Δημοσιεύτηκε

Κατά τον γνωστό κοινωνιολόγο και πολιτικό επιστήμονα Μπομπ Τζέσοπ, ο Νίκος Πουλαντζάς υπήρξε ο σημαντικότερος μαρξιστής θεωρητικός του κράτους, της μεταπολεμικής περιόδου. Πέρα από το έργο του, το οποίο γνώρισε μεγάλη διάδοση σε πολλές χώρες και ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, ο Πουλαντζάς είχε ενεργό ανάμειξη στο αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα της Γαλλίας και της Ελλάδας (μέλος του ΚΚΕ και μετά το 1968, του ΚΚΕ εσωτερικού).

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτέμβριου του 1936. Σπούδασε νομικά και κοινωνικές επιστήμες σε Αθήνα, Χαϊδελβέργη και Παρίσι, στο οποίο εγκαταστάθηκε από το 1961. Μέχρι την αυτοκτονία του, στις 3 Οκτώβριου του 1979, ήταν Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και Διευθυντής Σπουδών στην Ecole Pratique des Hautes Etudes.

Έγινε παγκοσμίως γνωστός για τη θεωρητική συνεισφορά του στην ανάλυση του καπιταλιστικού κράτους, του κράτους εκτάκτου ανάγκης (φασισμός, φασιστικές δικτατορίες), των κοινωνικών τάξεων, των σχέσεων εξουσίας και της σοσιαλιστικής στρατηγικής.

«Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός» Νίκος Πουλαντζάς

Αν και η Γαλλία ήταν ο τόπος διαμόρφωσης της θεωρητικής του σκέψης, η Ελλάδα ήταν ο χώρος που η σκέψη αυτή εκφράστηκε εμπράκτως. Συμμετείχε ενεργά στο φοιτητικό κίνημα μέσα από τη Νεολαία της ΕΔΑ, υπήρξε μέλος του παράνομου ΚΚΕ και μετά τη διάσπαση του κόμματος το 1968, συντάχθηκε με το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Μετά την πτώση της δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα και στρατεύτηκε στην Ανανεωτική Αριστερά (ΚΚΕ Εσωτερικού). Με πληθώρα άρθρων και συνεντεύξεων, που μαρτυρούν την αγωνία του για τις εξελίξεις που ακολούθησαν τη Μεταπολίτευση, έδωσε σειρά διαλέξεων στην Πάντειο (1975-1976), με βασικό θέμα τις θεωρίες περί κράτους. Αποδεχόμενος την πρόσκληση της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, συμμετείχε στις εργασίες για τη σύνταξη του νόμου για τα ΑΕΙ.

Επίκαιρα

Το Φασισμός και Δικτατορία του Νίκου Πουλαντζά, είναι ένα από τα σπουδαιότερα έργα, αν όχι το σπουδαιότερο, που γράφτηκαν για την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία και τη Γερμανία κατά τον Μεσοπόλεμο, την εμπέδωσή τους στην εξουσία και την άσκησή της από το ναζιστικό (Γερμανία) και το φασιστικό (Ιταλία) κόμμα. Πιο συγκεκριμένα, ο Πουλαντζάς προσπάθησε να δώσει απάντηση στο ερώτημα της τεράστιας κοινωνικής-αστικής και λαϊκής- βάσης του φασισμού. Ήτοι, ανέδειξε τη διαδικασία και το αποτέλεσμα του εκφασισμού των αντίστοιχων χωρών.

Αυτός ο εκφασισμός ερμηνεύει τη συμπαράταξη φασισμού και κοινωνικού σώματος στους σκοπούς και τα μέσα. Χωρίς αυτή την ομοιογενοποίηση που επέφερε ο εκφασισμός, ούτε η Γερμανία ούτε η Ιταλία θα μπορούσαν να έχουν την τεράστια δύναμη που είχαν συγκεντρώσει στις παραμονές του πολέμου. Κι ούτε θα μπορούσαν να τον διεξαγάγουν με τον τρόπο που τον διεξήγαγαν, η μεν Ιταλία ώσπου κατέρρευσε στρατιωτικά (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1943), η δε Γερμανία ώσπου συντρίφτηκε ολοσχερώς στρατιωτικά τον Μάη του 1945 κάτω από τα συνδυασμένα πλήγματα, από Ανατολή και Δύση, των συμμαχικών στρατιών αλλά και των δυνάμεων της Αντίστασης των κατεχομένων ευρωπαϊκών χωρών.


Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα βιβλία του: Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, Για τον Γκράμσι: Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Φασισμός και δικτατορία, Προβλήματα του σύγχρονου κράτους και του φασιστικού φαινομένου (μαζί με τους Ρ. Μίλιμπαντ και Ζ.-Π. Φάυ), Η κρίση των δικτατοριών: Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία.

tvxs.gr

Το "Κακόηθες μελάνωμα"

Το τραγούδι «Κακόηθες μελάνωμα» σε στίχους του Άλκη Αλκαίου και μουσική Θάνου Μικρούτσικου κυκλοφόρησε το 1982 στο δίσκο «Εμπάργκο», σε ερμηνεία του ίδιου του συνθέτη. Δίπλα από τον τίτλο του τραγουδιού, το εσώφυλλο του δίσκου γράφει: «Μνήμη Νίκου Πουλαντζά». Ήδη από το 1980, λίγους μήνες μετά τον τραγικό θάνατο του Έλληνα φιλοσόφου, ο Μικρούτσικος αφιερώνει δημόσια τη συγκλονιστική αυτή μπαλάντα στη μνήμη του.

“Τον Νίκο Πουλαντζά δεν τον γνώρισα, έφυγε πολύ νωρίς. Όμως, είχα διαβάσει τα βιβλία του και τον θαύμαζα. Τότε, εμείς ως νέοι άνθρωποι και στη δεκαετία του’60 και στη δεκαετία του ’70 διαβάζαμε πάρα πολύ. Αρκετοί από εμάς είχαμε προσανατολιστεί στις πολιτικές επιστήμες και τη φιλοσοφία που προωθούσε τον μαρξισμό στη Γαλλία. Νομίζω ότι τα σημαντικότερα ρεύματα του Μαρξισμού από το ’60 και μετά μπορεί κάποιος να τα βρει στη Γαλλία, με πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες όπως ο Αλτουσέρ. Οι απόψεις και τα γραπτά του Πουλαντζά, κυρίως πάνω στα θέματα του κράτους, ήταν ό,τι πιο σημαντικό και πιο πρωτοποριακό στη μαρξιστική σκέψη τη δεκαετία του ’70. Μας είχε ενθουσιάσει. Όσοι ήμαστε ανοιχτά μυαλά, ανεξάρτητα από το που ανήκαμε - σε κάποια μαοϊκή ομάδα, στο ΚΚΕ, στο ΚΚΕ εσωτερικού, ή απλά αυτόνομοι - βλέπαμε εκεί, προς τη μεριά της Γαλλίας. Και το κάναμε αυτό όχι μόνο λόγω του Μάη του ’68 αλλά και για θεωρητικούς λόγους. Ανέφερα τον Αλτουσέρ, αλλά ήταν κι άλλοι, όπως ο Μπαλιμπάρ κ.α. Θεωρούσα ότι η μαρξιστική σκέψη προωθείται και συνεχίζεται μέσα από τη δουλειά που γινόταν εκείνα τα 20 χρόνια στη Γαλλία.
Θεωρούσα και θεωρώ τον Νίκο Πουλαντζά ως ένα μεγάλο διανοητή της Αριστεράς, κυρίως σε θέματα που επεξεργάστηκε σε σχέση με το κράτος. Θυμάμαι πολύ έντονα ότι τότε μας απασχολούσε πάρα πολύ η έννοια του κράτους, γιατί ακριβώς είχαμε δει όλες τις αγκυλώσεις του Σοβιετικού κράτους. Εγώ εντυπωσιάστηκα, σοκαρίστηκα, από το γεγονός - δεν ξέρω αν είναι η απόλυτη αλήθεια - ότι αγκάλιασε τα βιβλία του και έπεσε μαζί μ’ αυτά κάτω. Αν αυτό είναι αληθές, σημαίνει ότι και ο ίδιος είχε δει ένα αδιέξοδο, αλλιώς δεν εξηγείται αυτή η χειρονομία.

Την εποχή εκείνη ήμουν μέλος του ΚΚΕ, και υπήρχε μια τρομερή αντιδικία μεταξύ του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσωτερικού. Αυτό δεν με εμπόδιζε διόλου να σέβομαι και να εκτιμώ ποιητές, καλλιτέχνες, θεωρητικούς που ανήκαν στον άλλο χώρο από αυτόν με τον οποίο συμπορευόμουν εκείνη τη στιγμή. Κι απ’ τις δυο μεριές υπήρχε δυστυχώς μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία ό,τι ανήκε στην άλλη πλευρά έπρεπε να υποτιμηθεί. Ίσως αυτό υπήρχε εντονότερα στο δικό μου χώρο, το ΚΚΕ, αλλά γινόταν κι απ’ την από κει μεριά. Θυμάμαι ότι το ΚΚΕ εσωτερικού στραβομουτσούνιαζε με την περίπτωση Ρίτσου. Τους έλεγα τότε ότι αυτό, για ένα χώρο που ουσιαστικά προέκυψε για να υπάρχει η απόλυτα ελεύθερη διακίνηση ιδεών, ήταν ανόητο και πολύ πιο ανεπίτρεπτο απ’ ότι για την άλλη πλευρά στην οποία υπήρχε ήδη για πολλά χρόνια έντονο το δογματικό στοιχείο. Είχα την άποψη ότι τον καλλιτέχνη δεν τον προσδιορίζει η άποψή του η πολιτική ή ακόμα και ο τρόπος ζωής του, αλλά το έργο του, και ανέφερα παραδείγματα μεγάλων καλλιτεχνών που ήταν πολιτικά αντιδραστικοί, όπως η περίπτωση του Έζρα Πάουντ που ήταν εκφωνητής του Μπενίτο Μουσολίνι αλλά και ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα, ή του Σελίν, του λογοτέχνη, που παρέμεινε ναζιστής ακόμα και κατά την ήττα του Χίτλερ.
Εκείνη την περίοδο ήμουν ιδιαίτερα στεναχωρημένος από τον θάνατο του Πουλαντζά, με είχε σοκάρει. Εξοργίστηκα όταν διάβασα στον Ριζοσπάστη δύο φράσεις μόνο, σε μια μέσα σελίδα, λίγο πάνω λίγο κάτω από την είδηση ότι είχε ακριβύνει το ζαμπόν και το κεφαλοτύρι, ότι «χθες αυτοκτόνησε στο Παρίσι ο Νίκος Πουλαντζάς» ή κάτι τέτοιο. Αυτή ήταν, σε μόλις δύο γραμμές, η αναγγελία του θανάτου ενός μεγάλου διανοητή, ενός από τους μεγαλύτερους διανοητές του μαρξισμού στον κόσμο. Αμέσως, ως μέλος του ΚΚΕ, έκρινα σκόπιμο και του αφιέρωσα το «Κακόηθες Μελάνωμα». Αυτό θεωρήθηκε αδιανόητο. Ήταν όμως μια πράξη συνειδητή, αποτέλεσμα της φοβερής εκτίμησης που έτρεφα για τον Νίκο Πουλαντζά αλλά και της αδυναμίας μου να παρακολουθήσω αυτή την αντίληψη που κυριαρχούσε στην Αριστερά και ιδιαίτερα στο ΚΚΕ. Την αφιέρωση στον Πουλαντζά την ανακοίνωσα, σε συμφωνία με τον Άλκη Αλκαίο, στις τέσσερις συναυλίες που έδωσα το 1980 στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Το «Κακόηθες Μελάνωμα» είναι ένα τραγούδι που αρκετοί το θυμούνται ακόμα και σήμερα. Και αυτό έχει σημασία, γιατί ποτέ δε λειτούργησε ως τραγούδι-σουξέ. Στο δίσκο μου «Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί» υπάρχει μια εκτέλεση του τραγουδιού ηχογραφημένη ζωντανά από την Πάτρα, με μια εισαγωγή 13 λεπτών. Την ονόμασα «Κι αυτό κακόηθες παιδιά;»”.


Θάνος Μικρούτσικος

Μουσικά προάστια






Αναρτήθηκε από: