ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/manolis-chatzipanagiotou/ Ενημέρωση // Άποψη // Προβολή Tue, 02 Jun 2026 19:41:56 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://www.pancreta.gr/wp-content/uploads/2026/03/cropped-fav-32x32.png ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/manolis-chatzipanagiotou/ 32 32 Γνώριμοι ήχοι https://www.pancreta.gr/gnorimoi-ichoi/ Tue, 02 Jun 2026 19:41:56 +0000 https://www.pancreta.gr/?p=11502 Ο Λεωνίδας στέκεται ήρεμος μπροστά στην οθόνη. Μοιάζει προσηλωμένος. Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος προλογίζει κάποια ταινία. Όπως πάντα, η φωνή του είναι ήρεμη, σταθερή, γαλήνια. Η Γιώτα κάνει δουλειές. Κάποτε ο κριτικός τελειώνει και ο Λεωνίδας ανησυχεί. Στρέφει το κεφάλι αριστερά δεξιά, σφίγγει τον αντίχειρά του μέσα στη χούφτα του, κουνά ελάχιστα την καρέκλα του. Η...

Το άρθρο Γνώριμοι ήχοι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο Λεωνίδας στέκεται ήρεμος μπροστά στην οθόνη. Μοιάζει προσηλωμένος. Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος προλογίζει κάποια ταινία. Όπως πάντα, η φωνή του είναι ήρεμη, σταθερή, γαλήνια. Η Γιώτα κάνει δουλειές. Κάποτε ο κριτικός τελειώνει και ο Λεωνίδας ανησυχεί. Στρέφει το κεφάλι αριστερά δεξιά, σφίγγει τον αντίχειρά του μέσα στη χούφτα του, κουνά ελάχιστα την καρέκλα του. Η Γιώτα μπαίνει στο γραφείο, βάζει το βίντεο από την αρχή και επιστρέφει στις δουλειές της. Ο Λεωνίδας ηρεμεί και πάλι με το βλέμμα στραμμένο στην οθόνη.

Πριν από πεντέξι χρόνια ζούσαν την ήρεμη ζωή των συνταξιούχων πολιτικών μηχανικών. Με λυμένα τα βασικά οικονομικά προβλήματα είχαν βρει πια χρόνο για σινεμά, βιβλία, θέατρα και ταξίδια.

Στην αρχή επρόκειτο για ασήμαντα γεγονότα, ανάξια προσοχής. Κάποια ξεχασμένα κλειδιά, μια λέξη που χάθηκε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες, ένα λάθος τηλέφωνο. Αργότερα τα σημάδια πλήθυναν και τους οδήγησαν στον νευρολόγο.

«Θα ασκείτε το μυαλό σας, θα παίρνετε αγωγή, θα είστε αισιόδοξος αλλά προσεκτικός».

Τους πρώτους μήνες τα προβλήματα ήταν ελάχιστα, η Γιώτα προστατευτική και ο Λεωνίδας συνεργάσιμος. Αργότερα ήρθαν προβλήματα προσανατολισμού και τα κενά μνήμης μεγάλωσαν. Ο γιατρός με τον καιρό άρχισε να συνεννοείται μόνο με τη Γιώτα:

«Να κρατήσει βασικές λειτουργίες και συνήθειες. Να κάνετε συγκεκριμένες διαδρομές και να τηρείτε μια εύκολη ρουτίνα. Τον βοηθάει ο ρυθμός και οι γνώριμες φωνές».

Στην αρχή τα αγαπημένα του έντεχνα τραγούδια. Μίκης, Μάνος, Θάνος και λοιποί. Αγαπημένες ταινίες από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ, «Θέατρο της Δευτέρας», «Μονόγραμμα» αλλά και «Αθλητική Κυριακή».

Σιγά σιγά άρχισαν να χάνονται οι αφηρημένες έννοιες, να δυσκολεύουν οι λέξεις. Ο Μπακογιαννόπουλος έμεινε γιατί η φωνή του, τόσο γνώριμη και οικεία, υπήρξε καθησυχαστική. Οι στίχοι του Γκάτσου και του Ελύτη γίνονταν ακατανόητοι και ζόριζαν τη μνήμη. Τότε ο νευρολόγος κατέβασε τον πήχη:

«Απλά τραγούδια, γνώριμοι ρυθμοί, χωρίς δυσνόητους στίχους».

Η Γιώτα τον συνόδευε στους ίδιους πάντα περιπάτους, στα ίδια πάντα μέρη. Οι συζητήσεις ήταν πια αδύνατες και με κάποια συστολή τού σιγοτραγουδούσε τη «Σαμιώτισσα» και την «Κοντούλα λεμονιά». Στις τελευταίες βόλτες, πριν χαθεί η αυτόνομη βάδιση, κρατούσαν τον ρυθμό με τη «Βαρκούλα του ψαρά».

Μετά από κάποιους μήνες χάθηκε η κινητικότητα, και αργότερα στο νοσοκομείο άρχισε πια να χάνεται η επαφή. Με βουβό κλάμα η Γιώτα ήθελε να τον αποχαιρετήσει. Να του πει χίλια πράγματα, άλλα χιλιοειπωμένα και άλλα ανείπωτα μέσα στις δεκαετίες της κοινής τους ζωής. Θα ήταν όμως μάταιο.

Τελικά διάλεξε τον πιο γνωστό ρυθμό, τον πιο οικείο ήχο. Άρχισε να σιγοτραγουδά:

«Σε γνωρίζω από την κόψη, του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει…».

Η Γιώτα λύγισε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Απρόσμενα, μέσα από την πιο βαθιά νύχτα, από το ανεπίστρεπτο πηγάδι του αιώνιου ύπνου, ο Λεωνίδας απάντησε για τελευταία φορά στη Γιώτα: «…τη γη».

 

Σημείωση: Το διήγημα «Γνώριμοι ήχοι» περιλαμβάνεται στην συλλογή του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου «Τεφτέρια» που εκδόθηκε τον Μάιο του 2025 από το Θεμέλιο.

Φωτο, πίνακας, Helmer Osslund, Autumn, 1907

Το άρθρο Γνώριμοι ήχοι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
ΠΟΛΥΦΕΡΝΗ ΝΥΦΗ https://www.pancreta.gr/pancretagrchatzipanagiotoupoliferninifi/ Tue, 02 Jun 2026 08:01:38 +0000 https://www.pancreta.gr/pancretagrchatzipanagiotoupoliferninifi/ «Αρέσω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αρέσω. Αλλιώς δε θα με τραβολογούσαν τόσοι γαμπροί. Όλοι με θέλουν. Η αλήθεια είναι ότι ούτ’ εγώ ξέρω τι ακριβώς μου βρίσκουν. Ίσως το προικώο οικόπεδο που έχω «σε ύψωμα με ανεμπόδιστη θέα προς τη θάλασσα». Αυτή ήταν η μεγάλη μου τύχη και η ατυχία μαζί. Γιατί «τύχες» είχα...

Το άρθρο ΠΟΛΥΦΕΡΝΗ ΝΥΦΗ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
«Αρέσω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αρέσω. Αλλιώς δε θα με τραβολογούσαν τόσοι γαμπροί. Όλοι με θέλουν. Η αλήθεια είναι ότι ούτ’ εγώ ξέρω τι ακριβώς μου βρίσκουν. Ίσως το προικώο οικόπεδο που έχω «σε ύψωμα με ανεμπόδιστη θέα προς τη θάλασσα». Αυτή ήταν η μεγάλη μου τύχη και η ατυχία μαζί. Γιατί «τύχες» είχα πολλές. Πολλοί με ζήτησαν κι ακόμη με ζητούν. Αλλά κανείς δε με ρώτησε.
Στην αρχή μπαινόβγαιναν δικαστές με καπέλα και φέσια. Σοβαροί κύριοι, μορφωμένοι. Είχα και νιάτα, ωραία εποχή. Μετά ήρθαν τα καλύτερα. Είχα τύχη πριγκιπική. Ήρθε ο πρίγκιπας, με ζήτησε, με πήρε. Έτσι κάνουν οι πρίγκιπες, ό,τι θέλουν το παίρνουν. Όχι δηλαδή ότι μου κακοπήγε, με τον πρίγκιπα πέρασα τα καλύτερά μου χρόνια. Πρίγκιπας αυτός; Πριγκιπέσσα κι εγώ.
Τα χειρότερα ήρθαν μετά, όταν το σπιτικό μου γέμισε μπότες. Γερμανοί μπαινόβγαιναν ο ένας μετά τον άλλο. Με βάφτισαν Κομαντατούρ. Φωνές, διαταγές, αυταρχισμοί. Και οι γύρω να με κοιτάνε με μίσος και απαξίωση. Και δεν είχαν άδικο. Το βράδυ έμενα ξάγρυπνη από τα ουρλιαχτά των βασανισμένων. Κόλαση!
Πέρασε όμως κι αυτό. Έπεσα πάλι σε χέρια στρατιωτικών, αλλά αυτή τη φορά ήταν Έλληνες. Σουλουπώθηκα κάπως, ανυψώθηκε το ηθικό μου.
Έπειτα με ζήτησαν σοβαροί και μορφωμένοι άνθρωποι, καθηγητές πανεπιστημίου. Αλλά κακά τα ψέματα, τα χρόνια περνάνε. Δεν κρύβονται. Ούτε αυτοί ξέρουν γιατί με πήρανε. Αναποφάσιστοι.
Ώσπου έγινε το θαύμα! Με τα χάλια μου και στην ηλικία μου άρχισαν οι επισκέψεις της νεολαίας. Γέμισε το “είναι μου” νιάτα. Οι μπογιές μου έπεφταν από τους τοίχους αλλά «η μπογιά μου ακόμη περνούσε». Τώρα τι μου βρίσκανε, ο Θεός κι η ψυχή τους.
Ζήλεψαν πάντως οι στολές και μια βραδιά οι αστυνόμοι τα κάνανε ρημαδιό. Άδειασα από νιάτα, ερήμωσα. «Τέρμα πια το “Ρόζα”, μου είπαν. Τι πουτανίστικο όνομα είναι αυτό στην ηλικία σου;» Με προξένεψαν πάλι σε ξένο, έναν πλούσιο ξενοδόχο. Θα ξανάνιωνα, λέει, θα γέμιζε πάλι το σαλόνι μου με καθωσπρέπει κόσμο.
Εμένα πάντως μου έλειπαν τα γλέντια, οι μπίρες, οι μουσικές. Θέλετε να με πείτε τσούλα; Πείτε με. Εγώ πάντως όταν επέστρεψε η νεολαία, το χάρηκα. Πάλι “Ρόζα”. Όμως παιδιά, με το μαλακό, ε; Γιατί, κακά τα ψέματα, τα χρονάκια μου τα ‘χω».

Το άρθρο ΠΟΛΥΦΕΡΝΗ ΝΥΦΗ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
ΓΥΦΤΙΕΣ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/giftiesmanolischatzipanagiotou/ Mon, 01 Jun 2026 00:34:22 +0000 https://www.pancreta.gr/giftiesmanolischatzipanagiotou/ Η μέρα δεν είχε ξεκινήσει καλά. Και συνεχίστηκε ακόμη χειρότερα. Τώρα οδηγούσε απότομα στους φιδογυριστούς δρόμους της νότιας Κρήτης. Αν και καλοκαίρι είχε πια βραδιάσει και ο ανύπαρκτος φωτισμός δυσκόλευε την οδήγηση. Πού και πού βλαστημούσε τους τουρίστες που με τα ενοικιαστικά τους οδηγούσαν «σαν χελώνες». Το τιμόνι του γινόταν ακόμη πιο νευρικό, όταν έπιανε...

Το άρθρο ΓΥΦΤΙΕΣ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Η μέρα δεν είχε ξεκινήσει καλά. Και συνεχίστηκε ακόμη χειρότερα. Τώρα οδηγούσε απότομα στους φιδογυριστούς δρόμους της νότιας Κρήτης. Αν και καλοκαίρι είχε πια βραδιάσει και ο ανύπαρκτος φωτισμός δυσκόλευε την οδήγηση. Πού και πού βλαστημούσε τους τουρίστες που με τα ενοικιαστικά τους οδηγούσαν «σαν χελώνες». Το τιμόνι του γινόταν ακόμη πιο νευρικό, όταν έπιανε το κινητό και μιλούσε με τον Μιχάλη.

Η γκαντεμιά είχε αρχίσει νωρίς το πρωί. Βγήκε στη βεράντα για πρωινό καφέ και τους είδε. Πάλι αυτοί! Στο παρκάκι! Το σπίτι το είχε χτίσει απέναντι από το πάρκο για να έχει άπλα και να βλέπει το πράσινο. Το πράσινο. Όχι τις μάπες τους.

Οι γύφτοι είχαν τσαντιρώσει ακόμη μια φορά στα γρασίδια. Μια τα καλάθια, μια οι γλάστρες, μια τα χαλιά, έφερναν τις ελεεινές τους κλούβες και πάρκαραν εδώ. Σταματούσαν τα μεσημέρια για να φάνε και να αποφύγουν τη ζέστη. Άραζαν και τα βράδια για ύπνο. Άπλωναν μεγάλες χαρτόκουτες στο γρασίδι, έριχναν ένα κατωσέντονο και κοιμόταν του καλού καιρού. Διαολιζόταν ο Χρόνης και μουρμούραγε στη γυναίκα του:

  • Μα ολόκληρη Κρήτη, εδώ βρίσκουν και κάθονται; Και να πεις ότι έχουμε τα πολλά τα στρέμματα. Το παρκάκι είναι μικρό. Όλο τον χώρο πιάνουν. Πού να πλησιάσει κανονικός άνθρωπος;

Η Στασούλα προσπάθησε ακόμη μια φορά να τον καλμάρει:

  • Ε, δε μας κλέβουν και τον ήλιο, χριστιανέ μου. Τρώνε και κοιμούνται. Θα φάνε, θα πιουν, θα ξεκουραστούν και θα φύγουν.
  • Δεν μας κλέβουν τον ήλιο, Στασούλα. Τα κινητά μας κλέβουν. Και καλοκοιτάνε τα σπίτια μας να μπουκάρουν. Και άντε, να φάνε και να πιούνε. Τα σκουπίδια τους μου λες γιατί δεν τα μαζεύουν; Γιατί να ζούμε στο σκουπιδαριό τους; Δίπλα είναι ο κάδος. Αφού απλώνουν το χεράκι τους για να κλέβουν, γιατί δεν απλώνουν το χεράκι τους στον κάδο να πετάξουν τα σκατοσκουπίδια τους;

Η αλήθεια ήταν κάπου στη μέση. Κλοπές σημαντικές δεν είχαν ακουστεί στη γειτονιά. Οι τσιγγάνοι όμως ήταν ιδιαίτερα αμελείς με τα σκουπίδια τους. Τώρα βαριόταν, επίτηδες το κάνανε, πάντως σκόρπιζαν παντού λαδόκολλες από πιτόγυρα, συσκευασίες από κρουασάν και κουτάκια μπίρες. Με την προσωπική τους υγιεινή έκαναν μια μεγαλύτερη προσπάθεια. Αλλά κι αυτό θύμωνε ακόμη περισσότερο τον Χρόνη. Έκαναν την μπουγάδα τους στο παρκάκι και άπλωναν τα ρούχα τους στις τραμπάλες και στις κούνιες. Χώρια που σαπουνίζονταν μπροστά στον κόσμο μέσα σε πλαστικές σκάφες.

Ο Χρόνης τους είχε φέρει πολλές την αστυνομία για την παράνομη κατάληψη του χώρου. Η αστυνομία ερχόταν, μια τους έκανε παρατηρήσεις, μια τους έδιωχνε, μετά από λίγες μέρες πάλι τα ίδια. Ε, δεν τον συλλαμβάνεις εύκολα τον άλλον γιατί άπλωσε τα βρακιά του εκεί που δεν έπρεπε.

Άλλες φορές κατέβαινε ο ίδιος ο Χρόνης και διαπληκτιζόταν μαζί τους. Έπαιρνε μαζί του και δυο-τρεις γείτονες φίλους του και έπαιρναν τον νόμο πάνω τους. Όχι βέβαια βία, αλλά μπόλικη αγριάδα. Οι Ρομά πότε απολογούνταν, πότε απαντούσαν με ανάλογο ύφος. Από πίσω οι γυναίκες τους βλαστημούσαν ακατάληπτα και ένας χορός από ξυπόλητα παιδάκια μυξόκλαιγαν ή έσκαγαν στα γέλια αναλόγως την ηλικία.

Μια φορά αφαίρεσε τις βάνες από τις βρύσες, έβαλε και υδραυλικές τάπες να μην μπορούν να παίρνουν νερό, να ξεκουμπιστούν. «Ας μην έχει το πάρκο νερό, οι νοικοκυραίοι παίρνουν από τα σπίτια τους», σκέφτηκε. Ούτε αυτό έπιασε, οι γύφτοι βρήκαν τρόπο και έπαιρναν νερό από τις βάνες ποτίσματος.

Άλλη φορά έφερε την αστυνομία για παράνομο εμπόριο. Μαζί με το περιπολικό κατέβηκε κι ο Χρόνης να ενισχύσει το έργο των οργάνων.

  • Άδειες δεν έχετε, αποδείξεις δεν κόβετε, φόρους δεν πληρώνετε. Οι τίμιοι καταστηματάρχες κορόιδα είναι; Υπεράνω του νόμου είστε;

Η αστυνομία πήρε δύο από τους άντρες στο τμήμα, ο Θεός ξέρει τι είπανε και τι κάνανε. Τώρα πρόστιμα τους έβαλαν, παρατηρήσεις τους κάνανε, έβγαλαν καμία ψευτοάδεια, ο Χρόνης δεν ήξερε. Αυτό που ήξερε είναι ότι μια βδομάδα μετά αυτοί ξανάρθαν.

Μερικά βράδια ο Χρόνης έφερε το «εκατό» για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Ήπιαν λίγο παραπάνω και έβαλαν τον Μάκη και τον Τερλέγκα στο τέρμα, στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου. Τι τα θες; Μόλις οι αστυνόμοι έστριβαν από τη γωνία, αυτοί χαμήλωναν την ένταση και το θέμα έληγε με απλή επίπληξη. «Μια χούντα μάς χρειάζεται», σχολίαζε ο Χρόνης.

Στο τέλος ακόμη και η αστυνομία αδιαφορούσε για τις τηλεφωνικές καταγγελίες του και ούτε που εμφανίζονταν. Ο ίδιος όμως περνούσε τον δρόμο απέναντι και συνέχιζε τους τσαμπουκάδες, πότε μόνος, πότε με τους γείτονες.

Έτσι και σήμερα. Μόλις τους είδε πάλι του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ήταν που ήταν ανήσυχος με την κόρη του, είδε και το «γυφταριό»! Η Βιβή έλειπε με τον καλό της σε διακοπές και ούτε στα τηλέφωνα απαντούσε. «Είπαμε να ξεσκάσει, όχι να μας σκάσει! Πού στο διάολο είναι; Πότε σκοπεύει να γυρίσει;» Με τα βλαστημίδια στο στόμα πήγε πάλι στις κλούβες και τους έκανε γενική ανακεφαλαίωση: Δεν έχετε άδειες, βρωμίζετε τον τόπο, κλέβετε τον κοσμάκη, απλώνετε τις μπουγάδες σας κ.τ.λ. Πάνω που ο καβγάς είχε ανάψει, άκουσε τη φωνή της γυναίκας του: «Χρόνη, έλα γρήγορα. Το παιδί…»

Τώρα, περασμένες δέκα το βράδυ, ούτε που θυμόταν τους Ρομά. Στο διπλανό κάθισμα είχε μουτρωμένη την κόρη του. Λίγη ώρα πιο πριν την είχε μαζέψει από το αστυνομικό τμήμα. Χρησιμοποίησε τις γνωριμίες του και την επιρροή του Μιχάλη, του δικηγόρου του, για να αποφύγουν τα αυτόφωρα. Απευθύνθηκε όλο νεύρα στην Βιβή:

  • Μα τι μαλακίες είναι αυτές; Τι κάνατε και σας μπαγλάρωσαν;
  • Τίποτε, βρε μπαμπά. Κατασκήνωση κάναμε. Απλή κατασκήνωση. Απλώς δεν επιτρεπόταν στην παραλία. Μας κάρφωσε ο ιδιοκτήτης του κάμπινγκ, ξέρεις τώρα, του χαλούσαμε την πελατεία.
  • Και τι μου τσαμπουνούσαν οι μπάτσοι για «παράνομο εμπόριο»;
  • Τι παράνομο εμπόριο, μπαμπά μου, φτιάχναμε χαϊμαλιά και βραχιολάκια και τα πουλούσαμε στους τουρίστες. Σιγά το έγκλημα. Τώρα που το σκέφτομαι στο κάρφωμα θα ήταν μέσα και οι μαγαζάτορες των σουβενίρ. Τι ξεφτίλες!
  • Οι μπάτσοι λένε ότι ενοχλούσατε τον κόσμο…
  • Κανέναν δεν ενοχλούσαμε. Τα βράδια βάζαμε λίγη μουσικούλα και οι χωριάτες τάχα δεν μπορούσαν να κοιμηθούν.

Πάνω στην ώρα τηλεφώνησε ο Μιχάλης. Ο Χρόνης του μίλησε έντονα:

  • Ρε Μιχάλη, τρελάθηκαν όλοι; Κλείνουν τα παιδιά του κόσμου μέσα για χαϊμαλιά και βραχιόλια; Στο μεσαίωνα ζούμε; Κι ύστερα τι παράνομη διανυκτέρευση και χαζομάρες; Δική τους είναι η θάλασσα; Στο σπίτι τους μπήκαν; Μέχρι και η μουσική τους ενόχλησε. Διακοπές έκαναν τα παιδιά, όχι μνημόσυνο. Κι ύστερα θέλουν και τουρισμό οι γύφτοι! Χούντα έχουμε;

Το άρθρο ΓΥΦΤΙΕΣ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Κληρονομιά https://www.pancreta.gr/klironomiachatzipanagiotoumanoschatzidakis/ Fri, 29 May 2026 08:30:41 +0000 https://www.pancreta.gr/klironomiachatzipanagiotoumanoschatzidakis/ Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιούνη του 1994 κρατούσε ακόμη από τις δροσιές του Μάη. Ο μεσόκοπος δικηγόρος Θανάσης Τρίκας πήρε το δρόμο για το σπίτι με τα πόδια. Το συνήθιζε τώρα τελευταία να κάνει το «σπίτι-γραφείο, γραφείο-σπίτι» ποδαράτα, ιδίως τα απογεύματα με τις υπηρεσίες κλειστές που δεν χρειαζόταν μετακινήσεις, έτσι κι αλλιώς έβλεπε μόνο πελάτες....

Το άρθρο Κληρονομιά εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιούνη του 1994 κρατούσε ακόμη από τις δροσιές του Μάη. Ο μεσόκοπος δικηγόρος Θανάσης Τρίκας πήρε το δρόμο για το σπίτι με τα πόδια. Το συνήθιζε τώρα τελευταία να κάνει το «σπίτι-γραφείο, γραφείο-σπίτι» ποδαράτα, ιδίως τα απογεύματα με τις υπηρεσίες κλειστές που δεν χρειαζόταν μετακινήσεις, έτσι κι αλλιώς έβλεπε μόνο πελάτες. Τα πρώτα παχάκια έδειχναν μια περίεργη επιμονή και λίγη άσκηση με περπάτημα επιβαλλόταν, δεν το ‘χε και με το γυμναστήριο. Άλλωστε ο καιρός ήταν σύμμαχός του.

Ως τώρα δεν τα είχε καταφέρει κι άσχημα. Είχε ήδη αποκτήσει καλή φήμη σε αστικές υποθέσεις, μανούλα στο οικογενειακό δίκαιο και τα κληρονομικά. Το γραφείο του στο κέντρο του Πειραιά και το διαμέρισμα στην Καστέλλα τα είχε ξεχρεωμένα και τα παιδιά ακόμη μικρά, όταν θα έμπλεκε με φροντιστήρια και σπουδές θα ανταποκρινόταν. Ωστόσο, τα σαρανταφεύγα χρονάκια του είχαν αρχίσει να τον επηρεάζουν. Δεν άντεχε τα πολλά-πολλά όπως παλιά. Και η τελευταία υπόθεση, Παρασκευή βράδυ, παραήταν τρελή κι ασήκωτη.

Ένας σχεδόν συνομήλικός του, καλοβαλμένος και προσηνής, του χτύπησε την πόρτα χωρίς ραντεβού. Όλα καλά κι ωραία, μύρισε καινούρια υπόθεση. 

-Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;

-Να συστηθώ πρώτα. Γιώργος Δραμουντάνης.

-Χάρηκα, λοιπόν;

-Εκπροσωπώ έναν καλό φίλο, αρκετά μεγαλύτερο σε ηλικία. Στην πραγματικότητα ασθενεί βαριά και δεν μπορεί να μετακινηθεί.

Μετά άρχισαν τα τρελά! Ο τύπος συνέχισε χωρίς ο Τρίκας να καταλαβαίνει και πολλά: 

-Ο φίλος μου αισθάνεται ότι βρίσκεται κοντά στο τέλος του βίου του και θέλει να αποκαταστήσει τη σχέση του με τα παιδιά του. Να τα αναγνωρίσει ως δικά του.

-Τι εννοείτε; Είναι παιδιά εκτός γάμου;

-Εκτός γάμου είναι, αλλά τα είχε αναγνωρισμένα.

-Τότε λοιπόν;

-Σε κάποια στιγμή τα αποκλήρωσε δημόσια και τα απαξίωσε.

-Για πόσα παιδιά μιλάμε;

-Τέσσερα.

-Τέσσερα; Και πότε έγινε η αποκλήρωση;

-Το 1961.

-Το 1961; Μα τώρα θα είναι ενήλικες. Πού ζουν;

-Παντού και πουθενά. Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς πού. Τριγυρνούν σε όλο τον κόσμο.

Ο Τρίκας άρχισε να βρίσκει την καρέκλα του άβολη. Στριφογύρισε ανήσυχος. Κάτι δεν πήγαινε καλά… 

-Τέλος πάντων πού μπορούμε να βρούμε το έγγραφο της αποκήρυξης; Πού έγινε η δικαιοπραξία;

-Δυστυχώς δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο. Η αποκήρυξη έγινε δημόσια στην Καλιφόρνια.

-Και ποιοι ήταν οι λόγοι της αποκήρυξης; Συνέβη κάποιο καθοριστικό γεγονός;

-Όχι κάτι συγκεκριμένο. Απλώς όσο μεγάλωναν τα παιδιά, σταμάτησαν να του μοιάζουν. Όσο κέρδιζαν τη δική τους ζωή, ο φίλος μου έπαυε να αναγνωρίζει πάνω τους τα δικά του χαρακτηριστικά…

-Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για μεσογειακές ματαιοδοξίες περί γονιδίων, αλλά αυτή μου φαίνεται πολύ τραβηγμένη. Αν απλώς κάνετε πλάκα, η φάρσα είναι πολύ χοντροκομμένη, σχεδόν εφηβική. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος και έχω ήδη κουραστεί.

Ο συνομιλητής όμως φάνηκε να τον διαψεύδει με ειλικρίνεια. Τον παρακάλεσε με τη μέγιστη ευγένεια να τον αφήσει να ολοκληρώσει. Ο Τρίκας πείστηκε και ανακάθισε, όχι δίχως δυσφορία, ζητώντας περισσότερες εξηγήσεις:

-Και τα παιδιά πώς μεγάλωσαν; Υπάρχει μητέρα;

-Υπήρχε. Τα παιδιά αυτά ευτύχησαν να υιοθετηθούν από μια θετή μητέρα, έναν υπέροχο άνθρωπο. Τα τίμησε και την τίμησαν. Μόνο που και αυτή απεβίωσε πριν από δύο μήνες. Ίσως αυτό κάνει και τον υποψήφιο πελάτη σας πιο βιαστικό, πιο ανήσυχο. Θέλει πριν φύγει, να κλείσει τις ανοιχτές πληγές.

-Τέλος πάντων, η υπόθεση είναι ήδη σχεδόν ακατανόητη. Και θα γίνει πιο περίπλοκη στην περίπτωση που υπάρχουν κι αλλά παιδιά. Στην περίπτωση που ο φίλος σας παντρεύτηκε και έχει απογόνους. Καταλαβαίνετε ότι θα εγερθούν απαιτήσεις για την όποια περιουσία…

-Μην ανησυχείτε. Ο άνθρωπος αυτός δεν παντρεύτηκε ποτέ του, αν και έχει πολλά παιδιά, τα περισσότερα αναγνωρισμένα. Τα παιδιά του δεν έχουν καμία υλική ανάγκη και ο ίδιος είναι ευκατάστατος.

Ο Γιώργος άρχισε να απαριθμεί παιδιά από κάθε μέρος του κόσμου: Αθανασία, Παντελής, Ραλλού, Ελένη, Κεμάλ, Γιάννης, Μαριάνθη κ.ά. Ο δικηγόρος σηκώθηκε όρθιος χωρίς να κρύβει πια την αγανάκτησή του: 

-Κύριε Δραμουντάνη, νομίζω ότι η συνάντησή μας τελείωσε. Νομίζω ότι δεν σας είμαι χρήσιμος. Δεν κατανοώ τι θέλει ο φίλος σας, αν υπάρχει τέτοιο πρόσωπο, ούτε και θέλω πια να μάθω.

-Ο φίλος μου θέλει πριν πεθάνει να αποκαταστήσει τη φήμη των τεσσάρων αυτών παιδιών. Τίποτε άλλο. Τα παιδιά αυτά έχουν τη ζωή τους και δεν έχουν κανέναν ανάγκη. Ίσως η δική σας πείρα…

-Η δική μου πείρα λέει πως πρέπει να μιλήσω με τον ίδιο, ή ακόμη καλύτερα να πάω σπίτι μου. Χαίρετε.

-Λυπάμαι, σας αφήνω όμως το τηλέφωνό του, αν για κάποιο λόγο αποφασίσετε να ασχοληθείτε.

Ο Δραμουντάνης, φανερά απογοητευμένος, είχε ανοίξει ήδη την πόρτα της εξόδου, την ώρα που ο δικηγόρος έριχνε μια ματιά στο μπιλιετάκι με το ξερό δεκαψήφιο τηλέφωνο. 

-Πείτε μου τουλάχιστον ένα όνομα! Φώναξε την τελευταία στιγμή.

Ο Δραμουντάνης ακούστηκε από τη σκάλα: 

-Μανώλης!

Όλη αυτή την ώρα στο δρόμο για το σπίτι, ο Θανάσης Τρίκας σκεφτόταν αυτά τα τρελά που άκουσε στο ακροτελεύτιο ραντεβού με πελάτη. «Πελάτης να σου πετύχει… Κοντέψαμε να τρελαθούμε βραδιάτικα. Ο τύπος ήταν θεόμουρλος». Ήταν η ύστατη σκέψη του καθώς άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του.

Βρήκε όλη την οικογένεια αραγμένη στην TV. Καθένας από έναν καναπέ να βλέπουν ελληνική ταινία. Η σύζυγος τον καλωσόρισε χωρίς να πάρει τα μάτια από την οθόνη: 

-Άλλαξε κι έλα κι εσύ. Σου κρατήσαμε πίτσα.

-Άντε πάλι με τις ελληνικές ταινίες!

Γκρίνιαξε από συνήθεια. Στην πραγματικότητα ήθελε να κουρνιάσει κι αυτός και να αποχαυνωθεί. Έβαλε ταχύτατα πιτζάμες και ρόμπα, πλύθηκε και άραξε στον καναπέ με δύο κομμάτια πίτσα. 

-Τι βλέπετε;

-«Ποτέ την Κυριακή», με την Μελίνα και τον Φούντα. Παλιά ταινία, αλλά ωραία!

Στην οθόνη η Μελίνα Μερκούρη με τον Ντασέν μπροστά στην Ακρόπολη. Μετά η Διαμαντίδου, ο Βέγγος και πολλοί άλλοι. Η Μελίνα-Ίλια τραγουδάει τα «Παιδιά του Πειραιά». Θα ‘θελε να είχε ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά… Η σύζυγος το απολαμβάνει και σχολιάζει. 

-Τι τραγουδάρες έβγαζαν κάποτε! Αλλά βέβαια δεν το πήρε το Όσκαρ τυχαία ο Μάνος Χατζιδάκις! Και να φανταστείς ότι ούτε που καταδέχτηκε να πάει στη Σάντα Μόνικα στην απονομή! Τώρα μας έφαγε το σκυλάδικο…

Ο Τρίκας μένει εμβρόντητος με την πίτσα μετέωρη μπροστά στο μισάνοιχτο στόμα του. Τα 4 παιδιά του Πειραιά χορεύουν μπροστά του… Ο πατέρας τους τα αποκηρύσσει στην Καλιφόρνια…  Η θετή μάνα τους, η Ίλια, τα τραγουδάει και τα τιμά…. Ο Μανώλης… Παρατάει την πίτσα, σηκώνεται απότομα. Με τα χέρια λαδωμένα ψάχνει κάτι στο παντελόνι του, ανασύρει το μπιλιετάκι και σηκώνει το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη μια κουρασμένη φωνή, φανερά καταβεβλημένη από αναπνευστικά προβλήματα:

-Παρακαλώ!

-Ο κύριος Μανώλης;

-Οι πολλοί με λένε Μάνο.

-Είμαι ο δικηγόρος Θανάσης Τρίκας. Ο κύριος Δραμουντάνης μού μίλησε για την υπόθεση με τα 4 παιδιά σας.

-Λοιπόν;

-Μελέτησα ταχύτατα την υπόθεσή σας και σας διαβεβαιώνω ότι τα παιδιά είναι αδιαμφισβήτητα δικά σας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού. Σας ανήκουν πέρα από κάθε άποψη. Σας ανήκουν νομικά, πνευματικά, αισθητικά. Η ανεξάρτητη ζωή που έχουν δεν είναι αποτέλεσμα της πρότερης αποκήρυξής τους από εσάς. Όλα τα παιδιά του κόσμου πετούν κάποτε μακριά μας. Παραμένουν όμως δικά μας. Κοιμηθείτε ήσυχος και αύριο τα λέμε.

Απάντησε με φωνή σπασμένη: 

-Σας ευχαριστώ! Δεν χρειάζεται να επικοινωνήσουμε και αύριο. Άλλωστε σε λίγες μέρες θα αναχωρήσω. Ήθελα λοιπόν να είμαι σίγουρος ότι τα τέσσερα παιδιά που γεννήθηκαν σε αυτό το λιμάνι θα συνεχίσουν να με μνημονεύουν όπως κάνουν και τα άλλα αδέλφια τους, όλα νόμιμα, όλα αναγνωρισμένα, όλα προϊόντα ενός μακροχρόνιου γάμου με την Τέχνη…

Ο δικηγόρος έκλεισε το τηλέφωνο μειδιώντας. Έβαλε ακόμη ένα κομμάτι πίτσα και θρονιάστηκε στον καναπέ για να δει την υπόλοιπη ταινία. Ο Πειραιάς φεγγοβολούσε. Ήταν Ιούνιος του 1994.

Απ’ το παράθυρό μου στέλνω
ένα δύο και τρία και τέσσερα φιλιά
που φτάνουν στο λιμάνι
ένα και δύο και τρία και τέσσερα πουλιά

Πώς ήθελα να είχα ένα και δύο
και τρία και τέσσερα παιδιά
που σαν θα μεγαλώσουν όλα
θα γίνουν λεβέντες για χάρη του Πειραιά

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να με ’χει κάνει, όσο τον Πειραιά
Που όταν βραδιάζει, τραγούδια μ’ αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Από την πόρτα μου σαν βγω
δεν υπάρχει κανείς που να μην τον αγαπώ
και σαν το βράδυ κοιμηθώ, ξέρω πως
ξέρω πως, πως θα τον ονειρευτώ

Πετράδια βάζω στο λαιμό, και μια χά-
και μια χά- , και μια χάντρα φυλακτό
γιατί τα βράδια καρτερώ, στο λιμάνι σαν βγω
κάποιον άγνωστο να βρω

Όσο κι αν ψάξω…

Στίχοι-Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Πρώτη εκτέλεση: Μελίνα Μερκούρη

Σημείωση: Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994. Είχε πράγματι «αποκηρύξει» τα «Παιδιά του Πειραιά» τα οποία αποδέχθηκε γελώντας η Μελίνα Μερκούρη ως «μάνα» σε τηλεοπτική τους συνάντηση με τον Μάνο Χατζηδάκι. Ο Γιώργος Δραμουντάνης είναι επίσης γνωστός μας: Είναι ο γνωστός μουσικός Λουδοβίκος των Ανωγείων. Όλα τα άλλα είναι παραμύθια του συγγραφέα και μην τα πιστεύετε.

Το άρθρο Κληρονομιά εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ – Ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotoualigorikoparamithi/ Fri, 29 May 2026 02:41:14 +0000 https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotoualigorikoparamithi/ Στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι σκύλοι ήταν ακόμη φίλοι με τις γάτες και τα ψάρια δεν είχαν ακόμη χάσει τη φωνή τους, υπήρχε ένα βασίλειο όμορφο και πλούσιο. Στη χώρα αυτή η βροχή, το χώμα, ο ήλιος και ο άνεμος είχαν τόσο καλά συνεργαστεί που τίποτε δεν έλειπε από τους κατοίκους. Τόσο πολύ...

Το άρθρο Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ – Ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι σκύλοι ήταν ακόμη φίλοι με τις γάτες και τα ψάρια δεν είχαν ακόμη χάσει τη φωνή τους, υπήρχε ένα βασίλειο όμορφο και πλούσιο. Στη χώρα αυτή η βροχή, το χώμα, ο ήλιος και ο άνεμος είχαν τόσο καλά συνεργαστεί που τίποτε δεν έλειπε από τους κατοίκους. Τόσο πολύ που είχαν ξεχάσει να επιθυμούν και να ζητάνε. Κάποτε μάλιστα ο βασιλιάς έφυγε για διακοπές και ξέχασε να γυρίσει, αλλά κανένας δεν το παρατήρησε. Έτσι ζούσαν χωρίς βασιλιά και στο παλάτι τα φαγητά κρύωναν χωρίς να τα τρώει κανένας.

Στη χώρα αυτή ζούσε ευτυχισμένος ο Στρατής με τα 39  αδέλφια του. Τότε δεν υπήρχε ακόμη τηλεόραση και τα παιδιά γεννιόταν από τα χάδια, τα φιλιά και τις ζεστές ματιές. Στην ίδια γειτονιά, στο διπλανό δρόμο, ζούσε και η πριγκίπισσα Ασημένια. Τα πρώτα 68 χρόνια δεν είχαν συναντηθεί ποτέ γιατί στο σχολείο πήγαιναν σε διαφορετικές τάξεις και η μαμά τους τους έστελνε για θελήματα σε διαφορετικά μπακάλικα. Κάποια μέρα όμως ο Στρατής ακολουθώντας ένα γρήγορο σαλιγκάρι ξεχάστηκε και βρέθηκε στον διπλανό δρόμο. Τότε είδε την πανέμορφη Ασημένια. Αμέσως ο Στρατής ένιωσε παράξενα. Ούτε πεινούσε, ούτε διψούσε, ούτε κρύωνε, ούτε ζεσταινόταν. Ένιωθε όμως για πρώτη φορά ότι κάτι του λείπει, αλλά δεν ήξερε τι.

Κάποτε όμως ένας ταύρος που ήταν άρχοντας πέρα από τις θάλασσες έστειλε προξενητάδες και την ζήτησαν για νύφη. Ήταν βλέπετε η εποχή που τα ζώα γινόταν και άρχοντες και στρατηγοί και πυροσβέστες, μερικά μάλιστα έπαιζαν και φυσαρμόνικα. Ο πατέρας της αρνήθηκε, “δεν το δίνω εγώ το κορίτσι μου για παντρειά, να τελειώσει πρώτα το σχολείο”, είπε. Τότε ο ταύρος, μαγεμένος κι αυτός από την πριγκίπισσα, την παρέσυρε με χίλια ψέματα και την απήγαγε στη χώρα του. Από τότε η δασκάλα του Στρατή τον έπιανε συχνά-πυκνά να είναι αφηρημένος και ο νους του να ταξιδεύει.

Ραδιόφωνα και τηλέφωνα δεν υπήρχαν αλλά και πάλι τα νέα ταξίδευαν, πότε με τον αέρα και πότε με τα σύννεφα. Κάποτε η ευτυχία της χώρας αυτής μαθεύτηκε στα πέρατα του κόσμου. Μερικοί λένε ότι τότε ο κόσμος δεν είχε άκρες, αλλά αυτό είναι δύσκολο να το πιστέψουμε. Ο αετός που βασίλευε στους πέρα ωκεανούς και η αρκούδα που βασίλευε στους πέρα κάμπους έσκασαν από τη ζήλια τους. Δεν ήταν λίγο να μάθουν ότι υπήρχε βασίλειο χωρίς βασιλιάδες και σκοτούρες! Έκατσαν και καλόπιασαν τους θεούς και τους προφήτες των ουρανών με δώρα και πεσκέσια. Οι θεοί και οι προφήτες καλαρέστηκαν με τα καλούδια και τις γαλιφιές και έκαναν το χατίρι των βασιλιάδων. Μια ωραία μέρα τα σύννεφα φούσκωσαν θυμωμένα και έβρεξαν μια βροχή από διχόνοια και μίσος!

Από τότε όλες οι δυστυχίες ξέσπασαν στη άμοιρη χώρα! Η γη σταμάτησε να γεννά, τα πηγάδια πίκραναν το νερό τους, οι σκύλοι κυνηγούσαν τις γάτες, οι αλεπούδες κυνηγούσαν τις κότες και τα αδέλφια κυνηγούσαν τα αδέλφια. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα, το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τη νύχτα, η βροχή κρύφτηκε μέσα στη λάσπη και ο άνεμος κρύφτηκε μέσα στα χαλάσματα του παλατιού.

Σαν πέρασε ο καιρός (λίγος; πολύς; κανείς δεν ξέρει) ψόφησαν όλα τα ζωντανά στο σπίτι του Στρατή, μαράθηκε το γεράνι στη γλάστρα, σκοτώθηκαν και τα 39 αδέλφια του, πέθανε κι η μάνα του από τον καϋμό της! Ο πατέρας του απελπισμένος έδωσε στον Στρατή ευχή και κατάρα: “Να πας παιδί μου πέρα από τις θάλασσες, να πας πέρα από τα βουνά, να πας σε μια χώρα που να μην έχει ούτε θανατικά ούτε χουρμαδιές”. Ο Στρατής τότε πήρε την μεγάλη απόφαση να πάει να γυρέψει την πριγκίπισσα Ασημένια κι ας είναι ζητιάνος στην πόρτα της, κι ας είναι χόρτο στο κατώφλι της, μόνο να την βλέπει και να γαληνεύει. Ο πατέρας  του τότε του έδωσε έξι μαγικά κλειδιά για να ανοίγει όσες πόρτες ήταν αμπαρωμένες μπροστά του. Μόνο που κάθε κλειδί μπορούσε να το χρησιμοποιήσει μόνο μια φορά! Το ένα κλειδί το φύλαξε στο παπούτσι του, το δεύτερο το φύλαξε στην τσέπη του, το τρίτο το φύλαξε στην ψυχή του, το τέταρτο το φύλαξε στο στόμα του, το  πέμπτο το φύλαξε στο μυαλό του και το έκτο το φύλαξε στην καρδιά του.

Έβαλε στο σάκο του λίγο ψωμί, λίγο χαλβά και λίγη ελπίδα και ξεκίνησε να περπατάει. Στην έξοδο του βασιλείου όμως συνάντησε τα μεγάλα τείχη με τις μεγάλες κλειστές πόρτες. Έβγαλε το λοιπόν το κλειδί από το παπούτσι του και άνοιξε. Αμέσως στα παπούτσια του φύτρωσαν φτερά και περπάτησε 400 μέρες και 401 νύχτες.

Κάποτε έφτασε μπροστά στη θάλασσα. Θάλασσα άκουγε και θάλασσα δεν έβλεπε! Μπροστά του ήταν ένας άλλος τοίχος με μια μεγάλη αμπαρωμένη πόρτα. Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη και άνοιξε! Αμέσως η τσέπη του γέμισε με 40 φλουριά! Τα έδωσε στον καρχαρία που περίμενε στο κύμα και τον πήρε καβάλα ως τα νησιά των γιγάντων!

Εκεί όμως κατάλαβε ότι ο καρχαρίας τον είχε ξεγελάσει. Οι γίγαντες δεν άφηναν κανέναν να φύγει, αν δεν του έπαιρναν την ψυχή του. Τι να κάνει κι ο δόλιος ο Στρατής, έβγαλε το κλειδί από τα στήθια του, έβγαλε και την ψυχή του μαζί και τα έδωσε στους γίγαντες. Οι γίγαντες τότε τον πήραν  στους ώμους τους και τον πέρασαν με μεγάλες δρασκελιές από την θάλασσα.

Βρέθηκε σε έναν τόπο άγνωστο, γερός και δυνατός αλλά χωρίς ψυχή! Εδώ δεν υπήρχαν χουρμαδιές, μόνο ελιές και λεμονιές. Περπάτησε άλλες 400 μέρες και άλλες 401 νύχτες. Έφτασε στη χώρα με τα βελανίδια και τα ποτάμια. Ρώτησε κάθε διαβάτη, κάθε δέντρο και κάθε πουλί πού θα μπορούσε να βρει την Ασημένια. Όμως στη χώρα αυτή δε μιλούσαν τα πουλιά, δε μιλούσαν τα δέντρα, δε μιλούσαν ούτε οι διαβάτες! Τι να κάνει κι αυτός, έβγαλε που λέτε το κλειδί από το στόμα του, το έδωσε σε έναν πελαργό και έμαθε να μιλάει τη γλώσσα των πουλιών. Είχε χάσει όμως την ανθρώπινη λαλιά του! Ο πελαργός τον οδήγησε σε μια γειτονιά, ούτε μεγάλη, ούτε μικρή, ούτε όμορφη, ούτε άσχημη!

Ξαφνικά είδε μια πόρτα που με μεγάλα ασημένια γράμματα έγραφε “Ασημένια”. Έψαξε το κλειδί στο μυαλό του, αλλά πριν το βρει η πόρτα άνοιξε και φανερώθηκε πιο όμορφη από ποτέ η Ασημένια. Δεν ήταν ντυμένη με ρούχα βασιλικά, αλλά δεν τον ένοιαζε. Το κλειδί του μυαλού δεν το χρειαζόταν πια γιατί έτσι κι αλλιώς όταν είδε την Ασημένια έχασε τα λογικά του από την ομορφιά της.

Ο δύστυχος! Είχε βρει την αγάπη του, αλλά την βρήκε στο σπιτικό του ταύρου με τα δικά της 40 παιδιά! Δεν είχε τίποτε άλλο να της δώσει από μια φτωχή καρδιά! Έβγαλε το κλειδί από την καρδιά του και το απίθωσε στα πόδια της. Εκείνη τον λυπήθηκε και τον πήρε για κηπουρό στον κήπο της. Ο Στρατής γεμάτος χαρά έπιασε να περιποιείται τα λουλούδια και τα δέντρα της για 401 χρόνια.

Όταν γέρασε, οι θεοί και οι προφήτες τον λυπήθηκαν και τον έκαναν δέντρο κι αυτόν δίπλα στο παραθύρι της να την βλέπει και να χαίρεται. Οι καρποί που έπεφταν από το δέντρο έγιναν παιδιά, και τα παιδιά του τα μεγάλωσε η Ασημένια σαν δικά της παιδιά.

Έτσι έγιναν τα πράγματα κι αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε τους πελαργούς ή τις λεμονιές του κήπου σας!

Σημ: Το αλληγορικό παραμύθι “Ο Στρατής και η Ασημένια” διακρίθηκε στον πρόσφατο λογοτεχνικό διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού “Ο ΚΕΦΑΛΟΣ” της Κεφαλλονιάς.

Το άρθρο Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ – Ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ματίλδη https://www.pancreta.gr/matildipancretagrchatzipanagiotou/ Sun, 24 May 2026 02:16:12 +0000 https://www.pancreta.gr/matildipancretagrchatzipanagiotou/ Η Ματίλδη πήρε να διαβάσει ένα βιβλίο για να απολαύσει τη σαββατιάτικη ραστώνη. Η θάλασσα δε φαινόταν από το στενό της, αλλά το δροσερό αγέρι του προχωρημένου Μάη έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και έστελνε την αλμύρα της. Ταυτόχρονα έβαλε δίπλα της δυο–τρία παξιμάδια μαζί με αλατσοελιές για να κατευνάσει τη λιγούρα. Στα δεκατρία της...

Το άρθρο Ματίλδη εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Η Ματίλδη πήρε να διαβάσει ένα βιβλίο για να απολαύσει τη σαββατιάτικη ραστώνη. Η θάλασσα δε φαινόταν από το στενό της, αλλά το δροσερό αγέρι του προχωρημένου Μάη έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και έστελνε την αλμύρα της. Ταυτόχρονα έβαλε δίπλα της δυο–τρία παξιμάδια μαζί με αλατσοελιές για να κατευνάσει τη λιγούρα. Στα δεκατρία της χρόνια πεινούσε διαρκώς, το στομάχι πλήρωνε την καλπάζουσα εφηβεία της. Δεν ήταν εύκολο όμως να συγκεντρωθεί καθώς από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένα σούσουρο, φανερή αντίθεση στη βουβαμάρα των ημερών. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο πατέρας αλαφιασμένος:

-Ματίλδη, σήκω αμέσως και ετοίμασε μια βαλίτσα με τα πιο απαραίτητα ρούχα σου. Τώρα, αμέσως, χωρίς καμία καθυστέρηση.

– Γιατί πατέρα; Πού θα πάμε;

– Ταξίδι Ματίλδη, είπε ο πατέρας κι έκλεισε αμέσως την πόρτα.  

Σε λίγες μέρες έφτασε στο ίδιο δωμάτιο ο Σάμι. Στο λιμάνι επικρατούσε ακόμη η πρωινή ησυχία, και λίγοι μόνο μαγαζάτορες της Παλιάς Πόλης είχαν ανοίξει τα μαγαζιά τους, μήπως τους πέσει τουρίστας από πρωινή πτήση ή από το καράβι που έπιανε Σούδα τα χαράματα. Καραβίσιος ήταν κι ο Σάμι. Είχε την μάλλον κοινότοπη ιδέα να έρθει για διακοπές το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιούνη, πριν κλείσουν τα σχολεία και τα Χανιά πήξουν. Μάταιος κόπος. Τα λεφούσια των τουριστών είχαν ήδη πλημμυρίσει τον τόπο. Το πώς βρήκε αυτό το RBNB στο Παλιό Λιμάνι οφείλεται μάλλον στις χαμηλές του απαιτήσεις, έτσι κι αλλιώς μόνος ταξίδευε, λίγη χαλάρωση ήθελε. Η επιλογή των Χανίων ήταν κλασική τουριστική επιλογή και ελάχιστη σχέση είχε με την καταγωγή του παππού του. Ήξερε ότι η οικογένειά του βαστάει από την Κρήτη, αλλά εδώ και δεκαετίες κανένας συγγενής του δε ζούσε πια εδώ.

Βρήκε το κλειδί στην πόρτα και ανέβηκε. Ρίχνοντας μια ματιά στο δωμάτιο κατάλαβε το γιατί στις δέκα Ιουνίου βρήκε δωμάτιο στην καρδιά του Παλιού Λιμανιού. Η επίπλωση παμπάλαια και λιτή. Η τουαλέτα έξω από την κάμαρα. Δεν είχαν μπει καν στον κόπο να καθαρίσουν. Στο τραπέζι υπήρχαν ακόμη παξιμάδια κι ελιές και ένα ανοιχτό βιβλίο από τον προηγούμενο ενοικιαστή. Είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με κάποια κυρία Σάρα, αλλά τώρα δεν απαντούσε.

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μια έφηβη. Του έριξε μια ματιά γεμάτη απορία και τον ρώτησε:

-Εσύ ποιος είσαι;

-Εγώ; Ο Σάμι. Εσύ ποια είσαι; Πώς μπήκες εδώ μέσα;

-Πώς μπήκα; Τι θα πει «πώς μπήκα». Εδώ είναι το σπίτι μου. Ματίλδη με λένε.

Η Ματίλδη έπιασε να συγυρίζει. Ανασήκωσε το πιάτο με τις ελιές και καθάρισε τα ψίχουλα. Έκλεισε το ανοιχτό βιβλίο και άρχισε να στρώνει το κρεβάτι με τα παλιομοδίτικα αλλά καθαρά στρωσίδια. Είχε μεγάλη οικειότητα με τον χώρο, ήταν σαν το ψάρι μέσα στο νερό. Για την ακρίβεια ήταν σαν να είχε μόλις βγει από το νερό. Τα μαλλιά της ήταν ακόμη βρεγμένα, είχε αλμύρα γύρω από τα μάτια. Αυτό δεν ήταν περίεργο, πολλοί έριχναν μια πρωινή βουτιά, το περίεργο ήταν ότι ακόμη και τα ρούχα της ήταν νωπά.

«Ή έπεσε με το φουστάνι ή το έβαλε πριν σκουπιστεί», σκέφτηκε ο Σάμι.

-Και από πού είσαι Σάμι; η Ματίλδη είχε όρεξη για κουβέντα.

-Από Αθήνα.

-Με το καράβι ήρθες;

-Ναι, ήμουνα στο «Έλυρος».

-Κι εγώ μόλις ήρθα, ήμουν στο «Ταναΐς».

-Υπάρχει καράβι «Ταναΐς»;

-Υπάρχει, πώς δεν υπάρχει. Πρώτη φορά στα Χανιά;

-Πρώτη. Ο παππούς μου ήταν Κρητικός, αλλά έφυγε δεκαετίες πριν.

Η Ματίλδη τον κοίταξε εξεταστικά.

– «Σάμι» είπες; Μη μου πεις ότι σε λένε Τρέβεζα;

Ο Σάμι μισάνοιξε το στόμα διστακτικός:

– Ναι, ο Σάμι ο Τρέβεζας είμαι.

-Καλέ, ο εγγονός του Σαμουήλ είσαι; Φτυστός ο παππούς σου! Τι «δεκαετίες» μου λες. Εμένα μου φαίνεται ότι φύγατε πριν από δυο-τρία χρόνια. Απέναντι έμενε ο παππούς σου. Σκουφών 9 εμείς, Σκουφών 6 εσείς. Φύγατε όταν περίπου χάσαμε την αδελφή μου τη Σουλτάνα.

– Ωχ, είχες αδελφή που πέθανε; Λυπάμαι!

– Γι’ αυτό ήρθα πάλι. Με έστειλαν οι γονείς μου να δω τον τάφο της Σουλτάνας μας, να τον περιποιηθώ, να τον καθαρίσω, να αφήσω λίγα λουλούδια.

– Και πότε πέθανε η αδελφή σου;

– Το 1942, δύο χρόνια πριν φύγουμε.

Ο Σάμι ήδη αισθανόταν κούραση και ζάλη. Το βαπόρι φαίνεται πως τον είχε ανακατέψει. Άφησε τα πράγματά του όπως ήταν και πήρε μόνο το πορτοφόλι και το κινητό του, χωρίς σήμα από ώρα. Η  Ματίλδη είχε αρχίσει να τρώει ό,τι είχε απομείνει από τα παξιμάδια και τις ελιές.

Βγήκε στην Οβριακή γειτονιά της πόλης, έτσι την λένε ακόμη. Είχε ήδη πολύ κόσμο, αλλά κανέναν τουρίστα. Όλοι ντόπιοι, όλοι με τα καλά τους. Ήταν Σάββατο και κανένας δεν δούλευε στη γειτονιά. Η συναγωγή είχε μισοαδειάσει. Περνώντας από κάποιο δίπατο σπίτι άκουσε πιάνο. Όλοι τους ήταν ακόμη εδώ. Ακόμη.

Η 27η Ιανουαρίου έχει ορισθεί Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος και Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος

Σημειώσεις:

Το μεγαλύτερο μέρος της εβραϊκής κοινότητας της Κρήτης χάθηκε στο ναυάγιο του «Ταναΐς». Στις 7 Ιουνίου του 1944 οι Γερμανοί επιβίβασαν στο Ταναΐς 350 Εβραίους της Κρήτης μαζί με άλλους 250 Έλληνες και Ιταλούς αιχμαλώτους. Στόχος ήταν η μεταφορά τους στα στρατόπεδα εξόντωσης. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες το πλοίο τορπιλίστηκε και χάθηκαν άπαντες.

Τα στοιχεία για την εβραΐκή κοινότητα των Χανίων συλλέχθηκαν από το αφιέρωμα «Οι Εβραίοι της Κρήτης» του ιστορικού Ευθύμη Λεκάκη που δημοσιεύτηκε στις 23 Αυγούστου του 2018 στα Χανιώτικα Νέα.  Σύμφωνα με το δημοσίευμα:

  • Η Σαλφατή Ματίλδη γεννήθηκε το 1931 στα Χανιά και διέμενε στην οδό Σκουφών 9. Πιθανότητα χάθηκε στο ναυάγιο του Ταναΐς στις 9 Ιουνίου του 1944.
  • Η Σαλφατή Σάρα, μάλλον μητέρα της Ματίλδης, γεννήθηκε το 1896. Πιθανότητα χάθηκε στο ναυάγιο του Ταναΐς στις 9 Ιουνίου του 1944.
  • Η Σαλφατή Σουλτάνα, μάλλον αδελφή της Ματίλδης,  γεννήθηκε το 1926 και πέθανε μέσα στην κατοχή το 1942. Ο τάφος της δεν βανδαλίστηκε από τους Γερμανούς όπως όλοι οι άλλοι εβραϊκοί τάφοι, πιθανότατα επειδή το μικρό της όνομα δεν παρέπεμπε με βεβαιότητα σε Εβραία και ήταν γραμμένο με ελληνικούς χαρακτήρες. Σωζόταν μέχρι πρότινος στη Νέα Χώρα Χανίων.
  • Ο Τρέβεζας Σαμουήλ, γεννήθηκε το 1921. Με καταγωγή από τη Ζάκυνθο έμενε στην οδό Σκουφών 6 στα Χανιά. Κατόρθωσε να διαφύγει στην Αθήνα και εκεί κρυπτόμενος επέζησε.

Το άρθρο Ματίλδη εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Βροχή https://www.pancreta.gr/vrochiarthrapancretagrchatzipanagiotoy/ Fri, 22 May 2026 15:01:42 +0000 https://www.pancreta.gr/vrochiarthrapancretagrchatzipanagiotoy/ Με τη βροχή τα γυαλιά θολώνουν. Θολώνει και το βλέμμα, φυσικό είναι. Αλλά κι η βροχή να μην ήταν το βλέμμα θολώνει από μόνο του, τα χρόνια περνάνε. Αυτό δεν είναι πρόβλημα, οι φακοί στα γυαλιά προσαρμόζονται. Το κακό είναι ότι θολώνουν κι οι αναμνήσεις. Αυτό δε διορθώνεται. Στην αρχή όλες μου οι αναμνήσεις ήταν...

Το άρθρο Βροχή εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Με τη βροχή τα γυαλιά θολώνουν. Θολώνει και το βλέμμα, φυσικό είναι. Αλλά κι η βροχή να μην ήταν το βλέμμα θολώνει από μόνο του, τα χρόνια περνάνε. Αυτό δεν είναι πρόβλημα, οι φακοί στα γυαλιά προσαρμόζονται. Το κακό είναι ότι θολώνουν κι οι αναμνήσεις. Αυτό δε διορθώνεται. Στην αρχή όλες μου οι αναμνήσεις ήταν εναργείς και ζωηρές. Χλεύαζα αυτούς που σε κάθε ταξίδι, σε κάθε γιορτή, σε κάθε εκδρομή, έβγαζαν τη μια φωτογραφία μετά την άλλη. «Δεν μπορείς να φυλακίσεις το χρόνο», τους έλεγα. «Κρατήστε τα στο μυαλό σας. Κρατήστε τη στιγμή, κρατήστε το συναίσθημα, κρατήστε όσα αξίζουν. Αν το μυαλό δεν τα συγκρατεί, τότε δεν αξίζει να κρατηθούν». Εγώ ήμουν που τα έλεγα; Τώρα ήρθε η ώρα που βαδίζω μεσοστρατίς στη ζωή και οι αναμνήσεις μου θολώνουν επικίνδυνα. Θέλω να θυμηθώ, μα δε θυμάμαι. Όχι, δεν έχω άνοια, ακμαιότατη είμαι. Αλλά να, μου φεύγουν πια τα ακριβή περιγράμματα. Λες και μένει μόνο ένα άρωμα, μια εσάνς. Μια πορτοκαλί κουκίδα στη θολούρα.

Να, για παράδειγμα εκείνη η εκδρομή. Λίγα χιλιόμετρα ως το Ναύπλιο. Ατελείωτα χιλιόμετρα ευτυχίας για μένα. Ένιωθα ότι γύρισα όλον τον πλανήτη. Οι άλλοι γκρίνιαζαν που μέσα στον Μάη βρήκε να βρέξει. Εγώ έπλεα σε πελάγη ευτυχίας γιατί (μισο-αστεία, μισο-σοβαρά) μού χάρισες εκείνη την πορτοκαλί ομπρέλα. Η υπόλοιπη φοιτητοπαρέα με πείραζε που έμοιαζα λέει με σωσίβιο. Δε με πείραξε, κι εγώ για σωσίβιο την είδα την ομπρέλα. Την άνοιξα τάχα για να μην βρέχομαι, άσχετα που από τον ενθουσιασμό μου ήθελα να γίνω μουσκίδι στη βροχή. Δήθεν από ευγένεια σε κάλεσα κάτω από τον μικρό πορτοκαλί μου ουρανό, «αφού την πλήρωσες, να μη βρέχεσαι τουλάχιστον». Αγκαλιά περπατήσαμε όλο το Ναύπλιο. Ωραίο αλλά μικρό. Εγώ τότε ήθελα το Ναύπλιο να είναι σαν την Τζακάρτα, απέραντο, να περπατάμε αγκαλιασμένοι μέσα στη βροχή για μήνες και να μην τελειώνει. Λίγο πριν μπούμε ξανά στα δυο σαραβαλάκια για την επιστροφή στην Αθήνα, βγήκαμε εκείνη την φωτογραφία. Οχτώ φοιτητές και η πορτοκαλί ομπρέλα στη μέση. Και πίσω από την ομπρέλα εμείς. Έλαμπα ολόκληρη. Νόμιζα θα σε κρατούσα για πάντα. Λάθεψα. Κράτησα όμως την ομπρέλα ως τρόπαιο ευτυχίας. Κράτησα και την φωτογραφία. Και ευτυχώς που την κράτησα δηλαδή γιατί η ανάμνηση όπως είπα θόλωσε. Έμεινε μια πορτοκαλί θάλασσα που με πνίγει μερικά βράδια. Όσο βέβαια περνούσαν τα χρόνια και κοιτούσα την πολαρόιντ, τόσο μου φαινόταν ότι εσύ ουσιαστικά έλειπες. Από τότε. Δεν ξέρω πού ήσουν, αλλά έλειπες. Ποτέ δεν ήσουν παρών. Πουθενά.

Και να τώρα, που είσαι απρόσμενα δίπλα μου. Μας έφερε κοντά και πάλι μια βροχή. Κατά λάθος. Σύμπτωση βέβαια, δεν ξεκούτιανα να πιστεύω στη μοίρα. Στη μέση της Αθήνας. Κρατούσα στη βροχή την πορτοκαλί ομπρέλα και πάλι. Την ίδια! Τη φυλάω σαν κινέζικη πορσελάνη και την εκθέτω σε κάθε βροχή. Η βροχή δυνάμωσε όμως και κατέφυγα κάτω απ’ τη μαρκίζα. Πανεπιστημίου και Μπενάκη. Με την πορτοκαλί ομπρέλα στα χέρια. Όπως πριν από δεκαεπτά χρόνια στο Ναύπλιο. Λείπει όμως η φοιτητοπαρέα.

Σε είδα δίπλα μου μόλις έκλεισα την ομπρέλα. Κάτω απ’ τη μαρκίζα. Λίγο μουσκεμένος. Πρώτα είδα το βλέμμα σου να παρακολουθεί την ομπρέλα που έκλεινε. Σίγουρα την αναγνώρισες, τόσο πορτοκαλί δεν φεύγει από το νου. Σε αναγνώρισα κι εγώ αμέσως, ούτε συ φεύγεις από το νου. Ποτέ δεν έφυγες, ήσουν μια πορτοκαλί ανάμνηση. Στην αρχή απέφυγες να με κοιτάξεις στα μάτια. Κάποτε τα βλέμματά μας διασταυρώνονται. Θέλω να σου πω για την ομπρέλα που κράτησα σα φυλαχτό (να, βλέπεις; ακόμη την έχω;). Θέλω να σου πω ότι έχω κάνει μούσκεμα την φωτογραφία της εκδρομής από τα δάκρυα (αλήθεια θυμάσαι;). Θέλω να σε βάλω και πάλι κάτω από την ομπρέλα και να κόψουμε το δρόμο ως το Ναύπλιο με τα πόδια (αντέχεις, ε;).

Εσύ δε μιλάς. Χαμογελάς αμήχανα. Κοιτάς μια εμένα, μια την ομπρέλα. Ύστερα στρέφεις αμήχανα το γκρίζο σου βλέμμα στον γκρίζο ουρανό. Ξανά την ομπρέλα, ξανά εμένα. Ακόμη ένα σπασμένο χαμόγελο και στρέφεις την πλάτη. Απομακρύνεσαι και πάλι. Η βροχερή Αθήνα δεν προσφέρεται για εκδρομές. Ίσως βέβαια η μαρκίζα σού δώσει την έμπνευση για κανένα στιχάκι. Το ‘χεις με το γράψιμο. Με τους ανθρώπους δεν το ‘χεις. Τα κάνεις μούσκεμα.

Φεύγω κι εγώ αψηφώντας τη βροχή. Κρατώ σφιχτά στο χέρι κλειστή την πορτοκαλί ομπρέλα. Η εκδρομή δε θα ξαναγίνει.

 

Το άρθρο Βροχή εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Αντώνης Χριστοφορίδης: Ο θρύλος της πυγμαχίας που «νίκησε τον Άξονα» https://www.pancreta.gr/antonischristoforidispighachia/ Fri, 15 May 2026 07:43:47 +0000 https://www.pancreta.gr/antonischristoforidispighachia/ Αντώνης Χριστοφορίδης (26 Μαΐου 1917 – 19 Οκτωβρίου 1985) Υπάρχει ένας αμερικανικός μύθος ότι ο Χίτλερ αποχώρησε από το στάδιο των Ολυμπιακών του 1936 για να μην απονείμει το χρυσό μετάλλιο στον Τσέσε Όουενς. Τον μύθο αυτόν τον διέψευσε ο ίδιος ο Όουενς, λέγοντας αργότερα: «Ο Χίτλερ έπρεπε να έρθει και να φύγει απ’ το...

Το άρθρο Αντώνης Χριστοφορίδης: Ο θρύλος της πυγμαχίας που «νίκησε τον Άξονα» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Αντώνης Χριστοφορίδης (26 Μαΐου 1917 – 19 Οκτωβρίου 1985)
Υπάρχει ένας αμερικανικός μύθος ότι ο Χίτλερ αποχώρησε από το στάδιο των Ολυμπιακών του 1936 για να μην απονείμει το χρυσό μετάλλιο στον Τσέσε Όουενς. Τον μύθο αυτόν τον διέψευσε ο ίδιος ο Όουενς, λέγοντας αργότερα: «Ο Χίτλερ έπρεπε να έρθει και να φύγει απ’ το στάδιο πολύ συγκεκριμένες ώρες. Χρειάστηκε να αποχωρήσει πριν την απονομή των μεταλλίων για τα 100 μέτρα, αλλά πριν φύγει έτυχε να περάσω δίπλα απ’ τις θέσεις του επιτελείου του. Με χαιρέτησε από μακριά και τον χαιρέτησα κι εγώ». Αργότερα, μάλιστα, θα γίνει πιο καυστικός για τους Αμερικανούς: «Δεν με σνόμπαρε ο Χίτλερ, αλλά ο Φράνκλιν Ρούσβελτ. Ο Πρόεδρος δεν μου έστειλε ούτε ένα τηλεγράφημα…».

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Χίτλερ ήταν ένας λάτρης του «ευ αγωνίζεσθαι». Άλλωστε ένα χρόνο μετά, το 1937, πραγματικά αποχωρεί εκνευρισμένος πριν το τέλος ενός αγώνα πυγμαχίας στο Βερολίνο. Ως την ώρα της αποχώρησης είχε δει επί αρκετούς γύρους τον Γερμανό πρωταθλητή Γκούσταβ Έντερ να «τις τρώει» κανονικά από έναν Έλληνα πυγμάχο. Έναν μετέπειτα παγκόσμιο πρωταθλητή, πολλές δεκαετίες πριν από την λάμψη του Δήμα, του Αντετοκούμπο, του Τσιτσιπά και των άλλων Ελλήνων πρωταθλητών.

Ο Αντώνης Χριστοφορίδης γεννιέται στη Σμύρνη στις 26 Μαϊου το 1917. Στα πέντε του χρόνια φεύγει από την Μικρασία πρόσφυγας. Ο πατέρας του δεν φεύγει μαζί τους, καθώς ήδη είχε πέσει νεκρός στη μάχη. Στα δεκατρία του χάνει και την μάνα του και ο έφηβος Αντώνης συνεχίζει σε εσπερινό σχολείο, ενώ την ημέρα κουβαλάει βαλίτσες σε ένα ξενοδοχείο. Ένας καυγάς στο προαύλιο εντυπωσιάζει τους συμμαθητές του και τον ενθαρρύνουν να ασχοληθεί με την πυγμαχία. Σε ένα υπόγειο της οδού Ασκληπιού γεννιέται ένα πυγμαχικό ταλέντο, που ήδη στα 16 του δεν έχει αντίπαλο στην Ελλάδα.

Στα 17, πηγαίνει στο Παρίσι όπου αναππτύσσει τις ικανότητές του και γρήγορα όλοι οι Γάλλοι φίλαθλοι μιλούν για τον “Christo”. Τα επόμενα 2-3 χρόνια είναι γεμάτα με διακρίσεις. Το 1937 όμως πρέπει να αντιμετωπίσει τον Γερμανό πρωταθλητή Έντε μέσα στο Βερολίνο. Το αποτέλεσμα σας το έχουμε πει. Πριν οι διαιτητές ψηφίσουν, ο Έντε αναγνωρίζει την ήττα, σηκώνει μόνος του το χέρι του Χριστοφορίδη. Ο Χίτλερ είχε ήδη φύγει. Στην επιστροφή, στον σταθμό του Παρισιού, τον περιμένει ένα ξέφρενο πλήθος να τον υποδεχτεί. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι και μια νίκη μέσα στο Βερολίνο είχε υψηλή συμβολική σημασία για τους Γάλλους, έστω κι αν την έκανε ένας «υιοθετημένος» Έλληνας. Ανάμεσα στο πλήθος τον υποδέχονται ο Δήμαρχος της πόλης, ο τραγουδιστής Μορίς Σεβαλιέ και ο Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Τερέζ, ο οποίος τον αγκαλιάζει και τον φιλάει.

Στο Ρότερνταμ, ο Χριστοφορίδης θα κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης, νικώντας τον Ολλανδό Κλαβερεν. Θεατές 15.000 Ολλανδοί και 15 Έλληνες ναυτικοί που έτυχε να βρίσκονται στο λιμάνι. Τον τίτλο τον χάνει τον επόμενο χρόνο, μόνο και μόνο γιατί σε έναν αγώνα όπου προηγούνταν εμφατικά έσπασε το χέρι του.

Με την δόξα στις βαλίτσες μεταναστεύει και πάλι στην Αμερική. Μετά από ένα εντυπωσιακό σερί νικών, αντιμετωπίζει τον Ιταλο-Αμερικανό Μέλιο Μπετίνα. Ας σημειωθεί η ημερομηνία: Είναι Ιανουάριος του 1941. Ο ελληνικός στρατός βρίσκεται στην Πίνδο και πολεμάει την φασιστική Ιταλία. Η νίκη επί του Ιταλού και ο παγκόσμιος τίτλος των ελαφρών βαρών έχει μια υψηλή συμβολική αξία που προκαλεί φρενίτιδα ενθουσιασμού στους Ελληνο-Αμερικάνους. Η μοίρα και οι ικανότητές του έφεραν τον Αντώνη Χριστοφορίδη να νικήσει δύο φορές (έστω στο μποξ) τον Άξονα!

Ακολουθούν κι άλλες νίκες (και κάποιες ήττες βεβαίως) ως το 1947. Μετά ο Αντώνης Χριστοφορίδης ακολουθεί τη μοίρα των φθαρμένων ειδώλων. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και τα ρινγκ έχουν άλλα είδωλα. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1971. Δουλεύει ως προπονητής στον Παναθηναϊκό, αλλά είναι πια η εποχή του Γουέμπλεϊ.

Στις 19 Οκτώβρη του 1985, ο 68χρονος Αντώνης Χριστοφορίδης βρίσκεται νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του από ανακοπή καρδιάς. Ο θάνατος γίνεται ειδησάριο και κηδεύεται δύο μέρες μετά στο νεκροταφείο Ζωγράφου.

Πηγές

fight.gr, el.wikipedia, mixanitouxronou.gr, sansimera.gr, el.wikipedia.org/wiki

Το άρθρο Αντώνης Χριστοφορίδης: Ο θρύλος της πυγμαχίας που «νίκησε τον Άξονα» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Η Δίκη των Πιθήκων και ο πλανήτης των πιθήκων https://www.pancreta.gr/dikipithikonexelixi/ Wed, 13 May 2026 00:19:10 +0000 https://www.pancreta.gr/dikipithikonexelixi/ Στις 10 Ιουλίου του 1925 ξεκίνησε στην Αμερική η λεγόμενη «Δίκη των πιθήκων». Είναι μία από τις διασημότερες δίκες που έγιναν παγκοσμίως. Τι είχε συμβεί; Στην Πολιτεία του Τενεσί στις ΗΠΑ υπό την πίεση του Μπάτλερ, ενός φονταμενταλιστή αγρότη, μέλους της τοπικής βουλής, ψηφίζεται ένας νόμος που απαγορεύει σε κάθε δημόσια δομή εκπαίδευσης να διδάσκεται...

Το άρθρο Η Δίκη των Πιθήκων και ο πλανήτης των πιθήκων εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Στις 10 Ιουλίου του 1925 ξεκίνησε στην Αμερική η λεγόμενη «Δίκη των πιθήκων». Είναι μία από τις διασημότερες δίκες που έγιναν παγκοσμίως. Τι είχε συμβεί; Στην Πολιτεία του Τενεσί στις ΗΠΑ υπό την πίεση του Μπάτλερ, ενός φονταμενταλιστή αγρότη, μέλους της τοπικής βουλής, ψηφίζεται ένας νόμος που απαγορεύει σε κάθε δημόσια δομή εκπαίδευσης να διδάσκεται η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. Ο Μπάτλερ και οι φονταμενταλιστές προτεστάντες θεωρούσαν ότι μια τέτοια διδασκαλία ήταν βλάσφημη και ακύρωνε την βιβλική εκδοχή της Δημιουργίας.

Ένας αναπληρωτής δάσκαλος, ο Τζον Σκόουπς, με την παρότρυνση της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών, συνέχισε να διδάσκει συστηματικά ότι ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα μιας μακράς εξελικτικής διαδικασίας με πλησιέστερο «συγγενή» του τον πίθηκο και τον χιμπατζή.

Οι δημιουργιστές αντέδρασαν γρήγορα και πίεσαν τις Πολιτειακές αρχές του Τενεσί να ασκήσει δίωξη κατά του Σκόουπς. Η δίκη ήταν μια μετωπική σύγκρουση των «δημιουργιστών» και των «εξελικτικών». Σύμβουλος της πολιτικής αγωγής ήταν ο φονταμενταλιστής, βαπτιστής Γουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαν, ο οποίος είχε 36 χρόνια να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου και αποκαλούσε τον εαυτό του «ειδήμονα στην Αγία Γραφή». Ο Μπράιαν δεν καταλάβαινε καθόλου την εξέλιξη και είχε την συνήθεια αντί να την αποκαλεί evolution, να την προφέρει evil-ution.

Την υπεράσπιση του δασκάλου Σκόουπς ανέλαβε ο ποινικολόγος Κλάρενς Ντάροου, γνωστός αγνωστικιστής, ο οποίος προσέφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες του. Η δίκη πήρε γρήγορα τεράστια δημοσιότητα. Ήταν, μάλιστα, η πρώτη φορά που μία δίκη μεταδόθηκε ζωντανά σε εθνικό επίπεδο από το ραδιόφωνο. Η αντιπαράθεση υπήρξε σκληρή. Τα εκατέρωθεν επιχειρήματα όμως είχαν ελάχιστη σημασία γιατί οι ένορκοι που θα έβγαζαν την απόφαση απλώς δεν τα καταλάβαιναν. Στην πλειοψηφία τους ήταν ντόπιοι θρησκόληπτοι. Το αποτέλεσμα ήταν να κριθεί ένοχος ο Σκόουπς και να του επιβληθεί το διόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή πρόστιμο των 100 δολαρίων. Το πρόστιμο αργότερα ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους αλλά αυτό είχε μικρή σημασία. Η Βίβλος είχε νικήσει τον Δαρβίνο.

Ποια σημασία έχουν όλα αυτά για μας; Το 1925 είναι πια πολύ μακρινό και το Τενεσί είναι επίσης πολύ μακριά από την Ελλάδα. Παρόμοια σύγκρουση έγινε όμως και στην Ελλάδα και με έναν τρόπο συνεχίζεται και σήμερα. Ήδη από το 1870, θεολογικοί κύκλοι επιχείρησαν την αποδόμηση της εξελικτικής θεωρίας.

Έτσι, όψεις της βιολογικής επιστήμης μπήκαν στην εκπαίδευση μόλις το 1931 με το εγχειρίδιο του Θ. Βλησίδη «Στοιχεία Γενικής Βιολογίας», όπου σε κάποιο κεφάλαιο γινόταν αναφορά στην εξέλιξη.

Όμως το 1952, μέσα στο κλίμα του μετεμφυλιακού σκοταδισμού, όπου την πνευματική ζωή κανοναρχούσαν οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, το εγχειρίδιο αυτό κρίθηκε πολύ τολμηρό και αντικαταστάθηκε από ένα άλλο βιβλίο που το έγραψε ο Στέλιος Σπεράντζας. Ο Σπεράντζας δεν ήταν Βιολόγος. Ήταν οδοντίατρος και ακτινολόγος, γνωστός λόγιος και λογοτέχνης της εποχής. Στο εγχειρίδιό του στρογγύλεψε τα πράγματα και έκλεισε με τη φράση «ο κόσμος είναι έργο της Θείας Δημιουργίας».

Το 1969 αντικαθίσταται από ένα άλλο βιβλίο. Το γράφει ο Ι. Γ. Οικονομίδης, ο οποίος επιδεικνύει πνεύμα συμβιβαστικό. Παρουσιάζει ισότιμα και τις δύο θεωρίες (τη δημιουργία και την εξέλιξη) και παρουσιάζει τον Θεό περίπου ως επιβλέποντα της εξέλιξης.

Το 1976, μέσα στο κλίμα ελευθερίας που υποστήριξε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γεωργίου Ράλλη, εισάγεται στα σχολεία ένα βιβλίο Βιολογίας που στηρίζει με σαφήνεια την εξελικτική θεωρία. Στη συνέχεια όμως, χωρίς να ερωτηθεί ο συγγραφέας, απαλείφονται κρίσιμες παράγραφοι, άγνωστο υπό ποιες πιέσεις.

Το 1984, εισάγεται στην εκπαίδευση το βιβλίο Ιστορίας του Λευτέρη Σταυριανού «Ιστορία του ανθρώπινου γένους». Το βιβλίο συναντάει σφοδρές αντιδράσεις τόσο για την μαρξιστική προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι αλλά κυρίως γιατί περιγράφει μια εξελικτική διαδικασία στην «ενηλικίωση» του ανθρώπου. Το 1990 αποσύρεται.

Σήμερα, η σύγκρουση στην εκπαίδευση φαίνεται ότι επιλύεται προσωρινά με έναν καθαρά ελληνικό συμβιβασμό. Η εξελικτική θεωρία διδάσκεται μέσες άκρες από λίγο στο Γυμνάσιο και ελάχιστα στο Λύκειο. Το μάθημα των Θρησκευτικών (όπου περιγράφεται η Δημιουργία) παραμένει ομολογιακό και διδάσκεται σε όλες τις τάξεις. Όλοι ευχαριστημένοι…

Παγκόσμια, στο τέλος του 20ου αιώνα, διατυπώθηκε επίσης μια θεωρία που στηρίζει την Δημιουργία, προσπαθώντας να μην έρθει σε σύγκρουση με την επιστήμη. Είναι η θεωρία του «ευφυούς σχεδιασμού». Η θεωρία αυτή υποστηρίζει (στο περίπου) ότι υπήρξε ένας αρχικός σχεδιαστής-δημιουργός που δημιούργησε τα πάντα τόσο έξυπνα, ώστε να υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις της εξέλιξης. Έτσι υπάρχει και Θεός-Δημιουργός και εξέλιξη.

«Ο άνθρωπος είναι ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στον πίθηκο και το ανθρώπινο είδος»

Η συζήτηση είναι μακρά. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με καμία επιστημονική θεωρία όταν παραμένει… επιστημονική. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με καμία θρησκευτική πίστη όταν παραμένει… θρησκευτική. Τα προβλήματα υπάρχουν όταν φανατικοί επιστήμονες υποστηρίζουν θεωρίες σαν να ήταν θρησκείες και φανατικοί θεολογίζοντες υποστηρίζουν την πίστη τους, πολεμώντας την επιστήμη.

Ώσπου να επιλύσουμε αυτά τα θέματα, θα ζούμε στον πλανήτη των πιθήκων. Γιατί όπως πολύ χαρακτηριστικά είπε ο Αυστριακός εθνολόγος και ζωολόγος Κόνραντ Λόρεντς «Ο άνθρωπος είναι ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στον πίθηκο και το ανθρώπινο είδος».

Πηγές

sansimera, tvxs, mixanitouxronou, eranistis

Το άρθρο Η Δίκη των Πιθήκων και ο πλανήτης των πιθήκων εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
«Σταγόνες» του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/manolischatzipanagiotoustagones/ Sat, 09 May 2026 01:00:38 +0000 https://www.pancreta.gr/manolischatzipanagiotoustagones/ φωτο: Ν. Λύτρας Στην αρχή δεν ήταν παρά μερικές σταγόνες νερού στο πάτωμα. Ο φύλακας της Εθνικής Πινακοθήκης, τις απέδωσε σε απροσεξία των καθαριστριών. Το φαινόμενο όμως επαναλήφθηκε και προκάλεσε επιπλήξεις και εντάσεις με τις δόλιες τις καθαρίστριες, που ορκίζονταν ότι ήταν προσεκτικές. Μετά τη λήξη του ωραρίου επισκέψεων για το κοινό, ο ευσυνείδητος υπάλληλος...

Το άρθρο «Σταγόνες» του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
φωτο: Ν. Λύτρας

Στην αρχή δεν ήταν παρά μερικές σταγόνες νερού στο πάτωμα. Ο φύλακας της Εθνικής Πινακοθήκης, τις απέδωσε σε απροσεξία των καθαριστριών. Το φαινόμενο όμως επαναλήφθηκε και προκάλεσε επιπλήξεις και εντάσεις με τις δόλιες τις καθαρίστριες, που ορκίζονταν ότι ήταν προσεκτικές. Μετά τη λήξη του ωραρίου επισκέψεων για το κοινό, ο ευσυνείδητος υπάλληλος έκανε λεπτομερείς επιθεωρήσεις. Τα χαράματα όμως ύποπτες σταγόνες εμφανίζονταν και πάλι. Στον ελληνικό μεσοπόλεμο οι κάμερες ασφαλείας ήταν μια υπόθεση επιστημονικής φαντασίας και, καθώς το μυστήριο παρέμενε άλυτο, ο φύλακας προτίμησε να το αποσιωπήσει για να μην βρει κανέναν μπελά.

Αργότερα το έμπειρο μάτι του παρατήρησε αδιόρατες αλλαγές σε μερικά έργα. Πιο πολύ ήταν μια διαίσθηση παρά μια σίγουρη διαπίστωση. Άρχισε να γίνεται βεβαιότητα, όταν παρατήρησε το ρυάκι στη «Λουόμενη» του Ουμβέρτου Αργυρού: Η στάθμη του νερού στη λιμνούλα έπεφτε ανεξήγητα! Με τον καιρό είδε να χάνεται νερό από μια «Θαλασσογραφία» του Λύτρα, αλλά και από το βαθύτερο από κάθε άποψη «Λιμάνι της Κοπεγχάγης» του Αλταμούρα. Με την πάροδο του χρόνου τις αλλαγές παρατήρησαν και άλλοι δυο φύλακες και βέβαια και οι επιμελητές της έκθεσης. Είδαν όλοι να λείπει νερό από το «Πριν από την καταιγίδα» του Βολανάκη, ίσως και από την «Σαντορίνη» του Μαλέα. Για αυτήν όμως δεν ήταν σίγουροι, γιατί το βάθος της καλντέρας ήταν απροσμέτρητο. Κάποιος έκλεβε νερό από τις θαλασσογραφίες! Αν το κακό συνεχιζόταν, οι πίνακες θα καταστρέφονταν. Και, για να πούμε την αλήθεια, συμφώνησαν να μην δώσουν δημοσιότητα, γιατί οι περισσότεροι θα αμφισβητούσαν αν οι καταγγέλλοντες έχουν «σώας τας φρένας». Οι άνθρωποι της Πινακοθήκης αποφάσισαν να φυλάξουν μόνοι τους βάρδιες επί μήνες για να λυθεί το μυστήριο. 

Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος όμως κατάφεραν να εντοπίσουν τους δράστες: επρόκειτο για μια σπείρα Ελλήνων ποιητών που έκλεβαν νερό για να το χρησιμοποιήσουν σε ποιήματα! Πιάστηκε ο Σαραντάρης, κάποιος Αλεπουδέλης, ένας Σεφεριάδης και μερικοί άλλοι. Διέφυγε ένας κακοποιός με το παρωνύμι «Κόλιας», γιατί είχε προλάβει να μπαρκάρει με ποστάλι. Τα κλοπιμαία ύδατα βρέθηκαν σε ποιητικές συλλογές όπως οι «Προσανατολισμοί-Τα πρώτα ποιήματα του Αιγαίου», το «Μαραμπού», το «Μυθιστόρημα» και κάμποσα άλλα σκόρπια σε ποιήματα και στίχους. Στις απολογίες τους κάτι ψέλλισαν για την «πολιτιστική ξηρασία», για «καλλιτεχνικά δάνεια» και διάφορα άλλα.

Στο μεταξύ ξέσπασε ο ελληνο-ιταλικός και το θέμα ξεχάστηκε και θάφτηκε. Σήμερα κανείς δεν υποψιάζεται ότι από κάποια ζωγραφικά έργα λείπουν κάμποσοι τόνοι νερού. Απλώς, αν ανοίξεις μερικές από τις κορυφαίες ποιητικές συλλογές, στάζει λίγο θαλασσόνερο και γαλάζια τέμπερα.

Το κείμενο «Σταγόνες» – «Διαχύσεις» διακρίθηκε σε διαγωνισμό της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας με θέμα το «νερό» και κριτική επιτροπή τους Ισίδωρο Ζουργός, Γιώργο Κορδομενίδη, Θωμά Κοροβίνη & Σοφία Νικολαΐδου.

Το άρθρο «Σταγόνες» του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>