο αυτόν, ο οποίος συνοδευόταν και από παράσημο για όσους βοήθησαν οικονομικά σε μεγάλους εθνικούς σκοπούς. Με τον τρόπο της αποτέλεσε κομμάτι της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Έγινε και τυπικά Ελληνίδα το 1902, πράγμα ανώφελο, αφού υπήρξε ουσιαστικά πιο Ελληνίδα στην ψυχή από πολλούς Έλληνες. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά και είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα που παρατίθεται στο τέλος του άρθρου, από το βιβλίο της Μ. Πικραμένου Πεθαίνουμε  εκεί που αγαπάμε! Η βιογραφία της Λουίζας Ριανκούρ, βασισμένη στο ερευνητικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη.

Η Λουίζα Ριανκούρ πέθανε σε βαθύ γήρας «εκεί που αγαπούσε», στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου του 1941.

Αποφάσισα τότε να μάθω ελληνικά. Ένιωσα ότι ο μόνος τρόπος να πλησιάσω πραγματικά τους Έλληνες ήταν να μάθω τη γλώσσα τους. Να διαβάσω όσα έγραφαν, να έμπω στη νοοτροπία τους, την τόσο διαφορετική από τη δικιά μου. Ήξερα, το πίστευα βαθιά μέσα μου, ότι κάποτε θα γνώριζα τη μικρή χώρα. Όταν θα έφθανε εκείνη η ώρα ήθελα να αντιμετωπίσω τους ντόπιους ως ίση προς ίσους. Να μην με αντικρίσουν σαν περίεργο φαινόμενο, σαν μετεωρίτη που έπεσα από τον ουρανό χωρίς να γνωρίζω τη γλώσσα και τις συνήθειές τους. Για τα ήθη και τα έθιμα δεν ημπορούσα να κάμω κάτι για να τα μάθω. Δεν υπήρχαν ακόμη βιβλία που να τα περιγράφουν. Η γλώσσα όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Ημπορούσα να τη μελετήσω οπουδήποτε κι αν βρισκόμουνα και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.  Έβαλα αμέσως την απόφασή μου σε εφαρμογή. Δεν ήταν καθόλου εύκολο· ήταν το πιο δύσκολο εγχείρημα που είχα σκεφθεί και όχι για τους λόγους που υποθέτεις. Όχι, δεν ήταν η γλώσσα που με δυσκόλεψε· ήμουνα πολύ πεισματάρα για να με σταματήσει ένα εμπόδιο που ημπορούσα εύκολα να υπερνικήσω με τη φιλομάθειά μου. Θα σου τα ειπώ όλα με τη σειρά, γιατί περιμένω να σε ιδώ να χαμογελάς.

Οι γονείς μου επί μια δεκαετία και κάτι δεν μου επέτρεπαν να μάθω ελληνικά. Το είχα ζητήσει επανειλημμένα, η άρνησή τους με πλήγωνε αλλά δεν ημπορούσα να αγνοήσω τη θέλησή τους. Είναι περίεργο και το διαπιστώνω τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια και ανατρέχω στο παρελθόν. Όταν ήμουνα παιδάκι ακόμη, επιδίωκαν  να αποκτήσω όσο περισσότερες γνώσεις γινόταν. Ξόδεψαν μεγάλα ποσά, μας έφεραν στο σπίτι τους καλύτερους δασκάλους στον αδελφό μου και σ’ εμένα κι εμείς ανταποκριθήκαμε· η μικρή αδελφή μου ακολούθησε αλλά δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για τα διαβάσματά της. Με έστειλαν στη συνέχεια στα καλύτερα εκπαιδευτήρια. Ημπορεί να μην είχα την ομορφιά της αδελφής μου της Κονστάνς και να  ήμουνα απλώς συμπαθητική, διέθετα όμως γερή μόρφωση και συνέχιζα να διαβάζω· καθημερινά  κυκλοφορούσαν νέα βιβλία και όσα από αυτά ζητούσα τα προμηθευόμασταν. Ήξερα ήδη ότι και μόνον η λέξη  Ελλάδα ενοχλούσε τους δικούς μου. Δεν γνώριζαν ούτε το ίδιο τους το παιδί, εμένα, ούτε τους Έλληνες. Πίστευαν ότι η συναναστροφή μου με ό,τι το ελληνικό θα με απέτρεπε από την υπακοή και το καθήκον. Ούτε που φαντάζονταν ότι η Ελλάδα είναι η χώρα της αφοσίωσης και της αυταπάρνησης και ότι δεν θα μου έδιδε μαθήματα ιδιοτέλειας ούτε η χώρα ούτε οι κάτοικοί της. Διαπίστωνα πλέον ότι οι συγγενείς μου απεχθάνονταν τη χώρα που αγαπούσα.  Μου έδωκαν την άδεια να μάθω ελληνικά. Δεν το επιθυμούσαν όμως. Φέρονταν λες και θα κοπίαζαν οι ίδιοι. Ακατανόητα πράγματα!     

Ήμουνα ήδη στα είκοσι έξι, αρκετά μεγάλη για να αποφασίζω η ίδια για το μέλλον μου. Εάν είχα παντρευτεί στα είκοσι χρόνια μου, θα είχα ήδη οικογένεια, θα μεγάλωνα τα παιδιά μου, θα διοικούσα το σπιτικό μου. Ήμουνα σε θέση επομένως να κουμαντάρω τις επιδιώξεις μου, να χαλιναγωγώ την κακιά μου διάθεση και να επιμένω στον σκοπό μου. Ήθελα να μάθω ελληνικά. Και θα τα κατάφερνα. Βρισκόμασταν στο έτος 1872.

Οι αντιξοότητες ήταν πολλές. Η άδεια που πήρα για να μάθω μιαν όχι συνηθισμένη γλώσσα δεν συνεπαγόταν τις απαραίτητες διευκολύνσεις. Οι γονείς μου δεν  διέθεταν για χάρη μου χρήματα· χρειαζόμουν τα αναγκαία βιβλία και έναν δάσκαλο· ακόμα κι αν είχα να πληρώνω αυτόν που θα με δίδασκε, δεν θα τον δέχονταν στο σπίτι· τόσο αβυσσαλέο ήταν το μίσος τους, γιατί  περί αυτού επρόκειτο, δεν ήταν απλώς αντιπάθεια.

Ξεφεύγω τώρα από το θέμα μου, αλλά θέλω να αντιληφθείς ότι γνώρισα στα πρώτα χρόνια της ζωής μου όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα που ημπορείς να φανταστείς ή και να υποθέσεις. Η ανατροφή μου ευτυχώς με είχε καταστήσει ικανή και άντεχα τα πάντα. Ήμουνα αποφασισμένη να συνεχίσω να τρέφω τις ίδιες απόψεις και αδιαφορούσα για τις αντιδράσεις της οικογένειάς μου.

Οι απαγορεύσεις πλήθυναν, όταν αποφάσισα να μάθω ελληνικά. Δεν προβλέπονταν ξύλα για τη φωτιά στο τζάκι ούτε πετρέλαιο για τη λάμπα στο δωμάτιό μου· πώς να διάβαζα χωρίς φως; Μόνον με κεριά θα έπρεπε να μελετώ και αυτά δεν πρόσφεραν  σταθερό φωτισμό· το ηλεκτρικό φως ήταν άγνωστο ακόμη. Εάν ήθελα να σπουδάσω την αγαπημένη μου γλώσσα θα στραβωνόμουν και θα πάγωνα. Ζούσαμε χωρίς σπατάλες αλλά η συμπεριφορά των γονιών μου ξεπερνούσε τα όρια. Δεν με σέβονταν καθόλου. Δεν υπολόγιζαν ότι είχα κάποια δικαιώματα στη ζωή, όχι μόνον υποχρεώσεις. Ναι, η ζωή ήταν δύσκολη και οι δυσχέρειες μεγεθύνονταν· διέθετα το μειονέκτημα να έχω άποψη, να την εκφράζω και να μην αλλάζω γνώμη. Στ’ αλήθεια όμως η συμπεριφορά και η επιμονή μου ήταν μειονέκτημα ή πλεονέκτημα; Ο πνευματικός μου θα το ονόμαζε πλεονέκτημα, είμαι βέβαιη.

Να, πώς αντέδρασα και υπερπήδησα όλα τα εμπόδια, καθώς «ἔσπευσα νὰἐξοδεύσω τὰὀλίγα μου λεπτὰ εἰς ἀγόρασιν ἑλληνικῶν βιβλίων τοῦ Κου Ἀγγέλου Βλάχου καὶἤρχισα ἀπλήστως νὰ τὰ καταρροφῶ».

Το κρύο το αντιμετώπισα εύκολα. Κουκουλωνόμουν με όσες εσάρπες είχα και όχι μόνον. Όταν οι νύχτες ήταν παγερές, χρησιμοποιούσα και παπλώματα. Διατηρούσα με τον τρόπο αυτό μιαν ανεκτή θερμοκρασία και ημπορούσα να αφοσιώνομαι στη μελέτη. Από την καμινάδα  εισχωρούσε στην κάμαρά μου καπνός από το αναμμένο τζάκι του πιο κοντινού σπιτιού· ήταν παρηγοριά και καμωνόμουν ότι είχα φωτιά κι εγώ.

Αντιλαμβανόμουν ότι η μητέρα αποδέχθηκε την επιθυμία μου με κρύα καρδιά. Εκτός από τις αντικειμενικές δυσκολίες που συναντούσα στο διάβασμα, οι δικοί μου εφεύρισκαν συνεχώς στο σπίτι μας εργασίες που έπρεπε να τις κάμω μόνον εγώ. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να με αποσπούν από τη μελέτη που με ενδιέφερε. Με κρατούσαν απασχολημένη όλη την ημέρα και, όταν θα έφθανε η ευλογημένη ώρα που θα έμπαινα κατάκοπη στην κάμαρά μου, κανονικά θα τυλιγόμουν με τα σκεπάσματά μου και θα παραδινόμουν  στον ύπνο. Παραγνώριζαν ότι, όταν με έκαιγε μια  εσωτερική φλόγα, τα κατάφερνα και ξεπερνούσα κάθε εμπόδιο. Τώρα με συδαύλιζε η διακαής  επιθυμία να μάθω ελληνικά. Για τη γλώσσα εκείνη, η κούραση εξαφανιζόταν, το μυαλό ελευθερωνόταν και αφοσιωνόμουν αποκλειστικά. Με συνέπαιρνε. Μελετούσα με ζέση. Καλά κουκουλωμένη, επέμενα όσο άντεχα και σύντομα διαπίστωσα ότι ήμουνα σε θέση να κατανοώ την ξένη γλώσσα. Είχα κατορθώσει να επιτύχω κάτι σημαντικό!

Όταν το ψύχος και το σκοτάδι δεν μου επέτρεπαν να μείνω στην κάμαρά μου, μεταφερόμουν στην αίθουσα, το μεγάλο δωμάτιο όπου τρώγαμε ή καθόμασταν. Πήγαινα  κοντά στους οικείους μου χωρίς να τολμώ ή  να επιθυμώ να πάρω μαζί τα ελληνικά μου βιβλία. Επινόησα και εφάρμοσα μια δική μου καθόλου εύκολη μέθοδο· ανέσυρα από τη μνήμη μου κείμενα που δεν είχα προλάβει να μάθω καλά. Παρά τη φασαρία που έκαμαν οι δικοί μου, τα επαναλάμβανα από μέσα μου και τελικά τα μάθαινα νεράκι. Η επιμονή και η υπομονή μου αναπτύχθηκαν σταδιακά και κατόρθωσα να επιτύχω να μάθω τη γλώσσα. Έμαθα τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού. Έκλινα τα ρήματα σε όλες τις φωνές και τους χρόνους. Όλα τα ρήματα, πολλή δουλειά. Τα αφομοίωσα και κατόρθωσα να γράφω προτάσεις στα ελληνικά. Το λεξιλόγιό μου αυξανόταν συνεχώς, το λεξικό του Αγγέλου Βλάχου αποτελούσε ανεκτίμητο θησαυρό.

Μιαν έλλειψη είχα μόνο, αλλά ήταν σημαντική. Καθώς δεν είχα ακούσει ποτέ να ομιλούν ελληνικά, είχα πρόβλημα και δεν ήταν εύκολο να προφέρω σωστά τις λέξεις. Ταλαιπωρήθηκα στ’ αλήθεια, αλλά κάπως κάτι κατόρθωσα. Έμαθα ότι οι φθόγγοι ήταν  αρκετά εύκολοι και διαφορετικοί από τους δικούς μας. Αυτό που με κούρασε ήταν εκείνο το «ρο». Το ξέρεις κι εσύ ότι στα γαλλικά το προφέρουμε «γο». Αυτό ήταν πραγματικά απαιτητικό· επιφυλασσόμουν ωστόσο. Εάν δεν κατόρθωνα να ειπώ το «ρο», θα άκουγες κάτι ανάμεσα σε «ρο» και σε «γο». Κατανόησα και την αξία των τόνων και αυτό με βοήθησε να μην τονίζω όλες τις λέξεις στη λήγουσα, όπως στη μητρική μου γλώσσα. Συνειδητοποίησα αργότερα ότι εντελώς μόνη είχα καταφέρει να μάθω τα βασικά στοιχεία των ελληνικών. Αυτό που χρειαζόμουν απαραιτήτως και κατεπειγόντως πλέον ήταν η πρακτική εξάσκηση. Πώς θα τα κατάφερνα;

Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να αντιληφθώ ότι το πρόβλημα της προφοράς της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν μόνον δικό μου. Τον Μάρτιο του 1896 εκδόθηκε εγκύκλιος για τους καθηγητές των λυκείων στη Γαλλία, οι οποίοι έπρεπε «νὰ εἰσαγάγουν τὴν νεοελληνικὴν προφορὰν εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης».

Πηγές: https://ekpa.academia.edu/MitsiPikramenou

             εφημερίδαReal News

          el.wikipedia.org

Γεωργία Καρβουνάκη






Αναρτήθηκε από:

Γεωργία Καρβουνάκη