Δημοσιεύτηκε

  φωτο διαδίκτυο

Το προχτεσινό κοινό ανακοινωθέν Πολιτείας-Εκκλησίας, όπως χαρακτηρίστηκε, αιφνιδίασε πολλούς μια και δεν ήταν κάτι αναμενόμενο και δεν έχει σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση που επίσης ανακοινώθηκε πριν από μερικές μέρες. Αιφνιδίασε, όπως φαίνεται, και ικανή μερίδα της ιεραρχίας της εκκλησίας, αφού ακούστηκαν από διάφορους ιεράρχες δριμείες επικρίσεις κατά του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, που τον έκαναν μάλιστα να αναδιπλωθεί και να διευκρινίσει ότι δεν υπήρξε συμφωνία αλλά «εκδηλώθηκε πρόθεση να συμφωνήσουμε». Πάντως, και στην ανακοίνωση της Ιεράς συνόδου δηλώνεται η «πρόθεση προκειμένου Εκκλησία και Πολιτεία να καταλήξουν σε μία ιστορική συμφωνία που θα πάρει μορφή νομοθετικής ρύθμισης».

Στο ιστολόγιο συνήθως λεξιλογούμε, αλλά το σημερινό άρθρο θα αποτελέσει εξαίρεση, παρόλο που η εκκλησία έχει πολύ ενδιαφέρον και από λεξιλογική άποψη. Ωστόσο, για λόγους τεχνικούς, ας πούμε, προτιμώ να αναβάλω για αργότερα τη λεξιλογική ανάλυση κι έτσι σήμερα θα περιοριστώ σε έναν πρώτο σχολιασμό της διαφαινόμενης συμφωνίας -περιμένοντας να ακούσω και τα δικά σας σχόλια.

Το σύνθημα του χωρισμού της εκκλησίας από το κράτος είναι βασικό παλαιό αίτημα των αριστερών κομμάτων αλλά και εντάσσεται σε έναν στοιχειώδη αστικό εκσυγχρονισμό. Ωστόσο, από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα καμιά κυβέρνηση δεν επιχείρησε να προχωρήσει προς την κατευθυνση του χωρισμού, αν και ασφαλώς πάρθηκαν αναγκαια εκσυγχρονιστικά μέτρα όπως η καθιέρωση του πολιτικού γάμου το 1982 ή η απαλοιφή της μνείας του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, από την κυβέρνηση Σημίτη το 2001. Να σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο διάστημα πάρθηκαν και μέτρα προς την αντίθετη κατεύθυνση: για παράδειγμα, η ίδια κυβέρνηση Σημίτη το 2004 κατάργησε το 35% που εισέπραττε το κράτος από τα έσοδα των ναών, ως μερικό αντιστάθμισμα για τη μισθοδοσία των κληρικών, κι έτσι από τότε η μισθοδοσία των κληρικών βαραίνει αποκλειστικά τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αναφέρθηκα στη μισθοδοσία του κλήρου διότι είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που μνημονεύονται κάθε φορά που γίνεται λόγος για χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Το προχτεσινό σχέδιο συμφωνίας αναγνωρίζει ότι το δημόσιο έχει αναλάβει τη μισθοδοσία του κλήρου ως αντιστάθμισμα «με την ευρεία έννοια» της εκκλησιαστικής περιουσίας που απέκτησε στο παρελθόν. Επιπλέον, προβλέπει ότι οι ιερείς παύουν στο εξής να θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι αλλά η μισθοδοσία τους θα εξασφαλίζεται από επιδότηση ισόποση με το σημερινό κονδύλιο του προϋπολογισμού, που θα την καταβάλλει το κράτος σε ειδικό ταμείο της εκκλησίας.

Με μια πρώτη ματιά, αυτό μοιάζει σαν να μην αλλάζει καθόλου την υφιστάμενη κατάσταση -και έδωσε λαβή για έξυπνα σχόλια, όπως τη μίμηση της προφητείας του Παΐσιου, ότι «οι ιερείς δεν θα είναι πλέον δημόσιοι υπάλληλοι αλλά θα πληρώνονται σαν να είναι», ενώ κάποιοι θυμήθηκαν τη χαρυκλυνική ατάκα «μένουν οι βάσεις που φεύγουν».

Υπάρχει όμως και η δεύτερη ματιά, που λέει ότι η θεσμικη απαγκίστρωση που επιτυγχάνεται είναι σημαντικό πρωτο βήμα. Επίσης, έτσι σταθεροποιούνται τα έξοδα του κράτους για τη μισθοδοσία του κλήρου, ενώ με την υπάρχουσα κατάσταση ο αριθμός των κληρικών αύξανε διαρκώς αργά αλλά σταθερά. Τέλος, ένα μέρος του κονδυλίου θα καλυφθεί από τα έσοδα που θα προέλθουν (ας βάλουμε κι ένα «ενδεχομένως» για να είμαστε μέσα) από την αξιοποίηση της διαφιλονικούμενης ακίνητης περιουσίας.

Πράγματι, βάσει του σχεδίου συμφωνίας η εκκλησία παραιτείται (για πρώτη φορά) από κάθε αξίωση για την εκκλησιαστική περιουσία που πέρασε στο κράτος το 1939 και δημιουργείται Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, που θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των περιουσιών που τελούν υπό αμφισβητούμενη ιδιοκτησία μεταξύ εκκλησίας και κράτους από το 1952. Τα έσοδα θα μοιράζονται από κοινού ανάμεσα σε δημόσιο και εκκλησία, ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα η εκκλησία να παραχωρήσει εθελοντικά στο ταμείο και άλλα, μη διαφιλονικούμενα, ακίνητά της.

Το περιουσιακό είναι φυσικά συμβιβασμός. Ωστόσο, προκειμένου για υποθέσεις που χρονίζουν στα δικαστήρια επί δεκαετίες και δεκαετίες και όπου το ελληνικό δημόσιο συχνά δεν καταφέρνει να δικαιωθεί, δεν είναι τόσο κακό πράγμα ο συμβιβασμός, που εξασφαλίζει, αν μη τι άλλο, ότι δεν θα μπορεί η κάθε μητρόπολη και η κάθε μονή να βγάζει κάθε τόσο από το σεντούκι της χρυσόβουλα και να προβάλλει νέες διεκδικήσεις.

Διακρίνω κάποιες ομοιότητες ανάμεσα στην προχτεσινή συμφωνία εκκλησίας-πολιτείας και στη συμφωνία των Πρεσπών. Όχι στο περιεχόμενό τους αλλά στην αντιμετώπισή τους. Στη συμφωνία των Πρεσπών κάποιοι θεώρησαν ότι η ελληνική πλευρά πρόσφερε τα πάντα στη γειτονική χώρα -αλλά στη γειτονική χώρα οι εθνικιστές εξεγέρθηκαν κατηγορώντας τον πρωθυπουργό Ζάεφ για ξεπούλημα και υποχώρηση στις ελληνικές αξιώσεις. Παρομοίως, από προχτές η συμφωνία επικρίνεται για δώρο προς την εκκλησία -αλλά οι σκληροπυρηνικοί της εκκλησίας έχουν εξεγερθεί θεωρώντας ότι «η ορθοδοξία ξεπουλήθηκε» και ότι «χάνεται η εκκλησιαστική περιουσία», όπως έγραψε στο ιστολόγιό του ο μητροπολίτης Καλαβρύτων αγ. Αμβρόσιος.

Δεν έλειψαν και οι επικρίσεις προς τον Ιερωνυμο προσωπικά, επειδή τάχα πρόσφερε στον «άθεο» πρωθυπουργό την ευκαιρία για μια επικοινωνιακή νίκη. Μάλιστα, ο ανεκδιήγητος Σ. Μουμτζής αποκάλεσε τον Ιερώνυμο «εκκλησιαστική συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ«, ενώ αριστερά βλέπετε την αντίδραση ενός όντως ορθόδοξου σχολιαστή.

Για να είμαστε δίκαιοι, μια κριτική από τα αριστερά στη συμφωνία μπορεί να σταθεί: πράγματι, είναι συμβιβασμός, είναι απλώς ένα πρώτο βήμα. Από την άλλη, οι πολιτικοί των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα επί 40 χρόνια δεν νομιμοποιούνται να ασκούν κριτική ότι κάτι έγινε λειψά τη στιγμή που εκείνοι δεν έκαναν τίποτε γι’ αυτό. Κι όμως, γίνεται κι αυτό -παρατηρώ στο Φέισμπουκ με θυμηδία οπαδούς των δύο παλαιών κομμάτων να κάνουν πλειοδοσία αντικληρικαλισμού, κατηγορώντας για ατολμία την κυβέρνηση. Είδα μάλιστα να μνημονεύουν ακόμα και τη γνωστή ρήση του αββά Μελιέ (αποδίδεται και στον Ντιντερό) για τον τελευταίο βασιλιά που πρέπει να στραγγαλιστεί με τα άντερα του τελευταίου παπά!

Υπάρχει στη συμφωνία ένα αρνητικό, που όμως είναι εγγενές. Θέλω να πω ότι, με το να παύουν να είναι δημόσιοι υπάλληλοι οι κληρικοί, περιέρχονται αυτομάτως στην απόλυτη εξουσία του τοπικού μητροπολίτη. Και σήμερα, στο φεουδαρχικό ουσιαστικά σύστημα με το οποίο λειτουργεί η ορθόδοξη εκκλησία, ο κάθε μητροπολίτης έχει συντριπτική εξουσία πάνω στους ιερωμένους της μητρόπολής του, αλλά αυτή θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο. Για παράδειγμα, υπάρχει κίνδυνος να μπορεί ο δεσπότης, όπως παλιά, να επιβάλλει τιμωρίες στους κληρικούς π.χ. στέρηση μισθού για ψύλλου πήδημα.

Αυτό το αρνητικό το αναγνωρίζω -αλλά το θεωρώ εγγενές, όπως είπα. Διότι, βέβαια, αν θέλουμε χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος (και μάλιστα πλήρη!) τότε είναι αυτονόητο πως οι κληρικοί θα πάψουν να είναι δημόσιοι υπάλληλοι και θα πάψουν να έχουν τις προστασίες που έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Από την άλλη, επειδή πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή, θα ήταν δίκαιο να προβλεφτεί η δυνατότητα, για τους κληρικούς που έχουν τα προσόντα, π.χ. πανεπιστημιακό τίτλο, να μεταταγούν, στη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, στο δημόσιο.

Κατά τα άλλα, η προχτεσινή συμφωνία πρέπει να κριθεί με βάση όχι το ιδανικό αλλά τη σημερινή κατάσταση. Στη σημερινή κατάσταση, η εκκλησία  είναι ένας πανίσχυρος θεσμός, με σημαντική απήχηση στους πολίτες και με προνομιούχα παρέμβαση στην πολιτική ζωή του τόπου, ακόμα και σε επίπεδο συμβολισμών -από τον θρησκευτικό όρκο των κυβερνήσεων (αν και η σημερινή κυβέρνηση κατά πλειοψηφία δίνει πολιτικό όρκο) έως την παρουσία του Ιερώνυμου στο υπουργικό συμβούλιο επί ΓΑΠ. Η οχτάχρονη κρίση που ζούμε έχει ισχυροποιήσει την εκκλησία, αφού μάλιστα της έδωσε τη δυνατότητα να προσφέρει σε δοκιμαζόμενους συμπατριώτες μας και έχει εξασθενίσει ποικιλότροπα την πολιτεία. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η προχτεσινή συμφωνια εξορθολογισμού των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίαςδεν μπορούσε παρά να είναι ένας συμβιβασμός. Συμβιβασμός, που όμως αποτελεί ένα αναγκαίο βήμα στην κατεύθυνση του χωρισμού εκκλησίας και κράτους.

Περιμένω να ακούσω τα δικά σας σχόλια. Προσθέτω και ένα λινκ, την τοποθέτηση του καθηγητή συνταγματικού δικαίου Γιάννη Δρόσου, που την άκουσα στο ραδιόφωνο, και θεωρώ ότι αποτελεί νηφάλια αποτίμηση του περιεχομένου της συμφωνίας.

Υστερόγραφο: Αν γίνει η συμφωνία, θα γίνει με την Εκκλησία της Ελλάδος. Επομένως, δεν αποκλείεται να μείνει εκτός συμφωνίας η Κρήτη, που έχει δική της αυτοκέφαλη εκκλησία. Αυτή είναι μια από τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Πάντως, κάτι ανάλογο συμβαίνει στη Γαλλία όπου ο χωρισμός εκκλησίας-κράτους έγινε το 1905 καταργώντας το Κονκορδάτο του 1801. Όμως στην Αλσατία και τον Μοζέλα, περιοχές που τις είχε προσαρτήσει η Γερμανία μετά τον πόλεμο του 1871, το Κονκορδάτο εξακολούθησε να ισχύει, κι όταν το 1919 ενώθηκαν με το γαλλικό κράτος οι περιοχές αυτές, η εκκλησία εκεί διατήρησε δικαιώματα που δεν έχει στην υπόλοιπη χώρα. Κι έτσι, ακόμα και σήμερα, αφού μάλιστα το Κονκορδάτο επικυρώθηκε πρόσφατα απο το Συνταγματικό Δικαστήριο, ο αυστηρός χωρισμός εκκλησίας και κράτους δεν ισχύει στην Αλσατία και στον νομό του Μοζέλα.

sarantakos.wordpress.com






Αναρτήθηκε από: