ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΑΓΚΑΤΑΚΗΣ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/charalabos-tsagkatakis/ Ενημέρωση // Άποψη // Προβολή Wed, 03 Jun 2026 05:13:48 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://www.pancreta.gr/wp-content/uploads/2026/03/cropped-fav-32x32.png ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΑΓΚΑΤΑΚΗΣ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/charalabos-tsagkatakis/ 32 32 Η γιορτή της ασημαντότητας https://www.pancreta.gr/tsagkatakispancretagrkeimena/ Tue, 02 Jun 2026 15:10:12 +0000 https://www.pancreta.gr/tsagkatakispancretagrkeimena/ Ο Τύπος, γραπτός και ηλεκτρονικός για να ανταποκρίνεται στην αποστολή θα έπρεπε να αποτελεί όπως είπε ο Χέγκελ, την «καθημερινή προσευχή του σύγχρονου ανθρώπου». Στην πραγματικότητα όμως κατέληξε σ’ έναν σκληρό ανταγωνισμό για οτιδήποτε μπορεί να γαργαλήσει τα ένστικτα, οτιδήποτε παλεύει να καταπνίξει το προνόμιο του να διαθέτεις νου. Διαβάζοντας  καθημερινά  διάφορες σελίδες ειδήσεων αλλά...

Το άρθρο Η γιορτή της ασημαντότητας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο Τύπος, γραπτός και ηλεκτρονικός για να ανταποκρίνεται στην αποστολή θα έπρεπε να αποτελεί όπως είπε ο Χέγκελ, την «καθημερινή προσευχή του σύγχρονου ανθρώπου». Στην πραγματικότητα όμως κατέληξε σ’ έναν σκληρό ανταγωνισμό για οτιδήποτε μπορεί να γαργαλήσει τα ένστικτα, οτιδήποτε παλεύει να καταπνίξει το προνόμιο του να διαθέτεις νου.

Διαβάζοντας  καθημερινά  διάφορες σελίδες ειδήσεων αλλά και blogs παρατήρησα ότι το τελευταίο διάστημα έχει αυξηθεί πάρα πολύ η παραπληροφόρηση.
Και όχι μόνο αυτό. Ορισμένοι τίτλοι, είναι σκοπίμως γραμμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε  να παρασύρουν τους αναγνώστες, ποντάροντας περισσότερο στη περιέργεια τους για να πατήσουν να ανοίξουν την είδηση ή το άρθρο.

Υπάρχει πια πληθώρα ενημέρωσης στο ίντερνετ, αλλά και κατά τη γνώμη μου υπάρχει και χειραγώγηση της είδησης. Μιας είδησης κομμένης και ραμμένης κατά πως βολεύει αυτόν που τη βγάζει. Κατά πόσο ο καθένας μπορεί να εμφανίζει την είδηση όπως τον βολεύει, και να χειραγωγεί τους αναγνώστες, ειλικρινά είναι κάτι που δεν πρόκειται ούτε να το καταλάβω ποτέ αλλά και το ανέχομαι με δυσκολία πια σαν άτομο. Γνωρίζω φυσικά και μάλιστα πολύ καλά, ότι αυτού του είδους η ενημέρωση έχει μοναδικό σκοπό την αύξηση της επισκεψιμότητας και φυσικά τα κέρδη από διαφημιστικές υπηρεσίες. Μα η λογική υπάρχει για να επεξεργαζόμαστε. Δεν μένει σε λογικές ηλιθίων και κουτοπόνηρων. Βαρύ ίσως ότι λέω, μα έτσι μας θεωρούν. Βλέπετε η μάζα είναι το καταφύγιο πολλών.

Η σημασία της πληροφορίας είναι σημαντική μα και καθοριστική στις μέρες μας. Της σωστής και αληθινής πληροφορίας όμως. Όχι αυτής που όπως ανέφερα παραπάνω είναι άλλοι οι σκοποί της. Και η σωστή ενημέρωση αγγίζει και την ίδια τη ποιότητα της δημοκρατίας μας. Η ευθύνη μπορεί κυρίως να βαραίνει τον δημοσιογράφο, αλλά και το κοινό πολλές φορές, που διακινεί τέτοιου είδους ενημέρωση και που άθελα του, ή όχι δεν έχει σημασία, γίνεται υποστηρικτής και του μέσου και του δημοσιογράφου. Και κάπως έτσι έχει και γράφεται ένα μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας σήμερα. Και θα τολμήσω να πω, ότι για το “κατάντημα” ενός λαού σήμερα μεγάλη ευθύνη έχουν και αυτοί οι άνθρωποι που λέγονται δημοσιογράφοι – εγώ δεν είμαι- για τις ειδήσεις που μας “πλασσάρουν”. Το γιατί γίνεται έτσι, σε μια άλλη κουβέντα θα το πούμε. Μα τίποτα δεν είναι τυχαίο..

Και όταν συνηθίζεις το τέρας στο τέλος του μοιάζεις κιόλας. Αυτό θέλει αυτή η κάστα των ύποπτων και των πάντα υποψιασμένων επί παντός επιστητού δημοσιογραφίσκων – μαϊντανών. Και ας μη γελιόμαστε. Η πλειοψηφία του κοινού τους είναι πλέον και έτοιμη μα και καλά εκπαιδευμένη και αδημονεί για τέτοιες ειδήσεις και μάλιστα με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Ένα κοινό διψασμένο για θεάματα, βία, σεξ. Ένα κοινό αθόρυβα θυμωμένο από το σύστημα στέκεται σε κατάσταση νιρβάνας μπροστά στις οθόνες του υπολογιστή, μακρυά, μα και αδιαφορώντας για την αληθινή ζωή.

 

Το άρθρο Η γιορτή της ασημαντότητας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Συνέντευξη με τον Ηλία Σεκέρη για το βιβλίο: «Να ξαναμάθουμε να φανταζόμαστε» https://www.pancreta.gr/synenteuxe-me-ton-elia-sekere-gia-to-biblio-na-xanamathoume-na-phantazomaste-e-skepse-tou-kastoriade-e-praxe-tes-eleutherias/ Mon, 01 Jun 2026 09:17:34 +0000 https://www.pancreta.gr/synenteuxe-me-ton-elia-sekere-gia-to-biblio-na-xanamathoume-na-phantazomaste-e-skepse-tou-kastoriade-e-praxe-tes-eleutherias/ Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου: “Να ξαναμάθουμε να φανταζόμαστε –  Η σκέψη του Καστοριάδη & η πράξη της ελευθερίας” με τον συγγραφέα και καλό φίλο Ηλία Σεκέρη, μια μεταξύ μας κουβέντα, και τον ευχαριστώ από καρδιάς! Ερ.: Γιατί να επιστρέψουμε σήμερα στον Κορνήλιο Καστοριάδη; Τι έχει να μας πει σε μια εποχή τόσο...

Το άρθρο Συνέντευξη με τον Ηλία Σεκέρη για το βιβλίο: «Να ξαναμάθουμε να φανταζόμαστε» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου: “Να ξαναμάθουμε να φανταζόμαστε –  Η σκέψη του Καστοριάδη & η πράξη της ελευθερίας” με τον συγγραφέα και καλό φίλο Ηλία Σεκέρη, μια μεταξύ μας κουβέντα, και τον ευχαριστώ από καρδιάς!

Ερ.: Γιατί να επιστρέψουμε σήμερα στον Κορνήλιο Καστοριάδη; Τι έχει να μας πει σε μια εποχή τόσο διαφορετική από τη δική του;

Ο Καστοριάδης δεν μας ενδιαφέρει επειδή “προέβλεψε” κάτι. Είναι όμως επίκαιρος γιατί διέγνωσε το υπόστρωμα της παρακμής πριν αυτή γίνει κανονικότητα. Το κεντρικό του επιχείρημα, ότι οι σύγχρονες κοινωνίες παραιτούνται από τη δυνατότητα να αυτοθεσμίζονται, έχει επιβεβαιωθεί πλήρως. Σήμερα δεν βιώνουμε απλώς μια πολιτική κρίση, ζούμε μια κρίση φαντασίας. Δηλαδή αδυναμία να σκεφτούμε άλλες μορφές συλλογικής ζωής πέρα από τη διαχείριση, την αγορά και τους “ειδικούς”.

Ο Καστοριάδης αρνείται να μας δει ως θύματα. Δεν ρίχνει την ευθύνη ούτε στο σύστημα, ούτε στην τεχνολογία, ούτε στην Ιστορία. Λέει κάτι πιο δύσκολο: ότι οι θεσμοί μας είναι δικές μας δημιουργίες και άρα μπορούμε και να τους αμφισβητήσουμε. Αυτό σήμερα ακούγεται σχεδόν αδιανόητο, γιατί πέρα από δυσφορία ή αγανάκτηση προϋποθέτει επίσης ανάληψη ευθύνης.

Ερ.: Μιλάς στο βιβλίο για “κρίση νοήματος”. Πού ακριβώς την εντοπίζεις;

Την εντοπίζω στο γεγονός ότι οι κοινωνίες συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς όμως να ξέρουν το γιατί. Οι θεσμοί επιβιώνουν μηχανικά, όμως οι άνθρωποι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους σε αυτούς. Τα παραδείγματα δεν λείπουν. Το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη ανέδειξε με τον χειρότερο τρόπο την αποσύνθεση κρίσιμων θεσμών. Από την κρατική αδιαφορία για την ασφάλεια στις μεταφορές, μέχρι τη χρόνια γραφειοκρατική αναβλητικότητα και αδιαφάνεια. Και φυσικά όλη την προσπάθεια συγκάλυψης μετά. Αντίστοιχα, τα σκάνδαλα παρακολουθήσεων, με τις αποκαλύψεις για τις υποκλοπές πολιτικών και δημοσιογράφων, πλήττουν την καρδιά του υποτιθέμενου δημοκρατικού κράτους δικαίου. Πώς να πιστέψει ο πολίτης ότι οι θεσμοί λειτουργούν υπέρ του, όταν αποκαλύπτεται ότι παρακολουθούνται εκπρόσωποι του κοινοβουλίου και της ενημέρωσης από την ίδια την κρατική εξουσία;

Αλλά το κυριότερο απ’ όλα, ακόμα και στην καθημερινότητα των πολιτών, βλέπουμε μια αποξένωση από τη συμμετοχή στο υπάρχον σύστημα . Η αυξανόμενη αποχή από τις εκλογές, που σε κάποιες περιφέρειες ξεπέρασε το 60% στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, δείχνει πως η σχέση του πολίτη με το πολιτικό σύστημα έχει φθαρεί σε βαθμό αποχής και αδιαφορίας. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν είναι κυνισμός ή απάθεια όπως προσπαθούν να μας πείσουν, αλλά πρόκειται για μια βαθύτερη αποσύνδεση του ανθρώπου από τη δυνατότητα να νοηματοδοτεί τη συλλογική του ύπαρξη. Η πολιτική έχει πλέον αποσυνδεθεί από κάθε συλλογικό όραμα, και αυτό που λέμε δημοκρατία, το οποίο ο Καστοριάδης ονόμαζε εύστοχα φιλελεύθερη ολιγαρχία, έχει συρρικνωθεί σε μια διαδικαστική διαχείριση της συναίνεσης από τους δήθεν “ειδικούς της πολιτικής”.

Και βέβαια κρίση νοήματος δεν σημαίνει ότι “δεν υπάρχουν αξίες”. Σημαίνει όμως ότι οι αξίες που υπάρχουν έχουν γίνει ιδιωτική υπόθεση, και επιλογές lifestyle. Όταν η κοινωνία παύει να παράγει κοινά νοήματα, κοινές φαντασιακές σημασίες όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης, τότε δεν μπορεί να υπάρξει ούτε δημοκρατία, ούτε πολιτική με ουσιαστική έννοια. Μόνο διαχείριση πληθυσμών και προβλημάτων.

Ερ.: Το “φαντασιακό” είναι από τις πιο κεντρικές έννοιες του Καστοριάδη. Τι εννοεί με αυτήν;

Το φαντασιακό, ή ακριβέστερα το ριζικό φαντασιακό για τον Καστοριάδη, είναι η δημιουργική δύναμη μέσω της οποίας μια κοινωνία επινοεί τον ίδιο της τον κόσμο. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι δεν μιλά για αυθαίρετες εικόνες του νου ή για ψυχολογικές προβολές, αλλά για τη δημιουργία των βασικών σημασιών που συγκροτούν έναν κόσμο. Δηλαδή τι μετρά ως πραγματικό, τι θεωρείται σωστό ή άδικο, τι είναι θεμιτό και τι γίνεται αντιληπτό ως αυτονόητο.

Οι κοινωνίες, όπως μας εξηγεί, δεν οργανώνονται μόνο με βάση ανάγκες, συμφέροντα ή λογικούς υπολογισμούς. Οργανώνονται γύρω από κοινωνικές φαντασιακές σημασίες όπως ο νόμος, το έθνος, το χρήμα, η πρόοδος, ο θεός, η αγορά, οι οποίες δεν προκύπτουν από τη φύση ούτε επιβάλλονται από κάποια ιστορική αναγκαιότητα. Είναι ιστορικές δημιουργίες.

Το ριζικό φαντασιακό είναι η πηγή αυτής της δημιουργίας. Η ικανότητα δηλαδή να εμφανίζεται κάτι καινούργιο που δεν μπορεί να εξηγηθεί αιτιοκρατικά. Από αυτό γεννιούνται οι θεσμοί και οι μορφές κοινωνικής ζωής. Και φυσικά μπορεί να θεμελιώσει την αυτονομία και τη δημοκρατία, αλλά και την ετερονομία και τον ολοκληρωτισμό.

Ερ.: Άρα η φαντασία από μόνη της δεν αρκεί;

Ακριβώς. Αυτό είναι κρίσιμο. Σήμερα μιλάμε συνέχεια για “αφηγήματα”, “οράματα” κλπ αλλά χωρίς καμία συζήτηση για αυτοπεριορισμό, ευθύνη και φυσικά συμμετοχή. Για τον Καστοριάδη, αυτονομία σημαίνει ότι η κοινωνία γνωρίζει πως οι νόμοι της είναι δικοί της και μπορεί να τους αμφισβητεί. Αυτό φυσικά προϋποθέτει σύγκρουση, παιδεία, χρόνο, συμμετοχή στις κοινές υποθέσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αυτονομία είναι απαραίτητη γιατί χωρίς αυτήν, το φαντασιακό γίνεται όργανο επιβολής και εκμετάλλευσης. Σήμερα η αγορά, η τεχνολογία και η “ανάπτυξη” είναι πανίσχυρες φαντασιακές σημασίες. Δεν μας επιβάλλονται με τη βία, τις έχουμε εσωτερικεύσει και αυτό αποτελεί νομίζω το μεγαλύτερο μας πρόβλημα.

Ερ.: Η κριτική του Καστοριάδη στον μαρξισμό είναι έντονη. Γιατί πιστεύετε ότι επιμένει σε αυτό;

Επειδή ο μαρξισμός, παρά τη ριζοσπαστική του γλώσσα, κατέληξε να αφαιρεί από την κοινωνία τη δημιουργικότητά της. Αν η Ιστορία έχει νόμους και τελικό σκοπό, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε τεχνικό ζήτημα για ειδικούς: ποιος “καταλαβαίνει” καλύτερα τους νόμους. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα στην πρωτοπορία, στη γραφειοκρατία και τελικά στην ετερονομία.

Ο Καστοριάδης δεν απορρίπτει την κοινωνική σύγκρουση, αλλά απορρίπτει την ιδέα ότι η Ιστορία “δουλεύει” για εμάς. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση χειραφέτησης. Αν δεν αναλάβουμε εμείς τη συλλογική δημιουργία των θεσμών μας, δεν θα το κάνει καμία ιστορική αναγκαιότητα.

Ερ.: Και ο νεοφιλελευθερισμός;

Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Εκεί όπου ο μαρξισμός έβλεπε την Ιστορία ως υποκείμενο, ο νεοφιλελευθερισμός βλέπει την Αγορά. Και στις δύο περιπτώσεις, η κοινωνία παραιτείται από τη δυνατότητα αυτοθέσμισης. Στον νεοφιλελευθερισμό η αγορά παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος και όχι ως ιστορική δημιουργία η οποία ενσωματώνεται ή ενθηκεύεται, όπως θα έλεγε ο Polanyi, στην κοινωνία. Αυτό είναι καθαρή ετερονομία, η οποία έχει οδηγήσει σε όλη αυτή την οικονομική ανισότητα που βλέπουμε γύρω μας.

Και βέβαια το πιο επικίνδυνο στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού δεν η οικονομική ανισότητα, αλλά η αποπολιτικοποίηση. Η πολιτική, όπως είπαμε, έχει μετατραπεί σε τεχνική διαχείριση “αναγκαστικών λύσεων” και οι επιλογές μας εμφανίζονται ως δεδομένες, όχι ως αντικείμενο συλλογικής απόφασης. Έτσι, ο άνθρωπος παύει να είναι πολίτης που συνδιαμορφώνει τον κοινό κόσμο και γίνεται καταναλωτής αυτών των έτοιμων επιλογών. Η ελευθερία μας περιορίζεται στο τι μπορούμε να διαλέξουμε, όχι στο τι μπορούμε να αλλάξουμε.

Ερ.: Τι σημαίνει, τελικά, δημοκρατία μέσα από αυτή τη σκοπιά;

Δημοκρατία σημαίνει διαυγασμένη συλλογική πράξη. Δηλαδή διαρκής δυνατότητα της κοινωνίας να θέτει υπό αμφισβήτηση τους ίδιους της τους νόμους. Όχι να τους καταλύει αυθαίρετα, αλλά να τους επανεξετάζει συνειδητά. Αυτός είναι ο λόγος που η δημοκρατία είναι εύθραυστη και απαιτητική. Δεν μπορεί να ζήσει με ανάθεση και παθητικότητα. Και γι’ αυτό σήμερα έχει υποχωρήσει. Όχι επειδή δεν λειτουργεί, αλλά επειδή απαιτεί περισσότερα απ’ όσα είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε.

Ερ.: Αν το βιβλίο είχε έναν βασικό στόχο, ποιος θα ήταν αυτός;

Να δείξει ότι η ελευθερία δεν είναι δικαίωμα που μας ανήκει, αλλά δυνατότητα που κατακτιέται. Και ότι αυτή η δυνατότητα περνά αναγκαστικά μέσα από τη φαντασία. Όχι τη φαντασία της φυγής κατά Sartre, ή της ονειροπόλησης, αλλά τη φαντασία της σύγκρουσης, της θέσμισης και της συλλογικής ευθύνης.

Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να λέμε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική και ταυτόχρονα να μιλάμε για ελευθερία. Ή θα ξαναμάθουμε να φανταζόμαστε ως κοινωνία, ή θα αρκεστούμε σε έναν κόσμο που λειτουργεί, αλλά δεν σημαίνει τίποτα.

Ερ.: Αν κάποιος κλείσει το βιβλίο σου και πει “ωραία όλα αυτά, αλλά ποτέ δεν αλλάζει τίποτα”, τι θα του απαντούσες;

Θα του έλεγα ότι έχει δίκιο, αν εννοεί τον κόσμο χωρίς τη δική του εμπλοκή. Τίποτα δεν αλλάζει από μόνο του. Ούτε η ιστορία, ούτε η κοινωνία, ούτε οι θεσμοί. Αυτή είναι ακριβώς η αυταπάτη που μας κρατά εγκλωβισμένους: ότι η αλλαγή είναι κάπου αλλού, σε μια μελλοντική κρίση, σε κάποιες εκλογές, σε μια νέα τεχνολογική εφεύρεση, ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο.

Ο Καστοριάδης μας υποχρεώνει να δούμε κάτι πολύ πιο άβολο. Ότι ζούμε μέσα σε θεσμούς που συνεχίζουμε να αναπαράγουμε, ακόμη κι όταν τους καταγγέλλουμε. Ότι η ετερονομία δεν είναι απλώς επιβολή από τα πάνω, αλλά και καθημερινή παραίτηση από το να σκεφτούμε, να συγκρουστούμε, να συμμετάσχουμε.

Αν λοιπόν δεν αλλάζει τίποτα, αυτό δεν είναι επιχείρημα κατά της αυτονομίας. Αντίθετα είναι επιχείρημα υπέρ της. Στην πραγματικότητα είναι ο πιο ουσιαστικός λόγος να την επιδιώξουμε.

Το βιβλίο δεν υπόσχεται ότι έχει κάποια συνταγή για την αλλαγή. Υπενθυμίζει όμως κάτι που έχουμε ξεχάσει: ότι ο κόσμος που ζούμε δεν είναι αναγκαστικός. Εμείς, ως κοινωνία, τον ορίζουμε. Και από τη στιγμή που το καταλάβουμε αυτό, τότε σταματάμε να έχουμε πια το άλλοθι της άγνοιας και μας μένει μονάχα η ευθύνη να τον αλλάξουμε.

Το βιβλίο έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Αυτολεξεί

Το άρθρο Συνέντευξη με τον Ηλία Σεκέρη για το βιβλίο: «Να ξαναμάθουμε να φανταζόμαστε» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Κατερίνα https://www.pancreta.gr/katerinagogouoktovriospethane/ Sun, 31 May 2026 08:16:59 +0000 https://www.pancreta.gr/katerinagogouoktovriospethane/ Κατερίνα Γώγου (1 Ιουνίου 1940 – 3 Οκτωβρίου 1993) Την είδα κάποτε στους δρόμους να μιλάει με θεατρικές χειρονομίες, να περπατάει στις κόχες των πεζοδρομίων κάνοντας ισορροπία κρατώντας κόκκινα μπαλόνια, τα μάτια της πάντα κοίταζαν ψηλά και φορούσε γάντια, είχα ξεχάσει πως ήταν όλα αυτά που ‘δειχνε πράσινα μάτια σε χλωμό πρόσωπο, παρανάλωμα, θα περπατήσω...

Το άρθρο Κατερίνα εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Κατερίνα Γώγου (1 Ιουνίου 1940 – 3 Οκτωβρίου 1993)

Την είδα κάποτε στους δρόμους να μιλάει με θεατρικές χειρονομίες, να περπατάει στις κόχες των πεζοδρομίων κάνοντας ισορροπία κρατώντας κόκκινα μπαλόνια, τα μάτια της πάντα κοίταζαν ψηλά και φορούσε γάντια, είχα ξεχάσει πως ήταν όλα αυτά που ‘δειχνε πράσινα μάτια σε χλωμό πρόσωπο, παρανάλωμα, θα περπατήσω πάνω στην θάλασσα για να με βρει, κομμάτια αγαλμάτων πληγιάζουν τα πόδια της Κι αν είναι να φύγω να πάω που; Κράτα με γερά στην σκέψη σου, ίσως γυρίσω, στην παλιά πόλη παίζουν μουσική ακόμα για αυτούς που ερωτεύονται μόνο την άνοιξη, το όνειρο μας συνδέει κι έρχεται πάντα σαν πιστό σκυλί στα πόδια σου Κι αν είναι να φύγω να πάω που;

Κατερίνα Γώγου

«Η Κατερίνα είμαι μωρέ. Που στην ευχή είσαστε; Που,ρε;»

Είμαι τόσα χιλίομετρα μακριά από τη πατρίδα και φεύγοντας έβαλα στις βαλίτσες μου λίγα μοναχά βιβλία. Εκείνα όμως που δεν άφησα πίσω μου ήταν τα δικά της. Όλες τις συλλογές της Κατερίνας και όλες της τις λέξεις, τις κρατάω μαζί μου. «Μέσα στη νύχτα για να μην τελείως χαθώ, κρατάω στα χέρια μου ένα μικρό βιβλίο με ποιήματα»,όπως γράφει και η ίδια.

Ηθοποιός, σύζυγος, μητέρα, ποιήτρια, Μυρτώ, Τάσιος, Εξάρχεια, Δαφνί, Ασφάλεια. Αυτοκαταστροφική, καταθλιπτική, αναρχική, ακατέργαστη, σκληροπυρηνική, αντισυμβατική. Λέξεις που σημάδεψαν τη ζωή της. Ταμπέλες που της φόρεσαν γνωστοί και ξένοι. Ίσως κάποιες να ίσχυαν, ίσως πάλι και όχι.

Πάντα ήθελα να γράψω για την Κατερίνα. Όχι όμως βαθυστόχαστα κειμενάκια και συγκινητικές προτάσεις σε ρομαντικό φόντο, που ξέρω πως εκείνη θα σιχαινόταν. Δεν θα γράψω έτσι, το υπόσχομαι. Χύμα αντισυμβατικές λέξεις, με μαγκιά και αλήθεια, αυτό της αξίζει, γι’ αυτό εξάλλου αγωνίστηκε. Για αυτές τις ιδέες πάλεψε. Γιατί είχε βαρεθεί τον έλεγχο και τα πλοκάμια της εξουσίας που απλώνονταν παντού. Εξάλλου στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου, ε;

«Σε ενοχοποιούν οι σκέψεις σου, οι σχέσεις σου, κάτι χαμόγελα που έσβησες, κάτι μαλακισμένες εικόνες που κουβαλάς, σχεδόν ηλιοβασίλεμα. »

Γεννήθηκε 1η Ιουνίου το 1940. Μια περίοδο που η Ελλάδα ήταν στα σχοινιά. Μια περίοδο που η χώρα πέρασε από κατοχή, από εμφύλιο και οι άνθρωποι ζούσαν στα σκοτάδια του φόβου, σαν φαντάσματα του ίδου τους του εαυτού. Εκείνη όμως όχι. Εκείνη τόλμησε να ονειρευτεί.

«Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι. Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας. Αιώνες μοναξιάς. Τώρα μη. Μη με σταματάς. Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού. Ονειρεύομαι ελευθερία.»

Από τα πέντε της κιόλας χρόνια συμμετέχει σε παιδικούς θιάσους, ενώ από τα μέσα αποκαλείται ‘παιδί θαύμα’. Μετά ακολούθησαν οι ταινίες και το θέατρο. Η Κατερίνα δεν ήταν αυτό το επιφανειακό κορίτσι που έβγαζε μέσα από τις ταινίες της. Ο ρόλος του θηλυκού κλόουν, όπως τη χαρακτήριζαν, δεν της ταίριαζε και ας τον ερμήνευε με τόση επιτυχία. Στη πραγματικότητα ήταν το ακριβώς αντίθετο. Ένα αγρίμι στα λούσα. Μια γυνάικα ανένταχτη στην γκλαμουριά και στην κινηματογραφική επιφάνεια. Ένα παιδί ονειροπόλο που πάλευε στον δήθεν κόσμο των ενηλίκων. Μια μοναχική και βασανισμένη ψυχή με συνεχείς αναζητήσεις, αλλά και συγκρούσεις με το κατεστημένο και ένα μυαλό που δε σταμάταγε πότε να σκέφτεται. Εδείξε την πραγματική της πλευρά μέσα απο το λυτρωτικό της γράψιμο. Γιατρειά για όσο πάλευε τα δαιμόνια μέσα της και εκείνα της εξουσίας. Όπως είχε γράψει για εκείνη ο Γιώργος Δάγλας «Οι λέξεις δεν υπάρχουν για να κρυβόμαστε πίσω τους. Οι λέξεις ανοίγουν τις κλειστές καρδιές των ανθρώπων. Έπρεπε να κρατήσω πρώτα τις τελευταίες της λέξεις: ψηλά το κεφάλι.»

«Γι ‘αυτό αν τύχει και μ‘αγαπήσεις πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ πώς θα μ’ αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ. Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ. Κι εκεί.»

Παρά την υπονόμευση του ποιητικού της βίου η Κατερίνα κατάφερε να σταθεί πάνω σε αυτό το συνεχώς συρόμενο κάτω απο τα πόδια της έδαφος. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τρία κλικ αριστερά» πούλησε πάνω από 40.000 αντίτυπα, αριθμός που, όπως λένε οι εκδότες, ήταν σπάνιος για ποιητικές συλλογές και μόνο ο Ελύτης και ο Ρίτσος τον έφταναν. Το βιβλίο μάλιστα μεταφράστηκε και στα αγγλικά και κυκλοφόρησε το 1983 στην Αμερική. «Ταπεινά και όχι ταπεινωμένη λέω πως η τέχνη δε με λύτρωσε κι ούτε διέφυγα απο τις απόκρημνες στροφές της τρέλας… Σκληρό ναρκωτικό η μοναξιά.»

Στις 3 Οκτωβρίου 1993 όμως αποφασίζει να βάλει μόνη της τη τελεία. Η αιτία του θανάτου της, ένα «κοκτέιλ» από χάπια και αλκοόλ. Στην είδηση του θανάτου της, η κόρη της κατέρρευσε. Οι φίλοι της στεναχωρήθηκαν. Κανείς όμως δεν εξεπλάγη. Οι περισσότεροι το περίμεναν, πολλοί μάλιστα την είχαν «ξεγραμμένη» από πολύ νωρίτερα. Πίσω της άφησε εναν αγώνα ημιτελή, κάμποσες λέξεις στο χαρτί και μια ιδέα.
«Έπαιζα με τη ζωή. Κι άμα παίζεις με τη ζωή, παίζεις και με το θάνατο… Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα. Καμιά κουβέντα απο κανέναν άλλο… τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε.»

 

Το άρθρο Κατερίνα εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Γύφτοι… https://www.pancreta.gr/gyftoitsigganoiarthropancretagr/ Fri, 29 May 2026 05:29:43 +0000 https://www.pancreta.gr/gyftoitsigganoiarthropancretagr/ Τέλη Μάη, αρχές Ιούνη τους βλέπαμε! Έφτιαχναν τους καταυλισμούς, έστηναν τα τσαντίρια τους στα χωράφια και άρχιζαν να κυκλοφορούν στο χωριό. Τους ακούγαμε! Από το πρωί διαλαλούσαν τη μικροπραγμάτεια τους: χώμα, μικρά πουλιά, λουλούδια, κουζινικά, φρούτα και λαχανικά. Κάποιοι άλλοι γύριζαν όλο το χωριό και έφτιαχναν πληγωμένες ψάθινες καρέκλες, τρόχιζαν αδύναμα μαχαίρια, μάζευαν τα παλιά...

Το άρθρο Γύφτοι… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Τέλη Μάη, αρχές Ιούνη τους βλέπαμε! Έφτιαχναν τους καταυλισμούς, έστηναν τα τσαντίρια τους στα χωράφια και άρχιζαν να κυκλοφορούν στο χωριό.
Τους ακούγαμε! Από το πρωί διαλαλούσαν τη μικροπραγμάτεια τους: χώμα, μικρά πουλιά, λουλούδια, κουζινικά, φρούτα και λαχανικά. Κάποιοι άλλοι γύριζαν όλο το χωριό και έφτιαχναν πληγωμένες ψάθινες καρέκλες, τρόχιζαν αδύναμα μαχαίρια, μάζευαν τα παλιά κι άχρηστα αντικείμενα των σπιτιών.

Σε όλο αυτό το μετακινούμενο εμπορικό θίασο, είχαν μαζί τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Εκείνες, ντυμένες με πολύχρωμα φαρδιά ρούχα, με μαντήλι ριγμένο στους ώμους· τα παιδιά, γυμνά, ξυπόλητα και βρώμικα!

Τα απογεύματα εμφανίζονταν σε ομάδες και ζητούσαν από τους ντόπιους τρόφιμα και ρούχα. Οι πόρτες των σπιτιών μας, όμως, ήταν ερμητικά κλειστές.

Τις διώχναμε, με περισσή απέχθεια, μακριά, για να μη «μας κλέψουν»!

Ήταν, για εμάς το συνώνυμο της κλεψιάς!

Εκείνη, ποτέ δεν ξεκουραζόταν τα μεσημέρια. Ήτανε έξω και έκανε δουλειές. Πολλές φορές την έβλεπα να τις φωνάζει. Άνοιγε την πόρτα τού φράχτη και μιλούσε μαζί τους. Τους έδινε πράγματα, φαΐ ή γλυκά στα παιδιά. Οι γυναίκες την ευχαριστούσαν, τη γέμιζαν με ευχές και απομακρύνονταν με τα παιδιά τους τραγουδώντας και χορεύοντας.

Χορός – αντίδωρο για την ανέλπιστη προσφορά.

Μια μέρα, την είδε η μάνα της.

-Τι κάνεις;

– Δεν βλέπεις; Συζητάω!

-Τα κάνουν όλα ψέματα! Δεν καταλαβαίνεις; Να μας κλέψουν θέλουν.

Οι καταυλισμοί έφτιαχναν μεικτές ομάδες που εργάζονταν στον κάμπο. Η παραγωγή μεγάλη, τα ντόπια χέρια λιγοστά. Οι παραγωγοί, όμως, δεν τους προτιμούσαν. Μόνο όταν δεν υπήρχαν ντόπια «χέρια» κατέληγαν σε αυτούς.

-Μακριά από αυτούς! Ή θα σε κλέψουν, ή θα μαλώνουν μεταξύ τους!

Την εποχή εκείνη συνηθιζόταν οι εργάτες να τρώνε κάθε μεσημέρι με έξοδα του παραγωγού. Λόγω της σχέσης του με αυτούς -ήταν συντοπίτες-, το φαγητό επιβαλλόταν να ήταν καλό. Ήταν και ζήτημα γοήτρου. Αν κανείς τολμούσε να μην προσφέρει «καλό» φαγητό, την άλλη μέρα τον συζητούσε όλο το χωριό

Όταν, όμως, οι εργάτες προέρχονταν από τους καταυλισμούς, έφτανε λίγο ψωμί με τυρί, ή, το πολύ… καμιά κονσέρβα!

Πάντα βοηθούσε τη μητέρα της στην ετοιμασία του φαγητού των εργατών.

Άρχισαν να μαλώνουν.

Ψωμί με τυρί;

Ναι!

Την είδα να ντύνεται και να φεύγει. Όταν γύρισε, κρατούσε δύο – τρεις σακούλες. Κλείστηκε στην κουζίνα, μόνη της, πάνω από μία ώρα. Η μυρωδιά τού φαγητού προκάλεσε το αδύναμο, αλλά επίμονο, μουρμουρητό διαμαρτυρίας τής μητέρας της.

Βγήκε έξω, με πήρε από το χέρι για να πάμε στο χωράφι.

Οι δυο γυναίκες δεν αντάλλαξαν ούτε μια ματιά.

Οι άνθρωποι σταμάτησαν τη δουλειά και μαζεύτηκαν, σε κύκλο, να φάνε. Έβγαλε το φαγητό και όταν το άνοιξε, ησυχία απλώθηκε στη θέα του. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο ένας ηλικιωμένος τη ρώτησε:

Το φαγητό είναι για μας;

Εσείς δεν δουλεύετε εδώ;

Έκοψε τελετουργικά το ψωμί και μοίρασε σε όλους ψάρια.

Δεν ακουγόταν τίποτα σ’ εκείνο το κύκλο των εργατών. Οι άνθρωποι έτρωγαν συγκρατημένα και την παρατηρούσαν προσπαθώντας να καταλάβουν.

Κάθε μεσημέρι με έπαιρνε από το χέρι και τους πηγαίναμε φαγητό.

Ήταν η δεύτερη μέρα που δεν τους βλέπαμε στο χωριό. Οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν.

-Ξεκουμπίστηκαν!

-Επιτέλους!

-Να γλιτώσουμε!

-Ναι, αλλά τι θα γίνει με τις δουλειές;

Μόνο εκείνη γελούσε και μου έλεγε:

-Εδώ είναι. Τους είδα. Κάτι ετοιμάζουν.

Ο καταυλισμός ήταν ανάστατος. Ένας συγχωριανός είπε ότι του ζήτησαν να τους νοικιάσει ένα μεγάλο χωράφι για 5-6 ημέρες.

-Τους τό ‘δωσα! Πλήρωσαν καλά.

Σε πολύ λίγο χρόνο το χωράφι είχε γίνει εργοτάξιο. Ένα τεράστιο τετράγωνο οριοθετούταν από ξύλινες κατασκευές. Εντός του στρώθηκαν με άσπρα τραπεζομάντηλα εκατοντάδες τραπέζια. Πάνω στα τραπέζια υπήρχαν λουλούδια, πολλά και όμορφα. Στην αρχή τού χωραφιού δέσποζε μία μεγάλη εξέδρα. Στο κέντρο της υπήρχαν δύο μεγάλες πολυθρόνες.

Γάμος! Και τι γάμος! Ο «βασιλιάς» τους παντρεύει τον γιο του!

-Ντύσου να πάμε να δούμε. Έλα, μη καθυστερείς!

Έβαλα τα καλά μου, με χτένισε και φύγαμε.

-Άσε το παιδί. Να πας μόνη σου! Στο τέλος ξέρεις τι θα γίνει.

Σχεδόν, όλο το χωριό «πήγαινε» στον γάμο. Απρόσκλητο. Πήγαινε να «χαζέψει», «να περάσει την ώρα του».

Φτάσαμε από τους πρώτους, Κάποιοι άντρες μάς κρατούσαν έξω από το οριοθετημένο τετράγωνο.

-Μπορείτε να βλέπετε, όχι να μπείτε.

Έφταναν ως οικογένειες. Έλεγαν το όνομά τους στην είσοδο και η κοπέλα τους έδινε ένα χαρτάκι μ’ έναν αριθμό επάνω. Ο κάθε αριθμός αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο τραπέζι. Πρέπει να υπήρχαν περίπου 500-600 άνθρωποι εντός εκείνου του περίεργου, υπαίθριου μαγαζιού. Εμείς, οι ντόπιοι, παρατηρούσαμε εκτός του τετραγώνου αποσβολωμένοι την ανέλπιστη οργάνωσή τους.

Είχαν καθίσει όλοι στο τραπέζι τους. Τα φαγητά σερβιρίζονταν με ταχύτητα και τάξη. Μετά από λίγη ώρα, απλώθηκε σιωπή. Κάποιος στην εξέδρα πήρε το μικρόφωνο και ανήγγειλε τον «βασιλιά». Ο ηλικιωμένος κύριος, εν μέσω χειροκροτημάτων, σηκώθηκε και ευχαρίστησε τον κόσμο. Το ζευγάρι ανέβηκε στην εξέδρα και κάθισε στις δύο πολυθρόνες. Μία – μία οικογένεια πλησίαζε στην εξέδρα και άφηνε το δώρο της.

Μόλις ολοκληρώθηκε και αυτή η διαδικασία ήρθε η ορχήστρα. Οι πιο διάσημοι μουσικοί και τραγουδιστές τής φυλής τους ήταν εκεί. Όλοι!

Έβλεπα τα πρόσωπα των συγχωριανών μου. Έκπληκτοι, δεν πίστευαν όσα εξελίσσονταν μπροστά τους. Αυτά τα ξύλινα σύνορα είχαν αντιστρέψει τους ρόλους. Ήμασταν, από την άλλη πλευρά, όρθιοι να τους χαζεύουμε. Εμείς, τώρα, ήμασταν οι «άλλοι», εκείνοι που δεν επιτρεπόταν να μπούμε στον δικό τους κόσμο.

Μόνο εκείνη γελούσε. Ήταν όμορφη στο χαμόγελό της. Η πραγματικότητα την επιβεβαίωνε και εκείνη το απολάμβανε.

Πριν αρχίσει η μουσική είδα κάποιον να πλησιάζει τον «βασιλιά» και να μας δείχνει! Για την ακρίβεια έδειχνε εκείνη.

Μας πλησίασαν δύο άντρες και μάς είπαν να τους ακολουθήσουμε Με πήρε από το χέρι και διαβήκαμε τα ξύλινα σύνορα. Βρισκόμασταν εμπρός του. Σηκώθηκε, πήρε το μικρόφωνο και της είπε:

-Σ’ ευχαριστούμε.

Πήρε το χέρι της και την έβαλε να καθίσει δίπλα του.

Και φάνταζε ακόμα πιο όμορφη η «βασίλισσα» της καρδιάς μου. Κι όταν σηκώθηκε να χορέψει, σηκώθηκαν όλοι και χτυπούσαν παλαμάκια σ’ έναν άνθρωπο που έγινε ο άνθρωπός τους.

Και όταν τελείωσαν όλα, με πήρε από το χέρι και μού είπε:

-Πάρε βαθιές ανάσες, αγόρι μου, μύρισε τη νύχτα και τη γη, άκου το αεράκι, δες τ’ αστέρια και το φεγγάρι.

Ζήσε, αγάπη μου, ως άνθρωπος, ανάμεσα στους ανθρώπους.

Του ιστορικού Ρόδη Λοχαΐτη

Το άρθρο Γύφτοι… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο Σικελιανός, ο Καζαντζάκης και ένα παρ΄ολίγον θαύμα… https://www.pancreta.gr/sikelianoskazantzakis/ Wed, 27 May 2026 03:45:18 +0000 https://www.pancreta.gr/sikelianoskazantzakis/ Άγγελος Σικελιανός (15/3/1884 – 19/6/1951) Αυτός θεατρίνος; Θα’ταν θεατρίνος αν έκανε τον απλό και το μετριόφρονα. Μα ήταν ο πιο ειλικρινής άνθρωπος στον κόσμο• το διαπίστωσα μια μέρα παρακολουθώντας ένα περιστατικό που ξεπερνούσε τα όρια του κωμικού κι έμπαινε στην επικίντυνη πύρινη περιοχή της παραφροσύνης. Μέναμε οι δυό σ’ ένα εξοχικό σπίτι, μέσα σε πευκώνα,...

Το άρθρο Ο Σικελιανός, ο Καζαντζάκης και ένα παρ΄ολίγον θαύμα… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Άγγελος Σικελιανός (15/3/1884 – 19/6/1951)

Αυτός θεατρίνος; Θα’ταν θεατρίνος αν έκανε τον απλό και το μετριόφρονα. Μα ήταν ο πιο ειλικρινής άνθρωπος στον κόσμο• το διαπίστωσα μια μέρα παρακολουθώντας ένα περιστατικό που ξεπερνούσε τα όρια του κωμικού κι έμπαινε στην επικίντυνη πύρινη περιοχή της παραφροσύνης.

Μέναμε οι δυό σ’ ένα εξοχικό σπίτι, μέσα σε πευκώνα, στην άκρα της θάλασσας. Διαβάζαμε Ντάντε και Παλαιά Διαθήκη κι Όμηρο, μου απάγγελνε με τη βροντερή φωνή του στίχους δικούς του, κάναμε μακρινούς περιπάτους• ήταν οι πρώτες μέρες της γνωριμιάς μας, τ΄αρραβωνιάσματα. Χαρά μεγάλη που είχα βρει έναν άνθρωπο να μην μπορεί ν’ αναπνέει παρά στο πιο αψηλό πάτωμα της επιθυμίας. Γκρεμίζαμε και δημιουργούσαμε τον κόσμο, ήμασταν και οι δυό σίγουροι πως η ψυχή είναι παντοδύναμη• μονάχα που αυτός νόμιζε πως η ψυχή η δική του, εγώ πως η ψυχή του ανθρώπου.

Ένα δειλινό που ετοιμαζόμασταν για το βραδινό μας περίπατο και στεκόμασταν ακόμα στο κατώφλι και κοιτάζαμε τη θάλασσα, να σου και καταφτάνει τρεχάτος ο ταχυδρόμος του χωριού• έβγαλε από την τσάντα του κι έδωκε ένα γράμμα στο φίλο μου κι ύστερα έσκυψε στο αφτί του, ταραγμένος:

-Έχετε κι ένα μεγάλο δέμα…. είπε με φοβισμένη φωνή.

Ο φίλος μου δεν τον άκουσε• διάβαζε το γράμμα, και το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. Άπλωσε το χέρι, μου το’ δωκε:

– Διάβασε… μου’ πε.

Πήρα το γράμμα, διάβασα: «Βουδάκι μου, ο καημένος ο γείτονάς μας, ο ράφτης, πέθανε• σου τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις», του’ γραφε η γυναίκα του. Ο φίλος μου με κοίταξε με αγωνία:

– Νομίζεις, είναι δύσκολο; έκαμε.

Σήκωσα τους ώμους:

-Δεν ξέρω, αποκρίθηκα• πάντως είναι δύσκολο πολύ.

Μα ο ταχυδρόμος βιάζουνταν.

-Τι να το κάμω το δέμα; ρώτησε και σήκωνε το πόδι του να φύγει.

-Φέρ’το! είπε ο φίλος μου απότομα και στράφηκε πάλι και με κοίταξε, λες και περίμενε να του δώσω κουράγιο.

Μα εγώ ένιωθα δυσφορία μεγάλη και σώπαινα.

Σταθήκαμε αμίλητοι και περιμέναμε• ο ήλιος έγερνε να βασιλέψει, η θάλασσα είχε γίνει σκούρα τριανταφυλλιά• ο φίλος μου δάγκανε τα χείλη και περίμενε. Σε λίγο δυό χωριάτες φάνηκαν και σήκωναν ένα φτωχικό φέρετρο• ήταν μέσα ο ράφτης.

-Ανεβάστε τον απάνω! πρόσταξε ο φίλος μου και το λαμπρό πρόσωπο του είχε σκοτεινιάσει. Στράφηκε πάλι και με κοίταξε:

-Τι λες; με ρώτησε πάλι και κάρφωσε στα μάτια μου τη ματιά του, ανήσυχη• τι λες, θα μπορέσω;

-Δοκίμασε, αποκρίθηκα• εγώ θα πάω περίπατο.

Πήρα γιαλό γιαλό κι ανάσαινα βαθιά τη μυρωδιά του πεύκου και της θάλασσας. «Τώρα θα φανεί, συλλογίζουμουν, αν είναι θεατρίνος ή αν είναι επικίντυνα απότολμη ψυχή, έτοιμη να πεθυμήσει και να επιχειρήσει τα αδύνατα. Θα δοκιμάσει ν’αναστήσει το νεκρό, ή, παμπόνηρος, θα φοβηθεί το γελοίο και θα πάει κρυφά κι ήσυχα να κοιμηθεί στο κρεβάτι του; Απόψε θα φανεί.» Έτρεμα που ζυγιάζουνταν έτσι μπροστά μου η ψυχή του φίλου μου και περπατούσα γρήγορα γρήγορα, αναστατωμένος.

Ο ήλιος είχε πια βουτήξει• το πρώτο σκούξιμο της κουκουβάγιας ακούστηκε μέσα από τα πεύκα, θλιμμένο και τρυφερό• οι μακρινές βουνοκορφές άρχισαν να λιώνουν μέσα στο σούρουπο. Μάκρινα επίτηδες τον περίπατο μου, γιατί ένιωθα δυσφορία να γυρίσω σπίτι• πρώτα πρώτα μ’ενοχλούσε η παρουσία του νεκρού• ποτέ δεν μπόρεσα ν’αντικρίσω νεκρό χωρίς ν’ανατριχιάσω από αηδία και φόβο• κι ύστερα, γιατί ήθελα ν’αναβάλω όσο μπορώ να δω πως θα φερθεί στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο φίλος μου.

Όταν έφτασα στο σπίτι, το δωμάτιο του φίλου μου, από πάνω από το δικό μου, ήταν κατάφωτο. Δεν είχα κέφι να δειπνήσω, έπεσα στο κρεβάτι να κοιμηθώ• μα πού να κλείσω μάτι! Από πάνω μου όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει• κι ευτύς ύστερα βήματα βαριά απάνω κάτω, πολλή ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει. Όλη τη νύχτα. Κάποτε άκουσα το φίλο μου ν’ αναστενάζει βαθιά και ν’ ανοίγει το παράθυρο, σαν να πλαντούσε κι ήθελε να πάρει αέρα.

Είχα πια κουραστεί, και τα ξημερώματα με πήρε ο ύπνος• άργησα να ξυπνήσω και να κατέβω κάτω• ο φίλος μου κάθουνταν μπροστά στο τραπέζι, το γάλα μπροστά του έμενε ανέγγιχτο. Τρόμαξα όταν τον είδα• δυό μεγάλοι γαλάζιοι κύκλοι είχαν απλωθεί γύρα από τα μάτια του κι ήταν χλωμός χλωμός και τα χείλια του κάτασπρα. Δεν του μίλησα• κάθισα δίπλα του στενοχωρημένος και περίμενα.

-Έκαμα ό,τι μπορούσα, είπε τέλος, σαν να’θελε να δικαιολογηθεί• θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό: ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και του φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε• το ίδιο έκαμα κι εγώ… Σώπασε, και σε λίγο:

-Όλη νύχτα…. όλη νύχτα…. του κάκου!

Θαμασμός με είχε κυριέψει• κοίταζα το φίλο μου και τον καμάρωνα• είχε μπει στο γελοίο, μα το’χε ξεπεράσει, είχε φτάσει στο τραγικό σύνορο της παραφροσύνης, και τώρα γύριζε και κάθουνταν αντίκρα μου εξαντλημένος. Σηκώθηκε, πρόβαλε ως το κατώφλι, κοίταξε μπροστά του τη θάλασσα, σφούγγιξε το μέτωπο του που μαργαριτώνουνταν με χοντρές στάλες ιδρώτα.

-Και τώρα; στράφηκε και με ρώτησε• τι να κάμω;

-Φώναξε τον παπά να’ ρθει να τον θάψει, αποκρίθηκα• κι εμείς πάμε να κάμουμε τη βόλτα μας στην άκρα της θάλασσας.

Τον πήρα χεραγκαλιά, το μπράτσο του έτρεμε• βγάλαμε τα παπούτσια μας, ξεκαλτσωθήκαμε, τσαλαβουτούσαμε στο ακρογιάλι και δροσερεύαμε. Δεν μιλούσε, μα ένιωθα πως η δροσιά της θάλασσας και το ήσυχο φουρφούρισμα της τον γαλήνευαν.

-Ντρέπουμαι…. μουρμούρισε τέλος. Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παντοδύναμη;

-Δεν είναι ακόμα, αποκρίθηκα• θα γίνει. Παλικαριά μεγάλη να θες να ξεπεράσεις τα σύνορα του ανθρώπου• μα παλικαριά μεγάλη και ν’αναγνωρίζεις χωρίς τρόμο τα σύνορα και να μην απελπίζεσαι. Θα χτυπούμε, θα χτυπούμε τα κεφάλια μας απάνω στα κάγκελα, πολλά κεφάλια θα γίνουν θρύμματα, μα μια μέρα τα κάγκελα θα σπάσουν…..

Ν. Καζαντζακης, Αναφορά στον Γκρέκο-κεφ ΙΘ΄, ο φίλος μου ο ποιητής- Άγιον Όρος

Το άρθρο Ο Σικελιανός, ο Καζαντζάκης και ένα παρ΄ολίγον θαύμα… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Λουκρητία Μότ: Μία από τις πρώτες φεμινίστριες https://www.pancreta.gr/lucretiamott/ Tue, 26 May 2026 04:11:46 +0000 https://www.pancreta.gr/lucretiamott/ Λουκρητία Μότ (3 Ιανουαρίου 1793 – 11 Νοεμβρίου 1880) Η Λουκρητία Μότ, υπήρξε μία από τις πρώτες φεμινίστριες, υποστηρίκτρια της κατάργησης της θανατικής ποινής, κοινωνική αναθεωρήτρια και σε όλη της την ζωή υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των γυναικών. Το πλήρες της όνομα ήταν Λουκρητία Μότ Κόφιν και γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1793 στην πόλη Nantucket,...

Το άρθρο Λουκρητία Μότ: Μία από τις πρώτες φεμινίστριες εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Λουκρητία Μότ (3 Ιανουαρίου 1793 – 11 Νοεμβρίου 1880)

Η Λουκρητία Μότ, υπήρξε μία από τις πρώτες φεμινίστριες, υποστηρίκτρια της κατάργησης της θανατικής ποινής, κοινωνική αναθεωρήτρια και σε όλη της την ζωή υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των γυναικών.

Το πλήρες της όνομα ήταν Λουκρητία Μότ Κόφιν και γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1793 στην πόλη Nantucket, της Μασαχουσέτης σε μία οικογένεια κουακέρων. Ήταν το δεύτερο από τα επτά παιδιά της οικογένειας. Πήρε την πρώτη της εκπαίδευση σε θρησκευτικό σχολείο και μετέπειτα έγινε δασκάλα. Άρχισε να αγωνίζεται για τα δικαιώματα των γυναικών όταν ανακάλυψε ότι οι άντρες συνάδελφοί της πληρώνονταν τα διπλάσια από τις γυναίκες. Στις 10 Απριλίου του 1811 παντρεύεται έναν συνάδελφό της. Το πρώτο τους παιδί πεθαίνει σε ηλικία πέντε ετών.

Μαζί με τον σύζυγό της ανέλαβαν πρωτοβουλίες κατά της δουλείας ενεργοποιούμενοι στην American Anti-Slavery Society, καθώς επίσης και κατά της θανατικής ποινής. Έγινε κήρυκας κατά της δουλείας και προέτρεπε τους υποστηρικτές της να μην χρησιμοποιούν προϊόντα που παράγονται από εργοδότες που έχουν δούλους, όπως υφάσματα κοτόν, ζάχαρη από κάλαμο κ.α.

Στον αγώνα της για τα δικαιώματα των γυναικών ήταν από τις πρώτες που μίλησε για τον θεσμό του διαζυγίου, καθώς επίσης και για το δικαίωμα των γυναικών μετά τον χωρισμό ή τον θάνατο του συζύγου, να παίρνουν την επιμέλεια των τέκνων τους (έως τότε η επιμέλεια δινόταν στον πατέρα). Υπερασπίστηκε με θέρμη τις ανύπαντρες μητέρες, καθώς επίσης και τις ομοφυλόφιλες.

Το 1850 γράφει το Discourse on Woman, ένα βιβλίο που περιγράφει τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που υφίστανται οι γυναίκες. Όταν η δουλεία τέθηκε εκτός νόμου το 1865, ενεργοποιήθηκε υπέρ των δικαιωμάτων των νέγρων, και ειδικότερα στο δικαίωμα στην ψήφο.

Πεθαίνει στις 11 Νοεμβρίου του 1880 στο Άμπιγκτον της Πενσυλβάνια.

***Βιβλιογραφία

Bacon, Margaret Hope. Valiant Friend: the Life of Lucretia Mott. Walker and Company, 1980.

Bacon, Margaret Hope. Mothers of Feminism: the Story of Quaker Women in America. Harper & Row, 1986.

Greene, Dana (editor). Lucretia Mott: Her Complete Speeches and Sermons. The Edwin Mellen Press, 1980.

Palmer, Beverly Wilson (editor), Selected Letters of Lucretia Coffin Mott. University of Illinois Press, 2002.

Το άρθρο Λουκρητία Μότ: Μία από τις πρώτες φεμινίστριες εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Υπόθεση Μέρτεν https://www.pancreta.gr/ypothesimerten/ Sun, 24 May 2026 05:00:05 +0000 https://www.pancreta.gr/ypothesimerten/ Ήταν 11 Φεβρουαρίου του 1959, όταν άρχισε στην Αθήνα η δίκη του γερμανού εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν. Ο Μαξ Μέρτεν (1911-1976) υπήρξε υψηλόβαθμος Ναζί, που υπηρέτησε στη Θεσσαλονίκη τη διετία 1942-1944, ως σύμβουλος της στρατιωτικής διοίκησης της πόλης. Ήταν ο άνθρωπος που υπέγραψε τη μεταφορά των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο κολαστήριο του Άουσβιτς, ενώ...

Το άρθρο Υπόθεση Μέρτεν εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ήταν 11 Φεβρουαρίου του 1959, όταν άρχισε στην Αθήνα η δίκη του γερμανού εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν.

Ο Μαξ Μέρτεν (1911-1976) υπήρξε υψηλόβαθμος Ναζί, που υπηρέτησε στη Θεσσαλονίκη τη διετία 1942-1944, ως σύμβουλος της στρατιωτικής διοίκησης της πόλης. Ήταν ο άνθρωπος που υπέγραψε τη μεταφορά των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο κολαστήριο του Άουσβιτς, ενώ είχε ευθύνη για αναρίθμητες αρπαγές και λεηλασίες των περιουσιών τους, που η συνολική τους αξία ξεπερνούσε τα 125.000.000 χρυσά φράγκα, ποσό τεράστιο για την εποχή αυτή. Ένα τμήμα του θησαυρού αυτού στάλθηκε στη Γερμανία και το υπόλοιπο θάφτηκε κάπου στη Βόρειο Ελλάδα, σύμφωνα με εκτιμήσεις.

Τον Μάιο του 1957, όντας υψηλόβαθμο στέλεχος του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δυτικής Γερμανίας, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη ως τουρίστας, για να αναζητήσει, κατά μία εκδοχή, τον κρυμμένο θησαυρό. Αναγνωρίστηκε από κάποια θύματά του και συνελήφθη, με εντολή του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Τούση, καθώς εκκρεμούσε εις βάρος του ένταλμα σύλληψης από το 1947 για εγκλήματα πολέμου.

Σχεδόν αμέσως με την προφυλάκισή του άρχισαν οι πιέσεις από τη γερμανική πλευρά για την απελευθέρωσή του. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή έδειξε να υποχωρεί. Οι δύο χώρες ήταν τώρα στο ίδιο στρατόπεδο ως μέλη του ΝΑΤΟ και η φτωχή Ελλάδα ήταν εξαρτημένη οικονομικά από τη Δυτική Γερμανία (μετανάστες, δάνεια κλπ). Οι πιέσεις εντάθηκαν τον Νοέμβριο του 1958, όταν ο Καραμανλής επισκέφθηκε επίσημα τη Βόννη, προκειμένου να διαπραγματευτεί τη σύναψη δανείου, ύψους 200.000.000 μάρκων.

Τον Ιανουάριο του 1959 η κυβέρνηση Καραμανλή εισάγει στη Βουλή και ψηφίζει νόμο «περί αναστολής διώξεως εγκληματιών πολέμου», με τη δικαιολογία ότι «πρέπει να παραμεριστούν τα εμπόδια δια την ανάπτυξιν των σχέσεών μας με τη Δυτική Γερμανία», όπως δήλωσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Καλλίας. Η αντιπολίτευση, με προεξάρχοντες τους Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (Κόμμα Φιλελευθέρων), Ηλία Τσιριμώκο (ΕΔΑ) και Σταύρο Ηλιόπουλο (ΕΔΑ), καταγγέλλει την «αμνήστευση των εγκληματιών του ελληνικού λαού» και κατηγορεί την κυβέρνηση ότι έχει υποκύψει σε πιέσεις της δυτικογερμανικής κυβέρνησης, πράγμα το οποίο αρνείται ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ.

Υπό την πίεση της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης («Η Ελλάδα αμνηστεύει τους σφαγείς της» έγραψαν οι Τάιμς του Λονδίνου) η κυβέρνηση υπαναχωρεί και εξαιρεί τον Μέρτεν από την εφαρμογή του του νόμου (ν.δ. 3933/1959).

Στις 11 Φεβρουαρίου 1959 αρχίζει η δίκη του Μαξ Μέρτεν στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματικών Πολέμου της Αθήνας. Προκαλεί διεθνές ενδιαφέρον και την παρακολουθούν άγγλοι νομομαθείς και απεσταλμένοι των μεγαλύτερων εφημερίδων του κόσμου. Ο Μέρτεν ακούει με ολύμπια ψυχραιμία το κατηγορητήριο και δηλώνει αθώος. Οι μάρτυρες κατηγορίας που παρελαύνουν απαριθμούν τα εγκλήματα που διέπραξε στη Θεσσαλονίκη, ενώ μόλις τρεις μάρτυρες καταθέτουν υπέρ του. Στις 5 Μαρτίου 1959, ο πρόεδρος του Στρατοδικείου, συνταγματάρχης Κοκορέτσας, διαβάζει την ετυμηγορία ενοχής του κατηγορουμένου. Στον Μέρτεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 25 ετών κατά συγχώνευση.

Οι πιέσεις των Γερμανών για την αποφυλάκιση του Μέρτεν φθάνουν στο αποκορύφωμά τους. Η ελληνική κυβέρνηση υπόσχεται στη Βόννη ότι μόλις καταλαγιάσει ο θόρυβος θα τον απελευθερώσει. Ο Καραμανλής διστάζει να προχωρήσει στην αποφυλάκιση του Μέρτεν, επειδή βρίσκεται προφυλακισμένος (θύμα πολιτικής δίωξης) ένας από τους πρωτεργάτες της Αντίστασης, ο Μανώλης Γλέζος. Η κατάλληλη στιγμή ήλθε τον Αύγουστο του 1959. Με το νόμο 4016, η κυβέρνηση τροποποίησε τη σχετική νομοθεσία (ν.δ. 3933/1959), με αποτέλεσμα να «αναστέλλεται αυτοδικαίως πάσα δίωξις γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης. Αντίγραφα των δικογραφιών αποστέλλονται εις τας γερμανικάς αρχάς».

Με βάση τη διάταξη αυτή, ο Μαξ Μέρτεν αποφυλακίστηκε στις 5 Νοεμβρίου 1959 και απελάθηκε στη Γερμανία, με την προϋπόθεση να εκτίσει εκεί την ποινή του. Όμως, τα γερμανικά δικαστήρια τον απάλλαξαν πλήρως, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Ο «Δήμιος της Θεσσαλονίκης» αποδόθηκε λευκός στην κοινωνία.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1960, τα γερμανικά έντυπα «Ηχώ του Αμβούργου» και «Ντερ Σπίγκελ» δημοσιεύουν αποσπάσματα της κατάθεσής του στις γερμανικές αρχές και προκαλούν σεισμό πολλών Ρίχτερ στην Αθήνα. Ο Μέρτεν ισχυριζόταν ότι ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών και εξ απορρήτων του Δημήτριος (Τάκος) Μακρής, η σύζυγός του Δοξούλα το γένος Λεοντίδη και ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Γεώργιος Θεμελής υπήρξαν συνεργάτες των Γερμανών. Η ελληνική κυβέρνηση διαψεύδει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τον Μέρτεν, το ίδιο και η γερμανική. Στη Βουλή τα πνεύματα ανάβουν. Βουλευτές της ΕΡΕ επιτίθενται κατά συναδέλφων τους της ΕΔΑ, που ήταν τότε αξιωματική αντιπολίτευση. Σημειώνονται συμπλοκές και η συνεδρίαση διακόπτεται (16 Οκτωβρίου 1960).

Τρεις από τους θιγόμενους, το ζεύγος Μακρή και ο Θεμελής, προχώρησαν σε μηνύσεις, όχι στα γερμανικά δικαστήρια, αλλά στα ελληνικά και πέτυχαν την ερήμην καταδίκη του Μέρτεν για συκοφαντική δυσφήμιση. Πάντως, η δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυψε ότι ο Μακρής ως δικηγόρος στην κατοχική Θεσσαλονίκη είχε πολύ καλές σχέσεις με τους Γερμανούς, η σύζυγός του Δοξούλα ήταν γραμματέας του Μέρτεν και ο Θεμελής διορισμένος Νομάρχης. Για τον Καραμανλή δεν βρέθηκε το παραμικρό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Μέρτεν.

Ο Μέρτεν απασχόλησε και μεταθανάτια την Ελλάδα, με τη μεγάλη κινητοποίηση του 2000 για την ανεύρεση του εβραϊκού θησαυρού της Θεσσαλονίκης, που σύμφωνα με κάποια πληροφορία, βρισκόταν στο βυθό στ’ ανοιχτά της Φοινικούντας Μεσσηνίας. Την πληροφορία φέρεται να έδωσε σε έλληνα συγκρατούμενο ο ίδιος ο Μέρτεν. Ο θησαυρός δεν βρέθηκε ποτέ.

Πηγή: sansimera

Το άρθρο Υπόθεση Μέρτεν εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
«Κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…» https://www.pancreta.gr/agioitopoi/ Sat, 23 May 2026 04:22:29 +0000 https://www.pancreta.gr/agioitopoi/ Απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης σε δύο τραγούδια της δεκαετίας του 1970 H πρόσφατη ανάφλεξη στην περιοχή της Γάζας –που, όπως όλα δυστυχώς δείχνουν, δεν πρόκειται να είναι η τελευταία– έρχεται κι επικάθεται πάνω σε μια σειρά συγκρούσεων που μετρά πια οκτώ δεκαετίες, έχοντας καταστεί μια διαρκής πληγή στον τόσο πονεμένο από την κυριαρχία του βιομηχανικού...

Το άρθρο «Κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης
σε δύο τραγούδια της δεκαετίας του 1970

H πρόσφατη ανάφλεξη στην περιοχή της Γάζας –που, όπως όλα δυστυχώς δείχνουν, δεν πρόκειται να είναι η τελευταία– έρχεται κι επικάθεται πάνω σε μια σειρά συγκρούσεων που μετρά πια οκτώ δεκαετίες, έχοντας καταστεί μια διαρκής πληγή στον τόσο πονεμένο από την κυριαρχία του βιομηχανικού και σύγχρονου πολέμου πλανήτη μας. Ένα εβραϊκό κράτος απολυταρχικά κατασταλτικό με λογικές απαρχάιντ προς την παλαιστινιακή κοινότητα, ακραίες ισλαμιστικές ομάδες με τρομοκρατική δράση που τα χρόνια προβλήματα και η έλλειψη λύσεων εξέθρεψαν, καθώς και ριζοσπάστες του αραβικού χώρου και των γύρω περιοχών που καιροφυλακτούν κι αρνούνται ακόμα και την ίδια την κρατική υπόσταση του Ισραήλ και του λαού του δημιουργούν ένα πολύ προβληματικό ψηφιδωτό, όπου ο διαχωρισμός σε «μαύρο» και «άσπρο», όπως και οι κάθε λογής εύκολες λύσεις και αποφάνσεις, αποκλείονται εκ προοιμίου.

Ταξιδεύοντας μισό αιώνα πριν, θα ανιχνεύσουμε σήμερα τις απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης σε δύο κοινωνικοπολιτικά τραγούδια της πρώιμης (και ριζοσπαστικής) ελληνικής Μεταπολίτευσης, τοποθετώντας τα στα δεδομένα της εποχής τους, αλλά και προβληματιζόμενοι, παράλληλα, διότι 50 σχεδόν χρόνια αργότερα σχεδόν τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει προς το καλύτερο στην ευρύτερη γειτονιά της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» και τη μεταγενέστερη σύγκρουση του Γιομ Κιπούρ να έχουν διαμορφώσει νέα εδαφικά τετελεσμένα, η σύγκρουση φαινόταν να παίρνει ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις, με συμμετοχή και του Λιβάνου, καθώς και με συχνές τρομοκρατικές επιθέσεις και αεροπειρατείες (ορισμένες εξ αυτών και στον ελλαδικό χώρο). Η στιχουργία της πρώιμης Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, φορέας ενός ιδιαίτερου ριζοσπαστισμού που η επτάχρονη δικτατορία είχε φιμώσει κι εκφράστηκε εντέλει δευτερογενώς και (μοιραία) άκρως μαχητικά και διεκδικητικά, δεν θα απεμπολήσει το διεθνιστικό στοιχείο, πάντα με πρόσημο αντιιμπεριαλιστικό και με συχνή ταύτιση των όσων περιστατικών εξετάζει με τα πάθη του ελληνικού λαού (και του κυπριακού που είχε νωπή την εθνική του τραγωδία) εξαιτίας των επεμβάσεων των λεγόμενων «μεγάλων» δυνάμεων.

Τούτου δοθέντος, ίσως μας παραξενέψει το γεγονός ότι για την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση θα γίνει λόγος σε δύο τραγούδια κοινωνικού μεν προσήμου, αλλά συγκριτικά χαμηλότερων τόνων, από δύο στιχουργούς διαφορετικού μεν βεληνεκούς, οι οποίοι εκφράζονται, ωστόσο, με ψυχραιμία και με δευτερογενή απόσταση από τα γεγονότα, εντάσσοντάς τα οργανικά μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα παθών και συμφορών. Εξετάζοντας συγκριτικά το «Δαιμόνιο» του Νίκου Γκάτσου και το «Κλείσ’ το ραδιόφωνο» του Γιώργου Κανελλόπουλου, διαπιστώνουμε, αρχικά, την απειροελάχιστη απήχησή τους, δεδομένων, μάλιστα, των εξαιρετικά δημοφιλών λοιπών συντελεστών τους (Λ. Κηλαηδόνης και Γ. Χατζηνάσιος στις μελοποιήσεις, Μ. Μητσιάς και Β. Μοσχολιού στις ερμηνείες αντίστοιχα).

Η μηδαμινή τους επιτυχία εξηγείται κατά την άποψή μας ακριβώς από το γεγονός ότι επιλέγουν να τοποθετηθούν με πιο χαμηλούς τόνους και με ψυχραιμία σε μια περίοδο όπου η γενικευμένη συνθηματολογία και οι εύκολες λαϊκιστικές κραυγές φαίνονταν να πριμοδοτούνται κατά κόρον, σε μια περίοδο όπου μια προτροπή ενός στιχουργού στον ακροατή να «πιάσει το τουφέκι» θα εκτιμάτο παραπάνω συγκριτικά με μια αντίστοιχη συμβουλή να σκεφτεί συνθετικά ή να αποστρέψει το πρόσωπό του από τα γεγονότα.

Ο Νίκος Γκάτσος στο τεράστιο και πολυσχιδές στιχουργικό του έργο έχει αρχικά αναφερθεί στα πάθη του λαού του Ισραήλ μέσα στους αιώνες στο περίφημο τραγούδι του «Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος» που εντάχθηκε στην προδικτατορική του «Μυθολογία». Τη μοίρα, εντούτοις, του παραπάνω δίσκου δεν την είχε σε καμία περίπτωση ο μεταδικτατορικός «Περίπατος», δίσκος του 1976 -εν  πολλοίς ξεχασμένος-, με έντονο μέσα του και το κοινωνικό στοιχείο (ενδεικτικά αναφέρουμε τα τραγούδια «Πέντε Στρατηγοί», «Κρα»,  «Το λαχείο», «Το χαμόσπιτο», «Ήρωες και θύματα» που είναι, λιγότερο ή περισσότερο, επηρεασμένα κι εμποτισμένα από μια περιρρέουσα πρώιμη μεταπολιτευτική ατμόσφαιρα κοινωνικού σχολιασμού κι ένταξης του προσωπικού πάθους μέσα στο γενικότερο κι ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι). Στο βαθύτερο νοηματικά κατά την κρίση μας τραγούδι του δίσκου («Το δαιμόνιο»), ο σύγχρονος κόσμος εμφανίζεται εξαρχής ανίκανος να νοηματοδοτήσει το εγκλωβισμένο εντός των ορίων του άτομο, χωρίς καμία βαλβίδα εκτόνωσης κι έξοδο διαφυγής (ούτε καν η διαφυγή στο αρχαίο κλέος ως μοχλό νοηματοδότησης) να διαφαίνονται στον στενό του ορίζοντα («Δρόμοι και σιντριβάνια/ δίχως νόημα./ Η πίκρα κι  η ορφάνια/ ήρθαν πρώιμα./ Και οι δεντροστοιχίες/ με  τ’ αγάλματα/ κρύβουν τις δυστυχίες/ και τα σφάλματα».) Το αίσθημα τέλματος φτάνει στο ρεφραίν του τραγουδιού στον έσχατο βαθμό, μιας και ούτε ο έρωτας είναι σε θέση να σώσει την εκλιπούσα ανθρωπιά του υποκειμένου, αφού η νοσηρότητα της γύρω πραγματικότητας ντε φάκτο θα κληροδοτηθεί οργανικά στην επόμενη γενιά («Θε μου, πώς ξεγελιούνται/ με τον έρωτα/ και την αυγή γεννιούνται/ κι άλλα τέρατα»!). Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, ξεπροβάλλει στο δεύτερο μισό του τραγουδιού ως ένα επιπρόσθετο κοινωνικό άλγος και ως οργανική συνέπεια και συνέχεια των παραπάνω η ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη, με αναφορές που παραπέμπουν και στο Ολοκαύτωμα («Κοίτα στην Παλαιστίνη/ και στο Λίβανο/ στήσανε το καμίνι/ και τον κλίβανο»), απότοκο, όπως φαίνεται, ενός «δαιμονίου» (έμμεσος σχολιασμός και αντίθεση με το ομώνυμο έργο του σημαίνοντος λογοτέχνη της Γενιάς του ’30, Γιώργου Θεοτοκά) που υπερβαίνει εντέλει τα ίδια τα άτομα και τις πεπερασμένες τους δυνάμεις. Η ελπίδα, πάντως, δεν χάνεται ολότελα, μιας και στο τέλος του τραγουδιού ο Γκάτσος καλεί τον ακροατή να συνδέσει νοητικά τα στοιχεία που του έχει παραθέσει και να ανακαλύψει τους πραγματικούς υπαίτιους της παρούσας κατάστασης («κράτα κι αυτά τα λόγια/ σαν ενθύμιο/ κι έβγα να βρεις τον μπόγια/ και το δήμιο»!), με την ανάληψη δράσης να υπονοείται έμμεσα σε έναν επόμενο, μεταγενέστερο χρόνο.

Μπορεί μεν ο «Περίπατος» να μη συγκαταλέγεται στους κλασικούς και κομβικούς δίσκους του Γκάτσου, δεν ισχύει, ωστόσο, το ίδιο με το «Λεύκωμα», τον σημαντικότερο στιχουργικά δίσκο του Γιώργου Κανελλόπουλου, ελάσσονος στιχουργού με δυνατές, όμως, εξάρσεις που έμειναν στην ελληνική μουσική ιστορία. Τα τραγούδια του δίσκου «Ξενύχτησα στην πόρτα σου», «Είμαστε εμείς» και «Τα γαλάζια σου γράμματα» γίνονται αμέσως επιτυχίες, η απήχησή τους, εντούτοις, αφήνει στη λήθη το διάσπαρτο εντός του «Λευκώματος» κοινωνικό στοιχείο (1976 γαρ) και τη συνθετική σκέψη του στιχουργού που έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερθείσα εύκολη ροπή στη συνθηματολογία. Ανάμεσα στα κοινωνικά τραγούδια του Κανελλόπουλου στο δίσκο θα συναντήσουμε το σατιρικό «Πι πι, το παπί» που απηχεί αλτουσερικές απόψεις μετά το Μάη του ’68 (περί του συστήματος διδασκαλίας ως διδασκαλία του συστήματος), το λυπηρό «Τι να σου χαρίσω» όπου το διαχρονικό σύμβολο του φεγγαριού έχει καταστεί παίγνιο σ’ ένα ψυχροπολεμικό γεωπολιτικό παιχνίδι, καθώς και τα τραγούδια που μιλούν για τη στροφή στην ιδιώτευση και τη στροφή της κεφαλής μακριά από τον κοινωνικό όλεθρο («Καληνύχτα σας», «Θλιμμένα χαμόγελα»).

Σ’ αυτά τα τελευταία έρχεται να προστεθεί και το «Κλείσ’ το ραδιόφωνο», του οποίου τα δύο κουπλέ συσσωρεύουν σειρά συλλογικών παθών, ώστε να έρθει εν συνεχεία το ρεφραίν ως αντίθεση σ’ εκείνα για να επεξηγήσει την ανάγκη απομάκρυνσης του υποκειμένου από μια πραγματικότητα νοσηρή και θλιβερή («Σε παρακαλώ, κλείσ’ το ραδιόφωνο,/ σφάζουν σαν μαχαίρι οι ειδήσεις»). Εδώ η σύγκρουση στην Εγγύς Ανατολή τοποθετείται πρώτη στη σειρά, ανοίγοντας το τραγούδι, ως μια ντε φάκτο πραγματικότητα που δεν επιδέχεται αλλαγής και αποτελεί κάτι το τετελεσμένο («Κάθε μέρα αλλάζουνε τα σύνορα,/ σφάζονται στους δρόμους οι ανθρώποι./ Δες το Ισραήλ και τα περίχωρα/ κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…») Η τραγικής υφής αντίφαση της Βιβλικής αγιοσύνης της τοποθεσίας με τη συγκαιρινή ανθρωποσφαγή ενισχύει το αίσθημα της ασφυξίας, με την περίπτωση της δικτατορίας της Χιλής που ακολουθεί να εξετάζεται συμπαραθετικά (αναφορά στη Χιλή έχει κάνει και ο Γκάτσος σε άλλο τραγούδι του «Περίπατου»). Στο δεύτερο κουπλέ, ο Κανελλόπουλος περνά με τόλμη και αιχμηρό λόγο στα επικαιρικά ελλαδικά πάθη που καθορίζονται από τη μία από έναν υπέρμετρο υπερεπαναστατισμό («Χίλια σωματεία, χίλιοι σύλλογοι,/ τα συνθήματα έρχονται και πάνε») κι από την άλλη από την οργανική ένταξη των συνεργαζόμενων με τη δικτατορία στο μετέτειτα μεταπολιτευτικό σύστημα («συνομιλητές παλιοί δοσίλογοι,/ για Δημοκρατία σου μιλάνε»). Αξίζει να αναφερθεί ότι η αρχική μορφή του στίχου «όλοι τους αυτοί, μαύροι και κόκκινοι» μετατρέπεται σχεδόν αμέσως στο πιο «ουδέτερο» πολιτικά «όλοι τους αυτοί, σκληροί κι αδίσταχτοι», μιας και η πρώιμη Μεταπολίτευση αποτελεί πεδίο εξαιρετικά επισφαλές για κρίσεις ολιστικές και αναλογίες τέτοιου τύπου. Η τελική εικόνα που το τραγούδι, πάντως, αφήνει, με τη σύγκρουση στην Παλαιστίνη να το έχει εξαρχής στιγματίσει κομβικά, συντείνει σε ένα αίσθημα κοινωνικού τέλματος και απελπισίας.

Τα τραγούδια που προαναφέρθηκαν σίγουρα ούτε άλλαξαν το πρόσωπο της έντεχνης λαϊκής στιχουργίας ούτε δημιούργησαν κάποιο ιδιαίτερο ρεύμα στην ελληνική κοινωνία υπέρ του τερματισμού των πολεμικών συγκρούσεων στην περιοχή της Παλαιστίνης. Αντιθέτως, φαίνεται πως τα εκεί γεγονότα δρουν εντός τους συμπληρωματικά, ως ένας ακόμα, δηλαδή, πόνος κι ως ένα επιπρόσθετο άλγος σε μια κατάσταση ήδη εκ προοιμίου εξαιρετικά νοσηρή, επιτείνοντάς την κομβικά και μεγεθύνοντας σημαντικά το αίσθημα εγκλωβισμού και ασφυξίας που οι στιχουργοί επιδιώκουν να μεταδώσουν. Η ομοιότητα των αναφορών («Δες στο Ισραήλ και στα περίχωρα», «Κοίτα στην Παλαιστίνη και στο Λίβανο») εξηγείται από τον κοινωνικό ρόλο που η στιχουργία διαδραματίζει στην εποχή των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, αποτελώντας έναν οδοδείκτη που καλεί τον ακροατή να αποφύγει τα ανώδυνα θέματα και να εμβαθύνει στη ρίζα του προβλήματος. Είτε με τη λύση αποστροφής και στροφής στο ιδιωτικό στο «Ραδιόφωνο» του Κανελλόπουλου (που και πάλι αναιρείται στα υπόλοιπα κοινωνικά τραγούδια του ίδιου δίσκου) είτε με την ανίχνευση των υπαίτιων όλης της δυστοπικής συγκαιρινής πραγματικότητας στην οποία ο Γκάτσος στο «Δαιμόνιο» καλεί, γενικότερη λύση στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται άμεσα. Αυτό το οποίο μένει, ωστόσο, είναι οι ανοιχτές κεραίες της ελληνικής στιχουργίας στα πάθη της ευρύτερης γεωγραφικής και γεωπολιτικής γειτονιάς της και η εστίασή της στον πόνο και τον καημό του απλού ανθρώπου που πάντα βρίσκεται στο μάτι του στην κάθε λογής διαμάχη και πολεμική σύγκρουση. Το νήμα αυτό είναι που θα πιάσουν εν συνεχεία μέσα στη Μεταπολίτευση το ροκ, η ραπ και το χιπ χοπ, με διαφορετικούς πλέον λεκτικούς κώδικες και με τον πρώιμο μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό να έχει δώσει τη θέση του σε μια κοινωνία μαζικότερης κατανάλωσης και λιγότερης συλλογικής αντίδρασης. Μπορεί, άραγε, αυτή η νέα φωτιά που άναψε στην περιοχή μας ν’ ανάψει και σε μας μια σπίθα ώστε να σκεφτούμε (και να δράσουμε) διαφορετικά πριν να είναι πολύ αργά;

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Πηγή: neoplanodion.gr

Το άρθρο «Κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…» εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Λόγια παραλίας μεταξύ ιστορίας, μύθου και έρωτα https://www.pancreta.gr/fatamorgana/ Fri, 22 May 2026 03:09:03 +0000 https://www.pancreta.gr/fatamorgana/ «Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.» (Νίκος Καββαδίας, Fata Morgana) Έχω καιρό να γράψω. Έψαχνα τρόπο να επανέλθω. Ξέρεις, δεν είναι εύκολες οι λέξεις όταν τις αφήνεις. Στέκονται άκαμπτες μπρος σου κι εσύ σαν πιτσιρίκι με νεύρα που...

Το άρθρο Λόγια παραλίας μεταξύ ιστορίας, μύθου και έρωτα εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.»

(Νίκος Καββαδίας, Fata Morgana)

Έχω καιρό να γράψω. Έψαχνα τρόπο να επανέλθω.

Ξέρεις, δεν είναι εύκολες οι λέξεις όταν τις αφήνεις. Στέκονται άκαμπτες μπρος σου κι εσύ σαν πιτσιρίκι με νεύρα που κάνει παζλ που του λείπουν κομμάτια, νιώθεις ανίκανος ακόμη και να κολλήσεις ένα επίθετο πλάι σε ένα ουσιαστικό.  Ζεστός ήλιος, υγρή βροχή, βουβό κλάμα, χαζές μέρες… Όχι. Τίποτα δε σου αρέσει. Πετάς το παζλ μακριά…

Πήγα σε πιο σίγουρα μονοπάτια. Στη βιβλιοθήκη. Ποίηση. Έβγαλα το Τραβέρσο. Στην τύχη; Δεν υπάρχει τύχη στη συνάντηση με τις λέξεις. Fata Morgana. Έλα να πούμε για ‘σένα. Έλα να μιλήσουμε για τη συγκλονιστικότερη περιγραφή της παλινδρόμησης μιας γλώσσας στα «τελειώνω» ενός κόλπου.

Γυναίκα της Σικελίας, ναι με μάγεψες. Όσο θα ρίχνω το καράβι μου στα βράχια, άσε με να σε γλείφω.

Το 1060 μ.Χ. περίπου, ο Conte Ruggero περπατούσε σε μια παραλία της Καλαβρίας κοιτάζοντας απέναντι τη Σικελία. Αναστέναζε, στενοχωριόταν κι αναρωτιόταν αν θα μπορούσε ποτέ να την κατακτήσει και να την ελευθερώσει απ’ τους Άραβες. Ήταν δύσκολο, με δυνατά ρεύματα το πέρασμα της Μεσήνης ήταν επικίνδυνο, φυλασσόταν καλά κι όσες προσπάθειες κι αν είχε κάνει, οι Άραβες τις είχαν αποκρούσει εύκολα.

Τότε, γυναίκα όμορφη σαν τη ζάχαρη στη φράουλα, σαν ξεραμένο αλάτι στο κυρτό της κλίσης ενός μελαμψού στήθους, εμφανίστηκε μπρος του και του μίλησε με φωνή τέτοιας χροιάς που αν την είχαν ακούσει, εννιά συμφωνίες του Μπετόβεν και κάθε νότα που γράφτηκε απ’ τον Μότσαρτ, θα παρέδιδαν τα κλειδιά του ήχου τους και θα ζητούσαν δουλειά σε κομπρεσέρ. Μεμιάς ο ουρανός καθάρισε, όλα ήρθαν πιο κοντά, και το ποθητό νησί ήταν μπρος του σε απόσταση ενός βήματος.

-Αυτό δε θες; Ορίστε. Είναι δικό σου. Άπλωσε το χέρι σου και πιάσε τα αμπέλια που έχουν σκαρίσει, τα κορίτσια που περπατάν ξυπόλυτα, τα σπίτια που γκριζάρουν στη σκόνη της Αίτνας. Κάνε ένα βήμα και πέρνα μαζί εσύ με όλο σου το στρατό και κατέκτησε όσα χρόνια τώρα ποθείς. Ορίστε. Όλα εδώ είναι, όλα δικά σου, σταμάτα να αναστενάζεις, σταμάτα το σαράκι που τρώει και σωθικά και διάθεση και νιάτα. Κάνε την κίνηση κι άλλαξε την ιστορία του νησιού και τον τρόπο που θα αναφέρει εσένα η ιστορία του κόσμου.

-Ναι, είναι όμορφα και ω, Θεέ μου, τόσο κοντά! Κάνω έτσι δα ένα βήμα κι είμαι εκεί δηλαδή;

-Ακριβώς. Δώσ’ μου το χέρι σου και θα περάσουμε μαζί. Πιάσε με απ’ το μπράτσο να περπατήσουμε απέναντι.

-Αλήθεια; Και μου το δίνεις έτσι; Δεν έχει αντάλλαγμα;

-Το αντάλλαγμα είμαι εγώ. Θα μου δοθείς. Θα μου αφιερωθείς. Καρδιά, μυαλό, αφή, ιδρώτας σου… όλα σου θα γίνουν δικά μου. Τον έρωτά σου θέλω, την τρέλα σου και τη λογική σου. Τα πάντα σου για ‘μένα. Ομορφότερη δε θα βρεις, ούτε και άλλη που να μπορεί να φτάσει τις ερωτικές ακτές σου σε τέτοια χαρτογράφηση.

-…

-Τι σκέφτεσαι; Το σκέφτεσαι;

-Ναι. Δε με νοιάζει που θα πουν ότι σου δόθηκα για τη φήμη, ότι σου αφέθηκα για να πάρω έναν τόπο που αλλιώς θα χρειαστώ δεκαετίες για να πατήσω το πόδι μου. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Με γονατίζει η σκέψη ότι θα πάψω για άλλον να ανασαίνω κι όταν αυτό γίνει εσύ θα φύγεις προσφέροντας την οπτασία σου σε καινούριο ταξιδευτή.

-Σου λέω σου προσφέρω εσένα τα πάντα και για πάντα. Αυτή η προς το συν άπειρο υπόσχεση ενέχει τα αισθήματά μου του τώρα. Μπορεί σε ένα χρόνο να μην ισχύει αλλά τώρα που στο λέω το πιστεύω με κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Θα ρισκάρεις για μια υπόθεση του αύριο ολόκληρη τη ζωή σου που θα μπορούσε να ξεκινάει με όρους ευτυχίας απ’ το σήμερα, απ’ το ακριβώς τώρα;

-…

-Πες!

-Ναι, θα το ρισκάρω. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για όλα. Θα συνεχίσω να πολιορκώ τη Σικελία ακόμη κι αν μου πάρει όλη μου τη ζωή να τα καταφέρω. Αυτό μπορώ να το αντέξω. Να μου διαλύσεις την καρδιά όμως δε νομίζω ότι θα βρω τρόπο να το διαχειριστώ.

-Καλά… Εσύ ξέρεις. Φεύγω. Συνέχισε τη βόλτα σου, δε θα με ξαναδείς. Σου αφήνω για λίγο ακόμη το από απέναντι όραμα να το χαρείς. Μπορεί και να μην καταφέρεις ποτέ να δεις το νησί από κοντά.

-Ναι… μπορεί… Στο καλό. Δε μου είπες όμως, πώς σε λένε;

Fata Morgana.

*Ο Conte Ruggero αποβιβάστηκε με στρατό στη Μεσσήνη την επόμενη χρονιά (1061) και ξεκίνησε έναν μακροχρόνιο, αιματηρό πόλεμο με τους Άραβες. Του πήρε ακριβώς τρεις δεκαετίες για να ελευθερώσει όλο το νησί (1091) και να γίνει αυτό που του πρόσφερε η Morgana σε μια στιγμή αν της δινόταν.

Πηγή

Το άρθρο Λόγια παραλίας μεταξύ ιστορίας, μύθου και έρωτα εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
22 Μαΐου 1963: Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη https://www.pancreta.gr/dolofonialampraki/ Thu, 21 May 2026 15:13:41 +0000 https://www.pancreta.gr/dolofonialampraki/ Από τη mixanitouxronou.gr: Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 1966. Ώρα 2.15 τα ξημερώματα. Η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Κακουργοδικείου Θεσσαλονίκης αθώωσε 22 από τους 31 κατηγορούμενους για τη δολοφονία του βουλευτή της αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη. “Εξ αμελείας προήλθε ο θάνατός του”, έκριναν οι δέκα ένορκοι της υπόθεσης και ο κόσμος που παρακολουθούσε τις εξελίξεις έμεινε με ανοιχτό...

Το άρθρο 22 Μαΐου 1963: Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>

Από τη mixanitouxronou.gr: Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 1966. Ώρα 2.15 τα ξημερώματα. Η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Κακουργοδικείου Θεσσαλονίκης αθώωσε 22 από τους 31 κατηγορούμενους για τη δολοφονία του βουλευτή της αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη. “Εξ αμελείας προήλθε ο θάνατός του”, έκριναν οι δέκα ένορκοι της υπόθεσης και ο κόσμος που παρακολουθούσε τις εξελίξεις έμεινε με ανοιχτό το στόμα.

Ο εισαγγελέας Παύλος Δελλαπόρτας σχολίασε χαρακτηριστικά: “Το χυθέν διά της αποφάσεως φως εις την υπόθεσιν ομοιάζει με φως ριπτόμενον από εξησθενημένην ηλεκτρικήν στήλην”. Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “ΒΗΜΑ” γράφει λακωνικά: “Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΔΕΝ ΕΚΛΕΙΣΕ”.

Έτσι τελείωσε η πολύκροτη δίκη Λαμπράκη, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο εισαγγελέας είχε πει στην αγόρευσή του για τους κατηγορούμενους: «Σήμερα, εδώ, ένα σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δοσίλογων και κάθε είδους κακοποιών, εμφανίζεται -προς εθνοκαπηλεία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς- ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να περιμένει κανείς απ” αυτό πλην του ότι θα εξελισσόταν σε κακοήθη νεοπλασία της κοινωνίας;”.

Το τρίκυκλο επιτίθεται

Το βράδυ της 22ας Μαΐου του 1963, ο Λαμπράκης βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να παρευρεθεί στην εκδήλωση για την παγκόσμια ειρήνη. Όμως έξω από το κτήριο είχαν συγκεντρωθεί παρακρατικές ομάδες που διαδήλωναν και προπηλάκιζαν όποιον τολμούσε να πλησιάσει. Δεν κυκλοφορούσε κανένα αυτοκίνητο και οι δρόμοι είχαν κλείσει. Ο Λαμπράκης αποχώρησε συνοδευόμενος μόνο από δύο άντρες. Όταν βγήκε στον δρόμο ένα τρίκυκλο όχημα με δύο επιβαίνοντες πέρασε δίπλα του με μεγάλη ταχύτητα. Οδηγός ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και στην καρότσα του τρίκυκλου καθόταν ο Μανώλης Εμμανουηλίδης.

Ο Λαμπράκης χτυπήθηκε, έπεσε στο έδαφος αιμόφυρτος και οι δύο άντρες απομακρύνθηκαν, χωρίς να τους σταματήσει κανείς απ’ τους παρευρισκόμενους αστυνομικούς. Ο μόνος που έδρασε ήταν ένας περαστικός, ο Μανώλης Χατζηαποστόλου. Γνωστός με το όνομα «τίγρης» δικαιολόγησε πλήρως το παρατσούκλι του. Πήδηξε πάνω στο τρίκυκλο και για το επόμενο χιλιόμετρο πάλεψε με τους δύο φονιάδες και κατάφερε να τους ακινητοποιήσει με τη βοήθεια τελικά ενός τροχονόμου, που δεν γνώριζε τη σκευωρία και έκανε το καθήκον του.

Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου ξεψύχησε τέσσερις μέρες αργότερα, ενώ διατυπώθηκαν κατηγορίες ότι τον δεν είχε την κατάλληλη ιατρική υποστήριξη. Η ιατροδικαστική έκθεση ανέφερε ότι είχε δεχτεί ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι από μεταλλικό αντικείμενο.

Η δίκη 

Η δίκη κράτησε 67 ημέρες και έμεινε στην ιστορία για δύο λόγους: την αποκάλυψη του ρόλου του παρακράτους στην Ελλάδα, αλλά και την πρωτοφανή αδιαφορία για τα ενοχοποιητικά στοιχεία από τους ενόρκους. Σε όλη τη διάρκεια της δίκης, οι μάρτυρες άλλαζαν τις καταθέσεις τους, ενώ πολλοί παραδέχτηκαν ότι είχαν δεχτεί απειλές πριν εμφανιστούν στο δικαστήριο. Πολλά αποδεικτικά στοιχεία “εξαφανίστηκαν” μυστηριωδώς, όπως ο λοστός που χρησιμοποίησε ο Εμμανουηλίδης για να χτυπήσει τον βουλευτή.

Επικρατούσε ένταση, η οποία κορυφώθηκε όταν ο Γκοτζαμάνης δήλωσε ότι ήταν ο Χατζηαποστόλου αυτός που χτύπησε τον Λαμπράκη. Μάρτυρες αποκάλυψαν ότι πριν από την έξοδο του Λαμπράκη απ’ το κτίριο, το τρίκυκλο κυκλοφορούσε ανενόχλητο στους δρόμους που είχε κλείσει η αστυνομία.

Η ετυμηγορία

Ο Σπύρος Γκοτζαμάνης καταδικάστηκε σε 11 χρόνια κάθειρξη για θανατηφόρες σωματικές βλάβες σε βάρος του Λαμπράκη και διατάραξη της κοινής ειρήνης. “Την απόφαση τη δέχθηκε με χαμόγελα”, έγραφαν “ΝΕΑ” της 30ης Δεκεμβρίου 1963. Ο Εμμανουηλίδης καταδικάστηκε σε 8 χρόνια, αλλά έκλαιγε με λυγμούς όταν του το ανακοίνωσαν. Και στους δύο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του “προτέρου έντιμου βίου” και ότι δεν “ενήργησαν από ταπεινά αίτια”.

Ο εισαγγελέας Δελαπόρτας σχολίασε: “Τουλάχιστον αυτό το ελαφρυντικόν είναι ελαφρώς προσβλητικόν”. Και οι δύο αμνηστεύτηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής συνελήφθησαν και εξορίστηκαν και ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης φυλακίστηκε. Το παρακράτος κυβερνούσε τη χώρα.

Ο Ξενοφών Γιοσμάς, ο αρχηγός της παρακρατικής οργάνωσης “Καρφίτσα”, κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός και καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση για τη διατάραξη της κοινής ειρήνης. Ο λιμενεργάτης Χρήστος Φωκάς καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών, επειδή τραυμάτισε τον βουλευτή Γιώργη Τσαρουχά κατά τη διάρκεια των αναταραχών στην εκδήλωση. Οι Χρήστος Φωκάς, Γιώργος Λεονάρδος, Ιωάννης Τόγκας καταδικάστηκαν σε 10 μήνες φυλάκισης για διατάραξη κοινής ειρήνης, ο Κωνσταντίνος Παραπάρας σε έξι μήνες και οι Παναγιώτης Κουντουλέας και Νίκος Παπαδόπουλος σε τρεις.

Τελικά, δεν πέρασαν ούτε μία μέρα στη φυλακή, γιατί η ποινή τους μετατράπηκε σε καταβολή 100 δραχμών ημερησίως. Αθωώθηκαν οι αξιωματικοί της Εθνικής Ασφάλειας που κατηγορούνταν ως ηθικοί αυτουργοί και οι αστυνομικοί που κατηγορούνταν για παράβαση των καθηκόντων τους. Είχαν προσπαθήσει να αποκρύψουν πλήθος ενοχοποιητικών στοιχείων και ήταν εμφανές ότι είχαν αναμιχθεί στην υπόθεση, αλλά προφανώς δεν ήταν αρκετό για να καταδικαστούν.

Μουσική του Μίκη Θεοδωράκη από την ταινία “Ζ” του Κώστα Γαβρά (1969). Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού, που αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ και αγωνιστή της Ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη.

Το άρθρο 22 Μαΐου 1963: Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>