Τοξικότητα χωρίς τέλος: Αυτό δεν είναι μπάσκετ, είναι μιά ντροπή που θέλει θεραπεία με νυστέρι
Οι τελικοί Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού έχουν μετατραπεί σε ένα εκρηκτικό μείγμα ύβρεων, απειλών, ανακοινώσεων, καταγγελιών και θεσμικής αμηχανίας. Και η Πολιτεία μοιάζει να παρακολουθεί σαν να βλέπει σειρά στο Netflix.
Κάποτε λέγαμε ότι οι τελικοί Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού είναι η γιορτή του ελληνικού μπάσκετ. Σήμερα, δυστυχώς, μοιάζουν όλο και περισσότερο με σκηνικό όπου όλοι περιμένουν το επόμενο επεισόδιο: ποιος θα βρίσει ποιον, ποιος θα καταγγείλει ποιον, ποιος θα μπει πού, ποιος θα απειλήσει ποιους και ποιος τελικά θα κάνει ότι δεν βλέπει.
Και το χειρότερο είναι ότι όλο αυτό δεν συμβαίνει στα υπόγεια του περιθωρίου. Συμβαίνει μπροστά στις κάμερες. Μπροστά σε παιδιά. Μπροστά σε φιλάθλους που έχουν πληρώσει εισιτήριο για να δουν μπάσκετ. Μπροστά σε μια Πολιτεία που έχει νόμους, υπουργούς, επιτροπές, πειθαρχικά όργανα, κανονισμούς, αλλά όταν έρχεται η ώρα της ευθύνης μοιάζει να ψάχνει το τηλεχειριστήριο για βλέπει διασκεδαστικά τηλεοπτικά προγράμματα.
Το μπάσκετ των δύο κορυφαίων ελληνικών ομάδων, δύο οργανισμών με ευρωπαϊκό βάρος, ιστορία, τίτλους, ακριβοπληρωμένους παίκτες υψηλότατου επιπέδου και προπονητές που θα έπρεπε να είναι διαφημιστές του αθλήματος, έχει εγκλωβιστεί σε μια τοξική ατμόσφαιρα που πλέον ξεπερνά το «παραδοσιακό ντέρμπι». Δεν είναι πάθος. Δεν είναι ένταση. Δεν είναι «έτσι είναι οι τελικοί». Είναι νοσηρότητα.
Και η νοσηρότητα φάνηκε πριν καν παιχτεί μπάσκετ. Να ακούγεται ο Εθνικός Ύμνος και την ίδια ώρα από τις εξέδρες να ακούγονται συνθήματα. Όχι φωνές στήριξης στην ομάδα. Όχι αθλητικός παλμός. Συνθήματα. Ύβρεις. Χυδαιότητα. Αν δεν μπορούμε να σεβαστούμε ούτε εκείνη τη στιγμή, τότε τι ακριβώς συζητάμε για «αθλητικό πνεύμα», «ευ αγωνίζεσθαι» και «παιδεία των γηπέδων»;
Και μετά ήρθε η συνέχεια. Παράγοντας να εισέρχεται στον αγωνιστικό χώρο σαν το παρκέ να είναι προσωπικό του χωράφι. Να κινείται προς τους διαιτητές. Να διακόπτεται το παιχνίδι. Να γίνεται προειδοποίηση ότι σε νέα εισβολή ο αγώνας θα διακοπεί οριστικά. Δηλαδή τι περιμένουμε; Να φτάσουμε στο σημείο να έχουμε χειρότερα για να θυμηθούμε ότι υπάρχουν κανόνες;
Από την άλλη, ο Παναθηναϊκός καταγγέλλει τον Μπαρτζώκα και τον Λεπενιώτη, μιλά για ανοχή, για συμπεριφορές που δεν καταγράφονται, για ύβρεις και προκλήσεις. Ο Ολυμπιακός καταγγέλλει την είσοδο Γιαννακόπουλου, ζητά ποινές, μιλά για απαράδεκτα περιστατικά, στρέφεται ακόμη και κατά της τηλεοπτικής κάλυψης. Ο ένας βγάζει βίντεο. Ο άλλος απαντά με άλλο βίντεο. Ο ένας μετρά φάσεις. Ο άλλος μετρά παραλείψεις. Και κάπου στη μέση βρίσκεται το μπάσκετ, που δεν φταίει σε τίποτα και το έχουν κάνει σάκο του μποξ.
Οι διαιτητές, βεβαίως, βρίσκονται στο κέντρο της θύελλας. Κατηγορούνται για μεροληψία, για ανοχή, για λάθη, για επιλεκτική ευαισθησία. Όμως εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα: όταν ένα γήπεδο βράζει, όταν ο αγωνιστικός χώρος παραβιάζεται, όταν ο Εθνικός Ύμνος καλύπτεται από χυδαιότητες, όταν οι προειδοποιήσεις μένουν προειδοποιήσεις, ποιος θα έχει επιτέλους τα άντερα να πει «ως εδώ»; Ο διαιτητής δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Αν ο κανονισμός προβλέπει διακοπή, να διακόψει. Αλλιώς η απειλή γίνεται ανέκδοτο.
Και εδώ έρχεται η Πολιτεία. Ο αρμόδιος υπουργός δεν μπορεί να κάθεται και να παρακολουθεί σαν να βλέπει Netflix, περιμένοντας να τελειώσει το επεισόδιο. Δεν είναι θεατής. Είναι αρμόδιος. Είναι εκεί για να προλάβει, όχι για να διαπιστώσει εκ των υστέρων. Να καλέσει, να επιβάλει, να διακόψει, να βάλει κόκκινη γραμμή. Όχι άλλη σύσκεψη για τις φωτογραφίες. Όχι άλλη «αυστηρή σύσταση». Όχι άλλο «θα παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις». Τις παρακολουθούμε όλοι. Το θέμα είναι ποιος θα τις σταματήσει.
Και ναι, το ερώτημα πρέπει να τεθεί ωμά: έχει η Πολιτεία τα κότσια να πει ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες το πρωτάθλημα δεν συνεχίζεται; Έχει τα κότσια να πει ότι όποιος μετατρέπει τους τελικούς σε τοξικό πολεμικό μέτωπο θα πληρώνει αθλητικά, οικονομικά, θεσμικά και όχι με ένα πρόστιμο που για τους μεγάλους οργανισμούς είναι περίπου φιλοδώρημα; Έχει τα κότσια να συζητήσει ακόμη και ακραίες κυρώσεις, εκεί όπου έχει αρμοδιότητα, ώστε να καταλάβουν όλοι ότι το μπάσκετ δεν είναι ιδιωτικό βασίλειο κανενός;
Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε. Μερικές χιλιάδες ευρώ σε πρόστιμα, ακόμη και περισσότερες, δεν αλλάζουν συμπεριφορές όταν η ζημιά που προκαλείται είναι βαθύτερη. Όταν ο παράγοντας ξέρει ότι μπορεί να μπει, να φωνάξει, να προκαλέσει, να τιμωρηθεί και μετά να ξαναγίνει πρωταγωνιστής του επόμενου επεισοδίου, τότε δεν έχουμε πειθαρχικό σύστημα. Έχουμε εισιτήριο διαρκείας στην ατιμωρησία.
Μήπως, τελικά, έχει άδικο στο ποδόσφαιρο κο Μάριος Ηλιόπουλος της ΑΕΚ όταν υπενθυμίζει, με τον δικό του τρόπο, ότι πρωτάθλημα δεν μπορεί να γίνεται μέσα σε αρρωστημένες συνθήκες; Και όταν έχει πει προς τους οπαδούς της ομάδας του ότι δεν βρίζουμε μάνες και πατεράδες, δεν αγγίζουμε οικογένειες, δεν μετατρέπουμε την εξέδρα σε βόθρο; Το ερώτημα είναι απλό: το έχει κάνει αυτό, καθαρά και δημόσια, μια μεγάλη μπασκετική ομάδα; Το έχει κάνει ο κόκκινος οργανισμός; Το έχει κάνει ο πράσινος οργανισμός; Όχι με γενικόλογα δελτία Τύπου περί «κόσμιας συμπεριφοράς». Με ρητή εντολή. Με συνέπεια. Με ποινές. Με καθαρή γραμμή.
Αλλά πώς να ζητήσεις από την εξέδρα να μη βρίζει όταν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές, διοικητικοί ή τεχνικοί, πολλές φορές συμπεριφέρονται σαν να τους ανήκει το γήπεδο, ο κανονισμός, η διαιτησία, η κάμερα και η δημόσια συζήτηση; Πώς να πείσεις τον φίλαθλο ότι πρέπει να χαμηλώσει τη φωτιά, όταν βλέπει ανθρώπους με θεσμικό ρόλο να ρίχνουν βενζίνη;
Κανείς δεν ζητά αποστειρωμένα γήπεδα. Κανείς δεν ζητά να σβήσει η αντιπαλότητα. Ο αθλητισμός χωρίς πάθος είναι άδειος. Άλλο όμως πάθος και άλλο κανιβαλισμός. Άλλο φωνάζω για την ομάδα μου και άλλο βρίζω οικογένειες, νεκρούς, θεία, αντιπάλους, προπονητές, παράγοντες. Άλλο διαμαρτύρομαι και άλλο εισβάλλω στον αγωνιστικό χώρο. Άλλο ζητώ δικαιοσύνη και άλλο στήνω δημόσιο δικαστήριο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον αγώνα.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος θα πάρει το πρωτάθλημα. Το ερώτημα είναι αν αυτό το πρωτάθλημα μπορεί να τελειώσει χωρίς να ζήσουμε χειρότερα. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη ήττα του ελληνικού μπάσκετ. Όχι η ήττα μιας ομάδας. Η ήττα ενός αθλήματος που κάποτε μας έκανε υπερήφανους και τώρα κινδυνεύει να μας κάνει να ντρεπόμαστε.
Γι’ αυτό χρειάζεται πολιτική απόφαση. Όχι μόνο από τον Πρωθυπουργό. Από όλα τα κόμματα. Μια θεσμική γροθιά απέναντι στην τοξικότητα. Όχι για να ευνοηθεί ο ένας ή ο άλλος. Όχι για να τιμωρηθεί επιλεκτικά ο κόκκινος ή ο πράσινος. Αλλά για να προστατευθεί το ίδιο το παιχνίδι.
Αν δεν μπει τώρα στοπ, μετά δεν θα μιλάμε για μπάσκετ. Θα μιλάμε για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος κακού. Και τότε κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν ήξερε.
Πηγή: huffingtonpost.gr

