ΞΕΡΟΦΥΛΛΑ - Του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου - Ειδήσεις Pancreta

Δημοσιεύτηκε

Οι δύο αδελφές έκαναν το κουμάντο με δάκρυα στα μάγουλα, απορίες στα μάτια και έγνοιες στα μυαλά.

  • Τώρα τι κάνουμε; Θα φωνάξουμε το γιατρό;
  • Πρώτα πέτα μακριά το ποντικοφάρμακο. Μην το δει κανένας. Όσο για τον γιατρό, θα πεταχτεί ο αδελφός μας να φέρει τον ανιψιό μας από την Καρδίτσα.
  • Όχι τον αγροτικό; Δυο βήματα είναι το ιατρείο.
  • Όχι βέβαια! Μπελάδες θες; Άμα πιστοποιήσει ο γιατρός ότι ο πατέρας πήρε ποντικοφάρμακο, θα γίνουμε ρεζίλι. Ο παπάς μας είναι αγύριστο κεφάλι και δε θα δεχτεί να θάψει έναν άνθρωπο που αυτοκτόνησε.
  • Να μαζέψουμε και τα φύλλα. Τι του 'ρθε και γέμισε ξερά φύλλα το κρεβάτι του; Άμα πέθανε η μάνα μας τα 'χε λίγο χαμένα αλλά ότι θα έφτανε ως το σημείο αυτό, δεν το περίμενα. Τηλεφώνησε στον ανιψιό μας κι εγώ συμμαζεύω.

 Ανήμερα τ' Αϊ-Δημήτρη ο Λουκάς Μπουκουβάλας έβαλε τέρμα στη ζωή του. Στα εβδομήντα τρία του. Είχε πρωτύτερα γεμίσει το κρεβάτι του με ξερά φύλλα. Το διπλό κρεβάτι. Ούτε οι δυο κόρες του που αλαφιασμένες ετοίμαζαν τα δέοντα δεν μπορούσαν να δώσουν μια λογική εξήγηση. Ούτε για την αποκοτιά με το ποντικοφάρμακο, ούτε για την παραξενιά με τα ξερόφυλλα. Ο μόνος άνθρωπος που θα καταλάβαινε είχε πεθάνει από τον περασμένο Φλεβάρη. Η μάνα τους, η επί 52 χρόνια σύζυγος του Λουκά, η Ουρανία.

Την είχε παντρευτεί το 1951. Δε χρειάστηκαν πολλά. Στις 25 του Ιούλη ο Λουκάς πήγε τρία χωριά παρακάτω να προσκυνήσει τη χάρη της Αγίας Παρασκευής. Ένα βλέμμα που επιστράφηκε, ένα πέρασμα, ένα τυχαίο άγγιγμα. Αυτό ήταν. Ο Λουκάς ρώτησε, έμαθε, την ζήτησε νύφη, περάσανε βέρες. Έρωτας δυνατός, μα σιωπηλός. Ρίχτηκαν με τα μούτρα στη δουλειά να στήσουν το σπιτικό τους. Ο Αϊ-Γιώργης έδινε το σύνθημα.  Άνοιξη, καλοκαίρι, χωρίς ανάπαυση. Μόνο βλέμματα. Ούτε πολλές κουβέντες, ούτε πολλές αγκαλιές. Ο καβαλάρης ήταν σκληρός επιστάτης. Τα σώματα τα εξαντλούσε, ρουφούσε κάθε δύναμη, απαιτούσε κάθε ανάσα. Έπρεπε να 'ρθει ο άλλος καβαλάρης, ο Αϊ-Δημήτρης, να γεμίσει τον τόπο χρυσάνθεμα, να ξεράνει και τις πρασινάδες και να κλείσει το ζευγάρι ώρες στην κάμαρη. Ο Λουκάς και η Ουρανία τότε παρατούσαν τα δικράνια και τις τσάπες, σμίγαν σε ένα σώμα και ιστορούσαν ο ένας στον άλλον τα ανιστόρητα. Τότε δεν ήξερε ο κόσμος από Βαλεντίνους και Υάκινθους. Τότε ο έρωτας και το φιλί μύριζαν βροχή και νοτισμένα καυσόξυλα. Το διπλό, σιδερένιο κρεβάτι είδε κι έμαθε πολλά. Δε μαρτύρησε όμως τίποτε.    

Η Ουρανία πέθανε 14 Φλεβάρη. Ο Βαλεντίνος έγινε έξαλλος που η Ουρανία και ο Λουκάς τον αγνοούσαν και αποφάσισε να τους χωρίσει. Ο Λουκάς έχασε τον κόσμο, το μάτι του κοιτούσε πια αλλά δεν έβλεπε τίποτε, δεν υπήρχε πια τίποτε να δει. Άντεξε όμως. Για οκτώμισι μήνες. Τόσο μπορούσε. Τον Βαλεντίνο δεν τον ήξερε, τον Αϊ-Γιώργη με τις πολλές δουλειές τον φοβόταν, την Αγία Παρασκευή την σέβονταν. Αλλά ο Αϊ-Δημήτρης; Πώς ζεις έτσι μοναχός σου αυτό το σκληρό φθινόπωρο... Γιατί ξεραθήκαν πάλι τα φύλλα αφού η Ουρανία δε ζει πια; Καλά, το καλοκαίρι είχαμε τις δουλειές. Τώρα όμως; Καλύτερα το ποντικοφάρμακο...

Οι κόρες του Λουκά, με το δάκρυ στο μάγουλο και την απορία στα μάτια, πέταξαν τα ξερόφυλλα και ετοίμασαν το νεκροκρέβατο.

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου

Σημείωση: Το διήγημα «ξερόφυλλα» διακρίθηκε στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του literature.gr με θέμα «Φθινοπωρινές ακροβασίες. Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν τον Μάρτιο του 2021. Η αφορμή δόθηκε από μία φωτογραφία της Κατερίνας Νανούρη. Την παρακίνηση οφείλω στην Ελένη Τενεκετζή. Η Στέλλα Πάτσου μετέτρεψε το κείμενο σε ηχητικό με την συμμετοχή της Νικολέτας Βρέκα.

Ακούστε το εδώ.






Αναρτήθηκε από:

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου