ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑΚΗ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/georgia-karvounaki/ Ενημέρωση // Άποψη // Προβολή Wed, 27 May 2026 16:09:35 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://www.pancreta.gr/wp-content/uploads/2026/03/cropped-fav-32x32.png ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑΚΗ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/georgia-karvounaki/ 32 32 Εκλέγειν και εκλέγεσθαι γένους θηλυκού https://www.pancreta.gr/georgiakarvounakinea/ Wed, 27 May 2026 15:01:25 +0000 https://www.pancreta.gr/georgiakarvounakinea/ Υπάρχει ένα μικρό κράτος στην άκρη της γης που το 1893 έδωσε στις γυναίκες αυτό που εδικαιούντο και έμεινε στην Ιστορία ως το πρώτο κράτος στον κόσμο που το έκανε. Ένα άλλο μικρό κράτος, που, μάλιστα, βρίσκεται στο κέντρο της γης, στον ομφαλό, όπως πιστεύουν οι πολίτες του, το έδωσε σχεδόν 60 χρόνια αργότερα, το...

Το άρθρο Εκλέγειν και εκλέγεσθαι γένους θηλυκού εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Υπάρχει ένα μικρό κράτος στην άκρη της γης που το 1893 έδωσε στις γυναίκες αυτό που εδικαιούντο και έμεινε στην Ιστορία ως το πρώτο κράτος στον κόσμο που το έκανε. Ένα άλλο μικρό κράτος, που, μάλιστα, βρίσκεται στο κέντρο της γης, στον ομφαλό, όπως πιστεύουν οι πολίτες του, το έδωσε σχεδόν 60 χρόνια αργότερα, το 1952, στις 28 Μαΐου: το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι σε δημοτικές και βουλευτικές εκλογές.

Η χρονοκαθυστέρηση μπορεί να οφείλεται όχι σε δόλο απαραιτήτως, αλλά σε «επιστημονικούς»[1] και άλλους, πολύ σπουδαίους λόγους, κυριότερος των οποίων ήτο ότι το κράτος, οι άντρες, δηλαδή, δεν ευκαιρούσαν γιατί ήταν πολύ απασχολημένοι με το να χτίζουν Παρθενώνες ή να κάνουν -αποτυχημένες κατά κανόνα- πολιτικές της συναλλαγής και της διαφθοράς, γενικώς να κρατούν τα ηνία του ατίθασου αλόγου που λέγεται Ελλάς, το οποίο ουδέποτε κατόρθωσαν να τιθασεύσουν και να φέρουν στον ίσιο δρόμο.

Είναι λίγο μπερδεμένο το ζήτημα της γυναικείας ψήφου, βέβαια, διότι ναι μεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν από το 1930 αλλά

α) μόνο για τις δημοτικές εκλογές

β) επειδή ουδείς είχε φροντίσει για την ενημέρωση των εκλογικών καταλόγων δεν κατάφεραν να ψηφίσουν παρά το 1934

γ) ακόμη και τότε ψήφισαν ελάχιστες, αφού απαραίτητη προϋπόθεση ήταν να είναι εγγράμματες και άνω των 30 ετών. Δύσκολο να βρεθεί τέτοιος σπάνιος συνδυασμός. Η κοινωνία ήταν λίγο -έως τελείως- αρνητική στο να στείλει στο σχολείο τα κορίτσια της, που από τη γέννησή τους ήταν προορισμένα να επιτελέσουν το χρέος της μητρότητας, να γίνουν σύζυγοι εργατικές, σιωπηλές και υπάκουες των ανδρών ψηφοφόρων. Το ποσοστό του γυναικείου αναλφαβητισμού εκείνης της εποχής υπερέβαινε το 70%.

Μπορεί να προέβλεπε το Σύνταγμα, από το 1844 κιόλας, ότι όλοι οι Έλληνες ήταν ίσοι μεταξύ τους, αλλά κουβέντα δεν έλεγε για τις Ελληνίδες. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 131 χρόνια για να διευκρινιστεί και αυτό το θεματάκι.

Οι Νεοζηλανδοί ίσως να υπέκυψαν στις οργανωμένες πιέσεις των γυναικών τους για ισοτιμία στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος χωρίς να έχουν απώτερους σκοπούς.[2] Σε ό,τι αφορά τους Έλληνες έχω βάσιμες υποψίες ότι η ψήφος στη γυναίκα δόθηκε με στόχο τη διαχείρισή της πάλι από τους ίδιους. Τα “κουκιά” της οικογένειας αυξάνονταν κατακόρυφα και η διαπραγματευτική της δύναμη με τον “βουλευτή μας” ανάλογα. Ο “βουλευτής μας” ήταν τότε -και τώρα,  φοβούμαι- κάτι σαν τον οικογενειακό γιατρό. Κάθε οικογένεια είχε τον δικό της, ο οποίος επιλαμβανόταν των θεμάτων της, από τον διορισμό του παιδιού μέχρι την εξεύρεση κλίνης στο νοσοκομείο για τη γιαγιά. Οι οικογένειες με λίγα αγόρια έπασχαν, διότι ο “βουλευτής τους” μετρούσε τα προαναφερθέντα κουκιά κι αν δεν του έβγαιναν μοιραία την εύνοιά του στο ρουσφέτι κέρδιζε ο γείτονας με τα πολλά αγόρια. Η γυναικεία ψήφος ήρθε για να δώσει κύρος στις “άτυχες” οικογένειες που, συν τοις άλλοις, έφεραν και τη ρετσινιά ότι γεννούσαν “γραμμάτια” και όχι άντρες.

Παρά το ότι η γυναίκα κατέκτησε το δικαίωμα ψήφου το 1952, ελάχιστες το ασκούσαν στην κυριολεξία, αφού την ψήφο των πολλών τη  διαχειρίζονταν τα άρρενα μέλη της οικογένειας, κατά το δοκούν. Πήγαινε “μονοκούκι”, ασχέτως των πεποιθήσεων του γυναικείου πληθυσμού, που συχνά όταν έφτανε σε ηλικία ψήφου είχε ήδη “μεταβιβαστεί” από τον πατέρα της σε άλλον άντρα που, συν τοις άλλοις,  έπαιρνε προίκα και το “κουκί”.

Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι είναι μια ακόμη πονεμένη ιστορία. Εν έτει 2017 επιβιώνει ένας θεσμός που φέρει το βαρύγδουπο όνομα “ποσόστωση”, τον οποίο επικαλούνται, μάλιστα, κάποιοι ως ένδειξη κοινωνικής προόδου. Το χειρότερο είναι ότι υπάρχουν γυναίκες που, στο όνομα της ποσόστωσης, συμπράττουν και ενισχύουν συνδυασμούς με την υποψηφιότητά τους, σαν σκέτα ονόματα χωρίς υπόσταση, για να μπορούν να καταρτίσουν ψηφοδέλτια!


[1]«…Ορισμένα τινά Ελληνικά θήλεα ζητούν να δοθή ψήφος εις τας γυναίκας. Σχετικώς με το ίδιον τούτο θέμα διαπρεπέστατος επιστήμων είχεν άλλοτε αναπτύξει από του βήματος της Βουλής το επιστημονικώς πασίγνωστον, άλλως τε, γεγονός ότι παν θήλυ διατελεί εις ανισόρροπον και έξαλλονπνευματικήν κατάστασιν ωρισμένας ημέρας εκάστου μηνός… Νεώτεραι και ακριβέστεραι έρευναι καταδείκνυσιν ότι ου μόνον ωρισμένας ημέρας, αλλά δι’ όλου του μηνός τελούσιν άπαντα τα θήλεα εις πνευματικήν και συναισθηματικήν ανισορροπίαν… Επειδή εν τούτοις αι ημέραι αύται, δεν συμπίπτουν ως προς όλα τα θήλεα, είναι αδύνατον να ευρεθή ημέρα πνευματικής ισορροπίας και ψυχικής γαλήνης όλων των θηλέων, ώστε την ευτυχή εκείνην ημέραν να ορίζονται αι εκάστοτε εκλογαί. Η γυναικεία συνεπώς ψήφος είναι πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον.»

[2]Λέγεται ότι ήταν τέτοια η δύναμη των γυναικών που προέκυπταν φόβοι ότι θα καταφέρνουν να ψηφίζουν νόμους που καθόλου δεν θα συμφέρουν τους άντρες, όπως τον νόμο για την κατάργηση του αλκοόλ. Αυτό είναι και ενδεικτικό του υπάρχοντος προβλήματος,ποιος ξέρει τι βάσανα περνούσαν οι άμοιρες Νεοζηλανδές -και όχι μόνον αυτές- με τους επιρρεπείς στο αλκοόλ συζύγους, πατέρες, αδελφούς, εργοδότες, γιους.

Το άρθρο Εκλέγειν και εκλέγεσθαι γένους θηλυκού εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Περνά – περνά η μέλισσα! https://www.pancreta.gr/melisakarvounaki/ Wed, 20 May 2026 04:32:32 +0000 https://www.pancreta.gr/melisakarvounaki/ Σκόρπια μικρά, πολύχρωμα χωριουδάκια στην εξοχή της Κρήτης κι αυτή την εποχή. Κυψέλες που στεγάζουν την πολύβουη κοινωνία των μελισσών, που τρέφονται από τον πλούτο της κρητικής χλωρίδας και μας χαρίζουν το γεμάτο αρώματα και γλυκύτητα μέλι τους. Τι σημαίνει, όμως, η μέλισσα για τον άνθρωπο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα; Ένα από πιο πολύτιμα...

Το άρθρο Περνά – περνά η μέλισσα! εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Σκόρπια μικρά, πολύχρωμα χωριουδάκια στην εξοχή της Κρήτης κι αυτή την εποχή. Κυψέλες που στεγάζουν την πολύβουη κοινωνία των μελισσών, που τρέφονται από τον πλούτο της κρητικής χλωρίδας και μας χαρίζουν το γεμάτο αρώματα και γλυκύτητα μέλι τους. Τι σημαίνει, όμως, η μέλισσα για τον άνθρωπο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα;

Ένα από πιο πολύτιμα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου, όχι μόνον λόγω του υλικού κατασκευής του αλλά και εξαιτίας της σπουδαιότητας του συμβολισμού του, είναι το εξαιρετικής τέχνης «περίαπτον» με τις μέλισσες, που βρέθηκε στη νεκρόπολη των Μαλλίων και χρονολογείται γύρω στα 2000 π. Χ. – 1700 π. Χ. Στην Κνωσό, στην Ελεύθερνα, στη Σαντορίνη και αλλού έχουν, επίσης βρεθεί χρυσά κοσμήματα, αγγεία, χρηστικά αντικείμενα, νομίσματα ή τοιχογραφίες με θέμα τη μέλισσα. Ένδειξη του πόση σημασία είχε η μέλισσα για τον άνθρωπο από την αρχαιότητα, είναι τόσο η ίδια η απεικόνισή της όσο και το υλικό που συχνά χρησιμοποιείται: χρυσός!

Χρυσάφι το προϊόν που παράγει, σε χρώμα, σε γεύση, σε διατροφική αξία. Αυτός ίσως ήταν και ο λόγος που οι Έλληνες, με την πλούσια φαντασία, ενέταξαν στη μυθολογία τους τη Μέλισσα ως Νύμφη και τροφό του Δία. Ο βασιλιάς των θεών μεγάλωσε -πού αλλού;- στην Κρήτη, όπου κατέφυγε η μητέρα του Ρέα για να τον γεννήσει, μακριά από τον Κρόνο, με το μέλι που τον τάιζε η κόρη αυτή του Μελισσέα, του βασιλιά της Κρήτης και άρχοντα των Κουρητών, ενώ η αδελφή της Αμάλθεια του έφερνε το γάλα. Τα εργατικά έντομα στάλαζαν το μέλι τους στο στόμα του μικρού θεού, καθοδηγούμενα από τη Μέλισσα, από την οποία πήραν και το όνομά τους τα υμενόπτερα αυτά. Ο Δίας μεγάλωσε πολύ γρήγορα και έγινε βασιλιάς των θεών του Ολύμπου, φέροντας διάφορα προσωνύμια, ένα από τα οποία ήταν και Μελιττεύς.

Ο Κρόνος, θυμωμένος που ο Δίας κατάφερε να επιβιώσει, τιμώρησε τη Νύμφη που τον έθρεψε, μεταμορφώνοντάς την σε σκουλήκι αλλά ο Δίας,  που αναγνώρισε τον ρόλο της, της έδωσε φτερά και έτσι έγινε το έντομο που όλοι γνωρίζουμε σήμερα με το όνομα αυτό.

Ένας άλλος μύθος θέλει τη Νύμφη Μέλισσα να είναι εκείνη που βρήκε στο δάσος μια κηρήθρα και, αφού την έβαλε στο νερό, ανακάλυψε ότι από αυτήν βγήκε ένα ποτό που το μοιράστηκε με τους ανθρώπους και δίδαξε στα έντομα τον τρόπο που θα το παράγουν.

Μέλισσες αποκαλούνταν και οι ιέρειες της χθόνιας Δήμητρας, μυημένες στα μυστήριά της από την ίδια τη θεά. Όταν μια από αυτές αρνήθηκε να αποκαλύψει τα ιερά μυστικά σε θνητές γυναίκες εκείνες τη δολοφόνησαν και η θεά, οργισμένη από την ανίερη πράξη, έστειλε σμήνη μελισσών εναντίον τους.

Ως Μέλισσες αναφέρονται και οι ιέρειες άλλων γυναικείων θεοτήτων όπως η Άρτεμις -η Πότνια θηρών- και η Περσεφόνη, συνδεδεμένες με τη μινωική λατρεία. Η μέλισσα ήταν σύμβολο γονιμότητας της φύσης αλλά και της μητριαρχίας.

Λέγεται ότι η οργάνωση και η εργατικότητα της κοινωνίας των μελισσών, με τη βασίλισσα που διευθύνει και γεννά, τις εργάτριες που εκτελούν όλες τις εργασίες και τους κηφήνες ως αρσενικά απαραίτητα για τη διαιώνιση του είδους, λειτούργησε ως πρότυπο για τις κοινωνίες των πρωτόγονων ανθρώπων, που φρόντισαν να τις αντιγράψουν. Οι θολωτές κυψέλες τους, επίσης, έδωσαν το σχήμα τους σε κτίσματα που χρησίμευαν ως αποθήκες και τάφοι.

Το μέλι, εκτός από εκλεκτή τροφή θεών και ανθρώπων, είχε ρόλο και στις λατρευτικές τελετές. Οι σπονδές που τελούνταν προς τιμήν των θεών σε διάφορες περιστάσεις, περιλάμβαναν και μέλι, εκτός από γάλα, λάδι και κρασί, που θεωρούνταν όλα πολύτιμα αγαθά.

Ο κύκλος ζωής του μικρού και πολύτιμου υμενόπτερου, που ζει, δημιουργεί και πεθαίνει είναι σύμβολο όχι μόνον εργατικότητας αλλά και της αναγέννησης της ζωής και της διαιώνισης των ειδών μέσα από τον θάνατο. Εκτός από την παραγωγή του πολύτιμου μελιού, που προκύπτει από την ανάμιξη των γαστρικών τους υγρών με το νέκταρ των ανθέων, συμμετέχουν και σε ένα σπουδαίο έργο της φύσης: περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έντομο, συντελούν στην επικονίαση των φυτών, αφού με τη γύρη που μεταφέρουν από το ένα άνθος στο άλλο βοηθούν στη γονιμοποίηση και την αναγέννησή τους.

Το μέλι δεν είναι το μοναδικό προϊόν που παράγεται από τις μέλισσες που, εκτός από γευστικό, είναι και πλούσιο σε σάκχαρα, μεταλλικά άλατα, αμινοξέα, ένζυμα κ. ά. απαραίτητα για τον οργανισμό μας στοιχεία. Ιδιαίτερα σημαντικά για την ανθρώπινη διατροφή και υγεία είναι τα παράγωγα του μελιού:

Ο βασιλικός πολτός, το «γάλα των μελισσών», είναι πλούσιος σε βιταμίνες και αμινοξέα με σημαντική τονωτική δράση ενώ, ως φυσική ουσία βοηθά στην οξυγόνωση και ανάπλαση των κυττάρων και χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία και την φαρμακευτική.

Η γύρη των λουλουδιών, που ένα κανονικό σμήνος μελισσών μπορεί να συλλέξει έως και 20 κιλά τον χρόνο, έχει ευεργετικές ιδιότητες στη γονιμότητα, στη νοητική λειτουργία, στον μεταβολισμό και αλλού.

Η πρόπολη, μια κολλώδης ουσία που συλλέγουν οι μέλισσες από τα «μάτια» των φυτών και των δέντρων, έχει αντιμικροβιακή δράση και χρησιμοποιείται και αυτή στην παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών. Επίσης, είναι το κύριο συστατικό βαφής στα βιολιά.

Το κερί, που παράγεται από τις νεαρές εργάτριες, είναι το υλικό με το οποίο χτίζουν τις κηρήθρες τους στις οποίες αποθηκεύουν το μέλι. Στα εξαγωνικά κελιά μιας κηρήθρας βάρους περίπου 130 γραμμαρίων αποθηκεύονται έως και τρία κιλά μέλι. Πέρα από την παρασκευή κεριών καλής ποιότητας χρησιμοποιείται και αυτό στην κοσμετολογία και σε φαρμακευτικά σκευάσματα.

Η μέλισσα τροφοδότησε όχι μόνο την αρχαία μυθολογία και τέχνη αλλά και σύγχρονες μορφές τέχνης, όπως η ποίηση:

Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν΄αρχινίσει παιχνίδι

 ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.

Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, Ανάγνωσμα δεύτερο, ψαλμός Ζ

Στα ερείπια συχνάζουν οι μέλισσες και οι πρώην ιδέες.

[…]

Του μύρμηγκα η μυστηριώδης διαδρομή και της μελίσσης

το βόμβισμα

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον

[…]

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή

όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα,

για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια

ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη,

για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κ’ εσβήστη,

[…]

Οδυσσέας Ελύτης, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος

ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια

Γιώργος Σεφέρης, «Πρωί»

Τούτο το σώμα που έλπιζε σαν το κλωνί ν’ ανθίσει

και να καρπίσει και στην παγωνιά να γίνει αυλός

η φαντασία το βύθισε σ’ ένα βουερό μελίσσι

για να περνά και να το βασανίζει ο μουσικός καιρός.

Γιώργος Σεφέρης, «Τούτο το σώμα…»

Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα, λουλούδια μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, άσπρα, γαλάζια, κόκκινα και κρύβουνε τη χλόη.

Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β

Ὅπως ἡ μέλισσα γύρω ἀπὸἕνα ἄγριο

λουλούδι, ὅμοια κ’ ἐγώ. Τριγυρίζω

διαρκῶς γύρω ἀπ’ τὴ λέξη.

 Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ο αγρός των λέξεων»

Δημιουργώ σαν τη μέλισσα εκεί που είχα ξεχάσει πώς γίνεται το μέλι.

Μαρία Πολυδούρη, «Μακριά σου»

Τα κύτταρά μας τα επισκέπτονται οι μέλισσες.

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Υψίπεδον της Διελεύσεως»

Ενθουσιώδους παρακμής χειροκροτήματα, μπιζάρουν μέλισσες και άλλα βομβώδη

μελιστάλακτα κεντριά, αιώρησης κάνιστρα

με φρεσκοκομμένες πεταλούδες,

ραίνουν την πρωταγωνίστρια ερμηνεία τους.

Κική Δημουλά, «Γας ομφαλός»

Το σπουδαίο αυτό έντομο, μέχρι και αγαπημένο παιδικό παιχνίδι έγινε: Περνά – περνά η μέλισσα, με τα μελισσάκια της και με τα παιδάκια της.

Το άρθρο Περνά – περνά η μέλισσα! εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου https://www.pancreta.gr/aystraliavasiliadoukarvounaki/ Thu, 30 Apr 2026 16:57:12 +0000 https://www.pancreta.gr/aystraliavasiliadoukarvounaki/ «Θα φύγω, θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου», απειλεί την οικογένειά της η άγαμος κόρη Γεωργία Βασιλειάδου. Ελλάδα, 1962. Η «Αστραλία», απείχε τότε ένα μήνα με το πλοίο, 28 ημέρες για την ακρίβεια με το Αυστραλίς, με το Ελληνίς ή με το Πατρίς. Σήμερα απέχει 28 ώρες με το αεροπλάνο, ένα χιλιάρικο...

Το άρθρο Θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
«Θα φύγω, θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου», απειλεί την οικογένειά της η άγαμος κόρη Γεωργία Βασιλειάδου.

Ελλάδα, 1962. Η «Αστραλία», απείχε τότε ένα μήνα με το πλοίο, 28 ημέρες για την ακρίβεια με το Αυστραλίς, με το Ελληνίς ή με το Πατρίς. Σήμερα απέχει 28 ώρες με το αεροπλάνο, ένα χιλιάρικο ευρώ χωρίς επιστροφή κι άλλα τόσα για τις βαλίτσες που χωρούν τ’ απομεινάρια της ζωής που αφήνεις πίσω. Αν επιθυμείς να πάρεις ή αν έχει απομείνει κάτι.

Ελλάδα, Ιούλιος 1827. Ένα βρετανικό πλοίο πλέει από την Αλεξάνδρεια προς τη Μάλτα κι εκεί στ’ ανοιχτά της Λιβύης, ένα ελληνικό, με κυβερνήτη τον Αθηναίο Αντώνη Μανώλη και πλήρωμα οκτώ Υδραίους του κάνει επίθεση με στόχο την πειρατεία. Ένα άλλο βρετανικό πλοίο μάζεψε τους επίδοξους πειρατές και τους πήγε στη Μάλτα, όπου τους δίκασε ο λόρδος Έντουαρντ Κόδριγκτον, αυτός που ήταν αρχηγός στη νίκη των Μεγάλων Δυνάμεων στη ναυμαχία του Ναυαρίνου κι έγινε δρόμος κεντρικός της Πρωτεύουσας. Δυο αθωώθηκαν και καταδίκασε σε θάνατο τους υπόλοιπους επτά. Η έφεση που άσκησαν δεν έφερε αποτέλεσμα. Επικαλέστηκαν τη διεθνή νομοθεσία που τους έδινε το δικαίωμα, εν καιρώ πολέμου, να επιτεθούν σε πλοίο που έπλεε προς την εχθρική οθωμανική επικράτεια πλην, όμως, η κατηγορούσα αρχή υποστήριξε -και όχι ψευδώς- ότι τα παλικάρια είχαν ήδη προλάβει να ληστέψουν φορτίο και οπλισμό, ίσον πειρατεία.

Το νομότυπο της διαδικασίας που αμφισβητήθηκε τους έσωσε τη ζωή. Η εκτέλεση της ποινής αναβλήθηκε μέχρι να εξεταστεί από τον βασιλιά Γεώργιο Δ’ η αίτηση χάριτος που έκαναν. Η ποινή μεταβλήθηκε σε εκτόπιση στη Νέα Νότια Ουαλία, στον συνήθη τόπο που εξόριζαν τους Βρετανούς εγκληματίες, δηλαδή στην Αυστραλία. Ισόβια για τους τρεις και δεκατέσσερα χρόνια για τους υπόλοιπους. Οι επτά πρώτοι Έλληνες, λοιπόν, οι Αντώνης Μανώλης, Δαμιανός Νίνης, Γεώργιος Βασιλάκης, Γκίκας Βούλγαρης, Νικόλαος Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Στρουμπούλης και Γεώργιος Λαρίτσος, έφτασαν στην Αυστραλία το 1829, όταν αποβιβάστηκαν στη Νέα Νότια Ουαλία ως ποινικοί κατάδικοι. Ποια ήταν η τύχη τους; Οι Νίνης, Βασιλάκης και Παπανδρέου, το 1837 αναχώρησαν για το Λονδίνο, απ’ όπου ο Έλληνας πρόξενος φρόντισε να τους προωθήσει στην Κέρκυρα. Ο Λαρίτσος αγνοείται, ύστερα από ναυάγιο στα ανοιχτά της Βραζιλίας του πλοίου στο οποίο επέβαινε. Οι άλλοι δυο έμειναν μόνιμα, έκαναν δουλειές και οικογένειες. Ο Γκίκας Βούλγαρης πέθανε το 1874 ως Jigger Bulgary ενώ ο Μανώλης πέθανε το 1880.

Παρά τις δυσκολίες του ταξιδιού, που διαρκούσε έως και πέντε μήνες, ναυτικοί και επίδοξοι χρυσοθήρες και αργότερα καλλιεργητές, μικροεπαγγελματίες, ψαράδες, έφτασαν να αριθμούν στις αρχές του 20ού αιώνα τα 1.000 άτομα και ξεκίνησαν να προσελκύουν άτομα της οικογένειάς τους ή συντοπίτες τους, δημιουργώντας μια αλυσιδωτή μετανάστευση και τοπικές οργανώσεις που επικρατούσαν στα διοικητικά πράγματα των κοινοτήτων. Ως πρώτοι εκούσιοι μετανάστες στη μακρινή αυτή ήπειρο φέρονται οι Σαμουήλ Αντωνάτος ή Samuel Donnes από την Κεφαλλονιά το 1837 και κάποιος John Peters, αγνώστου ελληνικού ονοματεπωνύμου, από τη Σάμο, το 1838.

Έκτοτε η Αυστραλία υπήρξε δημοφιλής προορισμός, ειδικά όταν, μεταπολεμικά, η Αυστραλία εφάρμοσε ένα μεγάλο πρόγραμμα προσέλκυσης νέων μεταναστών για να αναπτυχθεί οικονομικά και δημογραφικά. Οι 18.000 Έλληνες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων υποδέχτηκαν μεταξύ 1947 και 1979 άλλους 230.000 συν 40.000 Έλληνες, Αιγυπτιώτες εκπατρισθέντες το 1953 από το καθεστώς Νάσερ, από τη Ρουμανία λόγω κομμουνιστικού καθεστώτος και από την Κύπρο λόγω της τουρκικής εισβολής του 1974.

Ο παρεμβατισμός της αυστραλιανής κυβέρνησης στερεί από τους μετανάστες το δικαίωμα να επιλέξουν απασχόληση με κριτήριο τις γνώσεις ή τις δεξιότητές τους. Γίνονται όλοι ανεξαιρέτως ανειδίκευτοι εργάτες, χαμηλά αμειβόμενοι, που κατέκλυζαν τη Μελβούρνη, κυρίως, αποδυναμώνοντας τους τόπους καταγωγής τους. Μακεδονία, Ήπειρος, Πελοπόννησος και Κρήτη «πλήρωσαν» αυτή τη μαζική μετανάστευση, στερούμενες πολύτιμο παραγωγικό κομμάτι του πληθυσμού τους.

Σε τι, όμως, βάσισε η Γεωργία Βασιλειάδου την πίστη ότι στην «Αστραλία» θα βρει το τυχερό της; Το κεφάλαιο «Ελληνίδες στην Αυστραλία» είναι μεγάλο και αξίζει ιδιαίτερης δημοσίευσης.

Γεωργία Καρβουνάκη

Το άρθρο Θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Θα πάω στην Αστραλία να βρω το τυχερό μου #2 https://www.pancreta.gr/aikateriniplessaaystraliakeimenakarvoynaki/ Tue, 28 Apr 2026 13:00:55 +0000 https://www.pancreta.gr/aikateriniplessaaystraliakeimenakarvoynaki/ Παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος ήταν η ζωή της πρώτης Ελληνίδας που έφτασε στη μακρινή Αυστραλία. Γεννήθηκε σαν Αικατερίνη Πλέσσα στο Πλαίσιο της Ηπείρου το 1809 και πέθανε στο Σίδνεϋ σε ηλικία 98 ετών, το 1907. Το όνομά της συνδέθηκε με κάποια επιβλητικά ονόματα των αρχών του 19ου αιώνα, στην ήδη επαναστατημένη Ελλάδα. Κόρη μιας πολύ...

Το άρθρο Θα πάω στην Αστραλία να βρω το τυχερό μου #2 εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος ήταν η ζωή της πρώτης Ελληνίδας που έφτασε στη μακρινή Αυστραλία. Γεννήθηκε σαν Αικατερίνη Πλέσσα στο Πλαίσιο της Ηπείρου το 1809 και πέθανε στο Σίδνεϋ σε ηλικία 98 ετών, το 1907. Το όνομά της συνδέθηκε με κάποια επιβλητικά ονόματα των αρχών του 19ου αιώνα, στην ήδη επαναστατημένη Ελλάδα.

Κόρη μιας πολύ όμορφης γυναίκας, της Βασιλικής, που στα 14 της χρόνια παντρεύτηκε έναν έμπορο από τις Σέρρες, που ταξίδευε συνεχώς. Αφού έκανε δυο παιδιά μαζί του, την Αικατερίνη και τον Αναστάση, την είδε ο γιος του Αλή Πασά, ο Μουχτάρ και την αγάπησε παράφορα. Στην επιστροφή από κάποιο ταξίδι του, ο άντρας της τη βρήκε έγκυο από τον Μουχτάρ, που την πήρε στο χαρέμι του μαζί με τα παιδιά της, απειλώντας τον άντρα της ότι θα τον σκότωνε αν την πλησίαζε. Γέννησε δυο παιδιά του Μουχτάρ, ένα γιο, τον Κωστούλα κι ένα κορίτσι που τα έδωσε σε μια τροφό και μεγάλωναν μακριά της, όσο εκείνη ζούσε τον έρωτα στο μεγαλόπρεπο σπίτι του Μουχτάρ, μόνο με την πρώτη της κόρη, την Αικατερίνη, που έμοιαζε στη μητέρα της σε ομορφιά και χάρη τόσο που ο άτακτος Πασάς άρχισε να τη γλυκοκοιτάζει κι εκείνη. Η μητέρα της, για να τη γλιτώσει από αυτόν, την αρραβώνιασε στα 12 της χρόνια με τον προσωπικό γιατρό του, τον μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας επί βασιλείας Όθωνα, Ιωάννη Κωλέττη. Με την εκτέλεση του Αλή Πασά και του γιου του Μουχτάρ, αφού έμεινε για λίγο με τον πατέρα της στις Σέρρες, η Αικατερίνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, όπου φιλοξενήθηκε από συγγενείς της και εκεί γνωρίστηκε με τον Λόρδο Βύρωνα, τον οποίο συναντούσε τακτικά. Λέγεται, μάλιστα, ότι ήταν από τους τελευταίους ανθρώπους που τον είδαν ζωντανό.

Το 1824, λίγο πριν από την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου, η κοπέλα κατέφυγε στο νησάκι Κάλαμος, που ήταν υπό αγγλική κατοχή. Ο Ιρλανδός διοικητής της φρουράς Τζέημς Κράμερ την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε το 1827, εκείνη στα 18 κι εκείνος 30. Στο πιστοποιητικό του γάμου τους αναφέρεται:

«… συνεζεύξαμεν εις γάμου κοινωνίαν τελετή εκκλησιαστική τον Βρετανόν τον της νήσου Καλάμου διοικητήν Ιάκωβον Ενρίκον Κράμερ τη Ελληνίδι Κατερίνη Γεωργίου Πλαισιού ενδεχομένοι ερωτικήν και αμίαντην ζωήν».

Το 1835, αφού πέρασαν από την Κέρκυρα και την Ιρλανδία  την πήρε μαζί του στον επόμενο σταθμό της στρατιωτικής του καριέρας, την Νέα Νότιο Ουαλία. Έζησαν αγαπημένοι επί σαράντα χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Τζέημς, αφού απόκτησαν ένδεκα παιδιά.

Η Διαμαντίνα Ρώμα, αριστοκρατικής καταγωγής από τη Ζάκυνθο, ήταν η επόμενη Ελληνίδα που, το 1856 στην Κέρκυρα, παντρεύτηκε τον πρόεδρο της Ιονίου Ακαδημίας και γραμματέα της βρετανικής Αρμοστείας, ελληνιστή Σερ Τζωρτζ Μπάουεν και ως λαίδη Μπάουεν έφυγε μαζί του για την Αυστραλία το 1859, όπου εκείνος διετέλεσε κυβερνήτης του Κουίνσλαντ, της Νέας Ζηλανδίας και της Βικτώρια. Ήταν πολύ αγαπητή λόγω της φιλανθρωπικής δράσης της. Η υψηλή κοινωνική θέση της αλλά και το έργο της έγιναν αιτία να δοθεί το όνομά της σε διάφορα ιδρύματα και τοποθεσίες της Αυστραλίας. Πέθανε το 1893 στο Λονδίνο, πολύ νέα ακόμη, μόλις 59 ετών.

Αν οι προαναφερθείσες κυρίες είχαν μια καλή τύχη κι έζησαν μεγαλεία στη νέα πατρίδα τους δεν σημαίνει ότι ίσχυσε το ίδιο και μελλοντικά για τις Ελληνίδες που κατέληξαν στην Αυστραλία. Η Αυστραλιανή κυβέρνηση, με μεταπολεμικά επιχορηγούμενα προγράμματα, έφερε περίπου 30.000 γυναίκες, έναντι 20.000 ανδρών, όχι γιατί επιφύλαξε ευνοϊκή μεταχείριση στον γυναικείο πληθυσμό αλλά για να εξασφαλίσει χαμηλά αμειβόμενο εργατικό δυναμικό.

Τη δεκαετία του ‘50 προέκυψε η ευκαιρία του γάμου με τον Έλληνα -άγνωστο- γαμπρό, που στην Αυστραλία δεν έβρισκε εύκολα γυναίκα. Οι ντόπιες δεν καταδέχονταν να παντρευτούν μετανάστη αφού, λόγω του ότι οι γυναίκες ήταν λιγότερες από τους άντρες, είχαν και καλύτερες επιλογές.

Χιλιάδες κοπέλες έφυγαν τότε με τα πλοία, έχοντας στις αποσκευές τους τη φωτογραφία του -όχι πάντα νεαρού, ωραίου και πλούσιου- γαμπρού, την οποία κρατούσαν ψηλά κατά την αποβίβαση για να καταφέρουν να συναντηθούν μέσα στο πλήθος. Κάποιες, όμως, είχαν βρει ήδη το ταίρι τους κατά τη διάρκεια του ενός μήνα του ταξιδιού μέσα στο πλοίο και δεν κατέβηκαν ποτέ ή χάθηκαν ζευγαρωμένες μέσα στη λαοθάλασσα, αφήνοντας «μπουκάλα» τον μέλλοντα σύζυγο, που περίμενε μάταια με την ανθοδέσμη του καλωσορίσματος στα χέρια.

Έκτοτε, η «Αστραλία» έγινε ο πόθος αλλά και το προσωπικό ανέκδοτο της εθνικής μας γεροντοκόρης αδερφής. Αν ήξερε τα παρακάτω δεν θα έλεγε ποτέ: φεύγω για την Αστραλία!

Απόσπασμα από το βιβλίο της Παναγιώτας Νάζου Νύφες με προξενιό, Βιώματα και μαρτυρίες Ελληνίδων στην Αυστραλία (1950-1975) αναφέρει:

[…]

Το «ταξίδι»: «άνοιγμα προς τα έξω»  και ευκαιρία για ενδοσκόπηση. Το όποιο ταξίδι, αλλά ιδιαίτερα ένα μακρινό ταξίδι μετανάστευσης στο άλλο άκρο της γης, κάνει ιδιαίτερα αισθητή την ενδιάμεση διαδρομή, αυτό δηλαδή που μας χωρίζει από τον τόπο και χρόνο αναχώρησης  και μας ενώνει με τον τόπο και χρόνο άφιξης – το εκεί από το εδώ, το τότε από το τώρα.

Για τις περισσότερες «νύφες» με τις οποίες συνομιλήσαμε, η στιγμή του αποχωρισμού και ιδιαίτερα η στιγμή που επιβιβάστηκαν στα πλοία ήταν και η περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένη και ιδιαίτερα δραματική. Πολλές δάκρυσαν αναπλάθοντας εκείνη τη σκηνή και ομολόγησαν ότι ήταν ίσως η πρώτη φορά που συνειδητοποίησαν το μέγεθος της απόφασης που είχαν λάβει. Το πλοίο και το ταξίδι τους πάνω σ’ αυτό λειτούργησαν ως ο πιο κρίσιμος χώρος και χρόνος για περισυλλογή και επανεκτίμηση.

Μία από τις πιο δραματικές σκηνές αποχωρισμού μας δίνεται από την παρακάτω αφήγηση. Όπως γίνεται φανερό από το παρακάτω απόσπασμα, σε αυτές τις περιπτώσεις, ο χρόνος σταματάει, οι στιγμές παγώνουν, τα γεγονότα αποκρυσταλλώνονται στη μνήμη :

«Από εκεί έφυγα το Μάη [του ‘57], ανήμερα του Αγίου Κωνσταντίνου. Αλλά μέχρι σήμερα, έχουν περάσει 50 χρόνια και δεν έχω ξεχάσει τη μάνα μου πώς είχε πέσει κάτω και χτυπιότανε. «Μη φεύγεις παιδί μου, μη φεύγεις παιδί μου». Ήρθε ένας αστυνομικός και της λέει, «Άφησε την κοπέλα, χριστιανή μου, θα φύγει το καράβι». Ο μικρότερος αδερφός μου να της λέει, «Άστηνε μαμά, άστηνε μαμά», κι αυτή να χτυπιέται.  Εεε…. «Μη φεύγεις, μη φεύγεις, μη φεύγεις».»

Μία ακόμη «νύφη» που όπως μας είπε, μέχρι και τη στιγμή που βγήκε στο κατάστρωμα του πλοίου για να χαιρετήσει τους δικούς της, αυτή δεν είχε κλάψει, αλλά «ένιωθε ανάλαφρη» γιατί είχε αργήσει η πρόσκληση και ανησυχούσε, εκεί στο κατάστρωμα, και εκείνη τη στιγμή, επήλθε το μεγάλο ξύπνημα:

«….με φωνάζανε από κάτω, “Βασιλεία εδώ είμαστε”, και με χαιρετούσαν με τα μαντίλια. Εκεί έκλαψα πολύ. Εκεί ένιωσα όχι ότι είμαι πάνω σε καράβι αλλά ότι είμαι μόνη μου πάνω σε μια σανίδα, στη μέση του ωκεανού. Εκεί θυμήθηκα τη μάνα μου, τον πατέρα μου που τους άφησα, θυμήθηκα πως ξέκοψα, και άρχισα να σκέφτομαι τι μεγάλο βήμα ήταν αυτό που έκανα; Το σκέφτηκα καλά; Πώς φεύγω τόσο επιπόλαια να πάω σε μια ξένη χώρα, να ζήσω μ’ έναν ξένο άνθρωπο;»

Όσον αφορά το μέγεθος της απόφασης και τον τρόπο που ο έγκλειστος χώρος του καραβιού τους βοήθησε  να το συνειδητοποιήσουν, μας το δίνει η παρακάτω αφήγηση: «Μέσα στο καράβι ήταν πολύ δύσκολα. Έχασα 5-6 κιλά από τη στεναχώρια μου. Εκεί συνειδητοποίησα όλα τα προβλήματα. Σκεφτόμουν, “άραγε θα βρω αυτόν τον άνθρωπο που μου είπαν; Θα τα βρω εγώ με αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί να πάρω τέτοια απόφαση;” Στην αρχή, με τον αρραβώνα και τις φασαρίες, δεν τα σκέφτηκα όλα αυτά.»

Για μία από τις «νύφες» η οποία είχε υποκύψει στην πίεση των γονιών της και ιδιαίτερα της μητέρας της και είχε δεχτεί το προξενιό, ενώ αγαπούσε κάποιον άλλο, οι στιγμές του ταξιδιού ενέτειναν το δράμα της: «Εγώ αισθανόμουν χάλια. Πληγώθηκα πολύ και έλεγα, κι ακόμη το λέω, “να βούλιαζε το καράβι και να πνιγόμουν μόνο εγώ”. Πληγώθηκα πολύ …πολύ.»

Θα πάω στην Αστραλία, να βρω το τυχερό μου: το πρώτο άρθρο εδώ

Γεωργία Καρβουνάκη

Το άρθρο Θα πάω στην Αστραλία να βρω το τυχερό μου #2 εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Γιάννης Μόραλης: «Η αιωνιότητα δεν χαρίζεται» https://www.pancreta.gr/karvoynakimoralispancreta/ Sun, 19 Apr 2026 15:01:06 +0000 https://www.pancreta.gr/karvoynakimoralispancreta/ Γιάννης Μόραλης (23 Απρίλη 1916 – 20 Δεκέμβρη 2009) Ο μεγάλος ζωγράφος, που την κατάκτηση της αιωνιότητας την κέρδισε με το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά του, παραμένει στην επικαιρότητα με τη διαχρονικότητα του έργου του αλλά και με την εμπορικότητά του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο Greek Sale του οίκου Bohnams του Λονδίνου, το 2014,...

Το άρθρο Γιάννης Μόραλης: «Η αιωνιότητα δεν χαρίζεται» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Γιάννης Μόραλης (23 Απρίλη 1916 – 20 Δεκέμβρη 2009)

Ο μεγάλος ζωγράφος, που την κατάκτηση της αιωνιότητας την κέρδισε με το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά του, παραμένει στην επικαιρότητα με τη διαχρονικότητα του έργου του αλλά και με την εμπορικότητά του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο Greek Sale του οίκου Bohnams του Λονδίνου, το 2014, πουλήθηκαν όλα τα έργα του Γιάννη Μόραλη και σε τιμές σαφώς υψηλότερες από αυτές των τιμών εκτίμησης.

Ως καλλιτέχνης σημάδεψε την εξέλιξη της ζωγραφικής στην Ελλάδα τον 20ό αιώνα ενώ υπήρξε και μεγάλος Δάσκαλος που έβγαλε από το εργαστήριό του μια πολύ αξιόλογη γενιά νεότερων καλλιτεχνών, που συνεχίζουν να δημιουργούν με τη δική τους πινελιά.

Μια ολοκληρωμένη εικόνα για το ποιος ήταν ο Γιάννης Μόραλης και το έργο του επιχειρούμε να δώσουμε παρακάτω.

Βιογραφικό

Ο Γιάννης Μόραλης γεννήθηκε στην Άρτα στις 23 Απριλίου το 1916. Ακολούθησε τις μεταθέσεις του γυμνασιάρχη πατέρα του, πρώτα στην Πρέβεζα το 1922, όπου γνώρισε τη θάλασσα και τα χρώματά της. Στο σπίτι της γιαγιάς του, η οποία ζωγράφιζε, μύρισε για πρώτη φορά τη λαδομπογιά και ήρθε σε επαφή με το εργαστήριο ζωγραφικής. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε το 1927 και του δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσει, στα 15 του, μαθήματα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Από το εργαστήριο του Κωνσταντίνου Παρθένη, όπου έμεινε για λίγο γιατί δεν του άρεσε ο τρόπος διδασκαλίας, πέρασε στο εργαστήριο του Ουμβέρτου Αργυρού. Μέχρι την αποφοίτησή του, το 1936, παρακολουθεί συγχρόνως μαθήματα χαρακτικής και εξασφαλίζει υποτροφία για σπουδές ψηφοθετικής στο εξωτερικό. Το 1937 αναχωρεί πρώτα για τη Ρώμη και από εκεί για το Παρίσι, όπου εγγράφεται στην Σχολή Καλών Τεχνών. Παρακαλουθεί μαθήματα ζωγραφικής και τοιχογραφίας και διδάσκεται ψηφοθετική, σύμφωνα με τους όρους της υποτροφίας του.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον αναγκάζει να εγκαταλείψει το Παρίσι. Το 1940 υπηρέτησε τη θητεία του και τα επόμενα χρόνια έκανε δυο γάμους, ένα παιδί και συμμετείχε σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις όπου άφησε αρκετά καλές εντυπώσεις.

Ο Γιάννης Μόραλης με τον γιο του, στο σπίτι του στο Κολωνάκι. Πίσω του διακρίνεται ο περίφημος πίνακας με την έγκυο γυναίκα του.

Το 1949 μαζί με άλλους πρωτοπόρους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30, ζωγράφους και γλύπτες, ιδρύουν την καλλιτενική ομάδα «Aρμός» και συμμετέχει στην έκθεση της ομάδας στο Ζάππειο και στη Θεσσαλονίκη. Συνεργάστηκε με το Ελληνικό Χορόδραμα τής Ραλλούς Μάνου και το Θέατρο Τέχνης τού Καρόλου Κουν όπου φιλοτέχνησε σκηνικά και κοστούμια των παραστάσεών τους. Εκλέγεται τακτικός καθηγητής στην Α.Σ.Κ.Τ. όπου δίδαξε επί 36 χρόνια, έως το 1983. Η συμμετοχή του στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1958 εντυπωσιάζει και αποτελεί σταθμό στην καλλιτεχνική του πορεία αφού τον κάνει γνωστό στην Ευρώπη και ακολουθεί η πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα το 1959.

Παράλληλα αναλαμβάνει να φιλοτεχνήσει συνθέσεις που εντάσσονται στην αρχιτεκτονική κτιρίων, ιδιωτικών και δημόσιων, ανά την Ελλάδα. Συνεχίζει τη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης, τις ατομικές εκθέσεις, φιλοτεχνεί εξώφυλλα δίσκων τού Μάνου Χατζιδάκι, ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, με τον οποίο ήταν φίλοι, και του Γιώργου Σεφέρη, ενώ οι συμμετοχές του σε εκθέσεις του εξωτερικού αποσπούν σημαντικά βραβεία. Η Ελλάδα τον τιμά με την απονομή σημαντικών τιμητικών διακρίσεων. Η Εθνική Πινακοθήκη το 1988 παρουσίασε το σύνολο του έργου του σε ζωγραφική, χαρακτική, γλυπτική, μακέτες για αρχιτεκτονικές διακοσμήσεις, σκηνικά και κοστούμια. Για πολλά χρόνια ζούσε μόνος του και δημιουργούσε ανάμεσα στην Αίγινα, το καλοκαίρι, όπου είχε σπίτι και την Αθήνα, τον χειμώνα. Πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου τού 2009, στα 93 του, ακμαίος ακόμη και δημιουργικός.

Καλλιτεχνική πορεία – Δραστηριότητα

«Η δουλειά μου είναι κάτι σαν ημερολόγιο που είναι βγαλμένο από τις συγκινήσεις, τις εντυπώσεις, τις αναμνήσεις και τις αναζητήσεις μιας ολόκληρης ζωής”», λέει ο ίδιος ο Γιάννης Μόραλης. Έτσι επιγραμματικά συμπυκνώνει το είδος των επιρροών που δέχτηκε ο καλλιτέχνης από την αρχή έως το τέλος της πορείας του. Την εποχή που φοίτησε στην ΑΣΚΤ την Ευρώπη συντάρασσαν νέα καλλιτεχνικά ρεύματα που ξέφευγαν από τα πρότυπα του Ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου. Απόηχοι αυτών των ανησυχιών έφταναν στην Ελλάδα μέσω  καλλιτεχνών που σπούδασαν στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα η επιρροή των ακαδημαϊκών στα εικαστικά δρώμενα είναι ακόμη εμφανής κατά τη δεκαετία του ’30. Κυριαρχεί η επιστροφή στις κλασικές ελληνικές αισθητικές αξίες με στροφή στη λαϊκή, βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη. Γίνεται προσπάθεια, ωστόσο, σύζευξης της μοντέρνας τέχνης με την ελληνικότητα. Οι αριστεροί καλλιτέχνες μέσα από το περιοδικό τους Πρωτοπόροι, φέρονται υπέρ της στρατευμένης, ρεαλιστικής τέχνης, που απευθύνεται στη μάζα.  Έτσι, η δεκαετία του ‘30 βρίσκει τον Μόραλη σαφώς επηρεασμένο από τη βυζαντινή τέχνη του Κόντογλου, πράγμα που βλέπουμε και στις αυτοπροσωπογραφίες του, του 1934.

Αυτοπροσωπογραφία του Γιάννη Μόραλη, 1938. Λάδι σε καμβά, διαστάσεις 65χ35 εκ., Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα. Η αυστηρότητα της μορφής, τα σκούρα χρώματα, το λιτό ύφος, μας παραπέμπουν στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, με σαφείς επιρροές από τον Κόντογλου, και στα πορτραίτα του Φαγιούμ.

Ζωγραφίζει τοπία, νεκρές φύσεις, προσωπογραφίες, κάποια έργα με σοσιαλιστική θεματολογία και άλλα με ελάχιστες εξπρεσιονιστικές ή κυβιστικές αναφορές. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί είναι τα χρώματα της γης και τα μαύρα, τα τοπία του έχουν ελεύθερο σχεδιασμό και απλοποιήσεις και είναι σαφής η επιρροή των συντηρητικών δασκάλων του στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Τοπίο της Αθήνας, 1936. Το τοπίο ζωγράφισε ο Γιάννης Μόραλης βλέποντας την Αθήνα από τα Τουρκοβούνια και απέναντι φαίνεται η Σχολή Ευελπίδων όπου στεγάζονται σήμερα τα Δικαστήρια. Βλέπουμε τις απλοποιημένες φόρμες και την κυβιστική επιρροή. Το έργο βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα.

Στο Παρίσι είδε την Γκουέρνικα του Πικάσο και εντυπωσιάστηκε από τον μοντερνισμό της αλλά και από την κραυγή που έβγαζε το έργο-καταγγελία. Όμως, δεν τον επηρέασε τόσο αυτό το έργο όσο έργα τα οποία ανέκοπταν την ταχύτητα του ξέφρενου μοντερνισμού που διέπνεε τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα. Σε μια άλλη έκθεση ανακαλύπτει τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. «Στους δασκάλους μου πρόσθεσα τον Γκρέκο, τον Πικάσο, τον Μπράκ, τον Ματίς», ομολογεί ο Μόραλης. Συγχρόνως, η κλασική παιδεία την οποία είχε λάβει από παιδί και η αγάπη του για τα ελληνιστικά νεκρικά πορτραίτα του Φαγιούμ, την πομπηιανή ζωγραφική και τα ψηφιδωτά τού Αγ. Δημητρίου της Θεσσαλονίκης και των εκκλησιών τής Ραβέννας επιδρούν στην ψυχή και την τέχνη του.

Η «επιστροφή στην τάξη» είναι εκείνη που θα  κυριαρχήσει στην τέχνη τού Μόραλη και των άλλων Ελλήνων καλλιτεχνών της εποχής ως ένας συνδυασμός φυγής από τον συντηρητισμό τού κλασικισμού και στροφής προς τη νεωτερικότητα. Γενικά το έργο του ήταν ανθρωποκεντρικό, γιατί ήξερε να απεικονίσει το ανθρώπινο σώμα σε όλες τους τις δραστηριότητες με ακριβή περιγράμματα. Από το 1940, που επέστρεψε στην Ελλάδα από το Παρίσι, έως το 1972 κυριαρχούν οι γυναικείες μορφές στα έργα του.  Γυμνές ή ντυμένες, όμορφες γυναίκες που κοιτάζουν κατάματα όποιον τις βλέπει, με μια απροσδιόριστη μελαγχολία στο βλέμμα.

Μορφή, 1951, αυγοτέμπερα σε ξύλο, 49 x 38 εκ., δωρεά του καλλιτέχνη στην Εθνική Πινακοθήκη

Η συμμετοχή του το 1949 στην έκθεση τού Ζαππείου με την Ομάδα Αρμός δημιούργησε σάλο με τα γυμνά του, τα οποία θεωρήθηκαν προκλητικά για τα ήθη τής εποχής και η δημοσίευση εικόνων των έργων σε εφημερίδα προκάλεσε την παρέμβαση εισαγγελέα για προσβολή δημοσίας αιδούς. Από την ίδια έκθεση είχε απομακρυνθεί βίαια έργο του Γιάννη Τσαρούχη που παρίστανε άντρα γυμνό στο κρεβάτι και δίπλα του ένα ναύτη. Λόγω και του φορτισμένου ιδεολογικά μετεμφυλιακού κλίματος δοκιμάστηκε η συνοχή της Ομάδας. Το γενικότερο κλίμα της κρίσης δεν ήταν χωρίς συνέπειες και για το έργο του Μόραλη, ο οποίος δεν έμεινε αμέτοχος αλλά προσπάθησε να εκτονώσει την κατάσταση.

Η εκλογή του, το 1947, ως τακτικού καθηγητή της προπαρασκευαστικής τάξης της ΑΣΚΤ και το 1957 ως τακτικού καθηγητή ζωγραφικής, υπήρξε σταθμός για τις καλλιτεχνικές σπουδές στην Ελλάδα. Παρά τις ακαδημαϊκές επιρροές που είχε δεχθεί ο ίδιος, δίδαξε με συνέπεια και ήθος τη ζωγραφική τέχνη σε πολλές γενιές καλλιτεχνών. Ήρθε σε ρήξη με τον αυστηρό ακαδημαϊσμό των προκατόχων του και έδωσε έμφαση στην παρατήρηση και την καθαρότητα των στοιχείων, την οργάνωση και τη δομή της σύνθεσης. Συγχρόνως προσπάθησε να περάσει και το πνευματικό περιεχόμενο της τέχνης στους μαθητές του, ανοίγοντάς τους έτσι νέους δρόμους έκφρασης. Στο εργαστήρι του στη Σχολή είχε, όπως λέει ο ίδιος, μια βιτρίνα με έργα από διάφορες εποχές: ένα πρωτοχριστιανικό, έναν Βερμέερ, έναν Μοντριάν, έναν Μπονάρ, έναν Σεζάν, τα οποία τα χρησιμοποιούσε για να στηρίζει τις παρατηρήσεις του. Παρά το ότι, όμως, αγαπούσε ιδιαίτερα τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, παραδόξως δεν είχε έργο του. Ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις με τους μαθητές του, οι οποίοι θεωρούσαν το εργαστήρι του ως το πιο ζεστό και φιλικό τής Σχολής και ποτέ δεν έλειψε από τις ατομικές εκθέσεις τους.

Κάθε νέο έργο του έχει και πιο απλουστευμένη φόρμα, τα χαρακτηριστικά της μορφής υποχωρούν, κυριαρχεί το περίγραμμα με καμπύλες και ευθείες γραμμές, ενώ γεμίζει το εσωτερικό με ώχρες, μπλε της νύχτας, κόκκινο βαθύ, κεραμιδί, υπόλευκο, μαύρο.

Ερωτικό, 1982, Ακρυλικό σε μουσαμά, 200 x 230,4 εκ., Εθνική Πινακοθήκη

Με την πάροδο των χρόνων δημιουργεί ένα εντελώς προσωπικό ύφος, θέλοντας να δώσει μόνο αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται μέσα από την αφαίρεση τής υλικής υπόστασης των μορφών του. Δεν τον αφορούσε, όπως έλεγε, το εμπορικό κομμάτι τής δουλειάς του. Έπαψε να ζωγραφίζει πορτρέτα γιατί δεν άρεσαν όπως τα ζωγράφιζε ο ίδιος και δεν ήθελε να ζωγραφίζει επί παραγγελία. Γενικά δεν του άρεσε να πωλεί τη δουλειά του, το έκανε νεώτερος από ανάγκη μόνο. Στη σειρά έργων του με γενικό τίτλο Επιτύμβια της δεκαετίας του ‘60, γίνονται εμφανείς οι επιρροές από το γεωμετρικό νεκροταφείο του Κεραμεικού στην Αθήνα, με μορφές σχηματοποιημένες, επίπεδες, με τον Ύπνο, τον Έρωτα και τον Θάνατο να συμπλέκονται σε μια αδιάσπαστη ενότητα.

Επιτύμβιο, 1958, αυγό και λάδι σε χάρντμπορντ, διαστάσεις 107 x 78 εκ., Εθνική Πινακοθήκη – Mουσείο Aλεξάνδρου Σούτζου

Ακολουθούν τα Επιθαλάμια, με θέμα την ερωτική συνάντηση άντρα και γυναίκας, έργα με αυστηρή δομή, με έντονη αφαίρεση και σχηματοποίηση, χωρίς αφηγηματικά στοιχεία και με ακόμη πιο περιορισμένη χρωματική γκάμα.

Επιθαλάμιο, 1966, λάδι σε καμβά, διαστάσεις 79χ73 εκ., ανήκε σε ιδιωτική συλλογή και πωλήθηκε στο Λονδίνο το 2014, στο Greek Sale του οίκου Bohnams, στο ποσό των  153.125 ευρώ

Κατά τις αρχές τής δεκαετίας τού ‘70 είναι πλέον φανερές οι επιδράσεις του νεοπλαστικισμού, του κονστρουκτιβισμού και του Μπάουχάους. Aναπλάθει την ανθρώπινη μορφή αποδίδοντάς την με κυκλικές, καμπυλόγραμμες και ορθογώνιες γραμμές και απλές αναλογίες. Κυριαρχεί η γεωμετρική τάξη στα σχήματα και οι μορφές γίνονται σαφέστερες μέσα στο χώρο που αρμονικά κινούνται.

Παράλληλα, από την αρχή της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας, δημιουργεί έργα χαρακτικής, στην οποία έχει μεγάλη άνεση, έργα με πυκνή γράμμωση, σκληρά περιγράμματα και  έντονες φωτοσκιάσεις. Δέχεται επιρροές από λαϊκά μοτίβα, γεωμετρικά, κυβιστικά και εξπρεσιονιστικά. Χαραγμένα πάνω σε ξύλο, συχνά γεμισμένα με μαύρο χρώμα. Τα γλυπτά του σε σίδηρο, χαλκό και ορείχαλκο φιγούρες που παραπέμπουν ευθέως  στα ζωγραφικά του έργα.

Μια σειρά αρχιτεκτονικών συνθέσεων του Γιάννη Μόραλη αποτελεί σταθμό στην καριέρα του. Από τις αρχές τής δεκαετίας του ‘50 αναλαμβάνει να εντάξει έργα του στην αρχιτεκτονική, εσωτερικά και εξωτερικά, δημόσιων και ιδιωτικών χώρων σε όλη την Ελλάδα. Διακοσμεί ξενοδοχεία, εστιατόρια, ξενοδοχεία και περίπτερα τού ΕΟΤ,  τράπεζες, τον σταθμό «Πανεπιστήμιο» του Μετρό. Έργα του με νεκρές φύσεις, γυναίκες σε δάσος, θαλάσσια μοτίβα, βγαλμένα μέσα από τούς πίνακές του, αλλά και αφηρημένα γεωμετρικά σχήματα σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα πάνω σε υλικά όπως το μάρμαρο, ο ορείχαλκος, τα κεραμικά, εντάχθηκαν αρμονικά στα αρχιτεκτονικά στοιχεία των κτιρίων. Τα σχέδια που έκανε τότε σώζονται μαζί με πλήθος άλλων έτοιμων σχεδίων που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Συνολικά έκανε αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις σε πάνω από 30 κτίρια στα 40 περίπου χρόνια που ασχολήθηκε. Χωρίς να γνωρίζει κανόνες αρχιτεκτονικής, γεωμετρίας  και μαθηματικών καταφέρνει, «με την αίσθηση», όπως έλεγε, να συνδέσει οργανικά τις συνθέσεις του στο ύφος της αρχιτεκτονικής τού κτιρίου.

Η συνεργασία του με το Ελληνικό Χορόδραμα τής Ραλλούς Μάνου, το Θέατρο Τέχνης τού Κάρολου Κουν και με το Εθνικό Θέατρο άφησε μια σειρά από σκηνικά και κοστούμια παραστάσεων αρχαίου αλλά και σύγχρονου ρεπερτορίου. Στα έργα αυτά, που προσπαθούσε πάντοτε να είναι πρωτότυπα και να ταιριάζουν στις λεπτομέρειες με την ατμόσφαιρα τού κάθε έργου, ζωντανεύει τα βιώματά και τις παιδικές του αναμνήσεις από τις γειτονιές της Αθήνας. Λιτά σκηνικά στα οποία κυριαρχούν χαμηλά νεοκλασικά σπίτια, με γεωμετρικά σχήματα και γήινα χρώματα. Καταφέρνει να συνδυάσει τα παραδοσιακά στοιχεία με την εικαστική διάσταση και τη σκηνική αρτιότητα.

Μακέτα σκηνικού για την παράσταση του έργου του Αριστοφάνη Πλούτος, που δόθηκε το 1957 στο Πεδίον του Άρεως από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

Σχέδια των κοστουμιών για την ίδια παράσταση τού Πλούτου το 1957

Σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Ίκαρος αλλά και άλλους σχεδίασε εξώφυλλα και προμετωπίδες βιβλίων των Κ. Ταχτσή, Σοφοκλή, Ν. Καββαδία και άλλων. Ξεχωρίζει η εικονογράφηση ποιητικών συλλογών του Οδ. Ελύτη, εμπνευσμένη από τα κυκλαδίτικα ειδώλια που συμβολίζουν την ιστορική συνέχεια τού ελληνικού κόσμου. Για τα Ποιήματα του Γ. Σεφέρη, επίσης, φιλοτέχνησε δέκα συνθέσεις σε λαδοπαστέλ, που ο ίδιος ο ποιητής ονόμαζε «ζωγραφικά σχόλια», ένα είδος γόνιμου διαλόγου με την ποίησή του. Χρησιμοποίησε τις αρχαίες και τις λαϊκές φόρμες και τις έδεσε αρμονικά με τον ποιητικό λόγο.

Ένα από τα 10  έγχρωμα σχέδια για τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, 1965. Κραγιόνια , διαστάσεις 24,5 x 35 εκ., Εθνική Πινακοθήκη

Στον τομέα των εικονογραφήσεων περιλαμβάνονται, επίσης, αφίσες του ΕΟΤ, του Ελληνικού Χοροδράματος, εξώφυλλα προγραμμάτων θεατρικών παραστάσεων και εξώφυλλα δίσκων. Σημαντική η δουλειά του στον Επιτάφιο του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και σε μερικούς από τους πιο σημαντικούς δίσκους τού Μάνου Χατζιδάκι.

το εξώφυλλο τού δίσκου τού Μάνου Χατζιδάκι «Οι μπαλάντες τής οδού Αθηνάς»

Το 1957 σχεδίασε το ημερολόγιο της εταιρίας τσιμέντων Ηρακλής, εμπνευσμένος από τους άθλους του μυθικού ήρωα Ηρακλή, ενώ σχεδίασε ακόμη και ταπισερί με πιο χαρακτηριστική εκείνη για την κατοικία του Γ. Σεφέρη.

Βιβλιογραφία

Άννυ Μάλαμα, “Ο Γιάννης Μόραλης της Εθνικής Πινακοθήκης”, στο, Άννυ Μάλαμα (επιμ,) Τιμή στον Γιάννη Μόραλη, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 2011, σελ. 26-43

Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, “Γιάννης Μόραλης, ένας κλασικός του 20ού αιώνα”, στο, Άννυ Μάλαμα (επιμ,) Τιμή στον Γιάννη Μόραλη, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 2011, σελ. 10-13

Γιάννης Μπόλης, Γιάννης Μόραλης, Κ. Αδάμ Εκδοτική, Αθήνα 2005

Άννα Τζάννες – Ξηρουχάκη, “Γιάννης Μόραλης”, στο, Έλληνες Ζωγράφοι, 3 τόμοι, Εκδόσεις  Μέλισσα, Αθήνα, τόμος Β’

Το άρθρο Γιάννης Μόραλης: «Η αιωνιότητα δεν χαρίζεται» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
«…την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού…» https://www.pancreta.gr/dionisiossolomos/ Tue, 07 Apr 2026 20:46:44 +0000 https://www.pancreta.gr/dionisiossolomos/ Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 1798 − 9 Φεβρουαρίου 1857) «Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε...

Το άρθρο «…την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού…» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 1798 − 9 Φεβρουαρίου 1857)

«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε.»

 Γεώργιος Σεφέρης

«Γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής» ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, που γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 και ήταν μόλις 25 χρόνων όταν το 1823 έγραψε τον Ύμνον εις την ελευθερίαν, τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας.

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι το ότι ο εθνικός μας ποιητής -εθνικός όχι μόνον επειδή έγραψε τον εθνικό ύμνο αλλά και λόγω της επιρροής του γενικά στον ελληνικό ποιητικό λόγο-  δεν είχε ως πρώτη γλώσσα την ελληνική αλλά την ιταλική. Έζησε ολόκληρη τη ζωή του έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους και, ανάλογα με την πολιτική κατάσταση των Επτανήσων υπήρξε άλλοτε Γάλλος και άλλοτε Άγγλος πολίτης. Ως γνωστόν τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα το 1864, με τη Συνθήκη του Λονδίνου, επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Σολωμού. Η ασταθής πολιτική κατάσταση δημιούργησε προβλήματα αλλά δημιούργησε ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό. Τα Επτάνησα από τη θέση τους υπήρξαν ανέκαθεν πύλη εισόδου νέων ιδεών και πολιτιστικών ρευμάτων.

Μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ μυαλό μου,

πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα.

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του, ο ευγενής κόντε Νικόλαος, κρητικής καταγωγής, ήταν 61 ετών και η μητέρα του Αγγελική Νίκλη ήταν μια νεαρή λαϊκή κοπέλα, παιδί σχεδόν, η 15χρονη υπηρέτριά του.

Ύστερα από τρία χρόνια γεννήθηκε και ο αδελφός του Δημήτριος. Πολλοί Επτανήσιοι ευγενείς διατηρούσαν τα ενετικά ήθη της απόκτησης παιδιών εκτός γάμου. Ο κόντε Νικόλαος Σολωμός, λίγο πριν πεθάνει, παντρεύτηκε τη μητέρα τους και τους όρισε ως κληρονόμους στη διαθήκη του. Μαζί με τον τίτλο ευγενείας περιήλθε στους δυο αδελφούς και μια πολύ μεγάλη περιουσία. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επέτρεπε να μορφωθούν καλά τα δυο αγόρια, αρχικά με οικοδιδάσκαλο, τον καθολικό αβά  Σάντο Ρόσσι. Ήταν ο ίδιος που συνόδευσε τον 10χρονο μαθητή του Διονύσιο στη Βενετία και στην Κρεμόνα για τις βασικές σπουδές του, τις οποίες συνέχισε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβία.

Στην Ιταλία συναναστράφηκε σημαντικούς ποιητές του νεοκλασικισμού και του ανερχόμενου τότε ρεύματος του ρομαντισμού. Η ιταλική ήταν η γλώσσα στην οποία έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Ήταν κυρίως σονέτα, ένα δύσκολο ποιητικό είδος, με τη θρησκευτική θεματολογία να επικρατεί, όπως και γενικά στην ιταλική ποίηση της εποχής. Παρακολουθούσε τις λεγόμενες «ακαδημίες» ποίησης, δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού, με δοσμένο θέμα και ζητούμενο την ταχύτητα με την οποία ο ποιητής θα αξιοποιήσει τις λέξεις προκειμένου να κάνει ρίμα.

Επηρεασμένος από τις συναναστροφές του και την επαφή του με μια ανθούσα ιταλική λογοτεχνία ήταν τόσο καλός που από την αρχή θεωρήθηκε ένας πολλά υποσχόμενος Ιταλός ποιητής. Παράλληλα έζησε τον απελευθερωτικό αγώνα των Ιταλών απέναντι στους Αυστριακούς κατακτητές τους, πράγμα που επηρέασε την πορεία του ως ποιητή.

Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο και μέχρι το 1822 συνέθετε στην ιταλική γλώσσα θρησκευτικά ποιήματα αλλά και σατιρικά, που είχαν, συνήθως, ως στόχο τον Ζακυνθινό γιατρό Διονύσιο Ροΐδη. Ανάμεσα σε αυτά και 20 περίπου ελληνικά λυρικά ποιήματα (π.χ. η γνωστή Ξανθούλα) που κρίνονται ως αφελή, με κύρια θεματολογία την άδολη αγάπη, τις εξιδανικευμένες γυναίκες και τον θάνατο φανταστικών ή πραγματικών ηρώων.

Συνέχισε να γράφει στα ιταλικά αλλά ξεκίνησε να μελετά με σοβαρότητα την ελληνική ως δεύτερη γλώσσα. Την καλλιέργησε σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε να γίνει το εργαλείο για τη σύνθεση της ποιοτικότερης ποιητικής παραγωγής του. Μελέτησε το δημοτικό τραγούδι, τις ερωτικές μυθιστορίες, έργα της κρητικής αναγέννησης αλλά και τους ποιητές που προηγήθηκαν, τους προσολωμικούς, όπως τους ονόμασε η σύγχρονη φιλολογία.

Το 1823 έγραψε τις 158 τετράστιχες στροφές του «Ύμνου», σε γλώσσα ελληνική μικτή, με βάση τη δημοτική, εμπλουτισμένη με λόγια στοιχεία και ιταλισμούς και στο ύφος του επικού και λυρικού είδους. Πρόκειται για το σημαντικότερο ποίημα της νεανικής περιόδου του Σολωμού και γνώρισε γρήγορα μεγάλη απήχηση, δημοσιεύτηκε και μεταφράστηκε επανειλημμένως.

Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλα, πατριωτικού κυρίως περιεχομένου, ποιήματα: η λυρική ωδή «Εις τον θάνατον του Λορδ Μπάυρον», το εξαιρετικό επίγραμμα «Η καταστροφή των Ψαρών» και το «Η φαρμακωμένη».

Τα χρόνια αυτά σημαδεύουν, όμως, οι διενέξεις οικονομικής φύσης ανάμεσα στον Διονύσιο και στα άλλα τρία αδέρφια του, τον Ροβέρτο από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, τον Δημήτριο και, κυρίως, τον Ιωάννη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του, που γεννήθηκε πολύ λίγο μετά τον θάνατο του Νικολάου Σολωμού και διεκδικούσε το όνομα, μέρος της περιουσίας και τον τίτλο ευγενείας. Ο Διονύσιος δικαιώθηκε αλλά βγήκε από την ιστορία αυτή στα σαράντα ένα του, ταλαιπωρημένος ψυχικά και ηθικά και έχοντας χάσει την επαφή με τη μητέρα του, η οποία πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με τον κοινωνικό του κύκλο.

Η ασταθής οικογενειακή και κοινωνική του κατάσταση τον ανάγκασε να μετοικίσει στην Κέρκυρα το 1828, όπου έγινε το επίκεντρο ενός πολύ σημαντικού κύκλου πνευματικών και προοδευτικών ανθρώπων, με μόρφωση και ανοιχτούς ορίζοντες, φιλελεύθερες ιδέες και αισθητική, που φιλοδοξούσαν να συμβάλλουν στην αναγέννηση της νεοελληνικής γραμματείας. Η Επτανησιακή Σχολή γεννήθηκε εκεί, από αυτόν τον κύκλο, πολύ πριν αναγεννηθεί η ποίηση στην Αθήνα, την πρωτεύουσα της Ελλάδας.

Η κερκυραϊκή περίοδος του Σολωμού είναι η αρχή της μεταστροφής της ποιητικής του. Έρχεται σε επαφή με μια ποικιλία αναγνωσμάτων κυρίως από τη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, που σε συνδυασμό με τη νεοκλασικιστική και νεοπλατωνική περίοδο της Ιταλίας ενέτειναν τους προβληματισμούς του. Το αποτέλεσμα είναι να στραφεί προς μια ποίηση περισσότερο φιλοσοφική, εμπνευσμένη από ιστορικά γεγονότα, όπου εξαίρει την ταπεινότητα και το ηθικό μεγαλείο και την ιδέα της ελευθερίας. Οι ήρωές του (Κρητικός, Ελεύθεροι πολιορκημένοι) περνούν μια σειρά από δοκιμασίες τις οποίες υπερβαίνουν και επικρατεί το ηθικό μεγαλείο και η εσωτερική ελευθερία τους. Εμφανείς είναι οι επιρροές από την ελληνική παράδοση και το δημοτικό τραγούδι.

Συνοπτικά το έργο του Σολωμού διακρίνεται σε δυο θεματικά ζεύγη: ελευθερία – φύση και θρησκεία – θάνατος. Ο έρωτας σε όλο το έργο του ήταν αγνός πλην του Λάμπρου που υπήρξε σαρκικός.

Το βασικό θεματικό τρίπτυχο πατρίδα, χριστιανική θρησκεία και εξιδανικευμένη γυναικεία μορφή της Επτανησιακής Σχολής ισχύει και για τη νεανική ποιητική παραγωγή του Σολωμού της ζακυνθινής περιόδου. Στα ώριμα συνθέματά του επεξεργάζεται τα ίδια θέματα γίνονται αντικείμενο και τα εμπλουτίζει μέσα από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του: ο έρωτας, ο θάνατος, η ελευθερία, η πίστη στον θεό, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση.

Το δημοσιευμένο έργο του Σολωμού ήταν πολύ μικρό. Ο κύριος όγκος του έργου του βρέθηκε σε χειρόγραφα μετά τον θάνατό του και όταν το 1859 το επιμελήθηκε και το δημοσίευσε ο φίλος και μαθητής του Ιάκωβος Πολυλάς με τον τίτλο Τα ευρισκόμενα δημιούργησε απογοήτευση στο κοινό του Σολωμού, που περίμενε ένα μεγαλειώδες έργο και αντί αυτού έβλεπε αποσπασματικά, ημιτελή ποιήματα. Κάποιοι μελετητές αποδίδουν στην τελειομανία του το ότι άφησε ημιτελή τα έργα του, με σκοπό την την ολοκλήρωσή τους στην ιδανική για τον ποιητή μορφή ενώ άλλοι αποφαίνονται ότι δεν τον απασχολούσε το θέμα της ολοκλήρωσης, είτε λόγω της πνευματικής ή συναισθηματικής αστάθειας που προκαλούσε ο αλκοολισμός του είτε ευθύνεται η έλλειψη έμπνευσης. Έκτοτε το έργο του Σολωμού παραμένει ανοικτό σε μελέτη και συζήτηση και γνώρισε πολλές διαφορετικές εκδόσεις.

Οι κύριοι σταθμοί της εκδοτικής τύχης του σολωμικού έργου υπήρξαν:

  • Πολυλάς

Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα, 1859 (έκδ. Πολυλά), Κέρκυρα: Αντ. Τερζάκης, 1859.

  • Καιροφύλας

Σολωμού Ανέκδοτα Eργα, Αθήνα: Στοχαστής, 1927.

  • Πολίτης

Διονυσίου Σολωμού Άπαντα, (επιμ.-σημ. Λίνος Πολίτης), Αθήνα: Ίκαρος,

α) τόμ. Α’: Ποιήματα (1948),

β) τόμ. Β’: Πεζά και Ιταλικά (1955),

γ) τόμ. Β’: Παράρτημα. Ιταλικά – Ποιήματα και Πεζά (1960),

δ) τόμ. Γ’: Αλληλογραφία, (επιμ.-μτφρ.-σημ. Λίνος Πολίτης), Αθήνα: Ίκαρος, 1991.

  • Τωμαδάκης

Διονύσιος Σολωμός, «Βασική Βιβλιοθήκη», (επιμ.-εισαγ. Ν. Β. Τωμαδάκης), Αθήνα: Αετός, 1954.

  • Αυτόγραφα

Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα Έργα, (επιμ. Λίνος Πολίτης), τόμ. Α’: Φωτοτυπίες, τόμ. Β’: Τυπογραφική Μεταγραφή, Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, 1964.

  • Τσαντσάνογλου

α) Τσαντσάνογλου Ελ., Μια Λανθάνουσα Ποιητική Σύνθεση του Διονυσίου Σολωμού. Το Αυτόγραφο Τετράδιο Ζακύνθου αρ. 11, Αθήνα: Ερμής, 1982.

β) Τσαντσάνογλου Ελ., Διονυσίου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, 1991.

γ) «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», Αυτόγραφα Έργα, Ενότητα 5, (επιμ. Λ. Πολίτης – Ελ. Τσαντσάνογλου), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1998.

  • Αλεξίου

Διονυσίου Σολωμού Ποιήματα και Πεζά, (επιμ.-εισαγ. Στυλιανός Αλεξίου), Αθήνα: Στιγμή, 1994.

Τα κυριότερα έργα του είναι, εκτός από τον Ύμνο, Ο Λάμπρος, Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η γυναίκα της Ζάκυνθος (πεζό), και πολλά άλλα ολοκληρωμένα ή ημιτελή, διαφόρων φάσεων της δημιουργικής του πορείας.

Το πρόβλημά του με το αλκοόλ ήταν η πιθανή αιτία του θανάτου του από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις, στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, σε ηλικία 58 ετών. Παρά το ότι υπήρξε ιδιότροπος και μοναχικός άνθρωπος και δεν απέκτησε δική του οικογένεια, ήταν πολύ αγαπητός σαν ποιητής και ο θάνατός του προκάλεσε θλίψη σε όλο τον λαό. Στην Κέρκυρα έκλεισε το θέατρο και η Ιόνια Βουλή διέκοψε τις εργασίες της ύστερα από την απόφαση να κηρυχθεί δημόσιο πένθος.

Πηγές – βιβλιογραφία:


Τον όρο Επτανησιακή Σχολή χρησιμοποίησε πρώτος ο Κωστής Παλαμάς, για να περιγράψει το σύνολο των αξιόλογων ποιητών που έδρασαν στα Επτάνησα κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως γύρω από τον Σολωμό.

Γεωργία Καρβουνάκη

Το άρθρο «…την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού…» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Οι νεκροί γίνονται οι πιο βολικοί ήρωες – Μάρτιν Λούθερ Κινγκ https://www.pancreta.gr/martinloutherking/ Thu, 02 Apr 2026 23:39:32 +0000 https://www.pancreta.gr/martinloutherking/ Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Ουάσιγκτον, 1963: «Έχω ένα όνειρο, ότι μία μέρα τα 4 μικρά παιδιά μου θα ζήσουν σε μια χώρα όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους, αλλά από τον χαρακτήρα τους». Στις 15 Ιανουαρίου 1929, γεννήθηκε στην Ατλάντα της Γεωργίας ένα μαύρο αγοράκι που έμελλε να γίνει σύμβολο των αγώνων...

Το άρθρο Οι νεκροί γίνονται οι πιο βολικοί ήρωες – Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Ουάσιγκτον, 1963: «Έχω ένα όνειρο, ότι μία μέρα τα 4 μικρά παιδιά μου θα ζήσουν σε μια χώρα όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους, αλλά από τον χαρακτήρα τους».

Στις 15 Ιανουαρίου 1929, γεννήθηκε στην Ατλάντα της Γεωργίας ένα μαύρο αγοράκι που έμελλε να γίνει σύμβολο των αγώνων των μαύρων στις Η.Π.Α.

Ο πληθυσμός της χώρας αυτής παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ποικιλία φυλετικών, εθνικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Εκτός από την παρουσία των απογόνων των Ινδιάνων και των σκλάβων που μεταφέρθηκαν από την Αφρική, οι ΗΠΑ κατοικούνται σήμερα από τους απογόνους 35.000.000 ανθρώπων από όλο τον κόσμο, που μετανάστευσαν στο έδαφος τους από το 1776 μέχρι σήμερα.

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ευφυής μαθητής, εγκατέλειψε τα όνειρα για σπουδές στην Ιατρική ή στη Νομική, κατόπιν πιέσεων του πατέρα του, για να παρακολουθήσει θεολογικές σπουδές και να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ήρθε σε επαφή με τη φιλοσοφία της πολιτικής ανυπακοής και της μη βίας του Γκάντι. Αφού αποφοίτησε και από το πανεπιστήμιο της Βοστώνης, παντρεμένος πια, έφυγε το 1954 για το Μοντγκόμερυ της Αμαμπάμα, όπου έγινε εφημέριος της εκκλησίας των Βαπτιστών.

Ένα χρόνο αργότερα το Μοντγκόμερυ έγινε διάσημο λόγω της μαύρης μοδίστρας Ρόζα Παρκς, η οποία αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σε έναν λευκό επιβάτη. Εκείνη συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 14 δολαρίων αλλά ήταν η αρχή για τη δράση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.        Με έναν δυνατό λόγο, που ενέπνευσε πολλούς, είπε: «Αν εμείς κάνουμε λάθος, τότε είναι λανθασμένο και το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών». Κατάφερε να συσπειρώσει τον μαύρο πληθυσμό της περιοχής. Με το περίφημο “μποϋκοτάζ των λεωφορείων”, που διήρκεσε 381 ημέρες, οι μαύροι κάτοικοι της περιοχής, αν και χειμώνας, μετακινούνταν με τα πόδια ακόμη και για αποστάσεις άνω των 30 χιλιομέτρων καθημερινά ή μεταφέρονταν από εθελοντές οδηγούς αυτοκινήτων, προκειμένου να μην μπουν σε λεωφορείο. Η εταιρία των λεωφορείων σύντομα αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα που για να τα αντιμετωπίσει μείωσε τα δρομολόγια και αύξησε την τιμή των εισιτηρίων.

Όταν στις 13 Νοεμβρίου του 1956 οι ρατσιστικοί νόμοι του Μοντγκόμερι κρίθηκαν αντισυνταγματικοί, η Ρόζα Παρκς και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επιβιβάστηκαν σε ένα λεωφορείο την αμέσως επόμενη μέρα. Η Παρκς κάθισε στην πρώτη θέση και κανένας δεν τόλμησε να τη σηκώσει ξανά. Έκτοτε, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που με τους λόγους του καλούσε τους μαύρους να αποφύγουν τη βία, έγινε λαϊκός ήρωας. Θύμα βίας και ο ίδιος, συνελήφθη ενώ έγινε και βομβιστική επίθεση στο σπίτι του, χωρίς θύματα, όμως.

Ξεκίνησε περιοδείες σε ολόκληρη τη χώρα, όπου με ειρηνικές συγκεντρώσεις και πορείες και συναντήσεις με ξένους ηγέτες, διεκδίκησε τα δικαιώματα του έγχρωμου πληθυσμού με αποτέλεσμα, το 1957, το Κογκρέσο να ψηφίσει την αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων στους μαύρους.

Την επόμενη χρονιά συναντήθηκε με τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ και με τον υποψήφιο πρόεδρο Τζων Κέννεντυ, τον οποίο είδε και μετά την εκλογή του, το 1962, με αίτημα την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων. Όταν το 1963 στο Μισισίπι ο κυβερνήτης Ρος Μπάρνετ εμποδίζει τον Τζέιμς Μέρεντιθ να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο οι υπέρμαχοι των χωριστών σχολείων (segregationists), συγκεντρώνονται στην Πανεπιστημιούπολη οπλισμένοι. Ο Πρόεδρος Κέννεντυ ξεκινάει άκαρπες διαπραγματεύσεις, καλούμενος να αποφασίσει εάν θα πάρει το πολιτικό ρίσκο να στηρίξει ενεργά τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων, παρά την κλιμάκωση των εντάσεων. Όταν στέλνει αντιπροσώπους των ομοσπονδιακών δικαστηρίων για να επιβάλλουν το νόμο στην Πανεπιστημιούπολη, ξεσπούν βίαια επεισόδια με αποτέλεσμα δύο νεκρούς και πολλούς άλλους τραυματίες και χρειάστηκε η παρέμβαση του στρατού. Τελικά, ο Μέρεντιθ κατάφερε να εγγραφεί και να αποφοιτήσει.

Στο διάστημα των χρόνων αυτών ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είχε συλληφθεί αρκετές φορές ως υπεύθυνος των συγκεντρώσεων ενώ το 1958 στο Χάρλεμ είχε μαχαιρωθεί στο στήθος από μια γυναίκα.

Το 1964 τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης για τον αγώνα του κατά του ρατσισμού. Στις Η.Π.Α. ψηφίστηκε ο Νόμος περί Πολιτικών Δικαιωμάτων, που προέβλεπε ποινική δίωξη για τους δράστες ρατσιστικής συμπεριφοράς σε δημόσιους χώρους.

Το 1965 ξεκίνησε την καμπάνια με τίτλο “Πρόγραμμα Αλαμπάμα” για τα δικαιώματα των μαύρων, μαζί και το δικαίωμα ψήφου. Υπήρξε υποστηρικτής κάθε εξέγερσης μαύρων σε ολόκληρη την επικράτεια, μιλούσε σε πολύ σκληρή γλώσσα κατά παντός, πράγμα που τον έκανε ενοχλητικό και άρα θύμα πολλών εκδηλώσεων βίας καθώς και συκοφαντίας για αντεθνική δράση, όταν τάχθηκε κατά της αμερικανικής πολιτικής στο θέμα του Βιετνάμ.

Το 1967 ήταν η χρονιά κατά την οποία η Πολιτεία της Αλαμπάμα έκανε μεικτά όλα τα σχολεία αλλά και που γενικεύτηκαν οι εξεγέρσεις των μαύρων τις οποίες η κυβέρνηση Τζόνσον κατέστειλε με τανκς, με συνέπεια 43 νεκρούς. Τον ίδιο χρόνο ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ίδρυσε την Καμπάνια του Φτωχού Λαού”, κίνημα μαζικής πολιτικής ανυπακοής. Ύστερα από μια ακόμα σύλληψή του δήλωσε  “Πρέπει να σας ομολογήσω σήμερα ότι, λίγο καιρό μετά την ομιλία μου εκείνη στην Ουάσιγκτον (“Εχω ένα όνειρο”), άρχισα να βλέπω ότι το όνειρο έχει μεταβληθεί σε εφιάλτη”. Είχε χαρακτηριστεί ως ο πιο επικίνδυνος μαύρος των Ηνωμένων Πολιτειών και η CIA και το FBI τον παρακολουθούσαν συνεχώς με πράκτορες και κοριούς. Έστελναν απειλητικές επιστολές στην οικογένειά του και ανακάλυψαν μέχρι και τις εξωσυζυγικές του περιπέτειες και τις γνωστοποίησαν στη σύζυγό του με σκοπό να τον εξωθήσουν σε αυτοκτονία. Ο ρατσιστής αρχηγός του FBI Έντγκαρ Χούβερ, με την κάλυψη, όπως λέγεται, του Γενικού Εισαγγελέα Ρόμπερτ Κέννεντυ, ήταν αδίστακτος.

Στις 3 Απριλίου του 1968, στον τελευταίο λόγο του, δήλωσε: “‘Εφτασα στην κορυφή του Όρους”. Την επόμενη μέρα, 4 Απριλίου 1968, ενώ βρισκόταν σε μπαλκόνι πανδοχείου στο Μέμφις του Τεννεσί, έπεσε θύμα δολοφονίας. Χιλιάδες κόσμου μετέτρεψαν την κηδεία του σε διαδήλωση στις 9 Απριλίου ενώ παραβρέθηκε και η πρώην Πρώτη Κυρία των Η.Π.Α., Τζάκι Κέννεντυ. Οι γενικευμένες βίαιες αντιδράσεις που ακολούθησαν τον θάνατο του ηγέτη των μαύρων προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή σε πάνω από 100 μεγάλες πόλεις. Μόνο στην Ουάσιγκτον σκοτώθηκαν 12 άνθρωποι και 1100 τραυματίστηκαν.

Τη δολοφονία ομολόγησε ένα χρόνο αργότερα κάποιος μικροεγκληματίας, ονόματι Τζέιμς Ερλ Ρέυ, που συνελήφθη στο αεροδρόμιο Χήθροου του Λονδίνου και που αργότερα καταδικάστηκε, ύστερα από μια περίεργη δίκη, σε κάθειρξη 99 ετών.

Επανειλημμένα, όμως, ανακάλεσε την ομολογία του, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε θύμα πλεκτάνης. Αυτό αφήνει ένα κενό ακόμη και μέχρι τις μέρες μας αν και οι έρευνες που γίνονταν καταδείκνυαν ως δράστη τον ίδιο κάθε φορά. Η οικογένεια Κινγκ στάθηκε στο πλευρό του και, μετά τον θάνατό του, το 1998, η χήρα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Κορέτα Σκοτ Κινγκ, που συνέχισε τον αγώνα του συζύγου της, δήλωσε: «Η Αμερική δεν θα έχει ποτέ το πλεονέκτημα της δίκης του κ. Ρέι, η οποία θα είχε δημιουργήσει νέες αποκαλύψεις σχετικά με τη δολοφονία (…) και θα είχε επίσης παράσχει αποδείξεις των πραγματικών περιστατικών σχετικά με την αθωότητα του κ. Ρέι».

Αυτός ήταν ο “Άβολος ήρωας”, όπως ήταν ο τίτλος ποιήματος του Καρλ Ουέντελ Χάιμς, που μετά θάνατον αποκαταστάθηκε επισήμως από την Κυβέρνηση, που τον “τίμησε” με το Προεδρικό μετάλλιο της ελευθερίας ενώ η 3η Δευτέρα του Ιανουαρίου εορτάζεται ως Ημέρα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Το 1983 η ημέρα αυτή αναγνωρίστηκε ως εθνική εορτή, με διάταγμα του Προέδρου Ρήγκαν, που όταν ήταν  Κυβερνήτης της Καλιφόρνια είχε ζητήσει να διωχθεί ο Κινγκ ως κομμουνιστής.

Ο άβολος ήρωας

 

Τώρα που είναι για τα καλά νεκρός

Ας τον υμνήσουμε

ας χτίσουμε μνημεία στη δόξα του

ας ψάλλουμε το ωσαννά στο όνομά του.

Οι νεκροί γίνονται

οι πιο βολικοί ήρωες: Ανήμποροι

να σηκωθούν

και ν’ αρνηθούν τις εικόνες

που πλάθουμε από τις ζωές τους

Έτσι κι αλλιώς,

είναι πιο εύκολο να χτίσεις μνημεία

από το να φτιάξεις έναν καλύτερο κόσμο.

Κι εμείς, με τη συνείδηση ήσυχη

θα μάθουμε στα παιδιά μας

ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος … κι ας ξέρουμε

πως παραμένει

η υπόθεση για την οποία έζησε

και πως το όνειρο για το οποίο πέθανε

παραμένει όνειρο,

το όνειρο ενός νεκρού ανθρώπου.

Το τραγούδι της Νίνα Σιμόν, του 1968 αφιερωμένο στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

What’s gonna happen now, in all of our cities?

My people are rising, they’re living in lies

Even if they have to die, even if they have to die

At the moment they know what life is

Even at that one moment that ya know what life is

If you have to die, it’s all right

‘Cause you know what life is

You know what freedom is for one moment of your life

But he had seen the mountaintop and he knew he could not stop

Always living with the threat of death ahead

Folks you’d better stop and think, everybody knows we’re on the brink

What will happen now, that the King is dead?

We can all shed tears, it won’t change a thing

Teach your people, will they ever learn?

Must you always kill with burn and burn with guns

And kill with guns and burn, don’t you know how we gotta react?

Γεωργία Καρβουνάκη

Πηγές: huffingtonpost.gr

             wikipedia.org

             Πανεπιστήμιο Κρήτης – Πτυχιακή εργασία Σ. Πέγιου

             stixoi

             youtube.com

             metrolyrics.com

Το άρθρο Οι νεκροί γίνονται οι πιο βολικοί ήρωες – Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Μέρες ραδιοφώνου https://www.pancreta.gr/karvounakimeresradiofonou/ Mon, 22 Dec 2025 12:31:41 +0000 https://www.pancreta.gr/karvounakimeresradiofonou/ Ήταν παραμονή των Χριστουγέννων του 1906 τότε που ο Ρέτζιναλντ Φέσεντεν μεταδίδει την πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή, που περιλάμβανε  ανάγνωση ποίησης, ένα σόλο βιολί και μία ομιλία. Τυχαίνει να ανήκω στην τελευταία γενιά Ελλήνων που πρόλαβε να ζήσει «μέρες ραδιοφώνου». Αποκλειστικά ραδιοφωνικά ήταν τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής μου και σε συνδυασμό με την τηλεόραση...

Το άρθρο Μέρες ραδιοφώνου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ήταν παραμονή των Χριστουγέννων του 1906 τότε που ο Ρέτζιναλντ Φέσεντεν μεταδίδει την πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή, που περιλάμβανε  ανάγνωση ποίησης, ένα σόλο βιολί και μία ομιλία.

Τυχαίνει να ανήκω στην τελευταία γενιά Ελλήνων που πρόλαβε να ζήσει «μέρες ραδιοφώνου». Αποκλειστικά ραδιοφωνικά ήταν τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής μου και σε συνδυασμό με την τηλεόραση αργότερα. Λυπάμαι που εγώ δεν είμαι ο Γούντυ Άλεν ώστε, όπως έκανε εκείνος το 1987, με τη βοήθεια και της εικόνας να φτιάξω μια ολόκληρη ταινία, ένα νοσταλγικό ταξίδι στα χρόνια εκείνα, όταν η τηλεόραση δεν είχε μπει ακόμη σε κάθε σπίτι. Αν οι «Μέρες ραδιοφώνου»του Γούντυ Άλεν αφορούσαν στη γενιά του ‘30 και του ‘40 της Αμερικής, οι δικές μας, οι ελληνικές μέρες, έφταναν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ‘70.

Τι σημαίνει για μένα προσωπικά ραδιόφωνο;

  • «Αντένα» (κεραία που έπρεπε να βγάλει ο πατέρας μου έξω για να πιάσει ξένους σταθμούς, αφού οι ελληνικοί ήταν φιμωμένοι από το καθεστώς, πολύ πρώιμη μνήμη)
  • Λονδίνο, Σόφια, Μόσχα, Τίρανα.
  • Κάιρο. Για να το πιάσω και ν’ ακούσω την παιδική εκπομπή -ειδικά- του απογεύματος, έπρεπε να βάλω το παλιό ραδιόφωνο κοντά στη γείωση, στο ρολόι της Δ.Ε.Η. Ακόμη αγνοώ τον λόγο αλλά ποτέ δεν είναι αργά για να τον μάθω.
  • Το καινούργιο μας γιαπωνέζικο γαλάζιο Panasonic (*)
  • Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (*)
  • Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων
  • «Εδώ Αθήναι…» 
  • «Τηλεφωνήστε στο 199», η εκπομπή του Πυροσβεστικού Σώματος 
  • Τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα
  • Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους, όπως το άκουσα πολύ αργότερα
  • Μεσαία, βραχέα, αργότερα βγήκαν και σε FM
  • Θεία Λένα
  • «Το σπίτι των ανέμων» και ο Λαμπίρης, «Λάουρα», «Πικρή, μικρή μου αγάπη»,  «Μαρίνα, ένα κορίτσι αλλιώτικο από τ’ άλλα»
  • Το θέατρο στο ραδιόφωνο: από τη Δίκη του Κάφκα μέχρι το  Συμπόσιο του Πλάτωνα αλλά και Δημήτρης Ψαθάς
  • Κλασική μουσική τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τη λέγαμε πένθιμη αλλά εμένα μου άρεσε.
  • Εδώ Πολυτεχνείο – Εδώ Πολυτεχνείο, που το έμαθα αργότερα από επετειακά προγράμματα.
  • Δημοτικά τραγούδια στις 17 Νοέμβρη του 1973
  • Αλέκος Δραγώνας
  • Γιώργος Παπαστεφάνου
  • Αλέξης Κωστάλας
  • Γιάννης Πετρίδης, Ποπ κλαμπ, Ροκ κλαμπ – από τρανζιστοράκι κρυμμένο ανάμεσα στα βιβλία μου μάθαινα ότι υπήρχε μουσική στον κόσμο, αλλιώτικη από τη δημοτική και την ελαφρολαϊκή που ήξερα
  • Τρίτο πρόγραμμα
  • Πειρατικό ραδιόφωνο και αφιερώσεις – κρυφτό/κυνηγητό των ραδιοπειρατών με  την αστυνομία
  • Δημοτικό ραδιόφωνο
  • Ιδιωτικό ραδιόφωνο
  • Ψηφιακό ραδιόφωνο
  • Πάντα ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο
  • «Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται», με τον Νίκο Ψιλάκη, που άκουγα επί 26 χρόνια στο Ράδιο Κρήτη 

(*) Η ιστορία για το ζευγάρι των χωρικών που πήγαν στη «Χώρα» και αρνήθηκαν να αγοράσουν ένα γιαπωνέζικο ραδιόφωνο, λόγω αμφιβολιών για το αν θα μιλάει ελληνικά, κρίνεται ανυπόστατη. Οι δικοί μου γονείς πήγαν κι αγόρασαν ένα γαλάζιο Panasonic, με μεγάλα κουμπιά που προεξείχαν για τη ρύθμιση του σταθμού και της έντασης του ήχου και μια μεγάλη κόκκινη «βελόνα»  που έδειχνε τη συχνότητα.

(*)   Η πρώτη πειραματική προσπάθεια εγκατάστασης ραδιοφωνικού πομπού στην Ελλάδα έγινε το 1923. Ύστερα από αρκετά χρόνια, στις 25 Μαρτίου του 1928, εξέπεμψε από τη Θεσσαλονίκη ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός, ο πρώτος ιδιωτικός στην ουσία, από τον ραδιοηλεκτρολόγο Χρίστο Τσιγγιρίδη, που λειτούργησε με τοπική εμβέλεια επί 20 χρόνια.Ο πρώτος εθνικός ραδιοφωνικός σταθμός ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Αθήνα. Στις 25 Μαρτίου του 1938 εγκαινιάστηκε από τον βασιλιά Γεώργιο Β και το 1945 ιδρύθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) και μετά την απελευθέρωση ιδρύθηκαν τοπικοί σταθμοί σε διάφορες πόλεις της χώρας, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του. Οι στρατιωτικοί σταθμοί υπάγονταν στη δικαιοδοσία των ενόπλων δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ).

Τέλη της δεκαετίας του ‘40 ήρθε το πρώτο ραδιόφωνο στο μικρό χωριό της μητέρας μου, σε ένα καφενείο. Έπαιζε δυνατά κρητική μουσική, ίσως για να αυξήσει το γόητρο του καφετζή έναντι του ανταγωνισμού για προσέλκυση της πελατείας. Η μητέρα μου, παρέα με τις εξίσου μικρές κοπελίτσες της γειτονιάς της, μιας και δεν ήταν θαμώνες καφενείου, έστηναν χορό στην αυλή τους, στην άλλη άκρη του χωριού, γεμίζοντας με κέφι τα αδιάφορα βράδια τους.

(*)Μουσική σύνθεση με φλογέρα και κουδούνια ήταν το σήμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών από την πρώτη μέρα που άρχισε να εκπέμπει, το 1938. Το βουκολικό παρελθόν της Ελλάδας ήταν και το παρόν και -φοβούμαι- το μέλλον της.

(*) Ιστορικός ραδιοπειρατής ο Γιώργος Κυρλάκης, με το ψευδώνυμο Easy Rider, ήταν ο δημιουργός του «Εδώ Πολυτεχνείο». Κατασκεύασε έναν πρόχειρο ραδιοπομπό μεσαίων κυμάτων στους 963 χιλιοκύκλους, για να επικοινωνήσει την εξέγερση του Πολυτεχνείου στην Αθήνα του 1973.

(*)   Οι ραδιοπειρατές χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα και λειτουργούσαν για προσωπική τους ευχαρίστηση. Ο κάθε ραδιοπειρατής είχε το δικό του σταθμό, που έβγαινε «στον αέρα» μέσα από το δωμάτιό του ή από το στολισμένο πατρικό σαλόνι. Ενίοτε, φίλοι ραδιοπειρατές συντόνιζαν τους σταθμούς τους και δημιουργούσαν τα γνωστά νυχτερινά πηγαδάκια.

Γεωργία Καρβουνάκη

Το άρθρο Μέρες ραδιοφώνου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Zοζέ Σαραμάγκου – Περί τυφλότητος https://www.pancreta.gr/saramagkougeorgiakarvounakipancretagr/ Tue, 17 Jun 2025 15:20:05 +0000 https://www.pancreta.gr/saramagkougeorgiakarvounakipancretagr/ Ζοζέ Σαραμάγκου (16 Νοεμβρίου 1922 – 18 Ιουνίου 2010) “Δεν πιστεύω ότι χάνουμε το φως μας. Πιστεύω πως ανέκαθεν ήμασταν τυφλοί. Τυφλοί, μα που βλέπουν. Άνθρωποι που έχουν όραση, μα δεν βλέπουν πραγματικά”  Ζοζέ Σαραμάγκου Βιογραφικό Στις 18 Ιουνίου 2010 έφυγε από τη ζωή ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ένας άθεος και κομμουνιστής Πορτογάλος συγγραφέας, που τιμήθηκε...

Το άρθρο Zοζέ Σαραμάγκου – Περί τυφλότητος εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ζοζέ Σαραμάγκου (16 Νοεμβρίου 1922 – 18 Ιουνίου 2010)
“Δεν πιστεύω ότι χάνουμε το φως μας. Πιστεύω πως ανέκαθεν ήμασταν τυφλοί. Τυφλοί, μα που βλέπουν. Άνθρωποι που έχουν όραση, μα δεν βλέπουν πραγματικά” 
Ζοζέ Σαραμάγκου
Βιογραφικό
Στις 18 Ιουνίου 2010 έφυγε από τη ζωή ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ένας άθεος και κομμουνιστής Πορτογάλος συγγραφέας, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998.
Γιος κι εγγονός ακτημόνων αγροτών,  ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε στο χωριό Αζινιάγκα, στις 16 Νοεμβρίου του 1922. Ο πατέρας του λεγόταν Ζοζέ ντε Σόζα και η μητέρα του Μαρία ντε Πιεδάδε. Το «σαραμάγκου», ένα άγριο ποώδες φυτό, το γνωστό άγριο ραδίκι, ήταν ψευδώνυμο της οικογένειας του πατέρα του και κατά λάθος καταγράφηκε σαν επώνυμό του στα μητρώα γέννησης. Το 1924, η οικογένεια Σαραμάγκου μετακόμισε στη Λισσαβώνα, όπου ο πατέρας του εργάστηκε ως αστυνομικός. Μερικούς μήνες μετά τη μετακόμιση της οικογένειας στη Λισσαβώνα, ο μεγαλύτερος κατά δύο χρόνια αδελφός του συγγραφέα, Φρανσίσκο, πεθαίνει.
Παρόλο που ο Σαραμάγκου ήταν καλός μαθητής, δεν μπόρεσε να συνεχίσει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, για οικονομικούς λόγους οπότε, τελειώνοντας το δημοτικό, γράφτηκε σε ηλικία 12 ετών σε τεχνικό γυμνάσιο. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε για δύο χρόνια ως μηχανικός αυτοκινήτων ενώ στη διάρκεια της ζωής του άλλαξε πολλά επαγγέλματα, σιδηρουργός, σχεδιαστής, υπάλληλος υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, μεταφραστής, εκδότης, δημοσιογράφος.
Περνούσε τις διακοπές μαζί με τους παππούδες του. Όταν ο αγαπημένος του παππούς υπέστη σοβαρό πρόβλημα στην καρδιά του και έπρεπε να πάει στη Λισαβόνα για θεραπεία, ο Σαραμάγκου θυμάται: «Πήγε στην αυλή του σπιτιού, όπου υπήρχαν λίγα δέντρα, μερικές ελιές και συκιές. Και πέρασε από όλα αγκαλιάζοντάς τα με τη σειρά, κλαίγοντας, λέγοντάς τους αντίο μιας και ήξερε πως δε θα επέστρεφε». Το να βλέπεις και να ζεις κάτι τέτοιο, λέει ο Σαραμάγκου, αν αυτό δεν σε σημαδεύει για την υπόλοιπη ζωή σου, τότε δεν έχεις αισθήματα.
Άθεος, επικριτής της καθολικής εκκλησίας, μαρξιστής, εμφανίζεται στα γράμματα το 1947 με το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Γη της αμαρτίας και ύστερα από αυτό έκανε μια μακροχρόνια παύση. Στη συγγραφή αφιερώθηκε οριστικά στα 50 του.
Υπήρξε κοινωνικά προβληματισμένο άτομο και η σχέση του με την πολιτική ξεκίνησε το 1969, όταν εντάχθηκε στο Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Εργάστηκε για δώδεκα χρόνια σε εκδοτικό οίκο, στη λογοτεχνική διεύθυνση και τη διεύθυνση παραγωγής. Το 1972-1973 υπήρξε πολιτικός σχολιαστής της εφημερίδας Diário de Lisboa και συντόνιζε και το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας.
Ήταν μέλος της πρώτης διεύθυνσης της Πορτογαλικής Ένωσης Συγγραφέων και υπήρξε πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης της Πορτογαλικής Κοινωνίας Συγγραφέων την περίοδο 1987-1994. Από τον Φεβρουάριο του 1993 εγκατέλειψε την πατρίδα του και αποφάσισε να ζει στο νησί Λανθαρότε, του αρχιπελάγους των Καναρίων, στην Ισπανία, λόγω ρήξης με την Εκκλησία της Πορτογαλίας.
Πρώτη του σύζυγος, το 1944, υπήρξε η Ίλντα Ρέις, με την οποία απέκτησε το 1947 ένα κορίτσι, τη Βιολάντε. Το 1988, ο συγγραφέας παντρεύτηκε την αρκετά νεότερή του Ισπανίδα δημοσιογράφο Πιλάρ δελ Ρίο, επίσημη μεταφράστρια των βιβλίων του στα ισπανικά.
Ο Σαραμάγκου έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή, τουλάχιστον τα χρόνια που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του, σε ένα καθεστώς δικτατορίας, με έντονα στοιχεία φασισμού, που εγκαταστάθηκε στη χώρα από το 1926. Μέσα από αυτό αναδείχθηκε και η προσωπικότητα του καθηγητή οικονομικών Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ, ο οποίος κυβέρνησε ως δικτάτορας από το 1932 έως το 1968, καθεστώς που έλαβε τέλος με την Επανάσταση των Γαρυφάλλων, το 1974, στην οποία έλαβε μέρος και ο Σαραμάγκου. Αυτά τα πολιτικά γεγονότα του 1974 του στοίχισαν τη θέση του διευθυντή σύνταξης στην εφημερίδα, καθώς η εύθραυστη νεαρή δημοκρατία ελεγχόταν από τη συντηρητική παράταξη ενώ εκείνος ήταν μαρξιστής.
Αυτή η ταραγμένη πολιτική ταυτότητα της Πορτογαλίας υπήρξε πηγή έμπνευσης για τον Σαραμάγκου για μια σειρά μυθιστορημάτων του ενώ, ως μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας, την κατήγγελε σε πολλά διεθνή fora, με ομιλίες την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ.
«Πού είναι όλα αυτά τα χρήματα που ρίχνονται στις αγορές; Πολύ καλά και αυστηρά φυλαγμένα. Μετά, ξαφνικά, τι μένει να σώσουμε; Ζωές; Όχι, Τράπεζες».
Οι αναγωγές στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα ανατριχιαστικά εμφανείς.
Συνεπής στις πεποιθήσεις του, αμφισβήτησε την κατάσταση της μεταδικτατορικής ζωής στην Πορτογαλία με έργα όπως Το Χρονικό του Μοναστηριού, Η Χρονιά Που Πέθανε Ο Ρικάρντο Ρέις, Όλα Τα Ονόματα. Έγινε ευρύτερα γνωστός με το μυθιστόρημά του Περί Τυφλότητος (1995). Η πορτογαλική κυβέρνηση απέσυρε την υποψηφιότητα του έργου του Το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, που θεωρείται ως το πιο ανατρεπτικό έργο του, για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1992 και το κατήγγειλε ως μια προσπάθεια επίθεσης εναντίον της θρησκευτικής κληρονομιάς της χώρας. Αυτό προκάλεσε και την αυτοεξορία του Σαραμάγκου στο Λανθαρότε.
Όταν το 1988 μεταφράστηκε στα αγγλικά το Baltasar & Blimunda (Το Χρονικό του Μοναστηριού – Memorial do Convento) (1982) έγινε διεθνώς γνωστός. Περισσότερο, όμως, όταν στις δεκαετίες του ΄80 και του ’90 εξέδωσε μια σειρά φανταστικών μυθιστορημάτων, γραμμένων με μια φυσική ροή που ακολουθούσε τον ρυθμό του προφορικού λόγου.
Στο μυθιστόρημα Η Χρονιά Που Πέθανε Ο Ρικάρντο Ρέις (1984) μιλάει για την επιστροφή στη Λισαβόνα ενός φανταστικού χαρακτήρα που εφευρέθηκε από τον Φερνάντο Πεσσόα μετά τον θάνατο του δημιουργού του, στην Πέτρινη Σχεδία (1986) η Ιβηρική Χερσόνησος αποκόπτεται από την Ευρώπη και πλέει στον Ατλαντικό ενώ στο Όλα Τα Ονόματα (1997) ένας υπάλληλος γραφείου μετατρέπεται σε ήρωα με το «κυνήγι» μιας άγνωστης γυναίκας.
Το πειραματικό στυλ του Σαραμάγκου συχνά χαρακτηρίζεται από μακριές προτάσεις, κατά περιπτώσεις περισσότερο από μια σελίδα σε μάκρος. Πολλές από τις παραγράφους του εκτείνονται για σελίδες χωρίς παύση για διάλογο, τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να μην οροθετεί με εισαγωγικά. Όταν ο ομιλητής αλλάζει, ο Σαραμάγκου σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή αρχίζοντας με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης που αναφέρει ο νέος ομιλητής.
Στο μυθιστόρημά του “Περί Τυφλότητος”, ο συγγραφέας εγκαταλείπει ολοκληρωτικά τη χρήση κύριων ονομάτων χρησιμοποιώντας εναλλακτικώς, μοναδικά χαρακτηριστικά για να αναφερθεί και να προσδιορίσει τους χαρακτήρες.
Τα βιβλία του που κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη είναι:
Η σπηλιά, Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, Η ιστορία της άγνωστης νήσου,Περί θανάτου, Ο άνθρωπος αντίγραφο, Περί τυφλότητος, Περί φωτίσεως, Ο φωταγωγός, Η σιωπή του νερού, Χρονικό του μοναστηριού, Το τελευταίο τετράδιο, Κάιν, Το τετράδιο, Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, Το ταξίδι του ελέφαντα, Η πέτρινη σχεδία, Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, Μικρές αναμνήσεις, Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου, Λέγοντας ιστορίες, Όλα τα ονόματα (1999) Σημειωτέον ότι φαίνεται η Ελλάδα να τον ανακάλυψε μετά το Νόμπελ, αφού το πρώτο βιβλίο του χρονολογικά που εκδόθηκε είναι το 1999.
Οι κεραίες της εποχής μας – Ζοζέ Σαραμάγκου το ντοκυμανταίρ του Ανταίου Χρυσοστομίδη
Περί τυφλότητος
Το μυθιστόρημά του που θεωρείται σταθμός στη συγγραφική του δραστηριότητα, είναι το Περί Τυφλότητος, που χαρακτηρίζεται ως μια “αντιολοκληρωτική αλληγορία” και είναι γραμμένο στην ώριμη φάση του Σαραμάγκου, το 1995. Πρόκειται για την ιστορία μιας ανεξήγητης μαζικής επιδημίας τύφλωσης που μολύνει σχεδόν όλους τους κατοίκους μιας πόλης που δεν κατονομάζεται καθώς και της κοινωνικής κατάρρευσης που ακολουθεί.
Όλα ξεκινούν από τον πρώτο τυφλό που, περιμένοντας μέσα στο αυτοκίνητό του το φανάρι να ανάψει πράσινο, χάνει ξαφνικά την όρασή του. Επισκέφθηκε έναν οφθαλμίατρο που όχι μόνον δεν του έλυσε το πρόβλημα αλλά σύντομα αποδείχτηκε ότι η τύφλωση ήταν μεταδοτική και ο γιατρός, η σύζυγός του, και όσοι βρέθηκαν εκείνη την ώρα στην αίθουσα αναμονής τυφλώνονται κι εκείνοι. Αυτοί αποτελούν και τον μικρό ανθρώπινο πυρήνα των ηρώων του βιβλίου. Κεντρικός χαρακτήρας η σύζυγος του γιατρού, που για λόγους ανεξήγητους δεν τυφλώθηκε.
Η ξαφνική εμφάνιση της επιδημίας τύφλωσης, που γρήγορα εξελίσσεται σε πανδημία, προκαλεί τον πανικό, κάθε τάξη στην κοινωνία ανατρέπεται. Η κυβέρνηση, θέλοντας να περιορίσει την εξάπλωση της τυφλότητας,  διατάσσει τον εγκλεισμό των πρώτων εξακριβωμένων περιστατικών σε ένα εγκαταλελειμμένο φρενοκομείο. Στρατιώτες οπλισμένοι αναλαμβάνουν τη φύλαξή τους και την τροφοδοσία τους σε τρόφιμα. Οι κανονισμοί του εγκλεισμού είναι σκληροί αλλά οι άνθρωποι αυτοί, με τη βοήθεια του μοναδικού ατόμου που βλέπει αλλά δεν το ομολογεί, οργανώνονται για να διευκολύνουν τη ζωή τους. Το αληθινό δράμα ξεκινά από τη στιγμή που καταφθάνουν ολοένα και περισσότεροι τυφλοί, με αποτέλεσμα όχι μόνον να γεμίζουν όλοι οι θάλαμοι αλλά και να τεθούν ζητήματα ασφαλούς συμβίωσης. Ως μικρογραφία της αληθινής κοινωνίας, στον ίδιο χώρο είναι αναγκασμένοι να συμβιώσουν άνθρωποι διαφορετικοί, με ένστικτα που μέρα με τη μέρα, κάτω από τις συνθήκες αυτές, γίνονται όλο και πιο άγρια. Δεν αργούν να πέσουν όλοι  θύματα εκμετάλλευσης από μια ομάδα τυφλών, που παίρνει τα χαρακτηριστικά οργανωμένης σπείρας εγκληματιών, με αρχηγό και μέλη με ξεχωριστές αρμοδιότητες, οι οποίοι λειτουργούν αδίστακτα, στερώντας το φαγητό από την πλειοψηφία, το οποίο παραχωρούν μόνο με ανταλλάγματα, που κάποια από αυτά είναι απάνθρωπα. Ο βιασμός των γυναικών αλλά και η άσκηση διαφόρων μορφών βίας καταλύουν κάθε αίσθημα ασφάλειας αλλά και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ύστερα από δραματικές εξελίξεις, με θανάτους και δολοφονικές επιθέσεις ανακαλύπτουν ότι πλέον δεν υπάρχουν φύλακες και μπορούν να βγουν έξω από το κτήριο, που το εγκαταλείπουν ενώ φλέγεται και καταρρέει και γίνεται ομαδικός τάφος για τους υπολοίπους. Αυτό που έχουν να αντιμετωπίσουν στην πόλη, όμως, είναι εξίσου ή και περισσότερο τραγικό. Άνθρωποι αδέσποτοι σαν τα ζώα, περιφερόμενοι για αναζήτηση τροφής και στέγης, υποκινούμενοι από τα ταπεινότερα των ενστίκτων τους, λειτουργούν μόνο για τη βιολογική τους επιβίωση και δεν γνωρίζουν ηθικό φραγμό. Εξαίρεση αποτελεί η ομάδα των έξι ατόμων και ενός μικρού παιδιού που έχουν πάρει υπό την προστασία τους, χωρίς όνομα όλοι αλλά με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό τους να προσδιορίζει την ταυτότητά τους. Ως μέλος της ομάδα προστίθεται και ένας αδέσποτος σκύλος, ο σκύλος με τα δάκρυα, που λειτουργεί πολύ πιο εξευγενισμένα από το σύνολο των ανθρώπων που βρίσκονται τυφλοί αλλά ελεύθεροι στην πόλη. Ο νόμος της ζούγκλας στον υπερθετικό βαθμό κυριαρχεί και υποβιβάζει το τελειότερο των δημιουργημάτων της φύσης, τον άνθρωπο, σε κτήνος. Ο θάνατος του ενός είναι η ζωή του άλλου κι αυτός ο νόμος διέπει τη νέα κοινωνία.
Η καθημερινότητά τους συγκλονίζει στις λεπτομέρειές της. Ο αγώνας για την επιβίωση του σώματος και του μυαλού για τη μικρή αυτή ομάδα που αντιστέκεται στη γενική σήψη, είναι κοπιώδης. Παλεύουν για να μη χάσουν ό,τι απόμεινε μέσα τους σε ανθρωπιά. Τραγικές φιγούρες όλοι τους αλλά περισσότερο η γυναίκα του γιατρού, που βλέπει και αποτελεί το στήριγμά τους, αλλά αυτό ακριβώς είναι το δράμα της: το ότι βλέπει. Έφτασε στο σημείο να εύχεται να μην έβλεπε για να προφυλάξει τον εαυτό της από τις εικόνες που έφταναν στα μάτια της.
Το μυθιστόρημα Περί τυφλότητος, ήπιο ως προς τον τρόπο γραφής του αλλά μεστό και έντονο σε νόημα, είναι μια αλληγορία, δοσμένη με ισχυρή δόση ρεαλισμού, τόση ώστε, παρά το ότι πρόκειται για μια ιστορία που ξεφεύγει από τα όρια της πραγματικότητας, δίνει την αίσθηση ότι είναι πιθανόν να έχει συμβεί στ’ αλήθεια. Συνυπάρχουν η ειρωνεία, η τραγικότητα, οι έντονες εικόνες. Γραμμένο με το μοναδικό ύφος του Σαραμάγκου, λιτό αλλά πολύ δυνατό, με την ξεχωριστή τεχνική του με μακρές περιόδους, χωρίς σημεία στίξης, με διαλόγους ενσωματωμένους στη ροή της αφήγησης αλλά με τρόπο απόλυτα διακριτό, που δεν δυσκολεύει την κατανόηση του κειμένου. Αποφεύγει την αναφορά σε ονόματα τόπων και χαρακτήρων, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι αυτό θα μπορούσε να αφορά σε οποιαδήποτε δυτική κοινωνία, σε οποιονδήποτε από εμάς. Είναι η σύγχρονη κοινωνία που νοσεί, γενικά.
Ξεδιπλώνοντας τις πτυχές του έργου βλέπουμε να θίγονται διάφορα ζητήματα που αφορούν στη θρησκεία, την κοινωνία, το κράτος στην όποια μορφή του, πολιτική και στρατιωτική, όπως καλά την ξέρει ο συγγραφέας.
Η απαραίτητη αναφορά του στη θρησκεία γίνεται με τρόπο συμβολικά καταγγελτικό. Ο Θεός και οι άγιοι, τυφλοί,τυφλοί όσο και οι άνθρωποι, αφού τυφλώθηκαν με τρόπο ανεξήγητο όπως κι εκείνοι, κατεβαίνουν, χάνουν τη θεϊκή τους υπόσταση και αφενός θεωρούνται υπαίτιοι, αφού δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την τραγωδία, αφετέρου γίνονται υποψήφιοι δράστες των ίδιων πράξεων βίας και αποτροπιασμού. Αιρετική αντιμετώπιση για ακόμη μια φορά, όπως στο Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο, όπου ο Θεός καταγγέλλεται ως υπαίτιος της Σφαγής των Νηπίων και ο Σαραμάγκου θέλει τον Ιησού στον σταυρό να ζητά από την ανθρωπότητα να συγχωρήσει τον Θεό για τα σφάλματά του.
Ο Στρατός, που το 1974 είχε γαρύφαλλα στις κάννες των όπλων, σκορπίζει θάνατο αλύπητα, χωρίς ίχνος οίκτου για τους άτυχους τυφλούς, ανίκανος να διασφαλίσει την ασφάλειά τους και μια στοιχειώδη τάξη.
Η πολιτεία καταγγέλλεται για τις σπασμωδικές κινήσεις της, μια δράση χωρίς σχέδιο, χωρίς λύσεις για την έκτακτη αυτή ανάγκη.
Η κοινωνία δρα με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον του καθενός και καταντά να γίνεται κοπάδι, χωρίς προσωπική σκέψη αφήνεται να άγεται και να φέρεται στα χέρια όποιου εκδηλώσει ηγετικές τάσεις, γι αυτό και η πλειοψηφία αναφέρεται με τον γενικό όρο “τυφλοί”, χωρίς αξιομνημόνευτο χαρακτηριστικό που να τους κάνει να ξεχωρίζουν σαν άτομα. Φέρονται πρόθυμοι να επωφεληθούν από τη θυσία του άλλου χωρίς οι ίδιοι να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για οποιονδήποτε. Οι λίγοι που ξεχώρισαν από το κοπάδι αυτό ήταν εκείνοι που με τον τρόπο τους αντέδρασαν, καλά ή άσχημα, δεν έμειναν απαθείς και άβουλοι.
Κανένας δεν φάνηκε να δίνει σημασία στις ενδείξεις ότι η σύζυγος του γιατρού έβλεπε, εφόσον εκείνη εξακολουθούσε να λειτουργεί υποστηρικτικά προς όφελος της ομάδας.
Η ηθική των ανθρωπίνων πράξεων κρίνεται στη στάση ανδρών και γυναικών, όταν τέθηκε το θέμα της προμήθειας τροφίμων με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές υπηρεσίες των γυναικών.
Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου έγινε από τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη Φερνάντο Μεϊρέλες (“Ο Επίμονος Κηπουρός”) με τον τίτλο  “BLINDNESS” (Tο τρέιλερ της ταινίας) και άνοιξε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών το 2008. Πρωταγωνίστρια η Τζούλιαν Μουρ που την πλαισίωσαν ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, ο Μαρκ Ράφαλο,  ο Ντάνι Γκλόβερ κ. ά. Για δεύτερη μόλις φορά στην 61χρονη ιστορία του Φεστιβάλ των Καννών, μία ταινία από τον Καναδά, επελέγη ως η ταινία έναρξης, μετά το 1980, δηλαδή μετά το “FANTASTICA” του Καναδού Gilles Carle (από το Κεμπέκ). Η ταινία επίσης συμμετείχε και στο διαγωνιστικό τομέα, το 2008, διεκδικώντας το μεγάλο βραβείο, κάτι που δεν συνηθίζεται για ταινία που ανοίγει το φεστιβάλ (συνήθως οι ταινίες της πρεμιέρας είναι πάντα εκτός συναγωνισμού).

Πηγή: logoteckyklos.blogspot.gr

Το άρθρο Zοζέ Σαραμάγκου – Περί τυφλότητος εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
"όταν με έκαιγε μια εσωτερική φλόγα, τα κατάφερνα και ξεπερνούσα κάθε εμπόδιο" https://www.pancreta.gr/riankourlouiza/ Tue, 04 Feb 2025 21:22:24 +0000 https://www.pancreta.gr/riankourlouiza/ Ποιος γνωρίζει ποια ήταν η Λουίζα Ριανκούρ; Προσωπικά την έχω συνδέσει με τη λέξη «φιάσκο», λέξη-κλισέ των ελληνικών Μ.Μ.Ε. Το «φιάσκο» της Λουίζης (sic) Ριανκούρ έδωσε τροφή για καιρό στις ειδήσεις και αφορούσε στη γνωστή υπόθεση της 17 Νοέμβρη. Ποια ήταν, όμως, η Λουίζα Ριανκούρ και γιατί υπάρχει δρόμος στην Αθήνα με το όνομά της;...

Το άρθρο "όταν με έκαιγε μια εσωτερική φλόγα, τα κατάφερνα και ξεπερνούσα κάθε εμπόδιο" εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ποιος γνωρίζει ποια ήταν η Λουίζα Ριανκούρ; Προσωπικά την έχω συνδέσει με τη λέξη «φιάσκο», λέξη-κλισέ των ελληνικών Μ.Μ.Ε. Το «φιάσκο» της Λουίζης (sic) Ριανκούρ έδωσε τροφή για καιρό στις ειδήσεις και αφορούσε στη γνωστή υπόθεση της 17 Νοέμβρη. Ποια ήταν, όμως, η Λουίζα Ριανκούρ και γιατί υπάρχει δρόμος στην Αθήνα με το όνομά της;

Γεννήθηκε το 1846 στο Σαιν Ντιντιέ της Γαλλίας, ήταν κόρη βαρόνου και μεγάλωνε την εποχή που ο Ρομαντισμός, κίνημα που ακολούθησε τον Διαφωτισμό, είχε ωριμάσει. Όταν μετά από τις πρώτες αρχαιολογικές ανακαλύψεις αναβίωσε η αρχαιολατρεία ακολούθησε η στροφή προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, πράγμα που δημιούργησε ένα έντονο φιλελληνικό ρεύμα, την εποχή που προετοιμαζόταν ο αγώνας εναντίον των Τούρκων. Το ζήτημα της Ελλάδας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή ενώ συνέρρεαν πλήθη φιλελλήνων περιηγητών που ο καθένας αντιλαμβανόταν με τον δικό του τρόπο και για τους δικούς του λόγους, που δεν ήταν πάντα αθώοι, την απελευθέρωση και την ίδρυση εθνικού κράτους.

Η Λουίζα Ριανκούρ ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά της, εξαιτίας ακριβώς του φιλελληνισμού της. Έφυγε από τη Γαλλία πολύ νέα, ήρθε στην Ελλάδα και έζησε την προσπάθεια του νεοσύστατου κράτους να σταθεί στα πόδια του, πράγμα που, όπως πλέον γνωρίζουμε, ποτέ δεν κατάφερε να πετύχει. Επέστρεψε για λίγο στη Γαλλία, παντρεύτηκε τον βαρόνο Ντε Ριανκούρ και απέκτησε ένα γιο και μια κόρη, τον Ραούλ και την Ελίζα.

Η χώρα της, όμως, δεν μπόρεσε να την κρατήσει. Επέστρεψε στην Ελλάδα υποκινούμενη από τα φιλελληνικά της αισθήματα. Το σπίτι της στην οδό Αμαλίας 34 και ένα άλλο, θερινή κατοικία, στην Κηφισιά, έγιναν το κέντρο του μικρού κοσμικού σύμπαντος της, επίσης μικρής, πρωτεύουσας. Από τα σαλόνια της πέρασε όλη η υψηλή κοινωνία της εποχής, βασιλείς, πολιτικοί άρχοντες και αριστοκράτες, άνθρωποι που η Ιστορία κατέγραψε ή όχι. Προσέφερε πολλά στην κοινωνική ζωή της Αθήνας η κόμισσα -τον τίτλο της βαρόνης από σεμνότητα δεν τον χρησιμοποιούσε- και στις δεξιώσεις της συζητήθηκαν όλα τα μεγάλα θέματα της εποχής που αφορούσαν στην πολιτική, στις τέχνες, στην κοινωνία. Ειδύλλια γεννήθηκαν στης κόμισσας, ένα από τα οποία είναι αυτό του Ελευθερίου Βενιζέλου με την Αμερικανίδα χορεύτρια Ισιδώρα Ντάνκαν, που επίσης ζούσε στην Ελλάδα και το τραγικό τέλος της -ο πνιγμός με το φουλάρι της που μπλέχτηκε στις ρόδες του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε- συγκλόνισε τον κόσμο το 1927. Η Λουίζα Ριανκούρ ποτέ δεν της το συγχώρησε, αφού λέγεται ότι και η ίδια, αν και κατά πολύ μεγαλύτερη, είχε πέσει θύμα της γοητείας του Βενιζέλου.

Η κόμισσα Ριανκούρ προσπάθησε με όλους τους τρόπους που της ήταν πρόσφοροι να βοηθήσει, χωρίς να προσδοκά τίποτα για τον εαυτό της. Συνέταξε αμέτρητες επιστολές, προς κάθε κατεύθυνση, σε διάφορες γλώσσες που μιλούσε, για να ενισχύσει την πολιτική, διπλωματική και οικονομική θέση της Ελλάδας, αφού διέθετε την παιδεία και τις γνώσεις. Διέθεσε τεράστια για την εποχή χρηματικά ποσά για να ευεργετήσει ιδρύματα και να χρηματοδοτήσει εθνικούς σκοπούς. Όποιος είχε ανάγκη από οικονομική ενίσχυση προσέτρεχε σ’ εκείνην, ακόμη και το Πατριαρχείο. Γνωστή είναι και η συλλογή βυζαντινών νομισμάτων που φέρει το όνομά της και φιλοξενείται στο Νομισματικό Μουσείο. Για την εξαγορά της από τη χήρα του Ρώσου προξένου Τρογιάνσκι διέθεσε ένα τεράστιο ποσό, προκειμένου να μην εκποιηθεί και καταλήξει στο εξωτερικό. Ενίσχυσε φτωχούς και ορφανά και το 1905 δώρισε οικόπεδο όπου με δικά της χρήματα χτίστηκε και εξοπλίστηκε εργοστάσιο εργοχείρων, που έδωσε δουλειά σε άπορες κοπέλες.

Ήταν τέτοιο το μέγεθος των δωρεών της που συγκρίνεται με αυτό των εθνικών ευεργετών αν και ουδέποτε πήρε τον τίτλο αυτόν, ο οποίος συνοδευόταν και από παράσημο για όσους βοήθησαν οικονομικά σε μεγάλους εθνικούς σκοπούς. Με τον τρόπο της αποτέλεσε κομμάτι της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Έγινε και τυπικά Ελληνίδα το 1902, πράγμα ανώφελο, αφού υπήρξε ουσιαστικά πιο Ελληνίδα στην ψυχή από πολλούς Έλληνες. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά και είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα που παρατίθεται στο τέλος του άρθρου, από το βιβλίο της Μ. Πικραμένου Πεθαίνουμε  εκεί που αγαπάμε! Η βιογραφία της Λουίζας Ριανκούρ, βασισμένη στο ερευνητικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη.

Η Λουίζα Ριανκούρ πέθανε σε βαθύ γήρας «εκεί που αγαπούσε», στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου του 1941.

Αποφάσισα τότε να μάθω ελληνικά. Ένιωσα ότι ο μόνος τρόπος να πλησιάσω πραγματικά τους Έλληνες ήταν να μάθω τη γλώσσα τους. Να διαβάσω όσα έγραφαν, να έμπω στη νοοτροπία τους, την τόσο διαφορετική από τη δικιά μου. Ήξερα, το πίστευα βαθιά μέσα μου, ότι κάποτε θα γνώριζα τη μικρή χώρα. Όταν θα έφθανε εκείνη η ώρα ήθελα να αντιμετωπίσω τους ντόπιους ως ίση προς ίσους. Να μην με αντικρίσουν σαν περίεργο φαινόμενο, σαν μετεωρίτη που έπεσα από τον ουρανό χωρίς να γνωρίζω τη γλώσσα και τις συνήθειές τους. Για τα ήθη και τα έθιμα δεν ημπορούσα να κάμω κάτι για να τα μάθω. Δεν υπήρχαν ακόμη βιβλία που να τα περιγράφουν. Η γλώσσα όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Ημπορούσα να τη μελετήσω οπουδήποτε κι αν βρισκόμουνα και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.  Έβαλα αμέσως την απόφασή μου σε εφαρμογή. Δεν ήταν καθόλου εύκολο· ήταν το πιο δύσκολο εγχείρημα που είχα σκεφθεί και όχι για τους λόγους που υποθέτεις. Όχι, δεν ήταν η γλώσσα που με δυσκόλεψε· ήμουνα πολύ πεισματάρα για να με σταματήσει ένα εμπόδιο που ημπορούσα εύκολα να υπερνικήσω με τη φιλομάθειά μου. Θα σου τα ειπώ όλα με τη σειρά, γιατί περιμένω να σε ιδώ να χαμογελάς.

Οι γονείς μου επί μια δεκαετία και κάτι δεν μου επέτρεπαν να μάθω ελληνικά. Το είχα ζητήσει επανειλημμένα, η άρνησή τους με πλήγωνε αλλά δεν ημπορούσα να αγνοήσω τη θέλησή τους. Είναι περίεργο και το διαπιστώνω τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια και ανατρέχω στο παρελθόν. Όταν ήμουνα παιδάκι ακόμη, επιδίωκαν  να αποκτήσω όσο περισσότερες γνώσεις γινόταν. Ξόδεψαν μεγάλα ποσά, μας έφεραν στο σπίτι τους καλύτερους δασκάλους στον αδελφό μου και σ’ εμένα κι εμείς ανταποκριθήκαμε· η μικρή αδελφή μου ακολούθησε αλλά δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για τα διαβάσματά της. Με έστειλαν στη συνέχεια στα καλύτερα εκπαιδευτήρια. Ημπορεί να μην είχα την ομορφιά της αδελφής μου της Κονστάνς και να  ήμουνα απλώς συμπαθητική, διέθετα όμως γερή μόρφωση και συνέχιζα να διαβάζω· καθημερινά  κυκλοφορούσαν νέα βιβλία και όσα από αυτά ζητούσα τα προμηθευόμασταν. Ήξερα ήδη ότι και μόνον η λέξη  Ελλάδα ενοχλούσε τους δικούς μου. Δεν γνώριζαν ούτε το ίδιο τους το παιδί, εμένα, ούτε τους Έλληνες. Πίστευαν ότι η συναναστροφή μου με ό,τι το ελληνικό θα με απέτρεπε από την υπακοή και το καθήκον. Ούτε που φαντάζονταν ότι η Ελλάδα είναι η χώρα της αφοσίωσης και της αυταπάρνησης και ότι δεν θα μου έδιδε μαθήματα ιδιοτέλειας ούτε η χώρα ούτε οι κάτοικοί της. Διαπίστωνα πλέον ότι οι συγγενείς μου απεχθάνονταν τη χώρα που αγαπούσα.  Μου έδωκαν την άδεια να μάθω ελληνικά. Δεν το επιθυμούσαν όμως. Φέρονταν λες και θα κοπίαζαν οι ίδιοι. Ακατανόητα πράγματα!     

Ήμουνα ήδη στα είκοσι έξι, αρκετά μεγάλη για να αποφασίζω η ίδια για το μέλλον μου. Εάν είχα παντρευτεί στα είκοσι χρόνια μου, θα είχα ήδη οικογένεια, θα μεγάλωνα τα παιδιά μου, θα διοικούσα το σπιτικό μου. Ήμουνα σε θέση επομένως να κουμαντάρω τις επιδιώξεις μου, να χαλιναγωγώ την κακιά μου διάθεση και να επιμένω στον σκοπό μου. Ήθελα να μάθω ελληνικά. Και θα τα κατάφερνα. Βρισκόμασταν στο έτος 1872.

Οι αντιξοότητες ήταν πολλές. Η άδεια που πήρα για να μάθω μιαν όχι συνηθισμένη γλώσσα δεν συνεπαγόταν τις απαραίτητες διευκολύνσεις. Οι γονείς μου δεν  διέθεταν για χάρη μου χρήματα· χρειαζόμουν τα αναγκαία βιβλία και έναν δάσκαλο· ακόμα κι αν είχα να πληρώνω αυτόν που θα με δίδασκε, δεν θα τον δέχονταν στο σπίτι· τόσο αβυσσαλέο ήταν το μίσος τους, γιατί  περί αυτού επρόκειτο, δεν ήταν απλώς αντιπάθεια.

Ξεφεύγω τώρα από το θέμα μου, αλλά θέλω να αντιληφθείς ότι γνώρισα στα πρώτα χρόνια της ζωής μου όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα που ημπορείς να φανταστείς ή και να υποθέσεις. Η ανατροφή μου ευτυχώς με είχε καταστήσει ικανή και άντεχα τα πάντα. Ήμουνα αποφασισμένη να συνεχίσω να τρέφω τις ίδιες απόψεις και αδιαφορούσα για τις αντιδράσεις της οικογένειάς μου.

Οι απαγορεύσεις πλήθυναν, όταν αποφάσισα να μάθω ελληνικά. Δεν προβλέπονταν ξύλα για τη φωτιά στο τζάκι ούτε πετρέλαιο για τη λάμπα στο δωμάτιό μου· πώς να διάβαζα χωρίς φως; Μόνον με κεριά θα έπρεπε να μελετώ και αυτά δεν πρόσφεραν  σταθερό φωτισμό· το ηλεκτρικό φως ήταν άγνωστο ακόμη. Εάν ήθελα να σπουδάσω την αγαπημένη μου γλώσσα θα στραβωνόμουν και θα πάγωνα. Ζούσαμε χωρίς σπατάλες αλλά η συμπεριφορά των γονιών μου ξεπερνούσε τα όρια. Δεν με σέβονταν καθόλου. Δεν υπολόγιζαν ότι είχα κάποια δικαιώματα στη ζωή, όχι μόνον υποχρεώσεις. Ναι, η ζωή ήταν δύσκολη και οι δυσχέρειες μεγεθύνονταν· διέθετα το μειονέκτημα να έχω άποψη, να την εκφράζω και να μην αλλάζω γνώμη. Στ’ αλήθεια όμως η συμπεριφορά και η επιμονή μου ήταν μειονέκτημα ή πλεονέκτημα; Ο πνευματικός μου θα το ονόμαζε πλεονέκτημα, είμαι βέβαιη.

Να, πώς αντέδρασα και υπερπήδησα όλα τα εμπόδια, καθώς «ἔσπευσα νὰἐξοδεύσω τὰὀλίγα μου λεπτὰ εἰς ἀγόρασιν ἑλληνικῶν βιβλίων τοῦ Κου Ἀγγέλου Βλάχου καὶἤρχισα ἀπλήστως νὰ τὰ καταρροφῶ».

Το κρύο το αντιμετώπισα εύκολα. Κουκουλωνόμουν με όσες εσάρπες είχα και όχι μόνον. Όταν οι νύχτες ήταν παγερές, χρησιμοποιούσα και παπλώματα. Διατηρούσα με τον τρόπο αυτό μιαν ανεκτή θερμοκρασία και ημπορούσα να αφοσιώνομαι στη μελέτη. Από την καμινάδα  εισχωρούσε στην κάμαρά μου καπνός από το αναμμένο τζάκι του πιο κοντινού σπιτιού· ήταν παρηγοριά και καμωνόμουν ότι είχα φωτιά κι εγώ.

Αντιλαμβανόμουν ότι η μητέρα αποδέχθηκε την επιθυμία μου με κρύα καρδιά. Εκτός από τις αντικειμενικές δυσκολίες που συναντούσα στο διάβασμα, οι δικοί μου εφεύρισκαν συνεχώς στο σπίτι μας εργασίες που έπρεπε να τις κάμω μόνον εγώ. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να με αποσπούν από τη μελέτη που με ενδιέφερε. Με κρατούσαν απασχολημένη όλη την ημέρα και, όταν θα έφθανε η ευλογημένη ώρα που θα έμπαινα κατάκοπη στην κάμαρά μου, κανονικά θα τυλιγόμουν με τα σκεπάσματά μου και θα παραδινόμουν  στον ύπνο. Παραγνώριζαν ότι, όταν με έκαιγε μια  εσωτερική φλόγα, τα κατάφερνα και ξεπερνούσα κάθε εμπόδιο. Τώρα με συδαύλιζε η διακαής  επιθυμία να μάθω ελληνικά. Για τη γλώσσα εκείνη, η κούραση εξαφανιζόταν, το μυαλό ελευθερωνόταν και αφοσιωνόμουν αποκλειστικά. Με συνέπαιρνε. Μελετούσα με ζέση. Καλά κουκουλωμένη, επέμενα όσο άντεχα και σύντομα διαπίστωσα ότι ήμουνα σε θέση να κατανοώ την ξένη γλώσσα. Είχα κατορθώσει να επιτύχω κάτι σημαντικό!

Όταν το ψύχος και το σκοτάδι δεν μου επέτρεπαν να μείνω στην κάμαρά μου, μεταφερόμουν στην αίθουσα, το μεγάλο δωμάτιο όπου τρώγαμε ή καθόμασταν. Πήγαινα  κοντά στους οικείους μου χωρίς να τολμώ ή  να επιθυμώ να πάρω μαζί τα ελληνικά μου βιβλία. Επινόησα και εφάρμοσα μια δική μου καθόλου εύκολη μέθοδο· ανέσυρα από τη μνήμη μου κείμενα που δεν είχα προλάβει να μάθω καλά. Παρά τη φασαρία που έκαμαν οι δικοί μου, τα επαναλάμβανα από μέσα μου και τελικά τα μάθαινα νεράκι. Η επιμονή και η υπομονή μου αναπτύχθηκαν σταδιακά και κατόρθωσα να επιτύχω να μάθω τη γλώσσα. Έμαθα τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού. Έκλινα τα ρήματα σε όλες τις φωνές και τους χρόνους. Όλα τα ρήματα, πολλή δουλειά. Τα αφομοίωσα και κατόρθωσα να γράφω προτάσεις στα ελληνικά. Το λεξιλόγιό μου αυξανόταν συνεχώς, το λεξικό του Αγγέλου Βλάχου αποτελούσε ανεκτίμητο θησαυρό.

Μιαν έλλειψη είχα μόνο, αλλά ήταν σημαντική. Καθώς δεν είχα ακούσει ποτέ να ομιλούν ελληνικά, είχα πρόβλημα και δεν ήταν εύκολο να προφέρω σωστά τις λέξεις. Ταλαιπωρήθηκα στ’ αλήθεια, αλλά κάπως κάτι κατόρθωσα. Έμαθα ότι οι φθόγγοι ήταν  αρκετά εύκολοι και διαφορετικοί από τους δικούς μας. Αυτό που με κούρασε ήταν εκείνο το «ρο». Το ξέρεις κι εσύ ότι στα γαλλικά το προφέρουμε «γο». Αυτό ήταν πραγματικά απαιτητικό· επιφυλασσόμουν ωστόσο. Εάν δεν κατόρθωνα να ειπώ το «ρο», θα άκουγες κάτι ανάμεσα σε «ρο» και σε «γο». Κατανόησα και την αξία των τόνων και αυτό με βοήθησε να μην τονίζω όλες τις λέξεις στη λήγουσα, όπως στη μητρική μου γλώσσα. Συνειδητοποίησα αργότερα ότι εντελώς μόνη είχα καταφέρει να μάθω τα βασικά στοιχεία των ελληνικών. Αυτό που χρειαζόμουν απαραιτήτως και κατεπειγόντως πλέον ήταν η πρακτική εξάσκηση. Πώς θα τα κατάφερνα;

Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να αντιληφθώ ότι το πρόβλημα της προφοράς της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν μόνον δικό μου. Τον Μάρτιο του 1896 εκδόθηκε εγκύκλιος για τους καθηγητές των λυκείων στη Γαλλία, οι οποίοι έπρεπε «νὰ εἰσαγάγουν τὴν νεοελληνικὴν προφορὰν εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης».

Πηγές: https://ekpa.academia.edu/MitsiPikramenou

             εφημερίδα Real News

          el.wikipedia.org

Γεωργία Καρβουνάκη

Το άρθρο "όταν με έκαιγε μια εσωτερική φλόγα, τα κατάφερνα και ξεπερνούσα κάθε εμπόδιο" εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>