Δημοσιεύτηκε

Σε τόσους καημούς τραγουδώντας δεν ήξερε το όπλο της λησμονιάς...

Η ιστορία μιάς μεγάλης σε ηλικία γυναίκας που ζούσε σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα.

Ο άνδρας της είχε πεθάνει, τα παιδιά της είχαν φύγει. Ένα βράδυ, από τα πολλά της μοναξιάς της, άνοιξε το μπαούλο με τις αναμνήσεις. Έβγαλε από μέσα φωτογραφίες, γράμματα, φορέματα, κοσμήματα. Τέλος, ανέσυρε το νυφικό της. Το ακούμπησε πάνω της τρυφερά, το μυρίστηκε, και πλησίασε τη ντουλάπα με το καθρέπτη. Κοιτάχτηκε μέσα και χαμογέλασε. Μετά το φόρεσε. Χτενίστηκε, βάφτηκε λίγο, και βγήκε μεσάνυχτα στο δρόμο. Περπάτησε μέχρι το σπίτι που γεννήθηκε. Χλόης 40. Παλιό αρχοντικό. Έρημο. Η αυλή ανοιχτή. Μπήκε μέσα, έκοψε ένα ρόδι από τη παλιά ροδιά, ανέβηκε αργά τη σκάλα, και κάθησε. Χίλιες αναμνήσεις πέρασαν μέσα από τα κλειστά της μάτια. Μετά, πέταξε το ρόδι στην αυλή, χίλια ρουμπίνια σκόρπισαν όλα. Μετά, έγυρε. Εκεί, την βρήκαν το πρωί…

(Λουδοβίκος των Ανωγείων, αναφορά στο τραγούδι)

Μόνο η αγάπη
που δεν γερνά
φτερό στο μύλο
που όλο γυρνά

Με τον αέρα
και το νερό
με το τραγούδι
και το χορό.






Αναρτήθηκε από:

Χαράλαμπος Τσαγκατάκης

«Όποιος ελέγχει τα Μέσα Ενημέρωσης και την εικόνα, ελέγχει τον πολιτισμό»
 Allen Ginsberg