Δημοσιεύτηκε 08/12/2012

Με ρωτούν κάποιοι σχετικά με τις μεγάλες τουριστικές επενδύσεις που σχεδιάζονται ανά την Ελλάδα: «Μα, δε φοβάστε τον ανταγωνισμό;». Απαντώ, αφενός, πως ο ανταγωνισμός είναι κάτι καλό για όλους μας, γιατί μας αναγκάζει να γινόμαστε καλύτεροι. Αφετέρου, είναι καλός για τους πελάτες, διότι τους δίνει περισσότερες επιλογές και καλύτερες τιμές. Εκ τρίτου, ο ανταγωνισμός φέρνει καινοτομία, πράγμα που κανένας κεντρικός σχεδιασμός δεν μπορεί αν κάνει.  Και τότε έρχεται η δεύτερη συνηθισμένη ερώτηση: «και πώς θα προστατευθεί το περιβάλλον αν γίνει όλη αυτή η τουριστική ανάπτυξη;».

Υπάρχει μία σύντομη απάντηση: «το Περιβάλλον προστατεύεται από το Νόμο». Υπάρχει, όμως, και μια πιο μακροσκελής απάντηση, που απαντάει στην παρατήρηση «και τι μπορούμε να κάνουμε όταν δεν εφαρμόζονται οι νόμοι;». Αυτήν την απάντηση είναι που πρέπει να αναζητήσουμε, σε συνάρτηση με την τουριστική ανάπτυξη κατ’ αρχάς, αλλά όχι μόνον αυτήν, κατ’ αρχήν.

Εδώ και πολλά χρόνια θα έπρεπε να είχαμε αποφασίσει, ως κοινωνία και ως Πολιτεία, τι θα προστατέψουμε για τις επόμενες γενιές, και σίγουρα θα έπρεπε να είναι περισσότερες οι περιοχές προστασίας. Και δεν εννοώ μόνο τον χαρακτηρισμό τους, αλλά και τη θέσπιση φορέων διαχείρισης, οι οποίοι θα καθίσουν τις τοπικές αρχές και κοινωνίες γύρω από το ίδιο τραπέζι και θα μας αναγκάσουν να συζητήσουμε σοβαρά το πώς θα προστατέψουμε τον τόπο μας. Κατά την άποψή μας, βλέποντας τον χάρτη προστατευόμενων περιοχών της Ελλάδος, χερσαίων και θαλάσσιων, μπορώ ευθαρσώς να πως ότι πρέπει να τις διπλασιάσουμε. Ναι, να τις διπλασιάσουμε!

Κι αφού θα διπλασιάσουμε τις προστατευόμενες περιοχές, τότε μπορούμε υπεύθυνα να αναθεωρήσουμε το καθεστώς σε εκείνες τις περιοχές που πιστεύουμε, σαν κοινωνία, πως πρέπει ν’ αναπτυχθεί ο τουρισμός. Θα πρέπει, ως κοινωνία και ως Πολιτεία, να εξετάσουμε το περιβαλλοντικό ισοζύγιο: αξίζει τον κόπο να επιτραπεί η λελογισμένη τουριστική ανάπτυξη αν αντισταθμίσουμε την περιβαλλοντική απώλεια με κέρδος σε άλλες περιοχές; Κατά την άποψή μου, η απάντηση είναι θετική, γιατί οι επενδύσεις θα δημιουργήσουν χιλιάδες νέες δουλειές και νέο πλούτο. Μόνον όταν ευημερεί η κοινωνία θα υπάρχει και διαδεδομένο αίσθημα της ανάγκης προστασίας. Όμως, το περιβαλλοντικό κίνημα εξακολουθεί να πολεμά τις επενδύσεις.

Η τακτική στην οποία έχει εξαναγκαστεί το περιβαλλοντικό κίνημα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι λίγο σαν «αντάρτικο». Δηλαδή, να επιλέγει εύκολους στόχους προβολής, όπως είναι οι μεγάλες επενδύσεις, και να θέτει σε δεύτερη μοίρα το βασικό πρόβλημα: την έλλειψη έννομης προστασίας του περιβάλλοντος. Επειδή η Πολιτεία αμελεί να φτιάξει δασικούς χάρτες, κτηματολόγιο, χρήσεις γης, και χωροταξικό σχεδιασμό, τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του το περιβαλλοντικό κίνημα είναι μόνον οι αποσπασματικές καταγγελίες και  προσφυγές. Κι επειδή δεν μπορεί να προσφύγει εναντίον του κάθε μικρού τοπικού συμφέροντος, του καθενός που χτίζει ό,τι θέλει, όπου θέλει, κι όπως θέλει, προτιμά να στρέφεται εναντίον των ξένων, αυτών που δεν έχουν έρεισμα στις τοπικές κοινωνίες. Τελικά, το αποτέλεσμα είναι το αντίθετο: κερδίζονται μεν εντυπώσεις, αλλά ουσιαστικά γίνονται οι επενδύσεις όσων έχουν μέσον στη γραφειοκρατία, ενώ και το περιβάλλον καταστρέφεται από τις τοπικές δυνάμεις μέσα στις γκρίζες ζώνες της ανομίας.

Το περιβαλλοντικό κίνημα οφείλει να μην είναι οπισθοδρομικό αλλά προοδευτικό, να εμφυσήσει σε όλους μας την έννοια της πράσινης ανάπτυξης κι όχι της πράσινης συντήρησης. Εγώ δε φοβάμαι καθόλου τους μεγάλους επενδυτές, κι ας είναι –υποτίθεται– ανταγωνιστές μας. Τους βλέπω περισσότερο σαν «συν-αγωνιστές» μας, με την έννοια ότι κι αυτοί προσπαθούν να κάνουν επενδύσεις με τον πιο σωστό τρόπο: με βιολογικούς καθαρισμούς, με υπόγεια δίκτυα, με αρχιτεκτονική ομοιομορφία, με καλαίσθητη φύτευση παντού, με προγράμματα ανακύκλωσης και βέλτιστης χρήσης φυσικών πόρων. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση της τοπικής κοινωνίας να συνεχίσει να πορεύεται με γκρίζες ζώνες και τοπικά συμφέροντα είναι αυτοκαταστροφική: ο κόσμος δε θα βρίσκει δουλειά, ενώ και το φυσικό περιβάλλον δε θα προστατεύεται. Απ’ το να είμαστε διπλά χαμένοι, καλύτερα να βρούμε έναν τρόπο να ξεπεράσουμε τα συντηρητικά ένστικτα («έλα μωρέ, τόσα χρόνια καλά δεν ήμασταν;») και να σχεδιάσουμε το μέλλον του τόπου μας μέσα σε ένα σαφές νομικό πλαίσιο.

Φώτης Κοκοτός






Αναρτήθηκε από:

Φώτης Κοκοτός

"Ο Φώτης Κοκοτός είναι επιχειρηματίας του τουρισμού και των κατασκευών, Διευθύνων Σύμβουλος της Elounda Real Estate Development, και υπεύθυνος Ανάπτυξης της Ελούντα Α.Ε., της οικογενειακής ξενοδοχειακής επιχείρησης στην οποία εργάστηκε από μαθητής Γυμνασίου, ενώ έχει εκλεγεί και στο Δ.Σ. του ΣΕΤΕ και της Marketing Greece AE. Ασχολείται επαγγελματικά με μελέτες και κατασκευές έργων τουριστικής φύσης (ξενοδοχεία, σπα, συνεδριακά, κ.ο.κ.) ενώ ταυτόχρονα επενδύει στην ανάπτυξη παραθεριστικών τουριστικών κατοικιών. Είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών, όπου πρώτευσε, και με άριστα επίσης από το Τμήμα Φυσικών Επιστημών του Cambridge University στο Ηνωμένο Βασίλειο και της Σχολής Πολιτικών και Περιβαλλοντικών Μηχανικών του UCLA στις ΗΠΑ. Γνωρίζει άπταιστα την Αγγλική γλώσσα, πολύ καλά τη Γερμανική, καλά την Ιταλική, ενώ ομιλεί επίσης τη Γαλλική και Ισπανική. Αρθρογραφεί σχετικά με τον Τουρισμό και το Περιβάλλον σε πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Υπηρέτησε τη θητεία του ως αλεξιπτωτιστής σε επίλεκτη μονάδα ειδικών αποστολών (Ε.Τ.Α.). Γεννηθείς το 1974, είναι πατέρας τριών κοριτσιών. "