ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/manolis-chatzipanagiotou/ Ενημέρωση // Άποψη // Προβολή Sun, 19 Jul 2026 05:31:36 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.2 https://www.pancreta.gr/wp-content/uploads/2026/03/cropped-fav-32x32.png ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/manolis-chatzipanagiotou/ 32 32 Αιμίλιος – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/aimilioskeimenapancretagr/ Sun, 19 Jul 2026 04:52:26 +0000 https://www.pancreta.gr/aimilioskeimenapancretagr/ Το φέρετρο ήταν ήδη στην εκκλησία και, περιμένοντας τον παπά, η Λετίτσια έκανε την στερνή παρέα με το στεφάνι της. Δίπλα της λαμπάδες οι δύο κόρες της με στεγνά πια τα μάτια από τον ολονύκτιο θρήνο. Η μικρή πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Στα καφενεία δεν είχε καρέκλα να κάτσεις. Ο Αιμίλιος ήταν αγαπητός συχωριανός και...

Το άρθρο Αιμίλιος – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το φέρετρο ήταν ήδη στην εκκλησία και, περιμένοντας τον παπά, η Λετίτσια έκανε την στερνή παρέα με το στεφάνι της. Δίπλα της λαμπάδες οι δύο κόρες της με στεγνά πια τα μάτια από τον ολονύκτιο θρήνο. Η μικρή πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Στα καφενεία δεν είχε καρέκλα να κάτσεις. Ο Αιμίλιος ήταν αγαπητός συχωριανός και στο ξόδι του δεν έλειπε κανείς. Σιγά-σιγά ερχόταν φίλοι, συγγενείς από την πόλη και μακρινά χωριά, μερικοί ήρθαν και από την πρωτεύουσα. Αν υπήρχε τρόπος να κρυφακούσεις ταυτόχρονα όλες τις παρέες, θα διαπίστωνες ότι οι συζητήσεις ήταν περίπου κοινές: «Κρίμα στον Αιμίλιο. Μόνο 72 χρονών. Αυτή η αρρώστια θα μας φάει όλους…».

Κάποιος αναγνώρισε έναν παλιό γνώριμο μέσα στο πλήθος: «Βρε, ο Σάββας» και έδειξε έναν καλοντυμένο νέο άντρα. Ο άντρας συνοδευόταν από μια καστανομάλα και έναν μελαχρινό πιτσιρικά, όχι πάνω από τεσσάρων χρονών.

  • Σάββα, εσύ είσαι μωρέ;
  • Εγώ βρε παιδιά, εγώ είμαι.
  • Ήρθες ε; Από πού ήρθες;

Μερικοί νεότεροι σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους για να κάτσει ο Σάββας και η γυναίκα.

  • Από την Αγγλία χωριανοί, από την Αγγλία ήρθα. Να σας συστήσω την Ίρμα, τη γυναίκα μου. Αυτός είναι ο γιος μου.

Του σφίγγουν το χέρι, τον αγκαλιάζουν, μερικοί του κάνουν καλαμπούρια ξεχνώντας την περίσταση της κηδείας.

  • Για τον Αιμίλιο, ε; Από την Αγγλία…
  • Ναι, για τον Αιμίλιο, από την άκρη του κόσμου θα ‘ρχόμουνα.
  • Μπράβο ρε Σάββα, δεν ξεχνάς!

Ναι, δεν ξεχνάει. Όταν οι πολλές ερωτήσεις τελειώνουν, ο Σάββας αναθυμάται τα παλιά. Όταν ήρθε πρώτη φορά στο χωριό, ήταν δεν ήταν 13 χρονών. Τότε τον έλεγαν Σάλεχ.  Προσφυγόπουλο ασυνόδευτο. Οι δικοί του άφαντοι. Άλλοι νεκροί, άλλοι εξαφανισμένοι, άλλοι ξέμειναν στην απέραντη φυλακή της έρημης χώρας. Ο Σάλεχ φορτώθηκε από κάποιον θείο σε κάποιο καραβάνι προσφύγων και ταξίδεψε μέρες και βδομάδες. Ψηλά βουνά, φουσκωμένα ποτάμια, δρόμοι στο πουθενά, ανώνυμα χωριά, μια μεγάλη θάλασσα και στο τέλος μια άγνωστη χώρα, οι συμπατριώτες του στο καμπ τού είπαν πως ήταν το «Yunan», οι ντόπιοι την έλεγαν αλλιώς.

Ήταν ασυνόδευτος και του είπαν ότι θα τον μετέφεραν σε ένα ωραίο μέρος όπου θα τον πρόσεχαν. Λεωφορείο, πλοίο και μετά πάλι λεωφορείο. Ένα λεωφορείο που πήγαινε και ανέβαινε, ανέβαινε και πήγαινε και τον κατέβασε σε ένα μέρος όπου έβλεπες μόνο βουνά. Του έλεγαν ότι ήταν νησί, αλλά αυτός έβλεπε μόνο βουνά. Αυτό δεν τον πείραξε, έτσι κι αλλιώς στην πατρίδα του δεν είχε θάλασσα. Τον πείραζε όμως η μοναξιά.

Στο οικοτροφείο ασυνόδευτων ανηλίκων ζορίστηκε. Όλοι ξένοι, όλοι απειλητικοί. Τον πήγαν και στο σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί ήταν φιλικοί και χαμογελαστοί. Δε φτάνουν όμως μόνο τα χαμόγελα. Τα βιβλία μουτζούρες ακαταλαβίστικες, η γλώσσα ξένη, τα παιδιά άγνωστα. Όλος ο κόσμος ένας ενοχλητικός βόμβος. Κοιμόταν λίγο, έτρωγε λίγο, έκλαιγε πολύ.

Πάνω του έπεσε το βλέμμα του Αιμίλιου, ενός πενηνταπεντάρη φύλακα. Κοιλίτσα, φαλάκρα, μουστάκι. Γελούσε λίγο, μιλούσε λιγότερο. Το βλέμμα του όμως ο Σάλεχ δεν θα το ξεχάσει ποτέ. Βλέμμα γεμάτο ανησυχία και ενδιαφέρον. Μια φορά που είχε απομονωθεί με κλάματα, ο Αιμίλιος τον πήρε και τον πήγε στο σπίτι του. Κάτι είπε στη Λετίτσια και αυτή γέλασε και τον αγκάλιασε. Έφαγαν μαζί. Του έδειξαν στις κορνίζες τις δύο κόρες τους, μεγάλες πια, μάλλον έλειπαν, ποιος ξέρει πού. Αργότερα έμαθε ότι η Μαρία και η Αντωνία δούλευαν στην Αθήνα. Κουβέντες δεν αντάλλαξαν, η γλώσσα μεγάλο εμπόδιο. Για πρώτη φορά όμως μετά από πολλούς μήνες ο Σάλεχ ένιωσε ασφάλεια.

Από τότε έγινε η ουρά του Αιμίλιου. Ο Αιμίλιος τον έπαιρνε στον μανάβη και στον μπακάλη, τον κερνούσε στο καφενείο και τον σύστηνε στους χωριανούς. Αυτοί με την σειρά τους τον βάφτισαν Σάββα, το Σάλεχ τους φάνηκε πολύ εξωτικό για να το θυμούνται. Το Πάσχα γνώρισε και τα κορίτσια τους και κάποιες φορές ένιωθε πως είχε μαμά, μπαμπά, αδελφές, κάτι δηλαδή που έμοιαζε με κανονική ζωή.

Ο Σάββας έμαθε γρήγορα τη γλώσσα και ανταποκρινόταν στο σχολείο κάθε μέρα και καλύτερα. Το καλοκαίρι οι δύο αδελφές τού έκαναν και έξτρα μαθήματα ελληνικών. Στο δρόμο και στις συναναστροφές μιλούσε με ντοπιολαλιά. Μερικές λέξεις βέβαια παρέμεναν ένα μυστήριο. Για παράδειγμα, κάθε φορά που ο Αιμίλιος τον έφερνε απροειδοποίητα στο σπίτι, η Λετίτσια έλεγε το «βρισκούμενο». Τι είναι το «βρισκούμενο», Αιμίλιε; Και ο Αιμίλιος γελούσε και δεν απαντούσε. Αργότερα ο Σάββας κατάλαβε: Το «βρισκούμενο» ήταν ένα πιάτο που ήταν αδύνατο να το φας στα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου, αλλά το είχε η Λετίτσια. Με τον καιρό συνειδητοποίησε ότι παρόμοια πιάτα σερβίρονταν στα περισσότερα σπίτια του χωριού. Τη συνταγή δεν την είχε δει γραμμένη πουθενά, αλλά την ήξεραν  οι πιο πολλές γυναίκες.

Μεγαλώνοντας ο Σάββας άνοιξε τα φτερά του, ταξίδεψε, δούλεψε, αγάπησε, έστησε σπιτικό. Το χαμπέρι του Αιμίλιου τον βρήκε στο Λονδίνο.

Η καμπάνα τον βγάζει από τις σκέψεις του. Με την Ίρμα λίγο σαστισμένη μπαίνουν στην εκκλησία. Σκύβει πάνω από το φέρετρο. Δεν είναι χριστιανός, αλλά κάνει το σταυρό του. Για τον Αιμίλιο. Η Λετίτσια και τα κορίτσια, γυναίκες πια κι αυτές με δικές τους οικογένειες, ανοίγουν διάπλατα τα μάτια. Χαίρονται, εκπλήσσονται, λυπούνται, όλα μαζί, δύσκολο να το ξεχωρίσεις. Πέφτουν στην αγκαλιά του Σάββα τους: «Ήρθες αγόρι μου;» «Αλίμονο, ήρθα, πώς δε θα ‘ρχόμουνα; Από δω η γυναίκα μου, η Ίρμα. Κι ο γιος μου». Η Λετίτσια χαϊδεύει το κεφάλι του πιτσιρίκου. Τα κορίτσια τον ρωτάνε στ’ αγγλικά το όνομά του.

«Emilio», τους λέει με σβησμένη φωνή.

Τώρα ο παπάς περιμένει από πάνω τους να αρχίσει να ψέλνει. Οι γυναίκες έχουν αφήσει το φέρετρο και βρέχουν με τα δάκρυά τους το κεφάλι του μικρού που τα ‘χει χαμένα.

“Emilio”, ναι, «Αιμίλιο, τονε λένε», επαναλαμβάνει ο πατέρας του, που δε θυμάται ούτε ο ίδιος πια αν το όνομά του είναι Σάλεχ ή Σάββας.

Σημ: Ο Αιμίλος ήταν υπαρκτό πρόσωπο όπως πραγματική είναι η ιστορία του «Σάββα» του οποίου άλλαξα το όνομα. Η οικογένεια του Αιμίλιου είχε την ευγένεια να μου επιτρέψει να μεταπλάσω την βασική ιστορία, όπως ήθελα και την ευχαριστώ γι’ αυτό.

Το κείμενο «Αιμίλιος» γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής της Κατερίνας Νανούρη. Είναι μέρος μιας σειράς κειμένων πάνω σε μια ιδέα της Κατερίνας Μαντίλ με κοινό τόπο «το βρισκούμενο».

Το άρθρο Αιμίλιος – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ – Ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotoualigorikoparamithi/ Fri, 17 Jul 2026 08:41:14 +0000 https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotoualigorikoparamithi/ Στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι σκύλοι ήταν ακόμη φίλοι με τις γάτες και τα ψάρια δεν είχαν ακόμη χάσει τη φωνή τους, υπήρχε ένα βασίλειο όμορφο και πλούσιο. Στη χώρα αυτή η βροχή, το χώμα, ο ήλιος και ο άνεμος είχαν τόσο καλά συνεργαστεί που τίποτε δεν έλειπε από τους κατοίκους. Τόσο πολύ...

Το άρθρο Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ – Ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι σκύλοι ήταν ακόμη φίλοι με τις γάτες και τα ψάρια δεν είχαν ακόμη χάσει τη φωνή τους, υπήρχε ένα βασίλειο όμορφο και πλούσιο. Στη χώρα αυτή η βροχή, το χώμα, ο ήλιος και ο άνεμος είχαν τόσο καλά συνεργαστεί που τίποτε δεν έλειπε από τους κατοίκους. Τόσο πολύ που είχαν ξεχάσει να επιθυμούν και να ζητάνε. Κάποτε μάλιστα ο βασιλιάς έφυγε για διακοπές και ξέχασε να γυρίσει, αλλά κανένας δεν το παρατήρησε. Έτσι ζούσαν χωρίς βασιλιά και στο παλάτι τα φαγητά κρύωναν χωρίς να τα τρώει κανένας.

Στη χώρα αυτή ζούσε ευτυχισμένος ο Στρατής με τα 39  αδέλφια του. Τότε δεν υπήρχε ακόμη τηλεόραση και τα παιδιά γεννιόταν από τα χάδια, τα φιλιά και τις ζεστές ματιές. Στην ίδια γειτονιά, στο διπλανό δρόμο, ζούσε και η πριγκίπισσα Ασημένια. Τα πρώτα 68 χρόνια δεν είχαν συναντηθεί ποτέ γιατί στο σχολείο πήγαιναν σε διαφορετικές τάξεις και η μαμά τους τους έστελνε για θελήματα σε διαφορετικά μπακάλικα. Κάποια μέρα όμως ο Στρατής ακολουθώντας ένα γρήγορο σαλιγκάρι ξεχάστηκε και βρέθηκε στον διπλανό δρόμο. Τότε είδε την πανέμορφη Ασημένια. Αμέσως ο Στρατής ένιωσε παράξενα. Ούτε πεινούσε, ούτε διψούσε, ούτε κρύωνε, ούτε ζεσταινόταν. Ένιωθε όμως για πρώτη φορά ότι κάτι του λείπει, αλλά δεν ήξερε τι.

Κάποτε όμως ένας ταύρος που ήταν άρχοντας πέρα από τις θάλασσες έστειλε προξενητάδες και την ζήτησαν για νύφη. Ήταν βλέπετε η εποχή που τα ζώα γινόταν και άρχοντες και στρατηγοί και πυροσβέστες, μερικά μάλιστα έπαιζαν και φυσαρμόνικα. Ο πατέρας της αρνήθηκε, “δεν το δίνω εγώ το κορίτσι μου για παντρειά, να τελειώσει πρώτα το σχολείο”, είπε. Τότε ο ταύρος, μαγεμένος κι αυτός από την πριγκίπισσα, την παρέσυρε με χίλια ψέματα και την απήγαγε στη χώρα του. Από τότε η δασκάλα του Στρατή τον έπιανε συχνά-πυκνά να είναι αφηρημένος και ο νους του να ταξιδεύει.

Ραδιόφωνα και τηλέφωνα δεν υπήρχαν αλλά και πάλι τα νέα ταξίδευαν, πότε με τον αέρα και πότε με τα σύννεφα. Κάποτε η ευτυχία της χώρας αυτής μαθεύτηκε στα πέρατα του κόσμου. Μερικοί λένε ότι τότε ο κόσμος δεν είχε άκρες, αλλά αυτό είναι δύσκολο να το πιστέψουμε. Ο αετός που βασίλευε στους πέρα ωκεανούς και η αρκούδα που βασίλευε στους πέρα κάμπους έσκασαν από τη ζήλια τους. Δεν ήταν λίγο να μάθουν ότι υπήρχε βασίλειο χωρίς βασιλιάδες και σκοτούρες! Έκατσαν και καλόπιασαν τους θεούς και τους προφήτες των ουρανών με δώρα και πεσκέσια. Οι θεοί και οι προφήτες καλαρέστηκαν με τα καλούδια και τις γαλιφιές και έκαναν το χατίρι των βασιλιάδων. Μια ωραία μέρα τα σύννεφα φούσκωσαν θυμωμένα και έβρεξαν μια βροχή από διχόνοια και μίσος!

Από τότε όλες οι δυστυχίες ξέσπασαν στη άμοιρη χώρα! Η γη σταμάτησε να γεννά, τα πηγάδια πίκραναν το νερό τους, οι σκύλοι κυνηγούσαν τις γάτες, οι αλεπούδες κυνηγούσαν τις κότες και τα αδέλφια κυνηγούσαν τα αδέλφια. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα, το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τη νύχτα, η βροχή κρύφτηκε μέσα στη λάσπη και ο άνεμος κρύφτηκε μέσα στα χαλάσματα του παλατιού.

Σαν πέρασε ο καιρός (λίγος; πολύς; κανείς δεν ξέρει) ψόφησαν όλα τα ζωντανά στο σπίτι του Στρατή, μαράθηκε το γεράνι στη γλάστρα, σκοτώθηκαν και τα 39 αδέλφια του, πέθανε κι η μάνα του από τον καϋμό της! Ο πατέρας του απελπισμένος έδωσε στον Στρατή ευχή και κατάρα: “Να πας παιδί μου πέρα από τις θάλασσες, να πας πέρα από τα βουνά, να πας σε μια χώρα που να μην έχει ούτε θανατικά ούτε χουρμαδιές”. Ο Στρατής τότε πήρε την μεγάλη απόφαση να πάει να γυρέψει την πριγκίπισσα Ασημένια κι ας είναι ζητιάνος στην πόρτα της, κι ας είναι χόρτο στο κατώφλι της, μόνο να την βλέπει και να γαληνεύει. Ο πατέρας  του τότε του έδωσε έξι μαγικά κλειδιά για να ανοίγει όσες πόρτες ήταν αμπαρωμένες μπροστά του. Μόνο που κάθε κλειδί μπορούσε να το χρησιμοποιήσει μόνο μια φορά! Το ένα κλειδί το φύλαξε στο παπούτσι του, το δεύτερο το φύλαξε στην τσέπη του, το τρίτο το φύλαξε στην ψυχή του, το τέταρτο το φύλαξε στο στόμα του, το  πέμπτο το φύλαξε στο μυαλό του και το έκτο το φύλαξε στην καρδιά του.

Έβαλε στο σάκο του λίγο ψωμί, λίγο χαλβά και λίγη ελπίδα και ξεκίνησε να περπατάει. Στην έξοδο του βασιλείου όμως συνάντησε τα μεγάλα τείχη με τις μεγάλες κλειστές πόρτες. Έβγαλε το λοιπόν το κλειδί από το παπούτσι του και άνοιξε. Αμέσως στα παπούτσια του φύτρωσαν φτερά και περπάτησε 400 μέρες και 401 νύχτες.

Κάποτε έφτασε μπροστά στη θάλασσα. Θάλασσα άκουγε και θάλασσα δεν έβλεπε! Μπροστά του ήταν ένας άλλος τοίχος με μια μεγάλη αμπαρωμένη πόρτα. Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη και άνοιξε! Αμέσως η τσέπη του γέμισε με 40 φλουριά! Τα έδωσε στον καρχαρία που περίμενε στο κύμα και τον πήρε καβάλα ως τα νησιά των γιγάντων!

Εκεί όμως κατάλαβε ότι ο καρχαρίας τον είχε ξεγελάσει. Οι γίγαντες δεν άφηναν κανέναν να φύγει, αν δεν του έπαιρναν την ψυχή του. Τι να κάνει κι ο δόλιος ο Στρατής, έβγαλε το κλειδί από τα στήθια του, έβγαλε και την ψυχή του μαζί και τα έδωσε στους γίγαντες. Οι γίγαντες τότε τον πήραν  στους ώμους τους και τον πέρασαν με μεγάλες δρασκελιές από την θάλασσα.

Βρέθηκε σε έναν τόπο άγνωστο, γερός και δυνατός αλλά χωρίς ψυχή! Εδώ δεν υπήρχαν χουρμαδιές, μόνο ελιές και λεμονιές. Περπάτησε άλλες 400 μέρες και άλλες 401 νύχτες. Έφτασε στη χώρα με τα βελανίδια και τα ποτάμια. Ρώτησε κάθε διαβάτη, κάθε δέντρο και κάθε πουλί πού θα μπορούσε να βρει την Ασημένια. Όμως στη χώρα αυτή δε μιλούσαν τα πουλιά, δε μιλούσαν τα δέντρα, δε μιλούσαν ούτε οι διαβάτες! Τι να κάνει κι αυτός, έβγαλε που λέτε το κλειδί από το στόμα του, το έδωσε σε έναν πελαργό και έμαθε να μιλάει τη γλώσσα των πουλιών. Είχε χάσει όμως την ανθρώπινη λαλιά του! Ο πελαργός τον οδήγησε σε μια γειτονιά, ούτε μεγάλη, ούτε μικρή, ούτε όμορφη, ούτε άσχημη!

Ξαφνικά είδε μια πόρτα που με μεγάλα ασημένια γράμματα έγραφε “Ασημένια”. Έψαξε το κλειδί στο μυαλό του, αλλά πριν το βρει η πόρτα άνοιξε και φανερώθηκε πιο όμορφη από ποτέ η Ασημένια. Δεν ήταν ντυμένη με ρούχα βασιλικά, αλλά δεν τον ένοιαζε. Το κλειδί του μυαλού δεν το χρειαζόταν πια γιατί έτσι κι αλλιώς όταν είδε την Ασημένια έχασε τα λογικά του από την ομορφιά της.

Ο δύστυχος! Είχε βρει την αγάπη του, αλλά την βρήκε στο σπιτικό του ταύρου με τα δικά της 40 παιδιά! Δεν είχε τίποτε άλλο να της δώσει από μια φτωχή καρδιά! Έβγαλε το κλειδί από την καρδιά του και το απίθωσε στα πόδια της. Εκείνη τον λυπήθηκε και τον πήρε για κηπουρό στον κήπο της. Ο Στρατής γεμάτος χαρά έπιασε να περιποιείται τα λουλούδια και τα δέντρα της για 401 χρόνια.

Όταν γέρασε, οι θεοί και οι προφήτες τον λυπήθηκαν και τον έκαναν δέντρο κι αυτόν δίπλα στο παραθύρι της να την βλέπει και να χαίρεται. Οι καρποί που έπεφταν από το δέντρο έγιναν παιδιά, και τα παιδιά του τα μεγάλωσε η Ασημένια σαν δικά της παιδιά.

Έτσι έγιναν τα πράγματα κι αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε τους πελαργούς ή τις λεμονιές του κήπου σας!

Σημ: Το αλληγορικό παραμύθι “Ο Στρατής και η Ασημένια” διακρίθηκε στον πρόσφατο λογοτεχνικό διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού “Ο ΚΕΦΑΛΟΣ” της Κεφαλλονιάς.

Το άρθρο Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ – Ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/manolischatzipanagiotouchartaetoipancretagr/ Thu, 16 Jul 2026 05:15:09 +0000 https://www.pancreta.gr/manolischatzipanagiotouchartaetoipancretagr/ Σήκωσε λίγο τα ποδαράκια σου, πασά μου, δε θα πάθεις τίποτα. Αμάν ρε μάνα μ’ αυτή την ηλεκτρική κάθε Σάββατο! Δεν το ξέραμε να σου πάρουμε και την άδεια για το πότε θα βάζουμε σκούπα. Δε φτάνει που μου άπλωσες τις φωτογραφίες σε όλο το σαλόνι. Άμα μπει κανάς άνθρωπος, αχούρι θα το βρει το...

Το άρθρο ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
  • Σήκωσε λίγο τα ποδαράκια σου, πασά μου, δε θα πάθεις τίποτα.
  • Αμάν ρε μάνα μ’ αυτή την ηλεκτρική κάθε Σάββατο!
  • Δεν το ξέραμε να σου πάρουμε και την άδεια για το πότε θα βάζουμε σκούπα. Δε φτάνει που μου άπλωσες τις φωτογραφίες σε όλο το σαλόνι. Άμα μπει κανάς άνθρωπος, αχούρι θα το βρει το σπίτι!
  • Ρε μάνα, είχες ποτέ μηχανή εσύ;
  • Μηχανή;
  • Να εδώ, είσαι πρώτη μούρη με μια κοπέλα.
  • Με την ηλεκτρική σκούπα να δουλεύει, γύρισε το κεφάλι να δει. Και είδε. Και θυμήθηκε. Μια Καθαροδευτέρα καμιά 25αριά χρόνια πριν. Κοριτσόπουλο πάνω σε μια 500άρα Καβασάκι με την Μυρτώ πισωκάβαλα. Πόζα δηλαδή. Μετά το ‘ΒΜΧ’ της παιδικής της ηλικίας ουδέποτε είχε δίτροχο, πόσο μάλλον μηχανή. Τάχαμου ξέγνοιαστες καβαλάρισσες με χαμόγελο πλατύ. Μόνο που το θυμήθηκε την έπιασαν τα διαόλια…

    • Ε, μάνα δικό σου ήταν το μηχάνημα; Δε μας τα ‘λεγες αυτά. Ποια είναι η κοπελιά;

    Έπιασε τον εαυτό της να κρατά το κοντάρι της σκούπας στο ίδιο σημείο του χαλιού. Επανήλθε στο σήμερα και ξέσπασε στον έφηβο γιο της:

    • Δεν αφήνεις το χαζολόγημα κανακάρη μου, να πιάσεις κανένα βιβλίο για τη Δευτέρα; Αύριο Κυριακή θα τρέχετε με τον πατέρα σου στα γήπεδα. Άντε να καθαρίσω με την ησυχία μου.

    Ο έφηβος αποσύρθηκε μουρμουρίζοντας στο δωμάτιό του για να βυθιστεί στο gaming και στο chating.

    Η Στέλα έσβησε τη σκούπα και κάθισε στον διθέσιο καναπέ. Πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της και την κοίταξε πιο προσεκτικά.

    «Ναι, ήταν  Καθαροδευτέρα. Τα Σάββατα τότε δεν έβαζα ηλεκτρικές, ούτε φασίνες. Εκείνο το Σάββατο είχα φτιάξει ‘νες με γάλα’ και στρώθηκα στο διάβασμα. Είχα μπροστά μου ένα long weekend, που λένε και οι Άγγλοι, για να τελειώσω κάτι εργασίες με απειλητικές προθεσμίες. Δεν πρόλαβα να καθίσω  και αλαφιάστηκα με το κουδούνι της πόρτας…

    Και ξαφνικά …η Μυρτώ! Έκπληξη! Τότε δεν υπήρχαν ακόμη κινητά, τηλεφωνούσαμε στα καρτοτηλέφωνα και στα περίπτερα. Στον κακοφωτισμένο διάδρομο στεκόταν η παλιά μου συγκάτοικος. Αγκαλιές και φιλιά!

    • Πού είσαι ρε θηρίο; Χαθήκαμε.
    • Εκμεταλλεύτηκα το τριήμερο και σκέφτηκα να το περάσουμε μαζί. Σόρυ που δεν ειδοποίησα, αλλά είπα να το κάνω έκπληξη.
    • Και πολύ καλά έκανες. Είχα μπαφιάσει στο διάβασμα και ήθελα παρέα.

    Έπιασα ασυναίσθητα τη μύτη μου, μήπως μεγαλώσει σαν του Πινόκιο. Δεν ήθελα  να φανεί ο απόλυτος αιφνιδιασμός. Η Μυρτώ λοιπόν! Η άσπονδη φίλη. Η κολλητή και ανταγωνίστρια.  Η φίλη και το «αντίπαλον δέος». Είχαμε περάσει τέσσερα χρόνια μαζί στα Γιάννενα. Με γέλια και κλάματα, με συζητήσεις και ομηρικούς καβγάδες. Το alter ego και ο σπασμένος καθρέφτης μου. Πριν από δύο χρόνια η μία κατηφόρισε στην Αθήνα και τρύπωσε γρήγορα σε έναν εκδοτικό οίκο ως διορθώτρια. Η αφεντιά μου έμεινε στα Γιάννενα και πιάστηκε με ένα μεταπτυχιακό. Είχαμε ψιλοχαθεί, αλλά νάτηνε πάλι.

    • Μην κλείνεις την πόρτα. Ανεβαίνει ο Θεόφιλος. Τακτοποιεί τη μηχανή κι έρχεται!

    Ώσπου να τελειώσει η παλιά φιλενάδα τη φράση της, η πόρτα γέμισε από φαρδιούς ώμους και μακριά μαλλιά που έπεφταν σε ένα αντιανεμικό μπουφάν. Ο Θεόφιλος! Ο ίδιος ο Θεόφιλος! Αυτοπροσώπως. Μόνο που τώρα κρατούσε στον ώμο του ένα σακβουαγιάζ. Ο ίδιος!

    • Τι κάνεις Στέλα; 

    Ο Θεόφιλος κατάλαβε την αμηχανία, είδε και το ανοιχτό στόμα. Χαμογέλασε και ρώτησε ευγενικά:

    • Να περάσω;

    ‘Να περάσεις’, σκέφτηκα. ‘Και βέβαια να περάσεις. Να περάσεις μάτια μου να δούμε τι θα γίνουμε. Να περάσεις να δούμε τι άλλο μας επιφυλάσσει η μοίρα για αυτό το τριήμερο’.

    Ξεπέρασα  τον νταμπλά με συνήθεις περιποιήσεις (‘βγάλτε τα μπουφάν σας παιδιά, η τουαλέτα είναι δεξιά, θα φέρω πετσέτες’). Με τους φρέσκους  νεσκαφέδες (‘Θεόφιλε, βάζεις γάλα;’) η Μυρτώ άρχισε τις εξηγήσεις:

    • Είμαστε μαζί δυο μήνες. Καμιά φορά βρισκόμασταν με τα παιδιά από τη σχολή για καμιά μπυρίτσα, κανά καφέ. Βρεθήκαμε, ήρθαμε πιο κοντά,  τώρα είμαστε σε σχέση.

    ‘Τώρα είμαστε σε σχέση’. Μη χέσω! Ρε, τι απλά που γίνονται τα πράγματα. ‘Καμιά μπυρίτσα, κανάς καφές’ και τώρα ‘είμαστε σε σχέση’. Κι εγώ που ξεροστάλιαζα τέσσερα χρόνια; Τον έβλεπα να τρώει στη λέσχη και μου κοβόταν εμένα η όρεξη. Βρισκόμασταν στο σπουδαστήριο και μπερδευόταν τα γράμματα στα βιβλία. Αυτός περπατούσε κι εμένα μου κοβόταν τα πόδια. Αυτός έπινε φραπέδες και εγώ έμενα ξάγρυπνη. Αυτός μιλούσε και μένα μου κοβόταν η φωνή.  Και βέβαια ποτέ δεν του είπα τίποτε. Γιατί στο ζύγι έβρισκα πάντα τον εαυτό μου λειψό. Πώς να το πω; Ένιωθα λίγη. Μιλιά δεν έβγαλα, ούτε του έδειξα τίποτα. Από εγωισμό.

    Τώρα η κυρα-φιλενάδα μου ‘είναι σε σχέση’ μαζί του κι εγώ πρέπει να τους φιλοξενήσω. Και η δικιά μου είχε τρελά κέφια. Σχεδίαζε Κούλουμα με τα όλα τους. Περάσαμε αρκετή ώρα του Σαββάτου στο σούπερ μάρκετ να προμηθευτούμε ούζα και μπύρες, να διαλέξουμε γαρίδες και θαλασσινά, να ψωνίσουμε σαλάτες, ελιές και χαλβάδες.

    Την Κυριακή η αθεόφοβη πήρε μέχρι και χαρταετό: ‘Τον διάλεξα κόκκινο και μπλε, γιατί είμαστε Πανιώνιος’. Τι Πανιώνιος βρε σκατούλα, που δεν ξέρεις αν η μπάλα είναι στρογγυλή. Αλλά βλέπεις ο Θεόφιλος είναι Νεοσμυρνιώτης και τώρα ‘είμαστε Πανιώνιος’. 

    Καθαροδευτέρα αποφασίσαμε να πάμε ως την Δουρούτη, στα Πανεπιστήμια, για να μας πάει ο  Θεόφιλος με την μηχανή. Πρώτα πήγε την Μυρτώ με τον χαρταετό της και μια σακούλα με τα ποτά. Μετά πήρε εμένα που κρατούσα τα φαγητά. Πόσες φορές δεν είχα ονειρευτεί να κάτσω πισωκάβαλα σε αυτή τη μηχανή! Και τώρα καθόμουνα. Ως φιλοξενούμενη όμως. Έκανα το ‘φανάρι’ της συγκατοίκου μου. Στη σύντομη διαδρομή τον μύριζα και ζαλιζόμουν. Τα μαλλιά που περίσσευαν  από το κράνος με χάιδευαν. Μια μου ‘ρχόταν να τον φιλήσω, μια να τον λούσω με τις ταραμοσαλάτες και τις γαρίδες.

    Στη Δουρούτη παρίστανα την χαρούμενη. Από την πρώτη μπύρα φτιαγμένη. Η ψυχή μου όμως ξινό τουρσί, το θάρρος μου χαλβάς, η διάθεσή μου σαλάτα. Η δικιά μου είχε φέρει και κασετόφωνο. Λόγω της ημέρας ξεπέρασε τις ροκιές και τα έντεχνα και ακούγαμε φρέσκα σουξέ του Μάκη: «Δεν κοιμάμαι τώρα  πια τα βράδια». Έπιασα τον εαυτό μου να ταυτίζεται και να νταλκαδιάζει.

    Η Μυρτώ επέμεινε να ποζάρουμε στη μηχανή. Τη φωτό την τράβηξε ο Θεόφιλος. Στο φόντο ο κόσμος χαζεύει τους χαρταετούς, ίσως και τον ‘Πανιώνιο’ ανάμεσά τους…»

    …………………………………………………………………………………………………………………………

    Η Στέλα δεν ξανάδε τον Θεόφιλο. Παντρεύτηκε στο νησί της, έκανε οικογένεια. Με τη Μυρτώ αραιώσανε και μετά χαθήκανε. Ούτε αυτή είναι με τον Θεόφιλο.  Η Καβασάκι δε τις πήγε μακριά, ούτε τη μια, ούτε την άλλη. Τη Μυρτώ λίγες βόλτες ακόμη. Τη Στέλα εκείνα τα λίγα χιλιόμετρα ως τη Δουρούτη.

    …………………………………………………………………………………………………………………………..

    Η φασίνα του Σαββάτου την κούρασε. Έπεσε ξερή για τη μεσημεριανή σιέστα. Στο όνειρό της ήταν χαρταετός, κόκκινος και μπλε. Πέταγε λέει πάνω από τα Γιάννενα. Κι ο αετός είχε, αντί για ουρά, τα μαλλιά του Θεόφιλου να ανεμίζουν στον κρύο ηπειρώτικο Μάρτη. Κι ήταν η πιο όμορφη Καθαροδευτέρα της ζωής της. Χωρίς σαρακοστή, μόνο με Ανάσταση.

    Το άρθρο ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    MARCIA FUNEBRE https://www.pancreta.gr/marciafunebrechatzipanagiotou/ Tue, 14 Jul 2026 14:32:47 +0000 https://www.pancreta.gr/marciafunebrechatzipanagiotou/ φωτο: “Πασχα”, Marc Chagall Ο Μπάμπης Τάτσης εκμεταλλεύτηκε μια μικρή ανάπαυλα της δουλειάς και χάζευε την κίνηση στο δρόμο. Ήταν Πρεβεζάνος, αλλά μετρούσε ήδη μια τετραετία στη ρεσεψιόν του Imperial. Στα ούτε τριάντα του ήταν καλή τύχη να κολλάει αδιαλείπτως ένσημα και μάλιστα στην Κέρκυρα. Ας είναι καλά οι ξένες γλώσσες και ένας μπάρμπας του...

    Το άρθρο MARCIA FUNEBRE εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    φωτο: “Πασχα”, Marc Chagall

    Ο Μπάμπης Τάτσης εκμεταλλεύτηκε μια μικρή ανάπαυλα της δουλειάς και χάζευε την κίνηση στο δρόμο. Ήταν Πρεβεζάνος, αλλά μετρούσε ήδη μια τετραετία στη ρεσεψιόν του Imperial. Στα ούτε τριάντα του ήταν καλή τύχη να κολλάει αδιαλείπτως ένσημα και μάλιστα στην Κέρκυρα. Ας είναι καλά οι ξένες γλώσσες και ένας μπάρμπας του που τον σύστησε στους ιδιοκτήτες. Η αλήθεια είναι ότι το ξενοδοχείο Imperial, κτίσμα της δεκαετίας του ’60, ελάχιστα πια τιμούσε το μεγαλοπρεπές όνομά του. Ωστόσο η προνομιακή του θέση στην πιάτσα της πόλης δεν το άφηνε ποτέ χωρίς πελατεία. Ειδικά τώρα που πλησίαζε Πάσχα, όλα τα δωμάτια ήταν κλεισμένα από βδομάδες. Και μάλιστα όχι ΚΑΠΗ και πενταήμερες λυκείων, αλλά free τουρισμός, κυρίως Έλληνες, αλλά και κάποιοι Ιταλοί, πιστοί προσκυνητές του κερκυραϊκού φολκλόρ. Το Πάσχα του 2021 μάλιστα έπεφτε μέσα στο Μάη και οι πασχαλινοί επισκέπτες ήταν οι αγγελιοφόροι μιας ακόμη λαμπρής τουριστικής σεζόν.

    Μεγάλη Τετάρτη  σήμερα και ο Μπάμπης ήταν ήδη πτώμα από κούραση. Απολάμβανε λοιπόν την απρόσμενη ησυχία του απογεύματος για καφεδάκι και λίγο χάζι στην περατζάδα.  Μπορεί να μην ήταν ντόπιος, αλλά μετά από λίγα χρόνια στην πιάτσα είχε τους φίλους του, είχε τους γνωστούς του, αναγνώριζε και κάποιες φάτσες κλασικές. Την ώρα εκείνη πέρασε και μια τέτοια φάτσα, ο Αμλέτος, ψηφίδα στο μικροαστικό libro d’ oro της πόλης. Το βλέμμα του Μπάμπη τράβηξε η χαρακτηριστική του κίνηση, το χούι του: Εκεί που περπατούσε έσφιγγε τα χέρια του σε δυο χαλαρές γροθιές, τα ένωνε με το εσωτερικό τους στο ύψος του στήθους και τα απομάκρυνε πάλι υψώνοντάς τα λίγο πάνω. Πότε το έκανε; Στα ξαφνικά, όταν περπατούσε. Εκεί που βάδιζε ωραία και καλά χτυπούσε χαλαρά τα χέρια του και αυτό ήταν όλο. Όχι συνέχεια, πού και πού, εκεί που δεν το περίμενες. Ήρεμα και απλά. Στο περπάτημα, άμα καθόταν το ξεχνούσε. Κατά τα άλλα ο Στέφος ο Καβάσιλας – έτσι τον λέγανε κανονικά – ήταν γνωστός και αγαπητός σε όλους. Ήσυχο και γελαστό γεροντοπαλίκαρο, φύτρωσε λες μες στα μαγαζιά. Από τότε που αποστρατεύτηκε μπήκε στο μαγαζί του πατέρα του, καφεκοπτείο και ξηροί καρποί, και δεν πείνασε ποτέ. Ούτε και απασχόλησε ποτέ κανέναν με άλλου είδους ντράβαλα και παρεξηγήσεις. Ίσως γι’ αυτό και η ντόπια κοινωνία, που αλλιώς δεν συγχωρεί τέτοιες ιδιοτροπίες, τον σεβόταν και παρέβλεπε το παράξενο αυτό χούι. Τώρα πώς του κόλλησε το «Αμλέτος» ο Μπάμπης δεν το ‘ξερε, τα παρωνύμια δε θέλουν και πολύ να σου τα φορέσουνε και άμα σου τα κολλήσουνε, τέρμα, τα κουβαλάς εφ’ όρου ζωής που λένε.

    • Κύριε Χαράλαμπε, καλησπέρα! Να σας απασχολήσω;
    • Ασφαλώς, κυρία Κική. Σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;

    Η ησυχία του Μπάμπη είχε ήδη τελειώσει. Τόσο ήταν η χάρη του. Τον διέκοψε η ευγενής όχληση της κυρίας Κικής. Αυτή ήταν ένα καινούριο φρούτο στο ξενοδοχείο. Φρούτο εξωτικό. Ήταν η ακράδαντη απόδειξη ότι το κερκυραϊκό Πάσχα είχε φουλάρει. Κοτσονάτη 60άρα (άντε κάτι παραπάνω) είχε πιάσει το ακροτελεύτιο μονόκλινο με το μικρό μπαλκονάκι. Ωραία θέα, αλλά πολύ μικρό για να νοικιαστεί ακόμη και σε φοιτητικό μπατιροζεύγαρο. Η κυρία Κική όμως ταξίδεψε μόνη και μάλιστα πρώτη φορά στο νησί. Και βάλθηκε να τρελάνει τον έρμο τον ρεσεψιονίστα στις ερωτήσεις:

    • Λεωφορείο για το Αχίλλειον έχει το απόγευμα; Ή καλύτερα να πάω το πρωί;
    • Καλύτερα πρωί, κυρία Κική. Τα λεωφορεία ξεκινούν από την πλατεία Σαρόκο…
    • Άκουσα στο τοπικό κανάλι ότι θα έχει συναυλία εκκλησιαστικής μουσικής. Τι ώρα είναι; Πού θα γίνει;
    • Στις 9 το βράδυ, κυρία Κική. Στο Δημοτικό Θέατρο. Ως τότε πάτε μια βόλτα…

    Η ανάκριση συνεχίστηκε για αρκετά λεπτά ακόμη. Τον έσωσε μια οικογένεια Ιταλών που ζητούσε σεντόνια και έξτρα προσόψια. Προφασίστηκε δουλειά και χαιρέτησε την Κική που ξεπόρτισε για απογευματινό σουλάτσο.

    —————————————————————————–

    Τη Μεγάλη Πέμπτη ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια. Αν και για να πούμε την αλήθεια η φούρια της πασχαλινής δουλειάς είχε καταργήσει τα ωράρια και οι εργαζόμενοι έτρεχαν και δεν προλάβαιναν. Το πρωί όμως γινόταν και οι τροφοδοσίες και στον πάγκο ήταν σκυμμένος και ο Μάρκος. Μόλις είχε φέρει ποτά και αναψυκτικά και συμπλήρωνε το τιμολόγιο. Το σουλάτσο έξω ήταν αρκετά πυκνό και ο ρεσεψιονίστας είδε με την άκρη του ματιού του δύο χέρια να υψώνονται για λίγο ψηλά και μετά να ξαναπέφτουν. Σύντομα ο Αμλέτος πλησίασε και ασυναίσθητα ξανάκανε την στερεοτυπία του: Δυο χαλαρές γροθιές να ενώνονται στο εσωτερικό και να χωρίζουν στο ύψος του κεφαλιού.

    Ο Μπάμπης δεν μπόρεσε να μην σχολιάσει:

    • Περιπτωσάρα κι αυτός ο Αμλέτος,  ε;
    • Ποιος; Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι και τον είδε πάνω από τα γυαλιά.
    • Λέω, ο Αμλέτος.
    • Α, ο Στέφος. Δηλαδή τι περιπτωσάρα; Ο Κερκυραίος Μάρκος έδειξε μια μικρή ενόχληση.
    • Να, λέω, με την κίνηση που κάνει. Είναι λίγο παράξενη.
    • Κανέναν δεν πειράζει. Μακάρι όλος ο κόσμος να είχε τέτοιες μικρές παραξενιές.

    Ο Μπάμπης δαγκώθηκε. Κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να μιλήσει απαξιωτικά:

    • Δεν έχεις άδικο. Εξάλλου φαίνεται μια χαρά τύπος. Αλήθεια, γιατί το κάνει; Και πώς του κόλλησε το Αμλέτος;
    • Καλά δεν το ξέρεις; Πόσα χρόνια είσαι εδώ, ρε Μπάμπη; Τα πιατίνια βαράει.
    • Τι βαράει;
    • Πιατίνια. Της φιλαρμονικής. Γι’ αυτό τον λένε Αμλέτο. Σε όποιον ρωτάει αυτό του λέει: Ότι παίζει τον Αμλέτο, ξέρεις, το κομμάτι που παίζει η Παλιά το Μεγάλο Σάββατο.
    • Είναι μουσικός;
    • Ε, μουσικός… Μουσικό να τον πει ο θεός… Άμα κρεμάσουν τους μουσικούς αυτός τζάμπα θα πάει… Στα νιάτα του έπαιζε τα πιατίνια στην Παλιά. Πιο πολύ μοστράριζε την ωραία στολή για να κάνει εντύπωση στις γκόμενες. Εγώ είμαι λίγο πιο μικρός, αλλά τον θυμάμαι. Άμα τέλειωσε τον στρατό, μπήκε στο μαγαζί του πατέρα του και μετά από λίγα χρόνια παράτησε τις φιλαρμονικές. Του ‘μεινε όμως το χούι. Αυτό όμως, τίποτε άλλο. Κατά τα άλλα μια χαρά τύπος είναι.
    • Οικογένεια έκανε;
    • Μπα, απόμεινε εργένης. Στα νιάτα του τριγύρισε με κάμποσες, μα καμιά δεν του έκανε για νύφη. Η μια του ξίνιζε, η άλλη του βρομούσε. Μετά πέρασαν τα χρόνια, συνήθισε εργένης, ξέρεις: «Ή μικρός-μικρός παντρέψου, ή μικρός καλογερέψου» που λένε. Πάντως και τώρα που είναι συνταξιούχος, ανάγκη δεν έχει κανέναν. Κύριος! Και πού και πού «βολεύει» και καμιά ξένη.

    Με την τελευταία πληροφορία ο Μάρκος του ‘κλεισε το μάτι. Και καλά «μεταξύ ανδρών». Στο πάγκο της ρεσεψιόν στο μεταξύ πλάκωσαν κι άλλοι. Κλειδιά, χάρτες, τηλέφωνα για ενοικιαστικά αυτοκίνητα… Κόντευε μεσημέρι και να σου και η κυρία Κική:

    • Τι κάνετε κύριε Χαράλαμπε;

    Ήταν η μόνη στον κόσμο που τον έλεγε Χαράλαμπο και όχι Μπάμπη.

    • Καλά κυρία Κική. Πώς σας φάνηκε το Αχίλλειον;
    • Ωραίο βρε παιδί μου, αλλά ξεθεώθηκα. Και πήχτρα στον κόσμο. Πολλά είδα και λίγα κατάλαβα. Στο Αχίλλειον τελικά έμενε η Σίσυ ή η Ελισάβετ;
    • Είναι το ίδιο πρόσωπο, κυρία Κική. Η αυτοκράτειρα της Αυστρίας.
    • Και τι ώρα αρχίζουν τα 12 Ευαγγέλια στον Άγιο Σπυρίδωνα;
    • Τα ποια;
    • Τα 12 Ευαγγέλια, κύριε Χαράλαμπε, Μεγάλη Πέμπτη σήμερα. Ξέχασες; «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…»
    • Θα δω το πρόγραμμα της Μητρόπολης, κυρία Κική, και θα σας πω.

    Η Μεγάλη Παρασκευή είχε μόλις περάσει. Μεσάνυχτα και στην πόλη μάζευαν τα μοβ πένθιμα φαναράκια για να υποδεχτούν ένα θριαμβικό Σάββατο, το πιο Μεγάλο της Ορθοδοξίας, το πιο Λαμπρό της Κέρκυρας. Λίγη ώρα πιο πριν πέρασε κι ο Αμλέτος στο δρόμο για το σπίτι του. Πάλι τα χέρια, πάλι τα «πιατίνια». Τώρα όμως ο Μπάμπης – μετά την κουβέντα με τον Μάρκο- τον είδε αλλιώς, πιο συγκαταβατικά. Κατά κάποιο τρόπο τον είδε πιο πολύ «Στέφο» παρά γραφικό «Αμλέτο».

    Τώρα στο μικρό σαλόνι της υποδοχής είχε μείνει μόνο η Κική. Έπλεκε και έβλεπε επαναλήψεις και τηλεμάρκετιγκ να περάσει η ώρα.  Μια και ήταν μόνη, είχε σηκώσει και λίγο τα πόδια ψηλά στον καναπέ να τα ξεκουράσει. Είχε βλέπεις ακολουθήσει από το μεσημέρι 2-3 Επιτάφιους. Το φχαριστήθηκε αλλά ξεποδαριάστηκε. Ο Μπάμπης ένιωσε την υποχρέωση να της κάνει λίγη παρέα, κι ας τον είχε πρήξει τόσες μέρες. Βγήκε από τον πάγκο του και έκατσε απρόσκλητος στη διπλανή πολυθρόνα.

    – Τι κάνετε κυρία Κική; Βρήκατε τελικά το σπίτι της Ρένας Βλαχοπούλου;

    – Μπα, δεν έμαθα πού είναι, αλλά μου άρεσαν πολύ οι Επιτάφιοι. Στα μέρη μας δεν έχουμε τόση μεγαλοπρέπεια με τις φιλαρμονικές και τα τοιαύτα.

    – Από πού είστε, αν επιτρέπεται;

    – Καλέ πώς δεν επιτρέπεται! Από τον Έβρο, από τους Μεταξάδες. Και μίλα μου στον ενικό, τόσες μέρες πια γνωριζόμαστε.

    – Εντάξει, λέγε με κι εσύ Μπάμπη, όπως όλος ο κόσμος. Και πώς και ταξίδεψες μόνη; Οικογένεια έχεις;

    – Έχω, πώς δεν έχω! Έχω δυο κορίτσια παντρεμένα με παιδιά. Ο άντρας μου δυστυχώς έγινε μακαρίτης πριν από δύο χρόνια. Τα παιδιά έφυγαν στο εξωτερικό για Πάσχα κι εγώ αποφάσισα να μην ξεμείνω μόνη να κοιτάζω τα ντουβάρια.

    – Καλά έκανες κυρία Κική. Και πώς και διάλεξες την Κέρκυρα; Έχεις τίποτε συγγενείς ή φίλους; Έχεις ξανάρθει;

    – Μπα, πρώτη φορά έρχομαι. Κανέναν δεν ξέρω. Ή μάλλον ήξερα κάποτε έναν.

    – Δηλαδή;

    Η Κική δίστασε. Ασυναίσθητα τσέκαρε με το βλέμμα αν όντως είναι μόνη με τον νεαρό και συνέχισε.

    • Ήξερα κάποτε έναν Κερκυραίο, αλλά πέρασαν πολλά χρόνια και δεν ξέρω καν αν ζει.
    • Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχες καμία επικοινωνία;
    • Μπα, τίποτε. Σου είπα ότι δεν ξέρω ούτε αν ζει, ούτε αν βρίσκεται στην Κέρκυρα. Μα και να ζει δε θα με θυμάται. Μα και να με θυμάται, δε θα θέλει να με δει.
    • Μη το λες. Πώς και γνωριστήκατε;

    Η Κική αμφιταλαντεύτηκε. Από τη μία δεν το έβρισκε σωστό να κάνει εκμυστηρεύσεις σε έναν άγνωστο που ηλικιακά θα μπορούσε να είναι γιος της. Από την άλλη είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει, μέρες τώρα μόνη και «μουγκή». Τελικά έβαλε στην μπάντα τις αναστολές της, στο κάτω-κάτω εδώ κανένας δεν την ήξερε.

    • Πάνε σχεδόν 40 χρόνια, Μπάμπη μου. Ήμουν μαθήτρια και τελείωνα το Γυμνάσιο. Τότε γνώρισα έναν Κερκυραίο φαντάρο. Το πώς γνωριστήκαμε, το πώς τα ‘παμε, το πώς τα μπλέξαμε, μην τα ρωτάς. Ντρέπομαι να στα πω. Η ουσία είναι πως αγαπηθήκαμε. Τι αγάπες δηλαδή, έρωτας, έρωτας τρελός. Κοριτσόπουλο άβγαλτο ήμουνα, έπεσα με τα μούτρα. Ξέχασα τα βιβλία και τα γράμματα, ξελογιάστηκα που λένε.
    • Και πώς και δεν συνεχίσατε;
    • Στην επαρχία, και ειδικά την εποχή εκείνη, αυτά ήταν ζόρικα πράγματα. Δεν ήταν δύσκολο να φτάσει στα αυτιά του πατέρα μου. Και τότε, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Μ’ έσπασε στο ξύλο και μ’ έκλεισε στο σπίτι. Το σχολείο το έβγαλα όπως-όπως και με αυστηρή επιτήρηση. Πήγε και στον διοικητή του στρατοπέδου και διαμαρτυρήθηκε. Ζήτησε μάλιστα να το μεταθέσουν το παιδί.
    • Τελικά τι απόγινε; Έμαθες κυρία Κική;
    • Τι να γίνει; Έφυγε με μετάθεση, απολύθηκε, γύρισε στην Κέρκυρα. Όμως δε με ξέχασε. Μου έστελνε γράμματα, μου έλεγε ότι μ’ αγαπούσε, ότι θα μ’ έπαιρνε και τέτοια. Το πήρε χαμπάρι όμως ο πατέρας μου και έπιασε τον ταχυδρόμο από τον λαιμό. Μικρός ο τόπος, όλοι γνωστοί, ποιος θα του έφερνε αντίρρηση; Τα γράμματα σταμάτησε να μου τα φέρνει.
    • Και;
    • Τι και; Καλόγρια θα γινόμουνα; Με ζήτησε ένα παλικάρι από το χωριό και ο πατέρας μου με έδωσε. Έτσι γινόταν τότε. Πάει και τελείωσε. Παντρεύτηκα, έκανα δυο κόρες, τις πάντρεψα, δόξα τω θεώ έχω εγγόνια.
    • Δεν έχεις τίποτε δικό του δηλαδή; Καμία πληροφορία;

    Η Κική σιωπά. Διστάζει και πάλι. Πιάνει την τσάντα της και βγάζει ένα μάτσο κιτρινισμένα χαρτιά.

    • Άμα πέρασαν τα χρόνια με επισκέφτηκε ο ταχυδρόμος του χωριού. Μόλις είχε πάρει σύνταξη και είπε πως δεν μου παρέδωσε μια ντουζίνα γράμματα και το ’χε βάρος. Μου τα ‘φερε λέει για να ευχαριστηθεί το εφάπαξ, να κλείσει όλα τα τεφτέρια.
    • Γράμματα; Του Κερκυραίου;

    Τώρα ο Μπάμπης είχε σκάσει από περιέργεια. Όχι μόνο δεν τον κούραζε η παράξενη παρέα του, αλλά από μέσα του παρακαλούσε να μην τους ενοχλήσει κανένας τουρίστας. Η Κική συνέχισε:

    • Να, διάβασε ένα για να καταλάβεις.

    Ο ρεσεψιονίστας πήρε το χαρτί που του πρότεινε και το διάβασε:

    «Αγαπημένη μου Κική,

    η ζωή μάς χώρισε προσωρινά, αλλά δεν το βάζω κάτω. Δεν ξέρω γιατί δεν μου απαντάς. Ίσως δε σε αφήνει ο πατέρας σου, ίσως δεν με θέλεις πια. Αν με αγαπάς ακόμη, θα σε περιμένω. Μόνο στείλε μου μιαν είδηση. Θα σε περιμένω το Πάσχα. Σου έχω νοικιάσει ένα ωραίο δωμάτιο στο ξενοδοχείο Imperial. Έχει την καλύτερη θέα. Το Μεγάλο Σαββάτο το πρωί θα σου κάνω καντάδα με 100 μουσικούς. Θα σου παίξω τον Αμλέτο. Μόνο για σένα. Για σένα και τον Άγιο Σπυρίδωνα. Και μάρτυς μου ο Άγιος ότι την Κυριακή του Πάσχα θα σε πάω στον πατέρα μου και του Θωμά θα παντρευτούμε. Αν όμως δεν μπορέσεις να έρθεις, θα σε περιμένω. Θα σε περιμένω κάθε Πάσχα. Με τον Αμλέτο και τους 100 μουσικούς. Για σένα.

    Δικός σου,

    Στέφανος Καβάσιλας»

    Ο Μπάμπης μένει άφωνος. Σηκώνει το βλέμμα έξω από την τζαμαρία, στο δρόμο. Δε μιλάει. Στα αυτιά του χτυπάνε πιατίνια. Μόλις που ακούει την κυρία Κική να σχολιάζει:

    • Είδες Μπάμπη μου; Ήρθα κι εγώ στα γεράματα να δω ένα Μεγάλο Σάββατο στην Κέρκυρα. Να μου φύγει η περιέργεια. Έτσι από πείσμα… Μα τι σ’ έπιασε και σηκώθηκες; Βαρέθηκες, ε; Σε ζάλισα με τα δικά μου…

    Ο Μπάμπης είχε ήδη φτάσει στον πάγκο και σκάλιζε την ατζέντα της ρεσεψιόν. Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε ένα νούμερο.

    • Έλα Μάρκο, ο Μπάμπης είμαι από το Imperial.
    • Καλά, στον ύπνο σου με έβλεπες; Ξέρεις δεν κάνουν όλοι νυχτερινές βάρδιες… Όχι δεν κοιμόμουνα, είμαι μπροστά στο χαζοκούτι ακόμη.
    • Μήπως έχεις, ρε Μάρκο, το τηλέφωνο του Αμλέτου;

    Το Μεγάλο Σάββατο η Κική έχει θρονιαστεί από το πρωί στο μπαλκόνι του δωματίου. Το ξενοδοχείο το στόλισε με κόκκινο χαλάκι. Η μεγάλη πομπή της λιτανείας του Αγίου Σπυρίδωνα περνάει από κάτω.  Μπροστά οι πρόσκοποι, αγόρια και κορίτσια, ακολουθεί ο σταυρός με το φλάμπουρο. Έπειτα 20 κυρίες με ταγέρ και 20 κύριοι με κουστούμια με αργό τελετουργικό βηματισμό. Μετά η Παλιά Φιλαρμονική. Πάμπολλοι μουσικοί. Μπλε στολές, κόκκινα σιρίτια, χρυσές περικεφαλαίες. Ουράνια μουσική. Πνευστά που δεν ξέρει καν το όνομά τους. Τύμπανα μεγάλα και μικρά, πιατίνια. Η Κική δακρύζει. Σκέφτεται τα χαμένα χρόνια, τις χαμένες Πασχαλιές. Την «ξυπνάει» ο ήχος του τηλεφώνου. Ο Μπάμπης από την ρεσεψιόν:

    • Κυρία Κική, καλημέρα! Ένας κύριος σε περιμένει στη ρεσεψιόν. Έχει λουλούδια για σένα. Μπορείς να κατέβεις κάτω;

    Το άρθρο MARCIA FUNEBRE εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Ωραία χώρα η Ελλάδα! https://www.pancreta.gr/oraiachoraielladapancretagr/ Mon, 13 Jul 2026 19:06:49 +0000 https://www.pancreta.gr/oraiachoraielladapancretagr/ Ωραία χώρα η Ελλάδα! Όλα τα καλά τα έχει! Η Ελλάδα είναι η χώρα της ελευθερίας! Οι πολίτες της (αλλά οι ηγέτες της) αγαπούν την ελευθερία της ατομικής τους βούλησης. Λέει για παράδειγμα ένας Έλληνας πολιτικός, πρώτος μεταξύ ίσων: «Εμείς φέτος δε θα κάνουμε διακοπές». Το λέει γιατί έχει δουλειές και ευθύνες, το λέει γιατί...

    Το άρθρο Ωραία χώρα η Ελλάδα! εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Ωραία χώρα η Ελλάδα! Όλα τα καλά τα έχει!

    Η Ελλάδα είναι η χώρα της ελευθερίας! Οι πολίτες της (αλλά οι ηγέτες της) αγαπούν την ελευθερία της ατομικής τους βούλησης. Λέει για παράδειγμα ένας Έλληνας πολιτικός, πρώτος μεταξύ ίσων: «Εμείς φέτος δε θα κάνουμε διακοπές». Το λέει γιατί έχει δουλειές και ευθύνες, το λέει γιατί καλά περνάει και στην Αθήνα με τη γυναίκα του, δεν έχει σημασία, πάντως το εννοεί. Μετά από λίγο όμως αλλάζει γνώμη και πετάγεται μέχρι την Αντίπαρο γιατί ήρθαν κάτι ζάμπλουτοι ομογενείς από την Αμερική. Άλλαξε γνώμη, βρε αδελφέ!  Δικαίωμά του είναι. Και σάμπως το ‘κανε για την πάρτη του; Αυτό το φιλότιμο της ελληνικής φιλοξενίας τον έτρωγε. Να ‘ρθούν οι ομογενείς και να γυρνάνε μόνοι σαν τις άδικες κατάρες στις Κυκλάδες σαν ξένοι–πεντάξενοι; Έβαλε λοιπόν την πιο απλή βερμούδα, επιβιβάστηκε στο πιο απλό σκάφος του λιμενικού και τσίμπησαν της Παναγιάς τα μάτια σε ένα απλό dinner.

    Η Ελλάδα είναι μια πανέμορφη χώρα! Έχει ατελείωτες δαντελένιες ακρογιαλιές, οι επιλογές ατελείωτες. Ας πούμε ότι πιάνει φωτιά σε μια ορεινή περιοχή της Αχαΐας. Κανένα πρόβλημα. Ένας ηγέτης αποφασισμένος να τονώσει τον ελληνικό τουρισμό ρίχνει το πιο απλό μαγιό στο σακίδιο και πετάγεται στα νησιά. Ας πούμε όμως ότι ένα σμαραγδένιο νησί όπως η Ρόδος πιάνει κι αυτό φωτιά. Ο ευφυής ηγέτης εκμεταλλεύεται τις ατελείωτες επιλογές των νησιών και σκάει μύτη στην Κρήτη με το ίδιο απλό μαγιό. Εδώ που τα λέμε το Μαράθι και τα Φαλάσαρνα δεν πιάνονται. Τι να φτουρήσει η Αχαΐα και η Ρόδος;

    Η Ελλάδα είναι μια θαυμάσια χώρα! Με πίστη στις παραδόσεις και την μπέσα. Τιμούμε την οικογένεια και κρατάμε τον λόγο της τιμής μας. Για ένα κούτελο ζούμε. Ας πούμε ότι ένας ηγέτης (ή η σύζυγος ενός ηγέτη) ξέχασε να μεταβιβάσει νομίμως κάποιες εταιρίες. Μέσα στις πολλές σκοτούρες της διακυβέρνησης  παραζαλιστήκανε οι άνθρωποι και τους μείνανε κάτι ψωρο-μετοχές στην τσέπη. Ξεχάσανε να τις δηλώσουνε, ξεχάσανε να τις μεταβιβάσουνε, ήταν άπειρος ο λογιστής τους, ποιος ξέρει πώς έγινε το λάθος; Εδώ όμως φαίνεται η αξία της οικογένειας. Η σύζυγος του πρωθυπουργού παρουσιάζει ένα ατράνταχτο ιδωτικό σημείωμα υπογεγραμμένο από τον αδελφό της που βεβαιώνει ότι τις μετοχές τις πήρε ο ίδιος ο αδελφός της. Μπέσα για μπέσα. Να, ρωτήστε τον αδελφό μου που ποτέ δεν είπε ψέμα ούτε στη μαμά του ούτε στη δασκάλα του. Τι, τώρα θα γίνει ψεύτης; Πιστεύετε τους ξένους τους παλιο-Γάλλους και δεν πιστεύετε εμάς που είμαστε (σχεδόν) ελληνόπουλα. Έτσι είναι. Το αίμα νερό δε γίνεται. 

    Η Ελλάδα είναι η χώρα της ανεμελιάς. Να, για παράδειγμα ας πούμε ότι ένας ηγέτης βρίσκεται σε ξαπλώστρα στα Φαλάσαρνα και χαίρεται λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το κορίτσι του. Έρχεται όμως ένας σπαστικός παρατρεχάμενος, τον σκουντάει λίγο και τον ρωτάει: «εξοχότατε, μάς την πέφτουν για τις φωτιές, τι να κάνουμε;» Ο ευφυής τιμονιέρης μισανοίγει το ένα μάτι (τον τυφλώνει κι ο ήλιος) και του λέει: «πείτε τους για το Μάτι». Και αφού παραγγείλει έναν δεύτερο χυμό γυρνάει από την άλλη.

    Αθάνατη χώρα η Ελλάδα!

    Το άρθρο Ωραία χώρα η Ελλάδα! εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotouapokalipsiarthro/ Sun, 12 Jul 2026 08:17:08 +0000 https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotouapokalipsiarthro/ Ο Στέλιος ήταν εξαιρετικά νευρικός όλη τη μέρα. Η πίεση της δουλειάς είχε γίνει αφόρητη. Τα καλά του πτυχία, η οξύνοια και η αφοσίωσή του τον είχαν φέρει γρήγορα στα ψηλά ράφια της εταιρίας. Δεν ήταν και λίγο να πετύχει ένας νεαρός Έλληνας στον σκληρό επιχειρηματικό κόσμο της Νέας Υόρκης. Τώρα όμως σημαντικές αποφάσεις έπρεπε...

    Το άρθρο ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Ο Στέλιος ήταν εξαιρετικά νευρικός όλη τη μέρα. Η πίεση της δουλειάς είχε γίνει αφόρητη. Τα καλά του πτυχία, η οξύνοια και η αφοσίωσή του τον είχαν φέρει γρήγορα στα ψηλά ράφια της εταιρίας. Δεν ήταν και λίγο να πετύχει ένας νεαρός Έλληνας στον σκληρό επιχειρηματικό κόσμο της Νέας Υόρκης. Τώρα όμως σημαντικές αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν γρήγορα και σωστά και τα πράγματα είχαν φτάσει στην κόψη του ξυραφιού.

    -Μπορείς τουλάχιστον να μην βηματίζεις συνεχώς πέρα-δώθε; Η Δώρα μισοξαπλωμένη στον καναπέ διάβαζε το περιοδικό της φαινομενικά ατάραχη και αμέτοχη.

    -Μπα; Ενοχλείται η κυρία; Μήπως η εργασία του σταθερού χρηματοδότη της την αποσπά υπερβολικά από τη χαλάρωσή της;

    -Όχι, βρε αγάπη μου. Απλώς σε βλέπω πολύ νευρικό και ανησυχώ.

    -Τι λες βρε πουλάκι μου; Δεν ήξερα ότι έχεις και ανησυχίες!

    Η ολοφάνερη ειρωνεία του Στέλιου αδικούσε την Δώρα. Χρόνια τώρα μαζί, τον αγαπούσε και τον νοιαζόταν. Άλλωστε τον ακολούθησε στην Αμερική και ήταν μαζί του από τα πρώτα χρόνια της αβεβαιότητας. Τον στήριζε τόσο πολύ που για χάρη της καριέρας του είχε αναβάλει επ’ αόριστον την προοπτική της οικογένειας. Ήταν μαζί του, τελεία και παύλα. Η δουλειά της σε μεταφορική εταιρία της Αστόρια συνέβαλλε λίγο στο ήδη καλό τους εισόδημα, ωστόσο δεν είχε ανάγκη τον Στέλιο για την επιβίωσή της. Συνεισέφερε με τον τρόπο της στην καριέρα του φίλου της με την υπομονή της και την πραότητα του χαρακτήρα της. Τύπος απλός και προσιτός, η Δώρα ήταν το αντίβαρο του δυναμικού χαρακτήρα του Στέλιου. Τώρα ανησυχούσε πραγματικά. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα και ο δικός της έδειχνε να τα έχει χαμένα. Μια αστάθεια στη μετοχή της εταιρίας, μια πρόταση επιθετικής εξαγοράς και κάποιες νομικές επιπλοκές είχαν υπονομεύσει τόσο το μέλλον της επιχείρησης, όσο και την αξιοπιστία του.

    Η Δώρα προσπέρασε τις ειρωνείες και επέμεινε:

    -Ναι, έχω ανησυχίες. Ανησυχώ για σένα. Πιστεύεις ότι αύριο στα γραφεία της εταιρίας θα έλθει το τέλος του κόσμου;

    -Το τέλος του κόσμου δύσκολο. Ίσως όμως έρθει το τέλος της δικής μου καριέρας. Αύριο στη δουλειά θα πρέπει να πάρω αποφάσεις που με ξεπερνούν. Πώς το λένε, δεν ξέρω πραγματικά τι να κάνω. Τα ‘χω παίξει. Με πιέζουν από παντού. Κι εσύ διαβάζεις περιοδικά κουτσομπολιού και life style. Πώς τα καταφέρνεις;

    -Κι όμως εδώ υπάρχει ένα άρθρο για την περίπτωσή σου.

    -Πλάκα μας κάνεις, ρε Δώρα; είπε και στρογγυλοκάθισε δίπλα της. Ήξερε ότι η λύση των προβλημάτων του δε βρισκόταν σε περιοδικά ποικίλης ύλης. Είχε όμως ανάγκη μια στήριξη, μια διέξοδο, έστω και ψεύτικη.

    -Λοιπόν, τι λέει το σοφό σου άρθρο για την περίπτωσή μου;

    -Είναι άρθρο για τα αρχαία ασκληπιεία, κάτι σαν νοσοκομεία και μαντεία μαζί. Οι ασθενείς μιλούσαν με τους μάντεις-ιατρούς, έπιναν χαλαρωτικά ροφήματα με βότανα, κοιμόταν μέσα στο ναό και στον ύπνο τους εμφανιζόταν οι θεοί και τους θεράπευαν.

    Ο Στέλιος κάπως χαλάρωσε και γέλασε καλόκαρδα.

    -Δηλαδή μου προτείνεις να το ρίξω στον ύπνο;

    -Ναι, αφού βέβαια σου κάνει μασάζ η προσωπική σου θεραπεύτρια και πιεις τη βαλεριάνα που θα σου ετοιμάσει. Πρώτα φυσικά θα κλείσεις όλα τα τηλέφωνα. Όταν ξυπνήσεις, θα μου πεις τι είδες στο όνειρό σου, εγώ θα σου το εξηγήσω και εσύ θα κάνεις ό,τι σου υπέδειξαν οι θεοί του ύπνου.

    Ο Στέλιος παραδόθηκε δύσθυμος και δύσπιστος. Το μασάζ όμως εξελίχθηκε σε σεξ και η εξάντληση σε συνδυασμό με τη βαλεριάνα έκλεισε τα βλέφαρά του…

    Την άλλη μέρα το ξυπνητήρι ήταν αδυσώπητο. Ο Στέλιος άνοιξε τα μάτια και μύρισε καφέ. Η Δώρα στεκόταν από πάνω του χαμογελώντας.

    -Λοιπόν; Τι είδε ο ασθενής μας; Για πες μου τα όνειρά σου και θα στα ξεδιαλύνω όλα.

    Ο Στέλιος ανακάθισε:

    -Λυπάμαι ξεφτέρι μου, αλλά η μέθοδός σου απέτυχε.

    -Δηλαδή;

    -Τι δηλαδή; Δεν είδα απολύτως τίποτε στον ύπνο μου. Απλώς ξεράθηκα. Απλώς τίποτε.

    -Ωραία, τότε να κάνεις αυτό ακριβώς: να μην κάνεις τίποτε. Κράτα κλειστά τα κινητά και μην πας στη δουλειά. Χέστηκες. Θα κάνω κι εγώ κοπάνα και θα περάσουμε το πρωινό μας στο κρεβάτι.

    ……………………………………………………………………………………………………………………

    Παραδόξως ο Στέλιος την άκουσε. Δεν έκανε απολύτως τίποτε. Εκείνο το πρωινό της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ένας Έλληνας δεν εμφανίστηκε ποτέ στα γραφεία μιας εταιρίας που έδρευε στους Δίδυμους Πύργους. Τα αεροπλάνα που καρφώθηκαν στους ουρανοξύστες ο Στέλιος και η Δώρα τα είδαν έντρομοι αλλά αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι τους. Οι θεοί του ύπνου είχαν σιωπήσει. Και τα είχαν πει όλα σωστά…

    Σημ: Την παρακίνηση και ακροθιγώς το θέμα τα οφείλω στην Κατερίνα Νανούρη. Την ευχαριστώ.

    Το άρθρο ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    ΤΟ ΛΙΘΟΧΩΡΙ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/lithochorikavalas/ Sat, 11 Jul 2026 08:15:12 +0000 https://www.pancreta.gr/lithochorikavalas/ Μετά την Μικρασιατική καταστροφή οι πρόσφυγες έψαξαν να κουρνιάσουν όπου μπορούσαν. Πολλοί από αυτούς στην επαρχία του Νέστου Καβάλας μέσα και γύρω από την Χρυσούπολη. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο: Πρώτον ο εύφορος κάμπος που αρδεύεται από τον ποταμό Νέστο. Δεύτερον τα πολλά διαθέσιμα σπίτια και χωράφια, καθώς η περιοχή κατά την οθωμανική αυτοκρατορία ήταν...

    Το άρθρο ΤΟ ΛΙΘΟΧΩΡΙ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Μετά την Μικρασιατική καταστροφή οι πρόσφυγες έψαξαν να κουρνιάσουν όπου μπορούσαν. Πολλοί από αυτούς στην επαρχία του Νέστου Καβάλας μέσα και γύρω από την Χρυσούπολη. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο: Πρώτον ο εύφορος κάμπος που αρδεύεται από τον ποταμό Νέστο. Δεύτερον τα πολλά διαθέσιμα σπίτια και χωράφια, καθώς η περιοχή κατά την οθωμανική αυτοκρατορία ήταν κατ’ εξοχήν τουρκόφωνη. Το «πολλά χωράφια» είναι τρόπος του λέγειν γιατί ο κλήρος που πήραν οι πρόσφυγες ήταν λίγα στρέμματα γης που σου έδιναν μια ευκαιρία ζωής υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα καλλιεργηθεί ο μπελαλίδικος καπνός.
    Σε ένα τέτοιο μικρό χωριό εγκαταστάθηκαν οι παππούδες μου και οι γιαγιάδες μου. Ήταν ένα από τα χωριά των «γιακάδων», δηλαδή τα χωριά στους πρόποδες του βουνού, μόλις ο κάμπος έπαιρνε την ανηφόρα για τα βουνά της Λεκάνης, 1,5 χιλιόμετρο από τον δημόσιο δρόμο Καβάλας- Ξάνθης, αυτόν που σήμερα (με διαφορετική χάραξη) λέμε Εγνατία.
    Το ασήμαντο τουρκοχώρι λεγόταν Καρά-Κιδερλή (οι κάτοικοι το πρόφεραν Καρακαντερλή, μια λέξη). Γρήγορα μετονομάστηκε σε Λιθοχώρι, δικαίως γιατί οι πέτρες στο χωριό λες και φύτρωναν μέσα από το κοκκινόχωμα. Στα πενήντα περίπου σπίτια που εγκατέλειψαν οι Τούρκοι ανταλλάξιμοι εγκαταστάθηκαν ισάριθμες οικογένειες προσφύγων από διάφορα μέρη. Όλοι καπνοκαλλιεργητές.
    Οι Λιθοχωρίτες κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες και έστησαν τη ζωή τους. Χτίστηκε και λειτούργησε σχολείο, πάντα μονοθέσιο. Το όμορφο μικρό τζαμί του χωριού μετατράπηκε στην εκκλησία του Αι-Δημήτρη, αφού κατεδαφίστηκε ο μιναρές και έμεινε μόνο η βάση του. Ο πληθυσμός πιέστηκε πολύ κατά την βουλγαρική κατοχή και τον εμφύλιο. Μετά το 1950 το χωριό ανέκαμψε και κουτσά-στραβά δούλευαν δύο (!) καφενεία.
    Το κράτος ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να στρώσει το ενάμισι χιλιόμετρο δρόμου που θα ένωνε το χωριό με τον πολιτισμό και τον κάμπο. Κάθε χρόνο με εθελοντική εργασία οι κάτοικοι ξεπέτρωναν ξανά και ξανά τον χωματόδρομο για να είναι υποφερτή η διάβαση με τα κάρα. Λέω κάρα γιατί ως το 1980 κανένας δεν είχε αυτοκίνητο. Ο παππούς μου είχε αποκτήσει με χίλια χρέη ένα από τα ελάχιστα τρακτέρ της περιοχής που το δούλευαν οι γιοι του, ιδιαίτερα ο πατέρας μου.
    ΟΙ άνθρωποι αγανάκτισαν. Η «απόσταση» από τον κάμπο τους ανάγκαζε να ξεκινούν μέσα στη μαύρη νύχτα για να φτάσουν έγκαιρα στα καπνοχώραφα. Οι μετακινήσεις για αγορές, για γιατρό, για γυμνάσιο κ.ά. ήταν ένα μόνιμο πρόβλημα. Το φιλάνθρωπο κράτος τούς έκανε μια «προσφορά»: Θα χτιζόταν ένα καινούριο χωριό πάνω στον δρόμο. Οι τράπεζες θα έδιναν άτοκα δάνεια υπό τον όρο ότι θα παραχωρούσαν τους τίτλους ιδιοκτησίας των σπιτιών τους στο κράτος! Οι κάτοικοι ήταν τόσο αγανακτισμένοι που δέχτηκαν. Χτίστηκε ένα νέο χωριό (δυο χιλιόμετρα πιο πέρα!) που ονομάστηκε Νέος Ξεριάς από το παρακείμενο μεγαλύτερο χωριό που ήταν η έδρα της κοινότητας.
    Το χωριό εγκαταλείφθηκε οριστικά γύρω στο 1981. Όλοι φύγανε. Τα σπίτια ρήμαξαν. Ποιος θα επισκεύαζε ένα σπίτι που πια δεν ήταν δικό του; Ακολούθησε ένα πλιάτσικο για τα εναπομείναντα κουφώματα, τις λιθοδομές και ό,τι άλλο μπορεί κάποιος να φανταστεί. Κάποιοι ευφάνταστοι γκρέμιζαν τις νύχτες τους τοίχους για να βρούνε λίρες. Γρήγορα το χωριό μετατράπηκε σε ερειπιώνα.
    Πρόσφατα ό,τι απέμεινε γνώρισε μια πρόσκαιρη θλιβερή επικαιρότητα. Στο γειτονικό Διαλεκτό (Μπέκλεμις παλιότερα) ξέσπασε φωτιά που έκαψε σπίτια και γρήγορα επεκτάθηκε στην Δαμασκηνιά, την Αβραμηλιά και έφτασε στο Λιθοχώρι. Εκεί δεν χρειάστηκε το 112. Η εκκένωση είχε ήδη γίνει από την αδιαφορία της πολιτείας πριν από δεκαετίες. Κάηκε όμως ό,τι είχε απομείνει. Ακόμη και τα θυμάρια και οι ρίγανες. Δεν κάηκαν άνθρωποι, δεν υπήρχαν. Δεν κάηκαν σπίτια, ήταν ήδη ρημαδιό. Κάηκαν όμως μνήμες.
    Το χωριό έζησε μια μικρή ιστορία εξήντα μόνο χρόνων ελληνοφωνείας. Στο διάστημα αυτό γεννήθηκαν και οι δυο γονείς μου. Εκεί αγαπήθηκαν, στον Αϊ-Δημήτρη παντρεύτηκαν και βάφτισαν και την αδελφή μου. Εκεί πέθαναν οι πρώτης γενιάς πρόσφυγες παππούδες μου. Εγώ δεν έζησα εκεί. Εκεί όμως πέρασα τα πιο αξέχαστα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.
    Το χωριό φέρει όμως πάμπολλες μνήμες της πρώτης προσφυγικής εγκατάστασης. Δεν τρελάθηκα. Ξέρω ότι σημασία έχει πρώτα η ανθρώπινη ζωή. Μετά τα σπίτια, τα αυτοκίνητα κ.τ.λ. Προσθέτω όμως ότι κάθε φωτιά από αυτές που κατακαίνε τη χώρα καταστρέφει και μνήμες. Σε κάθε σπίτι καίγονται φωτογραφίες, γαμήλια στέφανα, χειρόγραφα και έπιπλα έμφορτα αναμνήσεων.
    Κάθε φορά λοιπόν που λέμε (σωστά) «ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτε», ας θυμόμαστε ότι και οι μνήμες καίγονται κι αυτές.
    Γι’ αυτό κι εγώ μνημονεύω το εντελώς ασήμαντο Λιθοχώρι (Καρά-Κιδερλή) Χρυσουπόλεως Νέστου Καβάλας.

    Το άρθρο ΤΟ ΛΙΘΟΧΩΡΙ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Εύκολη δουλειά https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotoymanoliskeimenaarthrapancretagr/ Fri, 10 Jul 2026 08:30:47 +0000 https://www.pancreta.gr/chatzipanagiotoymanoliskeimenaarthrapancretagr/ «Σήμερα βρήκε να κάνει διακοπή ρεύματος η κωλο-ΔΕΗ;». Ο Ηρακλής τα είχε βρει σκούρα. Όταν βρήκε δουλειά σερβιτόρου στο ξενοδοχείο Drakakis Resort το θεώρησε δείγμα καλής τύχης. Καλοκαιράκι στις νότιες παραλίες της Κρήτης να τριγυρνάει ανάμεσα στις τουρίστριες με τα «βραχιολάκια» ήταν εκατό φορές καλύτερο από το να σερβίρει φραπέδες στο Κιλκίς. Έτσι δέχτηκε να...

    Το άρθρο Εύκολη δουλειά εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    «Σήμερα βρήκε να κάνει διακοπή ρεύματος η κωλο-ΔΕΗ;». Ο Ηρακλής τα είχε βρει σκούρα. Όταν βρήκε δουλειά σερβιτόρου στο ξενοδοχείο Drakakis Resort το θεώρησε δείγμα καλής τύχης. Καλοκαιράκι στις νότιες παραλίες της Κρήτης να τριγυρνάει ανάμεσα στις τουρίστριες με τα «βραχιολάκια» ήταν εκατό φορές καλύτερο από το να σερβίρει φραπέδες στο Κιλκίς. Έτσι δέχτηκε να μείνει και τον χειμώνα. Ο μόνος όρος ήταν να μένει μέσα στο κλειστό ξενοδοχείο για να κάνει τον φύλακα. Πολύ καλό για να είναι αληθινό! Τα αφεντικά κολλούσαν ένσημα, θα γλίτωνε το νοίκι και θα έκανε τεμπελοδουλειά. Είχε εκδώσει και μια χρεωστική στο όνομα της γιαγιάς του και της τραβούσε μικροποσά για τα εξτραδάκια.

    Αυτό που παρέλειψαν να του πουν είναι ότι ο παράδεισος του καλοκαιριού μετατρέπεται τον χειμώνα σε μια ερημιά που την δέρνουν τα κύματα και βρέχει έξι μέρες την εβδομάδα! Στη Μακεδονία όλοι πιστεύουν ότι η Κρήτη δεν έχει χειμώνα. Αμ δε! Ας έρθουν τώρα να ρωτήσουν τον Ηρακλή.

    Τώρα τριγυρνάει στο χαοτικό ξενοδοχείο με έναν φακό στο χέρι. Τα κύματα έχουν φτάσει στο ισόγειο και ο δρόμος ούτε που φαίνεται. Η ΔΕΗ φυσικά δεν απαντάει, αλλά και να απαντήσει σιγά μην έρθουν με τέτοιο καιρό μέσα στην άγρια νύχτα. Προσπαθεί να ελέγξει για πολλοστή φορά, αν έχει κλείσει όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Μέσα στο χαλασμό ακούγονται γλάστρες και τζάμια να σπάνε ποιος ξέρει από πού. Ένα τεράστιο κλαδί από ευκάλυπτο έπεσε σε μια τζαμαρία και έμπαζε το ξεροβόρι στους άδειους χώρους.

    Τώρα το γιατί το ξενοδοχείο το λέγανε Drakakis Resort ενώ όλα τα αφεντικά ήταν Φροδιλάκηδες, ήταν μια απορία που του την έλυσε ένας μάγειρας ντόπιος: «Το ξενοδοχείο φίλε», του είπε στο αυτί ο μάγειρας, «το έχτισε ο Δρακάκης ο Σήφης. Μεγάλο όνομα τότε στο νησί. Όμως το άνοιγμα ήταν μεγάλο και του το ζητούσαν κοψοχρονιά οι tour operators. Ο Φροδιλάκης ήταν ένας απατεώνας που πούλησε αγαπητιλίκι στην κόρη του Δρακάκη. Παρουσιάστηκε λοιπόν ως γαμπρός και σύστησε στον Δράκο έναν ξάδελφό του που θα τον διευκόλυνε οικονομικά. Η διευκόλυνση βέβαια αποδείχθηκε τοκογλυφία καραμπινάτη. Ο Δρακάκης έχασε την επιχείρηση και γρήγορα πέθανε από εγκεφαλικό. Τα λογοδοσίματα ξεχάστηκαν κι αυτά και πέταξαν έξω και την κόρη του. Η κοινωνία όμως είναι μικρή και τα νέα αφεντικά δεν ήθελαν το σούσουρο. Κρατήσαν λοιπόν το όνομα και μαζί και το τεράστιο πορτρέτο του ιδρυτή στο κεντρικό σαλόνι».

    Αυτά θυμόταν ο Ηρακλής την ώρα που άκουσε πάλι θόρυβο. Αυτή τη φορά δεν ήταν σπάσιμο αλλά ένα χαρχάλεμα, απροσδιόριστο τι ακριβώς. Καθώς πλησίαζε, η ανησυχία του μεγάλωσε γιατί του φάνηκε ότι μύρισε καπνό. «Γαμώ την γκαντεμιά μου, και πλημμύρα και πυρκαγιά; Αυτά ούτε στα έργα γίνονται», σκέφτηκε πλησιάζοντας.

    Όταν όμως έφτασε στο μεγάλο σαλόνι δεν είδε καμία καταστροφή, τίποτε που δεν ήταν στον τόπο του. Ώσπου έριξε τον φακό του στον τεράστιο πίνακα του ιδρυτή. Ο πίνακας ήταν στη θέση του αλλά ο Δρακάκης… έλειπε! Ανατρίχιασε! Πάγωσε το αίμα του! Μέσα στο σκοτάδι μπήκαν κλέφτες; Αλλά εδώ δεν έλειπε ο πίνακας. Οι βαριές κουρτίνες του φόντου ήταν ακόμη ζωγραφισμένες, ζωγραφισμένη και η πολυθρόνα που καθόταν ο Δρακάκης. Μόνο ο ίδιος έλειπε! Ο τρόμος τον κυρίευσε! Αποφάσισε να τραβήξει τον φακό από τον πίνακα και να βγει στη βεράντα, να καθαρίσει το μυαλό του. Η δύσκολη κατάσταση και το σκοτάδι μάλλον τού θόλωσαν το μυαλό και το μάτι.

    Όταν όμως έριξε το φως προς την βεράντα το αίμα έφυγε από το κεφάλι του. Κάποιος καθόταν σε μια πολυθρόνα του σαλονιού και αγνάντευε προς το μανιαμένο Λιβυκό πέλαγος. Είχε την πλάτη στραμμένη και φαινόταν μόνο το μισό κεφάλι του. Δίπλα του είχε ένα ποτήρι ουίσκι και κάπνιζε πούρο.

    Ο Ηρακλής πήρε πρώτα μια βαριά μασιά από το τζάκι και μετά ανέσυρε από τα έγκατα του φόβου του μια δυνατή φωνή:

    – Ποιος είσαι, ρε πούστη, βραδιάτικα; Πώς μπήκες εδώ μέσα;

    Του αποκρίθηκε μια φωνή ηλικιωμένη αλλά στιβαρή:

    – Πώς αυθαδιάζεις νεαρέ; Καινούριος είσαι; Ο Δρακάκης είμαι, δε με γνωρίζεις; Γέμισέ μου το ποτήρι…

    Όταν μετά από τρεις μέρες κόπασε ο καιρός, οι Φροδιλάκηδες μπήκαν στο έρημο ξενοδοχείο. Είχαν παραξενευτεί που ο φύλακας δεν απαντούσε στις κλήσεις τους. Βρήκαν εκτεταμένες ζημιές σε όλο το συγκρότημα. Βρήκαν και το πτώμα του Ηρακλή δίπλα στα ουίσκια και στα σταχτοδοχεία. Ο γιατρός που ειδοποίησαν ήταν σίγουρος: «καρδιακή προσβολή».

    – Τον μαλάκα! Αυτά παθαίνει όποιος πίνει και καπνίζει στη δουλειά, σχολίασαν κάτω από το μεγάλο κάδρο του Δράκου που καθόταν πάντα βλοσυρός στην πολυθρόνα του.

    Σημείωση: Όλοι οι αναφερόμενοι χαρακτήρες είναι λογοτεχνικοί και μόνο και ουδεμία σχέση έχουν με οποιοδήποτε υπαρκτό πρόσωπο.

    Το άρθρο Εύκολη δουλειά εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Η Δίκη των Πιθήκων και ο πλανήτης των πιθήκων https://www.pancreta.gr/dikipithikonexelixi/ Fri, 10 Jul 2026 07:19:10 +0000 https://www.pancreta.gr/dikipithikonexelixi/ Στις 10 Ιουλίου του 1925 ξεκίνησε στην Αμερική η λεγόμενη «Δίκη των πιθήκων». Είναι μία από τις διασημότερες δίκες που έγιναν παγκοσμίως. Τι είχε συμβεί; Στην Πολιτεία του Τενεσί στις ΗΠΑ υπό την πίεση του Μπάτλερ, ενός φονταμενταλιστή αγρότη, μέλους της τοπικής βουλής, ψηφίζεται ένας νόμος που απαγορεύει σε κάθε δημόσια δομή εκπαίδευσης να διδάσκεται...

    Το άρθρο Η Δίκη των Πιθήκων και ο πλανήτης των πιθήκων εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Στις 10 Ιουλίου του 1925 ξεκίνησε στην Αμερική η λεγόμενη «Δίκη των πιθήκων». Είναι μία από τις διασημότερες δίκες που έγιναν παγκοσμίως. Τι είχε συμβεί; Στην Πολιτεία του Τενεσί στις ΗΠΑ υπό την πίεση του Μπάτλερ, ενός φονταμενταλιστή αγρότη, μέλους της τοπικής βουλής, ψηφίζεται ένας νόμος που απαγορεύει σε κάθε δημόσια δομή εκπαίδευσης να διδάσκεται η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. Ο Μπάτλερ και οι φονταμενταλιστές προτεστάντες θεωρούσαν ότι μια τέτοια διδασκαλία ήταν βλάσφημη και ακύρωνε την βιβλική εκδοχή της Δημιουργίας.

    Ένας αναπληρωτής δάσκαλος, ο Τζον Σκόουπς, με την παρότρυνση της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών, συνέχισε να διδάσκει συστηματικά ότι ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα μιας μακράς εξελικτικής διαδικασίας με πλησιέστερο «συγγενή» του τον πίθηκο και τον χιμπατζή.

    Οι δημιουργιστές αντέδρασαν γρήγορα και πίεσαν τις Πολιτειακές αρχές του Τενεσί να ασκήσει δίωξη κατά του Σκόουπς. Η δίκη ήταν μια μετωπική σύγκρουση των «δημιουργιστών» και των «εξελικτικών». Σύμβουλος της πολιτικής αγωγής ήταν ο φονταμενταλιστής, βαπτιστής Γουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαν, ο οποίος είχε 36 χρόνια να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου και αποκαλούσε τον εαυτό του «ειδήμονα στην Αγία Γραφή». Ο Μπράιαν δεν καταλάβαινε καθόλου την εξέλιξη και είχε την συνήθεια αντί να την αποκαλεί evolution, να την προφέρει evil-ution.

    Την υπεράσπιση του δασκάλου Σκόουπς ανέλαβε ο ποινικολόγος Κλάρενς Ντάροου, γνωστός αγνωστικιστής, ο οποίος προσέφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες του. Η δίκη πήρε γρήγορα τεράστια δημοσιότητα. Ήταν, μάλιστα, η πρώτη φορά που μία δίκη μεταδόθηκε ζωντανά σε εθνικό επίπεδο από το ραδιόφωνο. Η αντιπαράθεση υπήρξε σκληρή. Τα εκατέρωθεν επιχειρήματα όμως είχαν ελάχιστη σημασία γιατί οι ένορκοι που θα έβγαζαν την απόφαση απλώς δεν τα καταλάβαιναν. Στην πλειοψηφία τους ήταν ντόπιοι θρησκόληπτοι. Το αποτέλεσμα ήταν να κριθεί ένοχος ο Σκόουπς και να του επιβληθεί το διόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή πρόστιμο των 100 δολαρίων. Το πρόστιμο αργότερα ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους αλλά αυτό είχε μικρή σημασία. Η Βίβλος είχε νικήσει τον Δαρβίνο.

    Ποια σημασία έχουν όλα αυτά για μας; Το 1925 είναι πια πολύ μακρινό και το Τενεσί είναι επίσης πολύ μακριά από την Ελλάδα. Παρόμοια σύγκρουση έγινε όμως και στην Ελλάδα και με έναν τρόπο συνεχίζεται και σήμερα. Ήδη από το 1870, θεολογικοί κύκλοι επιχείρησαν την αποδόμηση της εξελικτικής θεωρίας.

    Έτσι, όψεις της βιολογικής επιστήμης μπήκαν στην εκπαίδευση μόλις το 1931 με το εγχειρίδιο του Θ. Βλησίδη «Στοιχεία Γενικής Βιολογίας», όπου σε κάποιο κεφάλαιο γινόταν αναφορά στην εξέλιξη.

    Όμως το 1952, μέσα στο κλίμα του μετεμφυλιακού σκοταδισμού, όπου την πνευματική ζωή κανοναρχούσαν οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, το εγχειρίδιο αυτό κρίθηκε πολύ τολμηρό και αντικαταστάθηκε από ένα άλλο βιβλίο που το έγραψε ο Στέλιος Σπεράντζας. Ο Σπεράντζας δεν ήταν Βιολόγος. Ήταν οδοντίατρος και ακτινολόγος, γνωστός λόγιος και λογοτέχνης της εποχής. Στο εγχειρίδιό του στρογγύλεψε τα πράγματα και έκλεισε με τη φράση «ο κόσμος είναι έργο της Θείας Δημιουργίας».

    Το 1969 αντικαθίσταται από ένα άλλο βιβλίο. Το γράφει ο Ι. Γ. Οικονομίδης, ο οποίος επιδεικνύει πνεύμα συμβιβαστικό. Παρουσιάζει ισότιμα και τις δύο θεωρίες (τη δημιουργία και την εξέλιξη) και παρουσιάζει τον Θεό περίπου ως επιβλέποντα της εξέλιξης.

    Το 1976, μέσα στο κλίμα ελευθερίας που υποστήριξε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γεωργίου Ράλλη, εισάγεται στα σχολεία ένα βιβλίο Βιολογίας που στηρίζει με σαφήνεια την εξελικτική θεωρία. Στη συνέχεια όμως, χωρίς να ερωτηθεί ο συγγραφέας, απαλείφονται κρίσιμες παράγραφοι, άγνωστο υπό ποιες πιέσεις.

    Το 1984, εισάγεται στην εκπαίδευση το βιβλίο Ιστορίας του Λευτέρη Σταυριανού «Ιστορία του ανθρώπινου γένους». Το βιβλίο συναντάει σφοδρές αντιδράσεις τόσο για την μαρξιστική προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι αλλά κυρίως γιατί περιγράφει μια εξελικτική διαδικασία στην «ενηλικίωση» του ανθρώπου. Το 1990 αποσύρεται.

    Σήμερα, η σύγκρουση στην εκπαίδευση φαίνεται ότι επιλύεται προσωρινά με έναν καθαρά ελληνικό συμβιβασμό. Η εξελικτική θεωρία διδάσκεται μέσες άκρες από λίγο στο Γυμνάσιο και ελάχιστα στο Λύκειο. Το μάθημα των Θρησκευτικών (όπου περιγράφεται η Δημιουργία) παραμένει ομολογιακό και διδάσκεται σε όλες τις τάξεις. Όλοι ευχαριστημένοι…

    Παγκόσμια, στο τέλος του 20ου αιώνα, διατυπώθηκε επίσης μια θεωρία που στηρίζει την Δημιουργία, προσπαθώντας να μην έρθει σε σύγκρουση με την επιστήμη. Είναι η θεωρία του «ευφυούς σχεδιασμού». Η θεωρία αυτή υποστηρίζει (στο περίπου) ότι υπήρξε ένας αρχικός σχεδιαστής-δημιουργός που δημιούργησε τα πάντα τόσο έξυπνα, ώστε να υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις της εξέλιξης. Έτσι υπάρχει και Θεός-Δημιουργός και εξέλιξη.

    «Ο άνθρωπος είναι ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στον πίθηκο και το ανθρώπινο είδος»

    Η συζήτηση είναι μακρά. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με καμία επιστημονική θεωρία όταν παραμένει… επιστημονική. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με καμία θρησκευτική πίστη όταν παραμένει… θρησκευτική. Τα προβλήματα υπάρχουν όταν φανατικοί επιστήμονες υποστηρίζουν θεωρίες σαν να ήταν θρησκείες και φανατικοί θεολογίζοντες υποστηρίζουν την πίστη τους, πολεμώντας την επιστήμη.

    Ώσπου να επιλύσουμε αυτά τα θέματα, θα ζούμε στον πλανήτη των πιθήκων. Γιατί όπως πολύ χαρακτηριστικά είπε ο Αυστριακός εθνολόγος και ζωολόγος Κόνραντ Λόρεντς «Ο άνθρωπος είναι ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στον πίθηκο και το ανθρώπινο είδος».

    Πηγές

    sansimera, tvxs, mixanitouxronou, eranistis

    Το άρθρο Η Δίκη των Πιθήκων και ο πλανήτης των πιθήκων εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Πλακούρες – Του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/plakouresmanolischatzipanagiotoupancreta/ Thu, 09 Jul 2026 04:04:06 +0000 https://www.pancreta.gr/plakouresmanolischatzipanagiotoupancreta/ Ο Νίκος και η Αργυρώ βρήκαν τις Πλακούρες αλλαγμένες. Τα χρόνια πέρασαν, τα σπίτια πύκνωσαν, οι χωματόδρομοι ασφαλτοστρώθηκαν. Ωστόσο τους δρόμους του Ακρωτηριού τους ήξεραν με κλειστά μάτια. Τους διέβαιναν επί δώδεκα χρόνια σε αφέγγαρα βράδια. Έφευγαν και ερχόταν κρυφά από κακοτράχαλα μονοπάτια. Τώρα θα μπέρδευαν το δρόμο στην άσφαλτο και μέρα-μεσημέρι; Τα βήματα του...

    Το άρθρο Πλακούρες – Του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>
    Ο Νίκος και η Αργυρώ βρήκαν τις Πλακούρες αλλαγμένες. Τα χρόνια πέρασαν, τα σπίτια πύκνωσαν, οι χωματόδρομοι ασφαλτοστρώθηκαν. Ωστόσο τους δρόμους του Ακρωτηριού τους ήξεραν με κλειστά μάτια. Τους διέβαιναν επί δώδεκα χρόνια σε αφέγγαρα βράδια. Έφευγαν και ερχόταν κρυφά από κακοτράχαλα μονοπάτια. Τώρα θα μπέρδευαν το δρόμο στην άσφαλτο και μέρα-μεσημέρι;

    Τα βήματα του Νίκου και της Αργυρώς όμως είναι λίγο ασταθή. Δεν είναι τόσο τα χρόνια που πέρασαν. Έχουν περάσει πάνω από εικοσιπέντε χρόνια από τότε που μπήκαν στο σπίτι αυτό και πάνω από δεκαπέντε χρόνια από τότε που το είχαν δει για τελευταία φορά. Αλλά δεν τους πήρανε και τα χρόνια. Στα πενήντα-τόσα τους είναι ευσταλείς και κοτσονάτοι. Ο χρόνος τούς φέρθηκε με ευγένεια. Η αστάθεια οφείλεται στην συγκίνηση που δεν μπορούν κρύψουν.

    Όταν φτάνουν στο σπίτι, η συγκίνηση ξεσπάει σε κλάματα. Κλαίνε στους ώμους του Κυριάκου και της Γεωργίας.  Στο σπίτι με τους καφέδες η Γεωργία εξηγεί.

    – Ε, το σπίτι άλλαξε λίγο από τότε που το ξέρατε.

    – Μήπως το ξέραμε, Γεωργία μου; Εμάς μας φιλοξένησε και μας έσωσε ο Τρουλίτης, ο φιλόξενος διπλανός στάβλος.

    – Δε μας έσωσε ο στάβλος, Αργυρώ, την ψευτομαλώνει ο Νίκος… Ο Κυριάκος και η Γεωργία μάς έσωσαν. Δώδεκα χρόνια μάς κυνηγούσαν θεοί και δαίμονες. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια! Από το ’50 ως το ’62. Τότε στα Χανιά οι μισοί μας κυνηγούσαν για να πάρουν την επικήρυξη και οι άλλοι μισοί έκαναν ότι δεν μας ήξεραν. Ποιος θα έδινε ένα χέρι βοήθειας στους πιο καταζητούμενους ανθρώπους της χώρας; Ούτε το βλέμμα δεν μας έριχναν, ακόμη και οι φίλοι και συγγενείς. Λίγοι άνθρωποι μάς έδιναν καταφύγιο. Με χίλιες προφυλάξεις. Κι αυτό για δυο-τρεις μέρες το πολύ. Κι αυτοί οι δύο μάς έκρυψαν για δώδεκα ολόκληρα χρόνια.

    Η Γεωργία φέρνει τα καλτσούνια και παρεμβαίνει για να τους πάρει το βάρος, να αλαφρώσει τις βαριές κουβέντες:

    – Πάντως παράπονο δεν είχατε. Λουξ φιλοξενία και παρέα νύχτα-μέρα. Με τον γάιδαρο και την κατσίκα μας γίνατε αχώριστοι φίλοι.

    -…και τα κουνέλια πού τα βάζεις; συμπληρώνει ο Κυριάκος γελώντας.

    – Κυριάκο, μην το γελάς! Τραβήξατε πολλά για την αφεντιά μας! Και δεν χρωστούσατε τίποτε και σε κανέναν. Άντε, εμείς μόνοι μας βγήκαμε στο βουνό, το στραβό μας το κεφάλι τα φταίει. Δική μας ήταν η απόφαση να βγούμε στο δεύτερο αντάρτικο, δική μας η αποκοτιά να μην παραδοθούμε, εμείς το θέλαμε να στήσουμε παράνομο μηχανισμό, εμείς αποδράσαμε, εμείς το θέλαμε και «φυλακιστήκαμε» στην Τασκένδη. Εσείς όμως Κυριάκο; Εσείς τραβούσατε τα πάνδεινα για τη δικιά μας την τρέλα.

    Ο Κυριάκος για λίγο σιωπά. Θυμάται τα βασανιστήρια στην ασφάλεια. Οι υποψίες έπεσαν πάνω του ότι κρύβει «συμμορίτες». Κάποιοι τον κάρφωσαν. Τους συμμορίτες όμως δεν τους βρήκαν. Τα ανηλεή βασανιστήρια δεν άνοιξαν το στόμα του. Στη φυλακή του Ιτζεδίν δεν έσπασε. Ούτε έδιωξε τους καταδιωκώμενους, ούτε τους βαρυκάρδισε… Σε δευτερόλεπτα αναξυπνά:

    – Δεν ήταν μόνο δικιά σας τρέλα, βρε Νίκο. Τρελοί εσείς, τρελοί κι εμείς. Να μοιραστούμε λοιπόν την τρέλα να μας περνάνε οι ανθρώποι για μεσοκούζουλους.

    Οι τέσσερις γελάνε, τσουγκρίζουν τα ποτήρια την τσικουδιά. Το μυστικό του Τρουλίτη, του στάβλου που έκρυψε δώδεκα ολόκληρα χρόνια τον Νίκο και την Αργυρώ, έμεινε μυστικό για ένα τέταρτο του αιώνα. Στο μεταξύ ακόμη και η υποψία της παροχής ασύλου έφερε τον Κυριάκο αντιμέτωπο με τον νόμο για πολλά χρόνια ακόμη. Η χούντα τον εξόρισε. Μόνο το ’75 ο Κυριάκος αποκάλυψε σε συγγενείς και φίλους ότι σε μια κρύπτη του στάβλου του κρυβόταν δύο από τους δέκα-δώδεκα τελευταίους καταζητούμενους του εμφυλίου. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι στο μισοσκόταδο του στάβλου γραφόταν οι προκηρύξεις του «παράνομου μηχανισμού» του ΚΚΕ, τυπωνόταν με πρωτόγονα μέσα εφημερίδες, αναπαραγόταν η «γραμμή». Σε έναν στάβλο του Ακρωτηριού βρισκόταν (γεμάτο ή άδειο, ποιος μπορεί να πει;) ένα από τα χιλιάδες «κιβώτια» του ελληνικού εμφυλίου. Η Γεωργία όμως επιμένει ότι η μέρα της αντάμωσης είναι μέρα χαράς. Αλαφρώνει το κλίμα:

    – Αφήστε τα μωρέ τα παλιά και κρυώνουν τα καλτσούνια. Κυριάκο, μην κοιμάσαι, γέμιζε τα τσικουδοπότηρα.

    Η Αργυρώ ξανασοβαρεύει:

    – Βρε Γεωργία, το απίστευτο θάρρος σας να μας κρύβετε το καταλαβαίνω. Την επινοητικότητά σας να βρίσκετε τρόπους απόκρυψης και επικοινωνίας την ξέρω. Ένα πράγμα δεν μπορώ να καταλάβω. Είχατε τρία μικρά παιδιά. Σας έδερνε η ανέχεια και η φτώχεια. Πού βρίσκατε ψωμί για δώδεκα χρόνια; Πώς βρίσκαμε μαγειρεμένο φαγητό; Πώς και δεν μας έλειψε ποτέ ούτε ο καφές; Πώς τα καταφέρατε; Πού τα εξοικονομούσατε όλα αυτά;

    – Το βρισκούμενο, Αργυρώ μου… Το βρισκούμενο!

    Σημ: Το κείμενο «Πλακούρες» αναφέρεται στην πραγματική ιστορία του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή. Ο γιος τους Γιώργος μού επέτρεψε να μεταπλάσω την σκηνή κατά τα μυθοπλαστικά μου γούστα γι’ αυτό και τον ευχαριστώ.

    Το κείμενο γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής της Κατερίνας Νανούρη. Είναι μέρος μιας σειράς κειμένων πάνω σε μια ιδέα της Κατερίνας Μαντίλ με κοινό τόπο «το βρισκούμενο».

    Το άρθρο Πλακούρες – Του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

    ]]>