ΣΤΕΦΟΣ – θεατρικός μονόλογος - Ειδήσεις Pancreta

Δημοσιεύτηκε

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου (27 Μαρτίου)

Σημείωση: Το κύριο σώμα του κειμένου αποτελεί ένα είδος εσωτερικού μονολόγου. Οι διάλογοι απευθύνονται σε διάφορους διερχόμενους ή σε συνομιλητές στο κινητό τηλέφωνο.

(Ακούγεται στο βάθος μουσική: η Marcia Funebre από την όπερα Αμλέτος εκτελεσμένη από την Παλιά Φιλαρμονική της Κέρκυρας)

Πού ‘σαι ρε Κική; Να, έφτασε πάλι το Μεγάλο Σαββάτο. Τι Μεγάλο δηλαδή… μικρό και κακορίζικο ήρθε και αυτό. Μεγάλη είναι η κίνηση στους δρόμους. Φούλαρε πάλι η Κέρκυρα. Δε βρίσκεις καρέκλα να κάτσεις στα καφενεία. Κι εγώ, βέρος Κερκυραίος, κάθομαι και χαζεύω το σουλάτσο στο παγκάκι. Και σου μιλάω. Τώρα θα μου πεις ποιος σ’ ακούει. Κανένας. Καταρχήν, να το ξέρεις Κική, τα λέω από μέσα μου. Να μην ξεφτιλίζομαι σ’ όλη την πόλη. Χρόνια τώρα σου μιλάω από μέσα μου. Πού και πού μόνο παίζω τον Αμλέτο, με τα πιατίνια.  Να, έτσι! (κίνηση: τα χέρια τα κάνει δυο χαλαρές γροθιές και  τα ενώνει με το εσωτερικό τους στο ύψος του στήθους. Τα υψώνει στο ύψος του προσώπου και τα απομακρύνει μεταξύ τους) Θα μου πεις τι πιατίνια, αφού τίποτε δεν κρατάς. Ε, έτσι, κάνω ότι παίζω. Αφού όταν κρατούσα τα πραγματικά πιατίνια της Παλιάς, εσύ δεν ήσουν εδώ να τα ακούσεις. Τι είναι η Παλιά; Μα ξέχασα είσαι ‘γκατζολάκι’, από τον Έβρο, και δεν ξέρεις. «Παλιά» λέμε στην Κέρκυρα την Παλιά Φιλαρμονική, εκεί που βαρούσα τα πιατίνια.

  • Καλημέρα Ηλία, Χρόνια Πολλά!

Ορίστε, μας διακόψανε! Καμιά φορά Κική, ξέρεις εσύ, θα διακόπτω για να χαιρετώ, να καλημερίζω κανέναν γνωστό. Αυτοί δεν ξέρουν ότι μιλάμε, δικαιολογημένοι λοιπόν. Τι λέγαμε; Α, ναι, για την Παλιά. (κίνηση) Ε, ρε Κική, να μ’ έβλεπες νέο με την στολή. Θα μου πεις, με γνώρισες νέο με την στολή και έτσι μ’ αγάπησες. Μα η στολή που έβλεπες εσύ ήταν η φανταρίστικη, η χακί. Ε, λοιπόν αν με γούσταρες με τα χακί, φαντάσου πώς θα ήμουνα με τη στολή της Παλιάς, της φιλαρμονικής. Σκούρα μπλε στολή, κόκκινος γιακάς και επωμίδες, χρυσή περικεφαλαία με κόκκινο λοφίο. Και, φαντάσου Κική, να τη φοράω εγώ, 1,85 ντερέκι. Με θυμάσαι. Τότε, στα 1973, με 1,85 λογιζόσουν γίγαντας. Δεν ήταν σαν τώρα που κάθε λυκειόπαιδο είναι μπασκετμπολίστας.

  • Γεια και σένα κυρα-Σπυριδούλα. Χαιρετισμούς στον σύζυγο.

Μια γνωστή κυρία ήταν, την ήξερα από το μαγαζί. Σου ‘λεγα λοιπόν ότι τέτοια μέρα ετοιμαζόμουνα από τα χαράματα για τον Αμλέτο (κίνηση). Να, δεν πρόλαβα να σου εξηγήσω τι είναι ο Αμλέτος. Κάθε τέτοια μέρα, Μεγάλο Σαββάτο, γίνεται η λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνα στους δρόμους της Κέρκυρας. Και η Παλιά παίζει ένα πένθιμο εμβατήριο, τον Αμλέτο (κίνηση). Εμβατήριο να σου φύγει η ψυχή! Πάνω από 100 μουσικοί! Μια φορά στη ζωή του κάθε άνθρωπος πρέπει να βρεθεί Μεγάλο Σάββατο στην Κέρκυρα να ακούσει, Κική, τον Αμλέτο (κίνηση). Μην κοιτάς που εγώ πια δεν έχω το κουράγιο, δεν έχω την ψυχή να πάω. Κι εγώ, τότε, να ‘μαι μέσα, μουσικός! Θα μου πεις ‘πιατίνια’. Ε, πιατίνια, δεν είπα πως ήμουνα και σπουδαίος μουσικός. Πάντως μέσα ήμουνα (κίνηση). Και ήθελα να με δεις. Γιατί από τότε που σε γνώρισα, για σένα έπαιζα. Και τώρα που τα χρόνια πέρασαν και την στολή την τρώει ο σκόρος, πάλι για σένα παίζω (κίνηση). Η ιδέα, Κική μου, μου καρφώθηκε ήδη στον Έβρο. Ο διοικητής μου, εσύ δεν τα ξέρεις αυτά, με κάλεσε στο γραφείο του και με ξέχεσε. Είχε πάει βλέπεις ο πατέρας σου και διαμαρτυρήθηκε. «Και τι πράγματα είναι αυτά. Και να συμμαζέψεις κυρ-Διοικητά τους φαντάρους σου… που ήρθαν στον Έβρο να φυλάνε τα σύνορα της πατρίδας και όχι να φιλάνε τα κορίτσια του κοσμάκη και να τα ξελογιάζουν…», και τέτοια. Απαίτησε μάλιστα… Ωχ, το τηλέφωνο! Πώς ανοίγει τώρα το διαόλι… καλά είχα συνηθίσει τα Νόκια με τα κουμπιά…

  • Ορίστε… Έλα ρε Βασίλη… Καλά μωρέ, ακόμη πρωί είναι. Άσε να τελειώσει η λιτανεία και θα περάσω για μια μπιλότα, να πιούμε και κανένα τσίπουρο… Ναι, τα λέμε.

Πρέπει να σηκώνω και τα τηλέφωνα, καταλαβαίνεις! Μείναμε στον διοικητή. Μάλλον όχι, στον πατέρα σου… που απαίτησε να μου δώσουν μετάθεση να φύγω από τον Έβρο, να μην ξελογιάσω το κορίτσι του. Τι να μην ξελογιάσω δηλαδή, που το κορίτσι ήταν ξελογιασμένο κι εγώ ξελογιασμένος πέντε φορές. Καλά δεν τα λέω Κική; Μ’ αγαπούσες και σ’ αγαπούσα. Σ’ αγαπούσα τρελά! Θα μου πει κάποιος, φαντάρος εγώ, μαθήτρια εσύ, πού ξέραμε πια από μεγάλους έρωτες; Ξέραμε Κική. (κίνηση) Και το καταλαβαίνω τώρα που δεκαετίες μετά δε μου πέρασε η κάψα και κάθομαι και σου μιλάω από μέσα μου, και τρέμει το φυλλοκάρδι μου μη μου φύγει κάτι από αυτά που σου λέω και το πω φωναχτά, και με πάρουν στο μεζέ. Δε φτάνει που με βλέπουν να χτυπάω τα αόρατα πιατίνια. (κίνηση) Αλλά αυτά οι Κορφιάτες τα συνήθισαν, νομίζουν ότι τα παίζω για τον Άγιο. Δεν ξέρουν ότι σου κάνω καντάδα… Με ξεχέζει που λες ο διοικητής, ήταν μέσα και δυο ΕΣΑτζήδες που άρχισαν τις αγριάδες. Χούντα ήταν ακόμη και τα πράγματα ήταν σφιχτά: «…που εκθέτεις το στράτευμα, …που το παίζεις γαμπρός και αυτά δεν προβλέπονται, …που σου τη χαρίζουμε και δεν σε στέλνουμε στρατοδικείο…». Ούτε λίγο ούτε πολύ, τη μετάθεση μού την παρουσίασαν ως μεγάλη χάρη και να ευχαριστώ και τον Θεό. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι άλλος θα πηδούσε από τη χαρά του που έφευγε από τον Έβρο για την Καλαμάτα. Εμένα όμως η μετάθεση μού φαινόταν σα να με πήγαν στη Σιβηρία. Σε σκεφτόμουν και σένα κλεισμένη στο σπίτι, μαυρισμένη στο ξύλο από τον πατέρα σου και τρελαινόμουνα. Τότε μου καρφώθηκε το σχέδιο στο μυαλό. Να περάσει ο καιρός, να απολυθώ και το Πάσχα να σμίξουμε. Λέω το σχολείο θα το έχει τελειώσει, θα έχει κάποια ελευθερία κίνησης. Σου ‘στειλα γράμμα, τι γράμμα δηλαδή, γράμματα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, και σε καλούσα το Πάσχα στο νησί. Σου ‘κλεισα και ένα ωραίο δωμάτιο στο Imperial, τότε λουξ ξενοδοχείο, μην κοιτάς τώρα που ξέπεσε. Σου υποσχέθηκα…

  • Χρόνια Πολλά ρε Κυριάκο!… Να έτσι κάθομαι και κάνω χάζι!... Αμάν μωρέ Κυριάκο, ακόμα με τους πολιτικούς ασχολείσαι! Αφού τα ξέρεις, αυτά δεν αλλάζουν… Ε, καλά εσύ επιμένεις. Πήγαινε και τα λέμε αργότερα.

Κική, παρότι ο Κυριάκος είναι συνονόματός σου είναι πολύ κουραστικός. Όλο με τα πολιτικά και τα τέτοια. Ό,τι λένε τα πρωινάδικα και ο Παπαδάκης τα ξεφουρνίζει σε καφετέριες και πλατείες. Ευτυχώς τον ξεφορτώθηκα. Τι λέγαμε; Ναι, σου υποσχέθηκα λοιπόν καντάδα με 100 μουσικούς. (κίνηση) Θα μου πεις νεκρώσιμη λιτανεία, εσύ την έκανες καντάδα; Έτσι είναι ο έρωτας Κική, το ξέρεις, ακόμη και τις λιτανείες σε κάνει να τις βλέπεις καντάδες. Και μετατρέπει τους σοβαρούς μουσικούς της φιλαρμονικής σε εύθυμους κανταδόρους στο καντούνι. Κι εγώ Κική, το ξέρεις κι αυτό, ήμουνα φουλ ερωτευμένος. Και σε περίμενα. Και όλο ρωτούσα στο Imperial αν ήρθε κάποια δεσποινίδα Κοτζάογλου. Κι όταν κατάλαβα, Σάββατο πρωί ότι τελικά δεν ήρθες, κατέρρευσα. Η στολή μού ‘πεφτε βαριά, ασήκωτα τα πιατίνια. (κίνηση) Δεν το ‘βαλα κάτω όμως, ρε Κική. Συνέχισα να σου στέλνω γράμματα, να περιμένω απάντηση. Ώσπου μια μέρα τα ‘βαλα με τον εαυτό μου: «Τι κάθεσαι, ρε Στέφανε, και βαλαντώνεις σαν το μαλάκα; Νέος είσαι, ωραίος είσαι, μαγαζί έχεις. Δεν είσαι πια κωλοφάνταρο. Πήγαινε να βρεις τον πατέρα της να ξηγηθείς: Αυτός είμαι κύριος, το και το, τη θέλω την κόρη σου να την πάρω με παπά και με κουμπάρο». Ήθελα όμως πρώτα να σε βρω. Να μου πεις ότι ακόμη μ’ αγαπάς, να είμαι σίγουρος. Παίρνω ένα Σάββατο το αμάξι του πατέρα μου, εσύ δεν τα ξέρεις αυτά, κοιμάμαι Σαλονίκη, και την Κυριακή βάζω μπρος για τους Μεταξάδες, το χωριό σου…

  • Καλημέρα, Τζώρτζη! Καλημέρα Αλέκο! Χρόνια Πολλά λεβεντόπαιδα!... Θα ‘ρθω μωρέ αργότερα… Πιο μεσημέρι.

Πάλι μας διακόψανε. Φίλους έχω, Κική, δόξα τω Θεώ! Εσένα δεν έχω. Εσύ λείπεις και όλο το νησί μου φαίνεται άδειο. Θα μου πεις κόλλησα τώρα, τι μαλακίες λες για αγάπες, δεκαετίες πέρασαν. Εσύ δεν ξέρω αν καν με θυμάσαι, αν ζεις. Αλλά, να σου πω; Ξέρω ότι ζεις και με θυμάσαι (κίνηση). Ξέρω ότι ζεις και με θυμάσαι γιατί η γη ακόμα γυρίζει. Ακόμα παίζουν τον Αμλέτο κάθε Μεγάλο Σάββατο, ακόμα στέκει το καμπαναριό του Αγίου Σπυρίδωνα. Αφού ήρθε πάλι πασχαλιά, λέω με το μυαλό μου, ακόμη ζεις και με θυμάσαι. Παναγιά μου τα χάνω, τι έλεγα; Έλεγα λοιπόν ότι μια Κυριακή έσκασα στο χωριό σου. Πριν από το χωριό σταμάτησα στο βενζινάδικο δήθεν να φουλάρω. Πληροφορίες ήθελα. Ευτυχώς ο βενζινάς μού έκατσε ομιλητικός: «Πώς από τα μέρη μας…» και τέτοια. Εγώ πονηρή αλεπού, έκανα πως ήμουν περαστικός, τάχα εμπορικός αντιπρόσωπος και ήξερα τον πατέρα σου: «Τι κάνει ο Κοτζάογλου; Γνωστός του πατέρα μου ήτανε». «Μια χαρά, ζει και βασιλεύει, παλεύει με τα χωράφια του». «Είχε και μια κόρη, Τέλειωσε το σχολειό;» «Το τέλειωσε και παντρεύτηκε κιόλας. Πήρε ένα καλό παιδί από το χωριό»… Ζαλίστηκα Κική, έχασα τον κόσμο, στηρίχτηκα στο καπό του αμαξιού και ψέλλισα κάτι αόριστο: «Μια χαρά, αφού αγαπιούνται τα παιδιά…». «Ε, τι αγάπες τώρα», μου λέει ο βενζινάς, «προξενιό ήτανε. Αλλά είναι μια χαρά, τώρα περιμένει και παιδί». Κική, ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Η τελευταία κουβέντα του βενζινά με κράτησε όρθιο. «Ώστε προξενιό, δεν αγάπησε άλλον. Μπράβο Κική μου», έλεγα από μέσα μου. «Κάνε όσα παιδιά θες, αλλά μην τον αγαπάς, μην τον αγαπάς, να έρχομαι να σε βρίσκω με τη σκέψη μοναχή σου». Έδωσα στον βενζινά πουρμπουάρ στρογγυλό πενηντάρικο, τρελάθηκε ο άνθρωπος, έκανα αναστροφή και έφυγα χωρίς καν να μπω στο χωριό. Γύρισα στο νησί κομμάτια. Κρέμασα τη στολή της Παλιάς να σκονίζεται στο ντουλάπι. Αθέλητα μόνο πού και πού μου ‘μεινε κουσούρι να βαράω τα πιατίνια (κίνηση). Το πήραν χαμπάρι οι ντόπιοι και με ξαναβάφτισαν: Από Στέφανος έγινα Αμλέτος. Έτσι με ξέρουν όλοι, έτσι με φωνάζουν. Αμλέτο με ανεβάζουν, Αμλέτο με κατεβάζουν. Αυτό που δεν ξέρουν είναι ότι τα πιατίνια τα βαράω για σένα. … Άντε πάλι το κινητό:

  • Παρακαλώ! … Στο Imperial; … Ποιος; … Γνωστή μου; Καλά, θα περάσω αργότερα.

Είναι λέει κάποια γνωστή μου στο Imperial. Κική, να πω πως έγινα καλόγερος, ψέμα θα ‘ναι. Το νησί γεμίζει κάθε χρόνο από «μις», από «φροϊλάιν» και από «σινιόρες». Όρεξη να ‘χεις. Καλοπέρασα, αλλά να ξέρεις με Ελληνίδα δεν τα ‘μπλεξα ποτέ στα σοβαρά. Νόμιζα λέει ότι θα σε απατούσα. Με τις ξένες, δεν ξέρω πώς, αλλά να, έλεγα δεν πιάνεται για απιστία. Τώρα θα με γυρεύει καμιά παλιά φιλενάδα της βδομάδας. Καμιά φορά, σιτεμένες  πια, έρχονται πάλι για διακοπές και θέλουν ξανά-μανά κεράσματα και βόλτες. Πάντως να ξέρεις: Κάθε μέρα γυρίζοντας από το μαγαζί, περνάω από το Imperial και, τρέλες τώρα, σκέφτομαι μήπως είσαι κι εσύ μέσα. (κίνηση) Λέω ο πατέρας σου γκατζόλης είναι, γαϊδουρινό πείσμα έχει. Αλλά, λέω τώρα, αν κι εσύ είσαι λίγο γκατζόλα, θα μου άρεσε να επέμενες, έτσι από πείσμα, να μη με πουλούσες. Τώρα τελευταία με κοιτάει παράξενα κι ο ρεσεψιονίστας… Ξενομπάτης είναι, δε με ξέρει, και θα αγριεύτηκε με τα αόρατα πιατίνια. Θα με πέρασε για τρελό. Θα μου πεις, Κική μου, τρελός δεν είναι όποιος μιλάει μοναχός του; Τρελός δεν είναι όποιος μιλάει σε μια γυναίκα που μένει 500 χιλιόμετρα μακριά, όποιος περιμένει δεκαετίες; … Αμάν πια σήμερα το κινητό!

  • Ναι; …πάλι από το Ιmperial; Είπαμε θα περάσω. Να τελειώσει πρώτα η λιτανεία του Αγίου… Τώρα ντε και καλά; … Παλιά γνωστή μου; … Από τον Έβρο; … Καλά, έρχομαι.

Κική μου σε αφήνω. (κίνηση) Ο Άγιος Σπυρίδωνας σήμερα, μέρα που είναι, μου κάνει πλάκες. (κίνηση) Είναι λέει μια παλιά γνωστή μου από τον Έβρο. (κίνηση) Από τον Έβρο, ακούς; (κίνηση) Θα τρελαθούμε Κική… (κίνηση) θα μου στρίψει… Σε αφήνω… (κίνηση) Πάω να δω… Α, ρε Κική… (κίνηση)

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου

Ο θεατρικός μονόλογος «Στέφος» γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου γραφής των εκδόδεων Ραθάμανθυς. Βασίζεται στο διήγημα “Marcia Funebre” . Διακρίθηκε στον διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού «Κέφαλος» για το 2020






Αναρτήθηκε από:

Μανόλης Χατζηπαναγιώτου