ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΑΓΚΑΤΑΚΗΣ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/charalabos-tsagkatakis/ Ενημέρωση // Άποψη // Προβολή Sat, 18 Jul 2026 16:12:35 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.2 https://www.pancreta.gr/wp-content/uploads/2026/03/cropped-fav-32x32.png ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΑΓΚΑΤΑΚΗΣ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/tag/charalabos-tsagkatakis/ 32 32 Ο «Σταθμός»: Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου https://www.pancreta.gr/manosloizosostahmosprotosmegalosdiskos/ Sat, 18 Jul 2026 15:32:14 +0000 https://www.pancreta.gr/manosloizosostahmosprotosmegalosdiskos/ Ο «Σταθμός» ήταν ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου και, ταυτόχρονα, ο δίσκος με τον οποίον εγκαινιάστηκε το σήμα MINOS. Όπως μάλιστα πληροφορούμαστε από το σημείωμα που υπάρχει στο δίσκο: «για τη στερεοφωνική εγγραφή του χρειάσθηκαν 214 ολόκληρες ώρες δουλειάς». Ο «Σταθμός» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1968 κι, όπως αναφέρεται στο σημείωμα του δίσκου: «τούτο...

Το άρθρο Ο «Σταθμός»: Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο «Σταθμός» ήταν ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου και, ταυτόχρονα, ο δίσκος με τον οποίον εγκαινιάστηκε το σήμα MINOS. Όπως μάλιστα πληροφορούμαστε από το σημείωμα που υπάρχει στο δίσκο: «για τη στερεοφωνική εγγραφή του χρειάσθηκαν 214 ολόκληρες ώρες δουλειάς».

Ο «Σταθμός» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1968 κι, όπως αναφέρεται στο σημείωμα του δίσκου: «τούτο το τεράστιο σε αξία μουσικό έργο αποδίδεται από τον καθιερωμένο πια Γιάννη Καλατζή, τη μοναδική Λίτσα Διαμάντη, τον κλασικό στο είδος του Δημήτρη Ευσταθίου και το καινούριο ταλέντο: το Γιώργο Νταλάρα». Αυτή είναι κι η πρώτη ολοκληρωμένη συνεργασία του Μάνου Λοΐζου με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Αν κι η γνωριμία τους ξεκινά απ’ το 1965 κι η συνεργασία τους ένα χρόνο μετά (1966), αρχικά με κάποια μεμονωμένα τραγούδια, παίρνει μια πρώτη συγκεκριμένη μορφή στο «Σταθμό». Παρότι το υλικό του αποτελείται από σκόρπια τραγούδια και σε καμιά περίπτωση δεν είναι ένας θεματικός κύκλος τραγουδιών, με τη δουλειά αυτή, διαμορφώνεται η ισορροπία δύο δημιουργών και δύο, βασικά, ερμηνευτών, που θα συνεχιστεί και στο μέλλον με δυο ακόμα δίσκους. 

Αξίζει να δούμε λίγο το υλικό του «Σταθμού», όπως το παρουσιάζει ο Γιώργος Τσάμπρας στο ένθετο της επανέκδοσης του δίσκου: «Η μελωδία πάνω στην οποία γράφτηκαν οι στίχοι για “Το παλιό ρολόι” δεν είναι παρά μια άλλη ματιά στη μελωδία ενός παλιότερου τραγουδιού του Λοΐζου(είχε παρουσιαστεί το ’63 στην πρώτη του συναυλία) που μιλούσε, με δικούς του στίχους, για ένα “Κρητικό σταφύλι”. Η μελωδία πάνω στην οποία γράφτηκε το “Πίσω απ’ την πόρτα” προϋπήρχε με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. “Το Μελαχρινάκι” γράφτηκε πάνω στη μελωδία ενός τραγουδιού που είχαν γράψει παλιότερα Λοΐζος και Παπαδόπουλος για τη θεατρική παράσταση της Άλκηστης Γάσπαρη “Ρέστια, το νησί των σφουγγαράδων”. Το “Όποιος δει το παλικάρι” – με στίχους του ίδιου του Λοΐζου – είχε ήδη ακουστεί σε ελληνική ταινία της εποχής … όπως και το “Η δουλειά κάνει τους άντρες” είναι ένα τραγούδι που πρωτακούστηκε την προηγούμενη χρονιά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “Τρούμπα ’67” από την Ελένη Ροδά. Τα μόνα τραγούδια που γράφτηκαν πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου ειδικά για το “ΣΤΑΘΜΟ”, ήταν το “Ήτανε οχτώ – εννιά” – το τελευταίο που γράφτηκε, πριν τη συμπλήρωση του δίσκου – και, βέβαια, το “Δελφινάκι”».

Ιδιαίτερο ντοκουμέντο, για το πως γράφτηκε και δημιουργήθηκε αυτός ο δίσκος, αποτελεί κι η αφήγηση, στον Γ. Τσάμπρα, του Μάκη Μάτσα: «Η δημιουργία του ΣΤΑΘΜΟΥ είναι μια χρονοβόρος διαδικασία. Ο Μάνος γράφει δύσκολα γιατί κάθε τι που κάνει το “κεντάει”, όσο περισσότερο γίνεται. Γι’ αυτό στο studio αργεί. Του άρεσε κάθε τι να το ηχογραφεί σε τρεις και τέσσερις εκδοχές, να τ’ ακούει, να το επαναλαμβάνει, να συμβουλεύεται τους συνεργάτες του. Ο Μάνος, σε αντίθεση με άλλους συνθέτες, επιζητάει τη συνεργασία και του αρέσει πολύ να ανοίγεται. Ο δίσκος έγινε στην κυριολεξία πόντο – πόντο … στο ΣΤΑΘΜΟ σε όλες τις ηχογραφήσεις του είμαι δίπλα του μαζί με το Λευτέρη, από τη στιγμή που γράφει το πρώτο σκαρίφημα μουσικής, μέχρι τη στιγμή που ο δίσκος πάει για χάραξη … ακόμα και για τη φωτογραφία του εξωφύλλου του ΣΤΑΘΜΟΥ χρειάστηκε να κάνουμε 3 – 4 φωτογραφήσεις μ’ αυτό το τζάμι στο οποίο τρέχει το νερό, για να έχουμε το αποτέλεσμα που ήθελε. Ήταν τόσο λεπτολόγος! ».

Όπως βέβαια, εξίσου ντοκουμέντο αποτελούν κι οι στιγμές των δύο δημιουργών, όπως τις καταγράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Άνοιξη θα ‘ταν, όταν αποφασίσαμε να κάνουμε τον πρώτο μεγάλο δίσκο μας. Ο Μπούτσικος παραχώρησε στο Μάνο ένα σπίτι με αυλή, στο Βοτανικό, ο Μάτσας του νοίκιασε ένα πιάνο, ο Γλέζος του κατέβασε ένα μαγνητόφωνο. Κι η δουλειά, που, πια, δεν ήταν δουλειά, αλλά μεράκι, ξεκίνησε. Έφευγα το πρωί απ’ το Χολαργό και τον συναντούσα στο σπιτάκι του Βοτανικού, αξύριστο και με μια χιλιάρα κρασί δίπλα του. Μου έλεγε ένα καλαμπούρι, με κερνούσε κρασί κι ύστερα καθόταν στο πιάνο. Μια ώρα, δυο ώρες, τρεις. Ώσπου να βγει, πεντακάθαρο, το “Δελφίνι”, το “Παλιό ρολόι”, το “Ήτανε οχτώ – εννιά”».
Το ερμηνευτικό βάρος στο δίσκο το φέρνει ο Γιάννης Καλατζής, ενώ συμμετέχουν, μ’ ένα τραγούδι, η Λίτσα Διαμάντη κι ο Δημήτρης Ευσταθίου. Στον «Σταθμό» πρωτοεμφανίζεται, μ’ ένα μόνο τραγούδι, αμέσως μετά την «Προσμονή» του 1967, ο νεαρός Γιώργος Νταλάρας, ο οποίος όμως θα συμπρωταγωνιστήσει, μαζί με τον Καλατζή, στους επόμενους δυο δίσκους των Λοΐζου – Παπαδόπουλου, αποτελώντας μέρος μια εκπληκτικής καλλιτεχνικής τετράδας (δύο δημιουργών – δύο ερμηνευτών), που θα προσφέρει μεγάλα και πολυαγαπημένα τραγούδια στην ελληνική δισκογραφία. Εξάλλου, όσον αφορά αυτούς του δυο ερμηνευτές, ο Λοΐζος έχει σχηματίσει την άποψή του, όπως μας την διασώζει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Ο Μάνος αγαπάει τον Καλατζή, γιατί τον θεωρεί λαϊκό τραγουδιστή – “σαν χαμίνι του δρόμου”. Συμπαθεί, όμως, και τον Νταλάρα – “είναι ευγενικός, σαν φοιτητής”, μου λέει».

Ας καταγράψουμε, επίσης, κι εδώ, τους συντελεστές και τα τραγούδια του δίσκου όπως αναφέρονται στο ένθετο της επανέκδοσής του:

Ορχήστρα: Στέλιος Ζαφειρίου (μπουζούκι), Χρήστος Ψαρρός (μπουζούκι), Δημήτρης Φάμπας (κιθάρα), Σωτήρης Μαρίνος (κιθάρα), Τάσος Διακογιώργης (μεταλλόφωνο), Νίκος Τσεσμελής (μπάσο), Δημήτρης Βράσκος (μαντολίνο), Μπάμπης Μαλλίδης (μαντολίνο), Ανδρέας Αλεξανδράτος (πιάνο), Σπύρος ΡέγγιοςΣωτήρης Ταχιάτης (τσέλο), Α. Μιχαήλ (drums). (φλάουτο),

Β’ φωνή: Λίτσα Διαμάντη στο «Δελφίνι – Δελφινάκι» και Γιώργος Νταλάρας στο «Όποιος δει το παλικάρι»
Ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας : Μάνος Λοΐζος
Ηχογράφηση: Studio Columbia.
Ηχολήπτης: Γιάννης Κωνσταντόπουλος
Διεύθυνση παραγωγής: Μάκης Μάτσας
Πρώτη έκδοση δίσκου: Δεκέμβριος 1968 (MINOS : MSM 101)

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1. Δελφίνι – δελφινάκι (2:35) Γιάννης Καλατζής
2. Το παλιό ρολόι (3:59) Γιάννης Καλατζής
3. Ο Σταθμός (2:33) ορχήστρα
4. Όποιος δει το παλικάρι (3:27) Λίτσα Διαμάντη (στίχοι : Μάνος Λοΐζος)
5. Ήτανε οχτώ – εννιά (2:36) Γιώργος Νταλάρας
6. Φινάλε πρώτου μέρους (2:56) ορχήστρα
7. Το μελαχρινάκι (2:53) Γιάννης Καλατζής
8. Η δουλειά κάνει τους άντρες (2:17) Δημήτρης Ευσταθίου
9. Σ’ αποθύμησα (4:03) ορχήστρα
10. Πίσω απ’ την πόρτα (3:05) Γιάννης Καλατζής
11. Επιστροφή (1:54) ορχήστρα
12. Φινάλε δεύτερου μέρους (2:00) ορχήστρα

Όπως βλέπουμε, ο δίσκος περιέχει πέντε (5) ορχηστρικά θέματα κι εφτά(7) τραγούδια, απ’ τα οποία, τέσσερα (4) ερμηνεύει ο Γιάννης Καλατζής κι από ένα οι: Γιώργος Νταλάρας, Λίτσα Διαμάντη και Δημήτρης Ευσταθίου. Δυο τραγούδια («Πίσω απ’ την πόρτα» & «Το παλιό ρολόι») τα “χτύπησε” η λογοκρισία της χούντας.
Γράφει ο ίδιος ο Λ. Παπαδόπουλος: «Οι πρώτες σοβαρές κόντρες με την κρατική λογοκρισία άρχισαν το 1968, όταν βγάλαμε με τον Λοΐζο το δίσκο “Ο ΣΤΑΘΜΟΣ” (Minos). Σε ένα τραγούδι, που το λέγαμε “Το καρφί”, περιέγραφα το εσωτερικό ενός φτωχόσπιτου. Στα σπίτια αυτά δεν υπάρχουν κρεμάστρες. Για κρεμάστρες χρησιμοποιούνται καρφιά, καρφωμένα πίσω απ’ την πόρτα. Έγραφα λοιπόν : “Πίσω απ’ την πόρτα το καρφί / και στο καρφί σακάκι”. Οι ηλίθιοι λογοκριτές, όμως, θεώρησαν ότι με τη λέξη “καρφί” αναφερόμουν σε κάποιον χαφιέ (“καρφιά” λέμε τους σπιούνους, τους χαφιέδες κ.λπ.) και ζήτησαν αλλαγή. Δεν ήταν δύσκολο, έγραψα: “Πίσω απ’ την πόρτα την κλειστή / ένα παλιό σακάκι”. Άλλαξα και τον τίτλο του τραγουδιού: “Πίσω από την πόρτα” τον έκανα.»

Εκεί, όμως, που βρήκα τον μπελά μου ήταν στην τελευταία στροφή. Έγραφα : “Δίπλα στα πλίθινα σκαλιά / μια λεύκα απάνου ως κάτου / είναι απ’ τα χέρια εκείνου / που ’χε το μπόι τ’ ουρανού / το μπόι του θανάτου”. Οι λογοκριτές φρυάξανε! Ζήτησαν άμεση αντικατάσταση αυτής της στροφής. Συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις. Και η στροφή έγινε : “Μες στην καρδιά μου την πικρή / ήρθε το πρώτο χιόνι / μες στην καρδιά μου ράγισες / τη νύχτα που με άφησες / χαμένο χελιδόνι”. Τα μισά λόγια, σ’ αυτήν την στροφή, είναι του Λοΐζου!» και (για το «Το παλιό ρολόι») : «Στον τελευταίο στίχο, για τη λογοκρισία, το “μα οι άνθρωποί μας” έγινε “μα τα χελιδόνια”».

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας δίνει και κάποιες “ιστορίες τραγουδιών” του δίσκου. Και συγκεκριμένα:

«Δελφίνι – δελφινάκι» : «Αρίων ο κιθαρωδός, ναυάγιο κι ένα δελφίνι που του σώζει τη ζωή, κουβαλώντας τον στον ώμο του. Ο Αρίων ζούσε στο Μόλυβο της Λέσβου, όπου πήγαινα τα καλοκαίρια. Ο Κουγιουμτζής έλεγε ότι, όταν ακούει το “Δελφινάκι”, αισθάνεται πως τα δυο του πόδια βρέχονται στη θάλασσα. Το ίδιο καλοκαίρι που το γράψαμε με τον Λοΐζο, το τραγουδούσε όλη η Ελλάδα.» και «Στην πρώτη συνεργασία μας (Σ.Σ. με τον Μάκη Μάτσα) γίναμε μαλλιά κουβάρια. Είχα γράψει το τραγούδι “Δελφίνι – δελφινάκι”, που μέσα σ’ ένα χρόνο πούλησε πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα. Με το που άρχισε λοιπόν ο Λοΐζος να παίζει στο πιάνο κι εγώ να τραγουδώ τους στίχους, ο Μάκης έγινε σκυθρωπός. “Σε παρακαλώ”, μου λέει, “αυτό το καβάλα στο δελφίνι, με το οποίο αρχίζει το τραγούδι, δεν το αλλάζεις”; “Γιατί”; “Δεν είναι εύηχο”. Ακολούθησε ένας τρικούβερτος καβγάς. Τελικά νίκησα, γιατί είχα φανατικά με το μέρος μου και τον Λοΐζο.».
Ο Χρήστος Λεοντής στο τραγούδι αυτό διακρίνει μια μουσική πρωτοτυπία: «Εμένα ένα από αυτά που μου αρέσουν πολύ είναι το “Δελφίνι – δελφινάκι”, ένα από τα πιο λαμπερά που κάνανε με τον Παπαδόπουλο. Όμως, αυτό το τόσο ευχάριστο τραγούδι ξεκινάει από την πέμπτη βαθμίδα, κι ενώ είναι στην ντο, ξεκινάει στο σολ. Αυτό, όσοι είναι μουσικοί θα το καταλάβουνε. Ήταν προχωρημένο».

«Το παλιό ρολόι»: «Το έγραψα στη δικτατορία, με πρόθεση να βγουν από το τραγούδι οι υπαινιγμοί κάποιων “μηνυμάτων”. Η μουσική είναι από ένα παλιό γρήγορο τραγούδι του Μάνου, το “Κρητικό σταφύλι”. Του είπα να το κάνει αργό, το έκανε και μετά προσθέσαμε και ένα ρεφρέν.»

«Η δουλειά κάνει τους άντρες»: «Ήταν μια ταινία του Γρηγορίου, ΤΡΟΥΜΠΑ ’67 : Ήταν και η Ελένη Ροδά φίλη του Λοΐζου και δική μου. Ζωντανό κορίτσι, όμορφο. Έγραφα το τραγούδι, για να ειρωνευτώ τους ψευτόμαγκες των καφενείων. Και η Ελένη το είπε πειστικά.»

«Ήτανε οχτώ – εννιά»: «Το γράψαμε για τον Νταλάρα, με τον Λοΐζο. Στο δίσκο “σταρ” ήταν ο Γιάννης Καλατζής. Ο Νταλάρας ήταν πολύ καινούριος. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικό τραγούδι που το ’πνιξε η επιτυχία που ’χε το “Δελφινάκι.”»

Τα τραγούδια που ξεχώρισαν απ’ αυτόν τον δίσκο ήταν: «Το παλιό ρολόι» (εκπληκτικός ο στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «… κι έγινε το Σαββατόβραδο ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά»), «Όποιος δει το παλικάρι» κι «Η δουλειά κάνει τους άντρες», ενώ το «Ήτανε οχτώ – εννιά» (με τους επίσης συγκλονιστικούς στίχους του Παπαδόπουλου για το δίπολο “μικρή ζωή – χρυσή ζωή”: «Ήτανε οχτώ – εννιά / κι ένας έχει μείνει / λιώνει στο καμίνι / της μικρής ζωής / μα στην ίδια γειτονιά / πάλι φωνοκόπι / πίσω απ’ το τόπι / της χρυσής ζωής») “το ‘πνιξε”, όντως, η μεγάλη επιτυχία που ’χε το «Δελφίνι – δελφινάκι», ένα τραγούδι αγαπημένο, που τραγουδιέται ως τις μέρες μας.

Πηγή: e-orfeas.gr

 

Το άρθρο Ο «Σταθμός»: Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Φλέρυ Νταντωνάκη: Η μούσα του Χατζιδάκι, η βόλτα στο φεγγάρι και το άδοξο τέλος… https://www.pancreta.gr/fleryntantonakichatzidakis/ Mon, 13 Jul 2026 04:08:55 +0000 https://www.pancreta.gr/fleryntantonakichatzidakis/ Φλέρυ Νταντωνάκη (11 Μαΐου 1937 – 18 Ιουλίου 1998) Η Φλέρυ Νταντωνάκη (πραγματικό όνομα Ελευθερία Παπαδαντωνάκη, 1937-1998) ήταν Ελληνίδα τραγουδίστρια, γνωστή για τη συνεργασία της με τον Μάνο Χατζιδάκι και την ερμηνεία της στο δίσκο του Ο Μεγάλος Ερωτικός. Γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα (κατ’ άλλους στην Κρήτη) και από μικρή καταπιάστηκε με τις τέχνες...

Το άρθρο Φλέρυ Νταντωνάκη: Η μούσα του Χατζιδάκι, η βόλτα στο φεγγάρι και το άδοξο τέλος… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Φλέρυ Νταντωνάκη (11 Μαΐου 1937 – 18 Ιουλίου 1998)

Η Φλέρυ Νταντωνάκη (πραγματικό όνομα Ελευθερία Παπαδαντωνάκη, 1937-1998) ήταν Ελληνίδα τραγουδίστρια, γνωστή για τη συνεργασία της με τον Μάνο Χατζιδάκι και την ερμηνεία της στο δίσκο του Ο Μεγάλος Ερωτικός.

Γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα (κατ’ άλλους στην Κρήτη) και από μικρή καταπιάστηκε με τις τέχνες και κυρίως με την υποκριτική, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στο ότι ο πατέρας της ήταν σκηνοθέτης, ηθοποιός και κινηματογραφικός παραγωγός. Με την ενηλικίωσή της πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου σπουδάζει Ιστορία και Φιλολογία και σύντομα ξεκινά μια καριέρα ηθοποιού, συμμετέχοντας σε παραστάσεις στη Νέα Υόρκη. Ο ρόλος της ως τραγουδίστρια γεννιέται μέσα από τυχαίες ευκαιρίες, στις οποίες τραγουδά δημοτικά τραγούδια για τους φίλους της. Σταδιακά ο ρόλος αυτός κυριαρχεί και αρχίζει να εμφανίζεται σε μουσικές σκηνές, με ένα ευρύ ρεπερτόριο που περιλαμβάνει λαϊκή μουσικής της Ελλάδας, της Ισπανίας, αλλά ακόμη και της Βραζιλίας. Το 1965 εμφανίζεται ο πρώτος της δίσκος με τίτλο «Fleury: The isles of Greece», που περιλαμβάνει ένα ετερόκλητο ρεπερτόριο, από λαϊκά άσματα του Απόστολου Καλδάρα, βραζιλιάνικες bossa nova και τρία κομμάτια του Μίκη Θεοδωράκη.

Με την επέλαση της χούντας, η Φλέρυ τάσσεται υπέρ του αντιδικτατορικού κινήματος και δείχνει την υποστήριξή της τραγουδώντας σε συγκεντρώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου. Συνάμα, γνωρίζεται με τη Μελίνα Μερκούρη, την οποία μάλιστα αντικαθιστά σε μια από τις παραστάσεις του «Ilya darling» του Ζυλ Ντασέν. Το 1970 γνωρίζεται με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος ακούγοντας τη φωνή της εκστασιάζεται· ηχογραφούν στο σπίτι του Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη μια σειρά από κλασικά ρεμπέτικα του Τσιτσάνη, Μάρκου Βαμβακάρη κ.ά. Πολλά χρόνια αργότερα, η ηχογράφηση αυτή λαμβάνει τη μορφή δίσκου με τίτλο «Η Φλέρυ Νταντωνάκη στα Λειτουργικά του Μάνου Χατζιδάκι» και αποτελεί την τελευταία δισκογραφική ενασχόληση του Χατζιδάκι με τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στο μεσοδιάστημα οι δύο καλλιτέχνες συνεργάζονται στο δίσκο «Κύκλο του C.N.S.» (1971), στον οποίο η Φλέρυ τραγουδά έξι τραγούδια σε επανεκτέλεση μετά τον Γιώργο Μούτσιο (πρώτη εκτέλεση, 1959), σε ποίηση του συνθέτη.

Δύο χρόνια πριν την οριστική πτώση της Χούντας, ο Μάνος Χατζιδάκις και η “Μούσα” του επιστρέφουν στην Ελλάδα. Το 1972 αποτελεί έτος-σταθμό στην καριέρα της Φλέρυς, με πιο σημαντικό γεγονός την έκδοση του δίσκου «Ο Μεγάλος Ερωτικός»· στην παραγωγή συμμετέχει και ο Δημήτρης Ψαριανός, που περιλαμβάνει μελοποιήσεις αρχαίας και νέας ελληνικής ποίησης με θέμα τον έρωτα. Στα τέλη του ιδίου χρόνου η Φλέρυ ηχογραφεί και πάλι, αυτή τη φορά τον «Καπετάν – Μιχάλη» του Χατζιδάκι, ενώ συμμετέχει και στον δίσκο «Δώδεκα τραγούδια του Γιώργου Ποταμιάνου», ενός Έλληνα εφοπλιστή, με τον οποίο τη συνέδεε μεγάλη φιλία από τον καιρό που ήταν στις ΗΠΑ.

Ακολουθεί μια περίοδος άτονης καλλιτεχνικής δημιουργίας· συμμετέχει φιλικά σε κάποιες ταινίες, ενώ γνωρίζεται με τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή. Η συνεργασία μεταξύ τους δεν τελεσφορεί και η Φλέρυ εισέρχεται σε μια περίοδο εσωτερικής αναζήτησης και “χάνεται στα μονοπάτια του μυαλού της” όπως δημόσια δηλώνει η ίδια. Επιστρέφει στο προσκήνιο το 1984, ερμηνεύοντας τρία τραγούδια στον πρώτο δίσκο του Ηλία Λιούγκου με τίτλο «Νυχτερινή δοκιμασία». Αρχίζει τις εμφανίσεις της στους μουσικούς χώρους «Τιπούκειτος», «Καφέ – θέατρο» και τον Πύργο του Απόλλωνα. Συνοδευόμενη από τον πιανίστα Γιάννη Σπυρόπουλο-Μπαχ, ερμηνεύει κομμάτια του Χατζιδάκι, ελληνικά λαϊκά, αλλά και τραγούδια της τζαζ και σόουλ ανθολογίας. Η τελευταία της δισκογραφική εμφάνιση έρχεται το 1986, οπότε και τραγουδά το «Τραγούδι της νύχτας» στον δίσκο «Τσιμεντένια Τρένα» του συγκροτήματος “Τερμίτες”. Το 1985, μια συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά, στην οποία συμμετέχει και η Δήμητρα Γαλάνη αποτελεί και την τελευταία της εμφάνιση επί σκηνής· τρομάζει από την κοσμοσυρροή και εγκαταλείπει το πάλκο, εν τέλει όμως επιστρέφει και αποθεώνεται για την ερμηνεία της.

Έκτοτε αποσύρεται από τα φώτα της δημοσιότητας και θεωρεί τη σχέση της με το τραγούδι λήξασα. Μένει απομονωμένη με τη μητέρα της και την κόρη της Ζωή, ενώ επί ματαίω αρκετοί καλλιτέχνες την προσεγγίζουν, με σκοπό την επανεμφάνισή της. Η μοίρα την χτυπά διπλά· αποξενωμένη, με τους ιδιωτικούς της δαίμονες να γιγαντώνονται, προσβάλλεται πλέον και από καρκίνο. Πεθαίνει στις 18 Ιουλίου του 1998, σε μια κλίνη του Νοσοκομείου Μεταξά, καταρρακωμένη και σε σύγχυση· το μνήμα της βρίσκεται στο κοιμητήριο της Παιανίας, πλάι σ’ αυτό του Μάνου Χατζιδάκι.

Φλέρυ Νταντωνάκη, ένα απίστευτο ντοκουμέντο

H τελευταία λέξη που βγήκε από το στόμα της Φλέρυς Νταντωνάκη, στο Νοσοκομείο Μεταξά, λίγο πριν η ανορθόγραφη λέξη «ΑΠΝΙΑ», καταγραφεί στον ιατρικό επίλογο της, σε τελευταίο στάδιο καρκινοπαθούς Ελευθερίας Παπαδαντωνάκη, ήταν η λέξη «Πούστηδες»

Αυτό μαρτυρούν οι συγγενείς ασθενούς, από το διπλανό κρεβάτι.

Δεν ήξεραν ποιά ήταν η Φλέρυ Νταντωνάκη. Δεν είχαν ακούσει ποτέ κανένα της τραγούδι.
«Ήταν μια που τραγουδούσε με τη Μάγια Μελάγια;»
«Τι λες ρε συ, αυτή ήταν η Μπέμπα Μπλάνς.»
«Α, δεν την ξέρουμε τότε αυτή.»

Στο κοινό νοσοκομειακό δωμάτιο, οι συγγενείς της διπλανής ασθενούς. είχαν ενοικιάσει μια τηλεόραση, που έπαιζε στη διαπασών όλες τις καλοκαιρινές επαναλήψεις των ιδιωτικών καναλιών. Η κόρη της Φλέρυς, επειδή ενοχλούσε την μητέρα της, ο ήχος στη διαπασών, είχε ζητήσει ευγενικά να χαμηλώνουν την ένταση, καθώς η μητέρα της δεν μπορούσε να κοιμηθεί – δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου. Η έκκληση της Ζωής, ερμηνεύτηκε μάλλον σαν επιθυμία απομάκρυνσης της συσκευής, η οποία το επόμενο κιόλας πρωί αντικαταστήθηκε από ένα φορητό τραντζίστορ, ακουμπισμένο δίπλα από το κρεβάτι της Φλέρυς, το οποίο έπαιζε επίσης στη διαπασών, έναν πειρατικό πειραϊκό ραδιοφωνικό σταθμό.

«Η Ντέλα από Κερατσίνι αφιερώνει τώρα στον Βασίλη από Κοκκινιά το τραγούδι της Άννας Βίσση-ς «Τρελλαίνομαι» και τον παρακαλάει να της τηλεφωνήσει στο σπίτι της ξαδέρφής της Χαρούλας για να πάνε για καφέ. Πάμε λοιπόν να ακούσουμε Άννα Βίσση από το χρυσό δίσκο με επιτυχίες του Νίκου Καρβέλα «Κλίμα τροπικό».»

Η Φλέρυ είναι όλη μέρα στο κρεβάτι της. Είναι υπέρβαρη και κοιμάται γυμνή. Είναι 60 χρονών και φαίνεται 80.

Κάποια μέρα επισκέπτεται το Νοσοκομείο Μεταξά, ο υπουργός Υγείας της κυβέρνησης Σημίτη για εθιμοτυπικούς λόγους. Περνάει και από τα δωμάτια ασθενών. Κοντοστέκεται στις εισόδους των δωματίων κι απευθύνει χαιρετισμούς, όπου τονίζουν την συμπαράσταση της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του πρωθυπουργού προσωπικά, στην καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτών που εμπιστεύονται το δημόσιο σύστημα Υγείας.

(Σ.Σ … Πεπονής, Γείτονας, Παπαδήμας, Παπαδόπουλος ή Στεφανής; ποιός απ όλους, κατά τη γνώμη σας, θα μπορούσε να είναι τόσο χυδαίος, ώστε να ξεστομίσει, αυτό που θα διαβάσετε, παρακάτω;)

«Όλοι μαζί, μπορούμε για ένα καλύτερο ΕΣΥ. Σας ευχαριστούμε.»

Η διευθύντρια ορόφου, σκύβοντας στα πόδια του Υπουργού, του ψιθυρίζει ότι από το δωμάτιο που μόλις πέρασε νοσηλευόταν η Φλέρυ Νταντωνάκη.

« Ποιά είναι αυτή; Δημοτική σύμβουλος;»
« Όχι, κύριε Υπουργέ, τραγουδίστρια.»
«Δεν την ξέρω. Ποιά λέτε;»

Γυρνάει πίσω στην πόρτα και βλέπει την μοναδική ασθενή του θαλάμου, να κοιμάται.
« Η χοντρή;»

Σε μια συνέντευξή της η Φλέρυ Νταντωνάκη το 1986 στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ είχε δημόσια πει ότι είναι ΠΑ.ΣΟ.Κ. Είχε υποστηρίξει με ουτοπικό σθένος τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Γεράσιμο Αρσένη.

Εκείνη η συνέντευξη, είχε θυμώσει όσο τίποτε άλλο τον Μάνο Χατζιδάκι.
Η Φλέρυ, αφήνει την τελευταία της πνοή στις 18 Ιουλίου του 1998. Επί κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη. Τα έξοδα της ταφής, αναλαμβάνει ο θετός γιός του Μάνου Χατζιδάκι και η Φλέρυ Νταντωνάκη, αναπαύεται δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι στο κοιμητήριο της Παιανίας. Στην τηλεφωνική συνομιλία που είχαν οι παραγγελιοδόχοι του μνήματος με τους μαραμαροτεχνίτες, κάποιος αντέγραψε λάθος το επίθετο.

Ακόμα και σήμερα, αν επισκεφθείς, ω αναγνώστη, τον τάφο της Φλέρυς στην Παιανία, το επίθετο που την συνοδεύει είναι ανορθόγραφο.
«ΦΛΕΡΥ ΑΤΑΝΤΩΝΑΚΗ»

Το 2000 σε ένα ταξίδι μου στη Νέα Υόρκη, στην προθήκη ενός καταστήματος βινυλίων στο Soho, βλέπω τον δίσκο της Flery – Isles of Greece. Στοιχίζει πιο ακριβά, από όσο στοιχίζουν όλοι οι υπόλοιποι δίσκοι της προθήκης μαζί. 350 δολλάρια.

Μπαίνω μέσα. Τον αγοράζω. Χωρίς παζάρι. Φεύγοντας ρωτάω τον νεαρό Αμερικάνο ιδιοκτήτη του καταστήματος.
«Μα γιατί τον πουλάτε τον συγκεκριμένο δίσκο, τόσο ακριβά;»
« Μα είναι η μεγαλύτερη φωνή της Ελλάδας, man.»”

Πηγή

Το άρθρο Φλέρυ Νταντωνάκη: Η μούσα του Χατζιδάκι, η βόλτα στο φεγγάρι και το άδοξο τέλος… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Γιάννης Καλαμίτσης – εκείνος που έκανε τους ανθρώπους να ζουν λιγότερο μονάχοι https://www.pancreta.gr/gianniskalamitsisanthropoimonachoi/ Fri, 10 Jul 2026 15:23:28 +0000 https://www.pancreta.gr/gianniskalamitsisanthropoimonachoi/ Γιάννης Καλαμίτσης (31 Οκτωβρίου 1939 – 3 Νοεμβρίου 2013) “Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι σαν το ξεχασμένο στάχυ ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος σαν το ξεχασμένο στάχυ άνθρωποι μονάχοι” Εκείνος έγραψε κάποτε αυτούς τους στίχους. Για τους ανθρώπους, που ζουν μονάχοι. Κι εκείνος έγινε η συντροφιά τους. Εκείνον περίμεναν...

Το άρθρο Γιάννης Καλαμίτσης – εκείνος που έκανε τους ανθρώπους να ζουν λιγότερο μονάχοι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Γιάννης Καλαμίτσης (31 Οκτωβρίου 1939 – 3 Νοεμβρίου 2013)

“Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι”

Εκείνος έγραψε κάποτε αυτούς τους στίχους.
Για τους ανθρώπους, που ζουν μονάχοι.
Κι εκείνος έγινε η συντροφιά τους.

Εκείνον περίμεναν πότε θα ξαναμιλήσει, πότε θα τραγουδήσει τις σκωπτικές ρίμες που ‘χε γράψει το προηγούμενο βράδυ, πότε θα τους ξανακάνει να χαμογελάσουν με την λυτρωτική ελευθεροστομία του, την ευφυέστατη κωμική του φλέβα.

Εκείνος είχε τον εμπνευσμένο τρόπο να θίγει με χιούμορ τα πιο σοβαρά ζητήματα. Έκανε σάτιρα, αληθινή σάτιρα, ο λόγος του ήταν βαθιά πολιτικός, κάθε του λέξη στο κείμενο ήταν προσεκτικά βαλμένη. Εκείνος μιλούσε στους ανθρώπους και ήξερε ακριβώς τι έλεγε.

Εκείνος τους παρηγορούσε, όταν εξομολογούνταν ανοιχτά στο μικρόφωνο για τα δικά του προβλήματα υγείας- κοινά σε χιλιάδες ανθρώπους, μα ασφυχτικά κλειδωμένα μέσα σε σπίτια, σε δωμάτια νοσοκομείων, σε αδιέξοδες σκέψεις κι ανείπωτο πόνο.

Οι λέξεις μου είναι φτωχές.

Εκείνος θα ‘γραφε ένα εμπνευσμένο κείμενο, θα δούλευε ώρες ατέλειωτες πάνω απ’ το χαρτί, όπως έκανε πάντα για τα σενάριά του, τους στίχους, τα άρθρα και τα θεατρικά του έργα.

Ο Γιάννης Καλαμίτσης αγάπησε τη ζωή. Αγάπησε τους ανθρώπους. Κυρίως εκείνους που ‘ναι μονάχοι.

Γι’ αυτό και στο δικό του πέρασμα απ’ αυτόν τον κόσμο, έκανε ό,τι μπορούσε, για να είναι οι άνθρωποι – έστω για λίγο, για ελάχιστο, όσο κρατά μια εκπομπή στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, όσο κρατά ένα τραγούδι, μια σκέψη, ένα όνειρο που μόλις γεννήθηκε- λιγότερο μονάχοι.

Ποιος ήταν ο Γιάννης Καλαμίτσης

Ο Γιάννης Καλαμίτσης γεννήθηκε στον Πειραιά στις 31 Οκτωβρίου του 1939 και ακολούθησε, αρχικά, το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν έμπορος υφασμάτων και γυναικείων ενδυμάτων. Ξεκίνησε να σπουδάζει αρχιτεκτονική στον Καναδά, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε το εγχείρημα. Έκανε διάφορες εργασίες στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες.

Συνεργάστηκε με πολύ γνωστούς καλλιτέχνες και έγραψε επιθεωρήσεις και στίχους που είχαν μεγάλη επιτυχία. Ιδιαίτερα γόνιμη υπήρξε η συνεργασία του με τον Χάρι Κλιν. Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με το ποδόσφαιρο (δήλωνε φίλος της Προοδευτικής), τη ζωγραφική, την οινοποιία και την ξυλουργική.

Διατηρούσε από το 1990 έως το φθινόπωρο του 2013 πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή (6-8 π.μ.) με τίτλο «Πρωινές χειρηλασίες», που είχε μεγάλη ακροαματικότητα (αρχικά στον ΑΝΤ1, από το φθινόπωρο του 2006 στη ΝΕΤ και από τις αρχές του 2009 στον REAL FM). Στην εκπομπή του ενσωμάτωνε στοιχεία επιθεωρησιακά, γράφοντας καθημερινώς καινούριες σκωπτικές παρλάτες και τραγούδια, ακολουθώντας την επικαιρότητα.

Έδωσε το παρών και στην τηλεόραση (ΕΤ-1), συμπαρουσιάζοντας με τον γεωπόνο Χρήστο Μαρλαντή την εκπομπή οικολογικού ενδιαφέροντος «Μην πατάτε το πράσινο», με θέμα «τα φυτά, τα δέντρα, τα χόρτα και γενικώς, με ό,τι… πρασινίζει τον χώρο μας και το περιβάλλον!». Από το Σεπτέμβριο του 2010 έγραφε τακτικά χρονογραφήματα στην κυριακάτικη εφημερίδα Real News.

Έγραψε πάνω από 400 τραγούδια, μερικά από τα οποία θεωρούνται στιχουργικά διαμάντια του ελληνικού ρεπερτορίου («Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι», «Θα σ’ αγαπώ», «Χώμα Ελληνικό» κτλ). Κάποια από αυτά έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς συνθέτες (Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Σπανός, Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Χρήστος Νικολόπουλος, Κώστας Τουρνάς, Χρήστος Δάντης).

Ο Γιάννης Καλαμίτσης έφυγε από τη ζωή στις 3 Νοεμβρίου του 2013.

Πηγή

 

Το άρθρο Γιάννης Καλαμίτσης – εκείνος που έκανε τους ανθρώπους να ζουν λιγότερο μονάχοι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Μερσέντες Σόσα, η φωνή της Λατινικής Αμερικής. https://www.pancreta.gr/mercentessosalatinikiameriki/ Thu, 09 Jul 2026 03:36:46 +0000 https://www.pancreta.gr/mercentessosalatinikiameriki/ Μερσέντες Σόσα (9 Ιουλίου 1935 – 4 Οκτωβρίου 2009) Τραγουδίστρια από την Αργεντινή, ένα από τα σύμβολα της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης μουσικής. Η επονομαζόμενη και Νέγρα (La Negra), λόγω των πυκνών μαύρων μαλλιών της, κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής. Μεγάλη...

Το άρθρο Μερσέντες Σόσα, η φωνή της Λατινικής Αμερικής. εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Μερσέντες Σόσα (9 Ιουλίου 1935 – 4 Οκτωβρίου 2009)

Τραγουδίστρια από την Αργεντινή, ένα από τα σύμβολα της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης μουσικής. Η επονομαζόμενη και Νέγρα (La Negra), λόγω των πυκνών μαύρων μαλλιών της, κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής. Μεγάλη η προσφορά της και στο πολιτικό τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας Βιδέλα (1976-1983).

H Αϊδέ Μερσέντες Σόσα (Haydée Mercedes Sosa) γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου 1935 στο Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν, μία πόλη της βορειοδυτικής Αργεντινής, κοντά στα σύνορα με τη Βολιβία. Παιδί αγροτικής οικογένειας, έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στη φτώχεια  και την ανέχεια. «Γνώρισα τη φτώχεια», έλεγε η ίδια σε συνέντευξή της στον Ριζοσπάστη (21/9/1990). «Είδα τη φτώχεια του πατέρα και της μάνας μου. Είδα να ‘ρχεται το τέλος του μήνα και να μην έχουν τίποτα σχεδόν να μας δώσουν να φάμε. Όμως, ήμαστε μια πραγματική οικογένεια, δεμένοι μεταξύ μας. Αυτή η ατμόσφαιρα μου επέτρεψε να μην τρέφω μνησικακία για τον κόσμο».

Το 1950, σε ηλικία 15 ετών, κέρδισε ένα τοπικό διαγωνισμό τραγουδιού κι έτσι από πολύ μικρή ξεκίνησε τη μεγάλη καριέρα της στο τραγούδι. Το 1959 ηχογράφησε τον πρώτο της δίσκο La Voz de la Zafra, με φολκλορικά τραγούδια της πατρίδας της. Στη δεκαετία του ’60 έγινε γνωστή, μέσα από το μουσικοπολιτικό κίνημα του Nuevo Canciοnero (Νέο Τραγούδι), στο οποίο πρωτοστάτησε μαζί με τον πρώτο της σύζυγο Μανουέλ Όσκαρ Μάτους, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο.

Η Μερσέντες Σόσα θεωρούσε σημαντικότατη τη συνεισφορά του κινήματος στο στίχο. «Μέχρι τότε οι στίχοι των τραγουδιών, εκτός από τα τραγούδια του Αταουάλπα Γιουπάνκι, αρνούνταν να δουν τον άνθρωπο. Ήταν στίχοι ποιμενικοί, παγανιστικοί. Μίλαγαν για τα τοπία, τα άλογα, τον κάμπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν ήταν ποτέ σε πρώτο πλάνο μέσα σ’ αυτό το τοπίο. Με το Νουέβο Κανσιονέρο ο άνθρωπος έρχεται επιτέλους να καταλάβει την πρώτη θέση στο στίχο. Είναι αυτός το σημαντικό πρόσωπο».

Το 1972 κυκλοφόρησε τον δίσκο Ηasta la Victoria, το πιο πολιτικοποιημένο, ίσως, άλμπουμ της. Το πολιτικό τραγούδι το υπηρέτησε με σθένος και συνέπεια σε όλη τη ζωή της, ακόμα και στα πιο μαύρα χρόνια της στρατιωτικής χούντας του στρατηγού Βιδέλα. Για την ανυπότακτη δράση της κυνηγήθηκε από το στρατιωτικό καθεστώς και το 1979 κατά τη διάρκεια συναυλίας της στην Κτηνιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Λα Πλάτα συνελήφθη μαζί με φοιτητές και σύρθηκε στα κρατητήρια. Αναγκάστηκε να καταφύγει αυτοεξόριστη στο Παρίσι και τη Μαδρίτη, όπου έμεινε μέχρι το 1983, οπότε επέστρεψε στην πατρίδα της.

Έκτοτε, ηχογράφησε συνολικά 40 δίσκους, διευρύνοντας το ρεπερτόριό της. Ένωσε το φολκλόρ με τις μπαλάντες, το ροκ, τη μουσική της πόλης, ενώ έσπασε τα «σύνορα» που χωρίζουν είδη και γενιές. Ερμήνευσε πολύ γνωστά τραγούδια, όπως τα Cancion con todos, Alfonsina y el mar, Gracias a la vida, Solo le pido a Dios, Al jardin de la republica και Duerme negrito.

H Σόσα στήριζε με θέρμη τους νεότερους καλλιτέχνες της πατρίδας της, ενώ ήταν πάντα πρόθυμη να τους δανείζει τα δικά της τραγούδια, ώστε η αργεντίνικη παραδοσιακή μουσική να φτάσει και στις νεότερες γενιές μέσα από πιο σύγχρονα ακούσματα. Στην πενηντάχρονη καριέρα της συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της μουσικής, όπως με τους Λουτσιάνο Παβαρότι, Στινγκ, Λούτσιο Ντάλα, Σακίρα, Αντρέα Μποτσέλι, Καετάνο Βελόσο, Μάρτα Άργκεριχ και Τζόαν Μπαέζ.

Στη χώρα μας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 12 Σεπτεμβρίου 1986  στην Καισαριανή, στο πλαίσιο του 12ου Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή. Έκτοτε πραγματοποίησε άλλες συναυλίες (Λυκαβηττός, Κατράκειο, Θεσσαλονίκη, Ηρώδειο), ενώ συνεργάστηκε και με έλληνες καλλιτέχνες (Μαρία Φαραντούρη, Χάρις Αλεξίου, Νάνα Μούσχουρη κ.ά.). Τελευταία της συνεργασία με έλληνα καλλιτέχνη ήταν με το συγκρότημα Απουριμάκ, που αποτελείται από λατινοαμερικάνους και έλληνες μουσικούς. Ερμήνευσε στα ελληνικά το τραγούδι Βράχια Γυμνά, που περιέχεται στον δίσκο Στις γειτονιές του νότου (2001).

Η Μερσέντες Σόσα άφησε την τελευταία της πνοή στις 4 Οκτωβρίου 2009, σε κλινική του Μπουένος Άιρες, όπου νοσηλευόταν. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ η κατάσταση της υγείας της είχε επιδεινωθεί πολύ τις τελευταίες μέρες της ζωής της, εξαιτίας επιπλοκών στα νεφρά.

Πηγές: sansimera, youtube

 

Το άρθρο Μερσέντες Σόσα, η φωνή της Λατινικής Αμερικής. εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Δημήτριος Βικέλας, ο δωρητής της βιβλιοθήκης του Ηρακλείου https://www.pancreta.gr/vikelasvivliothikiirakliokritisdoritis/ Mon, 06 Jul 2026 15:44:35 +0000 https://www.pancreta.gr/vikelasvivliothikiirakliokritisdoritis/ Δημήτριος Βικέλας (15/02/1835 – 07/07/1908) Ποιος ήταν ο Δημήτριος Βικέλας και γιατί δώρησε την πλουσιότατη και εκλεκτή βιβλιοθήκη του στον Δήμο Ηρακλείου; Το πρώτο σκέλος του ερωτήματος έχει απάντηση, για το δεύτερο όμως μόνον κάποιες ενδείξεις είναι μέχρι σήμερα διαθέσιμες. Ωστόσο, με στοιχεία αντλημένα από μια διάλεξη του ιστοριοδίφη Στέργιου Σπανάκη (1979), που επί 20ετίαν...

Το άρθρο Δημήτριος Βικέλας, ο δωρητής της βιβλιοθήκης του Ηρακλείου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Δημήτριος Βικέλας (15/02/1835 – 07/07/1908)

Ποιος ήταν ο Δημήτριος Βικέλας και γιατί δώρησε την πλουσιότατη και εκλεκτή βιβλιοθήκη του στον Δήμο Ηρακλείου; Το πρώτο σκέλος του ερωτήματος έχει απάντηση, για το δεύτερο όμως μόνον κάποιες ενδείξεις είναι μέχρι σήμερα διαθέσιμες. Ωστόσο, με στοιχεία αντλημένα από μια διάλεξη του ιστοριοδίφη Στέργιου Σπανάκη (1979), που επί 20ετίαν και πλέον διετέλεσε έφορος της “Βικελαίας Βιβλιοθήκης”, και από την μελέτη της Μαρίας Τερδήμου “Χρονολόγιο Δ. Βικέλα”, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση.

Ο πατέρας του Βικέλα καταγόταν από την Βέρροια. Η οικογένεια Βικέλα ήταν μια κοσμοπολίτικη οικογένεια εμπόρων, που η έδρα των άλλασσε, ανάλογα με τα εμπορικά της συμφέροντα, από την Κωνσταντινούπολη στην Οδησσό, στη Σύρα, σπουδαίο εμπορικό κέντρο τότε, στο Τριέστι, στο Λονδίνο τέλος.

Ο πατέρας του Βικέλα ήταν εγγράμματος. «Ο πατήρ μου ήτο κάτοχος της Ελληνικής και συχνάκις μ’εβοήθη προς υπερπήδησιν δυσκολιών εις τας εξηγήσεις μου. Εγνώριζε και την Ιτάλικην, η οποία άλλοτε εθεωρείτο, καθώς σήμερον η Γαλλική, ως συμπλήρωμα ελευθερίου αγωγής».

Αλλά και η οικογένεια της μητέρας του Σμαράγδας, η οικογένεια Μελά από την Ήπειρο, είχε διαπρέψει στα γράμματα. Ο αδελφός της μητέρας του, ο Λέων Μελάς, σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Πίζας. Ήταν άριστος ποινικολόγος και διορίστηκε καθηγητής του Ποινικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και, τέλος, υπουργός Δικαιοσύνης. Ορίστηκε εισηγητής για τη σύνταξη του Συντάγματος του Όθωνα το 1843. Αλλά απογοητεύτηκε από την πολιτική, και έγινε συνεταίρος με τον αδελφό του Βασίλειο στο σιτεμπόριο στο Λονδίνο. Εκεί του έμεινε καιρός να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Εδημοσίευσε: Νύξεις προς λύσιν του Ανατολικού Ζητήματος, το έμμετρο δράμα, ο Διάκος, τον Μικρό Πλούταρχο, το εγκόλπιον των Ελληνοπαίδων και άλλα, κυρίως παιδαγωγικά και πατριωτικά.

Ένα από τα καλύτερα έργα του, που γαλούχησε γενεές Ελλήνων ήταν ο Γεροστάθης. Και ο άλλος αδελφός της μητέρας του, ο Βασίλειος Μέλας, παρόλο που ήταν περισσότερο έμπορος, είχε μια έμφυτη κλίση προς την «ελαφρά φιλολογία», όπως την χαρακτηρίζει ο Βικέλας. “Είχε την ευκολίαν περί την έκφρασιν και την χάριν του στιχουργού”. Ασχολούνταν και με τη σύνθεση αινιγμάτων, για να διασκεδάζει τους επισκέπτες του στις εσπερινές συναθροίσεις Ελλήνων του Λονδίνου. Ένα από τα αινίγματα του αυτά είναι και τούτο: «ποιό σπίτι κατοικούν σοφοί μικροί τε και μεγάλοι, που μεταξύ των ειν’ βωβοί και προς τους άλλους λάλοι;» (= η βιβλιοθήκη ).

Τέτοιος ήταν ο κύκλος μέσα στον οποίο γεννήθηκε, ανατράφηκε και εργάσθηκε ο Δημήτριος Βικέλας.

Αλλά, παρά την πνευματικότητα της πατρικής του οικογένειας, ο Δημήτριος Βικέλας είναι μάλλον δημιούργημα της οικογένειας της μητέρας του, των Μελάδων. «Αι στεναί σχέσεις και η παιδιόθεν συμβίωσις εξηγούν την προσκόλλησίν μου εις την μητρικήν οικογένειαν. Οι μητρόθεν συγγενείς μου απετέλεσαν ανέκαθεν μέρος αναπόσπαστον της υπάρξεώς μου».

Ο Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρας στις 15 του Φλεβάρη του 1835. Σε ηλικία πέντε χρονών οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα. «Εκεί έλαβα τας πρώτας σαφείς εντυπώσεις της ζωής. Εκεί εδοκίμασα τας πρώτας αληθείας θλίψεις. Εκεί έμαθα να θαυμάζω και να αγαπώ τα δένδρα, την θάλασσαν και τον ουρανόν».

Από την Κωνσταντινούπολη, ο πατέρας του εγκαταστάθηκε στην Οδησσό, όπου τον ακολούθησε. Αλλά οι δουλειές δεν πήγαν καλά και ξαναγύρισαν στη Σύρα. Εκεί εφοίτησε στο ιδιωτικό σχολείο «Λύκειον» και έπειτα στο δημόσιο Γυμνάσιον.

Οι συμμαθητές του παρατήρησαν τη φιλομάθειά του και τον έλεγαν «φιλόσοφο». Για να τον κοροϊδέψουν γράψαν τη λέξη αυτή σ’ ένα χαρτί και το καρφίτσωσαν στη ράχη του κι έπειτα τον περικύκλωσαν με γέλια και φωνές. Εκείνος όμως δεν διέψευσε τη διάγνωση των συμμαθητών του.

«Ο πλάνης βίος παιδιόθεν και αι αλλεπάλληλοι κατά την πρώτην ηλικίαν ασθένειαι εξηγούν πώς ενηλικιώθην χωρίς να αποκτήσω ενδεικτικόν σχολείου ή απολυτήριον οιονδήποτε. Την στέρησίν των συνησθάνθην πολλάκις και ούτε την αναπλήρωσεν η απόκτησις τιμητικών διπλωμάτων».

Στη Σύρα, σε ηλικία 16 χρόνων, δημοσίευσε και το πρώτο του έργο, την έμμετρη μετάφραση της τραγωδίας του Ρακίνα «Εσθήρ», που παίχτηκε εκεί, με υποβολέα τον ίδιο, το 1851.

Τον επόμενο χρόνο, το 1852, σε ηλικία 17 χρονών, πήγε στο Λονδίνο, κοντά στον θείο του Βασίλειο Μελά, για να εργαστεί στο εμπόριο του σταριού. Οι θείοι του έκαναν εισαγωγές σιτηρών στην Αγγλία από τη Ρωσία και τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Ο Βικέλας εργάστηκε αρχικά σαν λογιστής στο κατάστημα των θείων του, με μισθό «πλέον ή επαρκή». Αλλά το περίσσευμα το έστειλνε για τη συντήρηση της οικογένειάς του, γιατί δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές του πατέρα του. «Θα στερηθώ και συναναστροφές και διασκεδάσεις μέχρις ου αρχίσει ο πατήρ μου να κερδίζη η δε μήτηρ μου να ζη ανέτως». «Μου έλειπε η εμπορική ιδιοφυΐα και ο πόθος του πλούτου», λέει ο ίδιος. «Αναχωρών από γραφείον έκαμνα καθ’ οδόν στίχους. Δεν ήμουν γεννημένος δια το εμπόριον. Δεν είχα την τάσιν του θησαυρίζειν. Ο θείος δεν έπαυε προσπαθών να με καταστήσει έμπορον άξιον του ονόματος».

Ύστερα από δέκα χρόνια εργασία απόκτησε από τη δουλειά του το πρώτο του κεφάλαιο, 1000 αγγλικές λίρες. Σε ηλικία 22 χρονών έγινε συνέταιρος στην εταιρία των θείων του και υπόγραφε για λογαριασμό της εταιρίας. Το όνομά του γράφτηκε στην επωνυμία της εταιρίας. Η περίοδος από το 1866 κι έπειτα ήταν περίοδος επικερδών επιχειρήσεων για την εταιρία. Το 1876 διαλύθηκε η εταιρία και ο Βικέλας άφησε οριστικά το εμπόριο, όπου ασχολήθηκε 24 χρόνια. Μπορούσε πια να θεωρηθεί «υλικώς ανεξάρτητος» σε ηλικία 41 χρονών. «Το εμπορικόν μου στάδιον το εθεώρουν πάντοτε ως παροδικόν. Έτρεφα την μυστικήν μου φιλοδοξίαν να γίνη γνωστόν το όνομά μου δια των γραμμάτων εις κύκλον ευρύτερον και κατά τρόπον διαρκέστερον».

Η απασχόληση του Βικέλα στην υπηρεσία του κερδώου Ερμή δεν τον εμπόδισε ποτέ να θεραπεύει συχρόνως και τον λόγιο Ερμή. Όταν τελείωνε την εμπορική δουλειά του, παρακολουθούσε μαθήματα Βοτανικής στην Ανώτατη Πανεπιστημιακή Σχολή του Λονδίνου, το University College. Ύστερα από τη Βοτανική παρακολούθησε μαθήματα Αρχιτεκτονικής. Γλώσσες ήξερε τα αγγλικά, φυσικά τέλεια, τα γαλλικά, που είχε μάθει από την παιδική ηλικία, τα γερμανικά, που όμως ούτε τα έγραφε εύκολα ούτε τα μιλούσε ελεύθερα, και τα ιταλικά, στα οποία δάσκαλός του ήταν ο ελληνιστής Luigi Settembrini, που έγινε έπειτα υπουργός της Παιδείας. Παρόλο που έζησε αρκετά χρόνια κατά την παιδική του ηλικία στην Κωνσταντινούπολη και μπορούσε να μάθει τα τούρκικα, δεν εφρόντισε να τα μάθει, γιατί νόμιζε, ότι αυτό θα εσήμαινε αναγνώριση της τουρκικής κυριαρχίας, κατά την παιδική κρίση του. Αλλά αργότερα έγραφε: «Λησμονούμεν ότι η γνώσις της τουρκικής θα απετέλει, υπό πάσαν έποψιν, υπεροχήν ημών απέναντι των Τούρκων». Μετανοεί, επίσης, γιατί δεν έμαθε καλά τα ρούσικα, όταν έμενε στην Οδησσό με τον πατέρα του, παρόλο που είχε συνηθίσει να τα καταλαβαίνει και να τα μιλεί.

Ύστερα από ολόκληρη ζωή που έζησε στην Αγγλία, είχε εξοικειωθεί με τον αγγλικό τρόπο ζωής. Κι έτσι, εκτός από την πνευματική του μόρφωση, ενδιαφέρθηκε και για τη σωματική του άσκηση. Ασχολήθηκε με την ξιφασκία, την κωπηλασία και πήρε μαθήματα ιππασίας. Κάθε πρωί έκανε τον περίπατό του στα περίχωρα του Λονδίνου έφιππος.

Όταν διαλύθηκε η εμπορική εταιρία των Μελάδων, το 1876, ο Βικέλας, που ήταν τότε 41 χρόνων, βρισκόταν στον κολοφώνα της πνευματικής του ακμής. Ήταν από τους τακτικούς θαμώνες των βιβλιοθηκών του Λονδίνου, από τις οποίες δανειζόταν βιβλία, που τα διάβαζε άπληστα, ακόμη και στο κρεββάτι του, ώστε να βλάψει την όραση του και να αναγκαστεί να πάει στον γιατρό. Αναφέρει μάλιστα, ότι ο άγγλος γιατρός που τον εξέτασε του «απαρίθμησεν όλας τας ολεθρίας συνεπείας της τοιαύτης κακής συνηθείας» -να διαβάζει κανένας στο κρεββάτι. Αλλά, αφού τέλειωσε ο γιατρός, ο Βικέλας μονολογώντας είπε: «Δεν αποκοιμούμαι ποτέ χωρίς να διαβάσω!». Και χαριτολογώντας προσθέτει: «Εννοείτε ότι ακολούθησα το παράδειγμα και όχι την συμβουλή του ιατρού μου». Όταν απόκτησε οικονομική άνεση, του γεννήθηκε η επιθυμία να έχει τα βιβλία δικά του. Και άρχισε να αγοράζει πολλά, ιδίως χρήσιμα στις μελέτες του και όσα αναφερόταν στην Ελλάδα. Η συσσώρευση τόσων βιβλίων, που δεν πρόφθανε να τα διαβάζει όλα, μοιάζει -λέει ο ίδιος- προς θησαύρισμα φιλαργύρου, που δεν χρησιμοποιεί τον πλούτο του. Πολλά βιβλία, άμα τα διαβάσει κανείς, καταντούν περιττό βάρος στη βιβλιοθήκη του και πρέπει να τα πουλήσει για να απαλλαγεί. Αλλά «είναι δύσκολον να ληφθεί τοιάυτη απόφασις, ισοδυναμούσα προς απόσβεσιν προσφιλούς παρελθόντος, προς άρνησιν ευγνωμοσύνης προς φίλους παλαιούς, μετά των οποίων συνεζήσαμεν και από τους οποίους ευεργετήθημεν».

Ο Βικέλας εταξίδευε πολύ και είχε γίνει γνωστός στην Ευρώπη ως άνθρωπος των γραμμάτων. Ο ίδιος γράφει: «Ευρίσκω ανοικτάς τας φιλοξένους θύρας λογίων, τους οποίους με υπερηφάνειαν δύναμαι να κατατάξω εις την σειράν των φίλων μου».
Κάθε χρόνο το καλοκαίρι ταξίδευε στο εξωτερικό, προσπαθώντας παράλληλα να ωφελήσει με τα ταξίδια του αυτά τον τόπο του. Αλλά και στο εσωτερικό ταξίδευε τακτικά για να γνωρίσει από κοντά την Ελλάδα. Καρπός των ταξιδιών του αυτών είναι τα ταξιδιωτικά του βιβλία: Η Σουηδία και Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν.

Το καλοκαίρι του 1894 ο Βικέλας βρισκόταν στο Παρίσι. Τότε γινόταν εκεί το Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο και ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος Ελλάδος τον διόρισε τηλεγραφικώς αντιπρόσωπό του. Ο Βικέλας, γνωστός για τη μόρφωση του και τη φήμη του, επιβλήθηκε όσο κανένας άλλος σύνεδρος και έγινε το κύριο πρόσωπο του Συνεδρίου.

Στο Συνέδριο εκείνο συζητήθηκε η ιδέα για την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων, που είχε προτείνει ο Γάλλος ιστορικός και φίλαθλος βαρώνος Πέτρος Κουμπερτέν. Για το θέμα αυτό ιδρύθηκε ειδικό τμήμα της Οργάνωσης και εκλέχτηκε Πρόεδρός του ο Βικέλας. Με την επιβολή του και το κύρος του αποφασίστηκε να γίνουν στην Αθήνα οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896. Με απλότητα και ειλικρίνεια είπε στο Συνέδριο: «Δεν έχομεν τα μέσα να τελέσωμεν εορτάς μεγαλοπρεπείς. Αλλά το εγκάρδιον της υποδόχης θα αναπληρώσει τας πολλάς ελλείψεις μας. Δεν θα παράσχωμεν εις τους ξένους μας διασκεδάσεις αξίας της περιστάσεως, αλλά έχομεν να δείξωμεν τα μνημεία και τα ερείπια της αρχαιότητος. Θα τους οδηγήσομεν εκεί όπου οι αρχαίοι ετέλουν τους ενδόξους αγώνας των. Εις τα Ολύμπια, τα Ισθμια, τους Δελφούς, την Επίδαυρον».

Από το έτος αυτό δηλ. το 1896 ο Βικέλας εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και αφιερώθηκε ολόψυχα σε κοινωφελή έργα. Μεταξύ άλλων, το 1899 ίδρυσε τον γνωστό στους παλαιότερους «Σύλλογον προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων». Εκδόθηκαν εκεί 100 αριθμημένα μικρά βιβλιαράκια ποικίλου περιεχομένου, σε φτηνή τιμή, που αναμφισβήτητα πρόσφεραν πολύτιμες γνώσεις μέσης μόρφωσης. Από τον ίδιο Σύλλογο εκδόθηκε το 1928 και το ιστορικό περιοδικό Ελληνικά. Πρόεδρος του Συλλόγου ήταν, όσο ζούσε, ο Βικέλας (πέθανε στις 7 Ιουλίου του 1908, σε ηλικία 73 χρόνων).

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αγωνία του Βικέλα για την εξέλιξη του λεγομένου Εθνικού ζητήματος (απελευθέρωση Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας). Η αγωνία του αυτή εκδηλώνεται εμπράκτως. Στον ατυχή πόλεμο του 1897 διοργανώνει πλωτό νοσοκομείο για την μεταφορά και διάσωση τραυματιών από την Ήπειρο. Ειδικότερα όμως για την Κρήτη οι ενέργειες του (μετά τα γεγονότα του 1896, που απολήγουν στην επαναφορά της σύμβασης της Χαλέπας) καταγράφονται ως εξής στην προαναφερθείσα μελέτη της Μαρίας Τερδήμου: «Το 1897, μετά από πιέσεις του εξάδελφου του Παύλου Μελά, ο Βικέλας δέχεται να γίνει μέλος της [μυστικής] “Εθνικής Εταιρείας”, με την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα έχει ανάμιξη στα εσωτερικά του κράτους. Τον ίδιο χρόνο ο Βικέλας δημοσιεύει επιστολές υπέρ της ανεξαρτησίας της Κρήτης σε αγγλικές και αμερικανικές εφημερίδες, και άρθρο με τίτλο “Public spirit in Modern Athens” στο τεύχος του Ιανουαρίου της “The Century Magazine” της Νέας Υορκης.(…) τον Μάρτιο, οι Μεγάλες Δυνάμεις, σύμφωνα με ανεπίσημες πληροφορίες, συμφώνησαν να διορίσουν αυτές Χριστιανό Διοικητή στην Κρήτη, και μάλιστα τον Έλληνα Βασιλόπαιδα Γεώργιο. Η «Εθνική Εταιρία» με δηλώσεις στις αθηναϊκές εφημερίδες αντιδρά έντονα στην απόφαση αυτή, και με τη σειρά του ο Βικέλας δηλώνει την αντίθεσή του στην αντίδραση της Εταιρείας».

Εκτός από τις ποικίλες κοινωνικές και εθνικές δραστηριότητες, ο Βικέλας ποτέ δεν πρόδωσε την αγάπη του στην λογοτεχνία. Εδημοσίευσε αρκετά έργα πρωτότυπα και μεταφράσεις. Πρώτο του έργο είναι, όπως προαναφέρθηκε, η μετάφραση του έργου του Ρακίνα, Εσθήρ. Το εξέδωσε στην Ερμούπολη το 1851. Άλλα έργα του είναι: Στίχοι, Περί Ελληνικής Φιλολογίας, Περί Βυζαντινών, Η σύστασις του Ελληνικού Βασιλείου και τα όριά του, Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν, περί Σκωτίας. Ο Λουκής Λάρας είναι από τα αριστουργήματά του και από τις γραμμές του ξαναζούν τραγικές σκηνές του Αγώνα της παλιγγενεσίας. Μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Στην Βικελαία Βιβλιοθήκη υπάρχει αντίτυπο διορθωμένο από τον ίδιο για δεύτερη έκδοση. Μετέφρασε όλα σχεδόν τα γνωστά δράματα του Σαίξπηρ. Άλλα έργα του είναι: Διηγήματα, Διαλέξεις και αναμνήσεις, Η Σουηδία, Γυναικεία αγωγή, κλπ. Έγραψε και τα απομνημονεύματά του με τον τίτλο: Η Ζωή μου, από τα οποία εκδόθηκε ο Α’ τόμος.

Αλλά πώς και γιατί ο Βικέλας άφησε την πλουσιότατη για την εποχή του και πολυτιμότατη βιβλιοθήκη του στον Δήμο Ηρακλείου και δεν την άφησε ούτε στη γενέτειρά του, την Ερμούπολη, ούτε στην πόλη της απώτερης καταγωγής του, την Βέρροια;

Την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, με τις αρχαιολογικές ανασκαφές του Έβανς στην Κνωσό και τις ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής στη Φαιστό, την Αγ. Τριάδα, τη Γόρτυνα, κ.α., το Ηράκλειο είχε προβληθεί στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας επικαιρότητας.

Ο Βικέλας επισκέφτηκε, λίγο πριν πεθάνει, το Ηράκλειο, είδε την οικονομική ανθηρότητα, τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών, που είχαν συγκλονίσει τον κόσμο του πνεύματος, και με το ευρύ και προνοητικό βλέμμα του διείδε το μέλλον της πόλης αυτής. Και αποφάσισε να δωρήσει σε αυτήν το πολυτιμότερο αγαθό του πνευματικού ανθρώπου: την βιβλιοθήκη του.

Και μόνο από τους τίτλους των βιβλίων μπορούμε να δούμε τα πνευματικά ενδιαφέροντα του κατόχου του. Επίσης, από την περιοποίησή των, από τη βιβλιοδεσία των μπορούμε να κρίνομε την τάξη του και τη νοικοκυρωσύνη του. Η ιδιαίτερη περιποίηση ορισμένων βιβλίων δείχνει και τις προτιμήσεις του. Τα βιβλία του Βικέλα είναι όλα εκλεκτά, ποικίλου περιεχομένου, γεγονός που δείχνει την ευρύτητα της μόρφωσής του. Περιποιημένα όλα, βιβλιοδετημένα, πολλά με εκλεκτά δεσίματα καλλιτεχνών βιβλιοδετών του περασμένου αιώνα, υποδείγματα της παλιάς, καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας, με κοσμήματα και ανθέμια στο κάλυμμα από καθαρό χρυσό, που και σήμερα διατηρούνται θαυμάσια.

Ας δούμε τώρα τα ιστορικά της δωρεάς του Δ. Βικέλα στο πέρασμα της πρώτης μεγάλης περιόδου της ζωής του (1908-1980 π.).

Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου της 18ης Ιουλίου 1908, ο πρόεδρος Αριστείδης Στεργιάδης «καθιστά γνωστόν εις το Δημοτικόν Συμβούλιον, ότι ο εν Αθήναις εσχάτως αποθανών λόγιος Έλλην Δημήτριος Βικέλας εκληροδότησε εις τον Δήμον Ηρακλείου την βιβλιοθήκην αυτού, η οποία θα αποσταλεί εδώ δαπάνη των κληρονόμων και προτείνει εφ’ ενός μεν να αποφασίση το Συμβούλιον αν ο Δήμος αποδέχεται το κληροδότημα, διότι εκ του νόμου απαιτείται τοιαύτη δήλωσις, αφ’ ετέρου δε να εκδηλώσει το Δημοτικόν Συμβούλιον την βαθυτάτην τιμήν του Δήμου προς την μνήμην του μεταστάντος και την βαθυτάτην αυτού θλίψιν δια την απώλειαν ην υπέστη το Ελληνικόν γένος και τα Ελληνικά Γράμματα δια του θανάτου του. Το Συμβούλιον αποδέχεται ομοφώνως και μετ’ ευγνωμοσύνης το κληροδότημα και ψηφίζει: να εκφράση ο Δήμος προς τους κληρονόμους την βαθείαν του Δήμου θλίψιν δια τον θάνατον του υπερόχου λογίου και Έλληνος πατριώτου και δεύτερον να τελεσθή δαπάνη του Δήμου αρχιερατικόν μνημόσυνον εν των καθεδρικώ ναώ του Αγίου Μηνά υπέρ της μνήμης του».

Στις 9 Αυγούστου 1908 η Μόνιμη Επιτροπή του Δήμου Ηρακλείου ανέθεσε στον Κρητικό Ιωάννη Δαμβέργη να αντιπροσωπεύσει το Δήμο στην παραλαβή των βιβλίων, να υπογράψει το σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής και να φροντίσει για την αποστολή των βιβλίων. Του χορήγησε δε πίστωση 500 δρχ. για έξοδα συσκευασίας σε κιβώτια και έξοδα μεταφοράς.

Ο Δαμβέργης, με επιστολή του στις 27 Αυγούστου 1908, γνωρίζει στον Δήμο, ότι παρέλαβε το κληροδότημα.

Το Νομαρχιακόν Κατάστημα ήταν τότε στη μέση του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου, στη θέση όπου ήταν κατά τη Βενετοκρατία το Palazzo del Generale. Η πρώτη εγκατάσταση της Βιβλιοθήκης έγινε στα ισόγεια δωμάτια αυτού του κτηρίου. Αλλά, όπως αναφέρει ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Αριστείδης Στεργιάδης, «τα παραχωρηθέντα δωμάτια είναι ανήλια και υγρά και ήρξατο να είναι καταφανής η εκ της υγρασίας βλάβη των βιβλίων». Παρ΄όλα αυτά, τα βιβλία του Βικέλα παρέμειναν στα «ανήλια και υγρά» αυτά δωμάτια αρκετά χρόνια.

Τον Γενάρη του 1910, με πρόταση του Δημάρχου Δεληαχμετάκη, διορίστηκε Έφορος της Βιβλιοθήκης ο Θεοδόσιος Οικονομίδης, «κεκτημένος όλα τα δια την υπηρεσίαν προσόντα αντί μισθού 100 δρχ. Μηνιαίως», για να αρχίσει την καταγραφή και την ταξινόμηση των βιβλίων και την τοποθέτησή των στις 12 βιβλιοθήκες, που έκαμε ο επιπλοποιός Εμμανουήλ Καψετάκης. Συγχρόνως ορίστηκε «επιτροπή» για να βοηθήσει. Αλλά, ως φαίνεται, η συνεργασία του Οικονομίδου με την επιτροπή δεν υπήρξε ευτυχής -γεγονός που τον οδήγησε στην υποβολή παραιτήσεως, που έγινε δεκτή στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 7ης Ιουλίους 1911.

Στις 4 του Μάρτη 1910, η Μόνιμη Επιτροπή αποφασίζει να ονομαστεί η Βιβλιοθήκη «ΒΙΚΕΛΑΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ», προς τιμήν του δωρητού, και η στρογγυλή σφραγίδα της να έχει γύρω σε ένα κύκλο αυτόν τον τίτλο και στο κέντρο το έτος 1910 και έναν πυρσό.

Το Δημοτικό Συμβούλιο, το 1910, αναθέτει στη Μόνιμη Επιτροπή να συντάξει και να θέσει «αμέσως εις εφαρμογήν ίδιον παρ’ αυτής εκπονηθεισόμενον Κανονισμόν, του οποίου θεμελιώδης και απαρασάλευτος διάταξις πρέπει να είναι, ότι δεν επιτρέπεται ο δανεισμός βιβλίων εις ουδένα επ’ ουδενί απολύτως λόγω». Ο Κανονισμός υποβλήθηκε και ψηφίστηκε ύστερα από ένα χρόνο (στις 29 Απριλίου 1911).

Ο Δήμος επρόβλεψε και για την ασφάλιση της Βιβλιοθήκης από τον κίνδυνο της πυρκαϊάς. Στις 12 του Οκτώβρη 1910 η Μόνιμη Επιτροπή εξουσιοδότησε τον Δήμαρχο να ασφαλίσει τη Βιβλιοθήκη αντί 80.000 δρχ., ποσό που αντιπροσώπευε τότε 4.000 χρυσά εικοσάφραγκα.

Το 1912 το Δημοτικό Συμβούλιο απασχόλησε το θέμα της Βιβλιοθήκης του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου. Ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ηρακλείου ιδρύθηκε γύρω στα 1880 και συγκέντρωσε αρκετά και ενδιαφέροντα για την Κρήτη βιβλία. Τελευταίος πρόεδρός του ήταν ο γιατρός Ιωσήφ Χατζηδάκης, που την δραστηριότητά του απορρόφησε η αρχαιολογία, οι ανασκαφές και η ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου. Στα «Πρακτικά» του Δημοτικού Συμβουλίου, στις 14 Ιουλίου 1912, αναφέρονται τα εξής: «Το Δημοτικόν έχον υπ’ όψει ότι εκ της άλλοτε Βιβλιοθήκης του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου σώζονται τόμοι τινές οι οποίοι φυλάσσονται εις τα γραφεία της εισαγγελίας πλημμελώς και υπόκεινται εις φθοράν, και ότι μετά την σύστασιν της Δημοτικής Βιβλιοθήκης καλό θα ήτο τα περί ως ο λόγος βιβλία να παραδοθώσιν εις τον Δήμον προς πλουτισμόν της Βιβλιοθήκης, εκφράζει ομοφώνως την ευχήν προς την Κυβέρνησιν όπως διατάξη να παραδοθούν τα ειρημένα βιβλία εις τον Δήμον». Η ευχή εισακούστηκε και στο Βιβλίο Εισαγωγής της Βιβλιοθήκης είναι καταγραμμένοι 1.130 τόμοι βιβλίων του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου. Τα βιβλία αυτά είναι ποικίλου περιεχομένου και, ως επί το πλείστον, σπάνια.

Η ίδρυση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης προκάλεσε το ενδιαφέρον των ανθρώπων των Γραμμάτων, που θέλησαν να την πλουτίσουν, δωρίζοντας σ’ αυτήν τις ατομικές βιβλιοθήκες των.

Πρώτος δωρητής είναι ο Ιωάννης Λυμπρίτης, από την παλιά και ιστορική οικογένεια του Αγίου Θωμά Μονοφατσίου. Με τη διαθήκη του άφησε την πλούσια βιβλιοθήκη του στην Βικελαία, η οποία παρελήφθη τους πρώτους μήνες του 1916. Αποτελείται από 1.670 τόμους βιβλίων, τα περισσότερα από τα οποία είναι ιατρικά, της εποχής του δωρητή. Σε αυτήν συγκαταλέγεται και μία πλήρης σειρά των αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, από τις πολύτιμες εκδόσεις της Λειψίας. Η Βικελαία Βιβλιοθήκη, εν συνεχεία, απόκτησε και τη Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ηρακλείου, του πρώτου Γυμνασίου της Κρήτης, που ιδρύθηκε το 1872. Επίσης, πολλά από τα βιβλία του Στέφανου Ξανθουδίδου: ο κορυφαίος αυτός λόγιος εδώρησε την πλούσια σε ιστορικά, αρχαιολογικά και φιλολογικά βιβλία βιβλιοθήκη του στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, αλλά στη διαθήκη του υπήρχε διάταξη που προέβλεπε ότι όσα βιβλία της βιβλιοθήκης του υπάρχουν στη βιβλιοθήκη του Μουσείου να δοθούν στη Βικελαία. Και δόθηκαν.

Από τους άλλους δωρητές, πρέπει ιδιαίτερα να αναφερθεί ο καθηγητής της Δημόσιας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ανδρέας Ανδρεάδης, που, όπως ο ίδιος αναφέρει σε επιστολή του, είχε την καταγωγή από την Κρήτη, από την οικογένεια Μιχελιουδόπαπα. Αυτός δώρησε στη Βικελαία 1.000 τόμους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου. Άλλος δωρητής της Βικελαίας είναι ο Ζαχαρίας Οικονόμου, που δώρησε 630 τόμους. Οι κληρονόμοι του αρχιμανδρίτη Φώτιου Θεοδοσάκη εδώρησαν τη βιβλιοθήκη του, 200 τόμους, στη Βικελαία. (Ο αείμνηστος Φώτιος, που είχε σπουδάσει στην Ιταλία, αδελφός της μονής της Grottaferatta, ήταν φλογερός πατριώτης. Υπήρξε από τους λίγους ιερωμένους που άφησαν το Ευαγγέλιο και άδραξαν το όπλο και πολέμησαν τον ουρανοκατέβατο βάρβαρο κατακτητή. Και αφού κόπασε ο ορυμαγδός της πρωτότυπης μάχης, ο Φώτιος γύρισε στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα και λειτουργούσε στο Σκαλάνι. Από τη λειτουργία με τα ιερά άμφια τον πήραν οι Γερμανοί και τον τουφέκισαν. Υπήρξε από τα πρώτα θύματα των Ναζί). Πολύ αξιόλογη είναι και η δωρεά της βιβλιοθήκης του Ανδρέα Λυσιμάχου Καλοκαιρινού, αποτελούμενη από 1.000 τόμους σπουδαίων και καλά συντηρημένων βιβλίων – δωρεά που πραγματοποιήθηκε χάρη στο ενδιαφέρον του Ανδρέα Γ. Καλοκαιρινού. Τέλος, άλλες αξιόλογες δωρεές είναι του Μάρκου Αυγέρη και της Έλλης Αλεξίου, 2.800 τόμοι. Του γνωστού γλωσσσολόγου Γεωργίου Παγκάλου, του Γεωργίου Ανεμογιάννη, 1508 τόμοι, του γιατρού Απολλόδωρου Μελισσείδη, 515 τόμοι, του δικηγόρου Νίκανδρου Φραγκιαδάκη, του Άρη Χατζηδάκη και πολλών άλλων.

Το 1920 η Νομαρχία ζήτησε την εκκένωση των δωματίων του Καταστήματός της και ο Δήμος Ηρακλείου αναγκάστηκε να μεταφέρει τη Βιβλιοθήκη στα τρία ισόγεια βορεινά δωμάτια του Δημαρχιακού Καταστήματος, που ήταν τότε στη νοτιοανατολική γωνία του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου. Στα επίσης ανήλια, γεμάτα μούχλα και υγρασία δωμάτια του Δημαρχιακού Καταστήματος η Βιβλιοθήκη παρέμεινε μέχρι το 1932. Όταν τότε τελείωσε το λεγόμενο «Δημοτικό Μέγαρο των Ακτάρικων», αποφασίστηκε να μεταφερθεί εκεί. Πού όμως; Πάλι στους ισόγειους, σκοτεινούς και υγρούς χώρους του.

Εκεί, τον Απρίλιο του 1932, έγινε Φιλολογικό Μνημόσυνο του ιδρυτή της Δημητρίου Βικέλα, με οργανωτική Επιτροπή τον δήμαρχο Ανδρέα Παπαδόπουλο, τον Γυμνασιάρχη Ανδρέα Βουρδουμπάκη, τον διευθυντή του Μουσείου Σπ. Μαρινάτο, τον γιατρό Απολλόδωρο Μελισσείδη, τον δικηγόρο Νικόλαο Μεϊμαράκη, τον ιστορικό Γιάννη Μουρέλλο, τον φυτοπαθολόγο Ευάγγ. Ευαγγελίδη και τον Έφορο της Βιβλιοθήκης (Στέργιο Σπανάκη). Για τη ζωή και το έργο του Βικέλα και την ιστορία της Βιβλιοθήκης μίλησε ο συγγραφέας Άρης Χατζηδάκης.

Στους ανήλιους αυτούς χώρους πέρασε τα χρόνια του μεσοπολέμου. Την περίοδο 1938-1940, το θέμα της στέγασης της Βιβλιοθήκης απασχόλησε σοβαρά τον Δήμο. Στη συνεδρίαση της Εφορευτικής Επιτροπής, τον Δεκέμβριο του 1938, ο δήμαρχος αείμνηστος Μηνάς Γεωργιάδης είπε τα παρακάτω, που αξίζει τον κόπο να μεταφερθούν εδώ αυτούσια:
«Το ζήτημα της Βιβλιοθήκης είναι εν εκ των σοβαρωτέρων, άτινα απασχολούν σήμερον την Δημοτικήν Αρχήν, η οποία θεωρεί επιτακτικήν την ανάγκην της ανοικοδομήσεως ειδικού μεγάρου δια την στέγασιν τόσον αυτής όσον και του Τουρκικού Αρχείου. Εν τω αυτώ μεγάρω δέον όπως ληφθή πρόνοια όπως κατασκευασθή αίθουσα διαλέξεων, ούτως ώστε, εν τω μεγάρω τούτω, το οποίον επαξίως δύναται να φέρη το όνομα «ΟΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ», θα στεγασθή παν ό,τι αφορά την πνευματικήν κίνησιν του τόπου μας. Παραλλήλως προς τα τόσα άλλα δια τα οποία φροντίζει ο Δήμος, είναι ανάγκη να στρέψη την προσοχήν του και προς το σοβαρόν τούτο ζήτημα της Βιβλιοθήκης, η οποία, δύναταί τις να είπη, είναι το θερμοκήπιον ένθα αναπτύσσονται οι νέοι πολίται, είναι το ίδρυμα εκείνο εν τω οποίων τίθενται τα θεμέλια της μελλούσης εξελίξεως αυτών. Εκτός τούτου δε η Βιβλιοθήκη δύναται να γαλουχήση όχι μόνον την νεολαίαν αλλά και τους πολίτας να μορφώση και να τέρψη ακόμη. Προς τον σκοπόν τούτον τείνοντες, έχω την γνώμην, ότι πρέπει να προκηρύξωμεν διαγωνισμόν δια την εκπόνησιν του σχεδίου Μεγάρου Βιβλιοθήκης. Ο κ. Μάργαρης, ο οποίος επιθεώρησε την Βιβλιοθήκην, μας απέκλεισεν ως εντελώς ακατάλληλον τον ναόν της Αγίας Αικατερίνης, μας υπέδειξεν δε ως χώρον κατάλληλον δια την ανέγερσιν του Μεγάρου Βιβλιοθήκης τμήμα της βορείου πλευράς του μελετωμένου πάρκου εν τη παλαιά Νομαρχία. Επειδή όμως ο χώρος ούτος προορίζεται αποκλειστικώς και μόνον δια την δημιουργίαν ενός πάρκου, τουθόπερ στερείται η πόλις μέχρι σήμερον, και επειδή έχω την γνώμην, ότι η ανέγερσις εν τω χώρω τούτω της βιβλιοθήκης θα βλάψη τον σκοπόν του πάρκου, ανεζήτησα αλλαχού την εξεύρεσιν του καταλλήλου οικοπέδου, του συγκεντρώνοντος την ιδεώδη θέσιν δια μίαν βιβλιοθήκην, ήτοι κεντρικήν μεν, δια να είναι εις το κοινόν πρόχειρος, και συγχρόνως απόκεντρον, δια να είναι μακράν παντός θορύβου, κατά το δυνατόν. Ως τοιαύτην δε θέσιν εύρον κατάλληλον την πλατείαν Δασκαλογιάννη. Η πλατεία Δασκαλογιάννη δύναται να διαρρυθμισθή κατά τοιούτον τρόπον ώστε να εξωραϊσθή και εξωτερικώς η Βιβλιοθήκη, τοποθετουμένης μάλιστα εις το κέντρον της πλατείας και της προτομής του Δασκαλογιάννη…»

Μετά ταύτα, «η Εφορευτική Επιτροπή, κατόπιν των γενομένων επί του θέματος συζητήσεων, υποβάλλει προς το Δημοτικόν Συμβούλιον την ευχήν όπως προκηρυχθή διαγωνισμός δια την εκπόνησιν του σχεδίου του Μεγάρου της Βιβλιοθήκης εν τω δημοτικώ οικοπέδω της πλατείας Δασκαλογιάννη (το μέγαρον δέον να προβλέπη την εγκατάστασιν της βιβλιοθήκης 100.000 τόμων βιβλίων, την ύπαρξιν δύο αναγνωστηρίων, επιστημόνων και μαθητών, την εγκατάστασιν του Τουρκικού Αρχείου αριθμούντος πλέον των 2.000 τόμων, και την ύπαρξιν ευρυχώρου αιθούσης διαλέξεων, εκθέσεων και καλλιτεχνικών εν γένει συγκεντρώσεων, γραφείων υπηρεσίας, ιματιοθήκης και λοιπούς αναγκαίους χώρους…)».

Το Δημοτικό Συμβούλιο αποδέχτηκε το αίτημα της Επιτροπής, προκηρύχτηκε ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός και δημοσιεύτηκε στο αρμόδιο όργανο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, τα Τεχνικά Χρονικά (τεύχος 18 του 1940). Πολλοί αρχιτέκτονες ασχολήθηκαν με το θέμα και υποβλήθηκαν 10 σχέδια, τα οποία βρισκόταν στο γραφείο της Μηχανικής Υπηρεσίας του Δήμου. Η κατάσταση τις παραμονές του πολέμου δεν επέτρεψε τη σύγκληση της Επιτροπής Κρίσεως για τη βράβευση του καλύτερου σχεδίου. Τα σχέδια έμεναν σφραγισμένα, και έτσι άνοιχτα κάηκαν όταν βομβαρδίστηκε το Δημαρχείο.

Ύστερα από τον πόλεμο, το νέο Δημοτικό Συμβούλιο, παρά την παραπάνω απόφαση του προηγούμενου Συμβουλίου, ενέκρινε σχέδιο του αρχιμηχανικού Ιωάννη Βαρκαράκη για την ανοικοδόμηση μεγάρου προς οικονομική εκμετάλλευση στο δημοτικό οικόπεδο της πλατείας Δασκαλογιάννη, που προοριζόταν για τη Στέγη Γραμμάτων. Οι τότε δημοτικοί άρχοντες προτίμησαν αντί της Στέγης Γραμμάτων να εξασφαλίσουν μερικά ενοίκια στον Δήμο.

Ο πόλεμος, ανέκοψε φυσικά κάθε δράση για τη βελτίωση της Βιβλιοθήκης. Και όχι μόνο αυτό. Το αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης και το κάτω απ’ αυτό υπόγειο έγιναν καταφύγιο, όπου έτρεψε να σωθεί ο κόσμος από τους βομβαρδισμούς. Η είσοδος της Βιβλιοθήκης ήταν ανοικτή και τις 24 ώρες του ημερονυκτίου, εκτεθειμένη σε κάθε κίνδυνο κλοπής, πυρκαϊάς, κλπ.

Η άθλια αυτή κατάσταση συνεχίστηκε και στα 1941-1942. Τον Φεβρουάριο του 1943 κατέπλευσε στο λιμάνι του Ηρακλείου το πλοίο ΚAMELIA με το σιτάρι και τα άλλα τρόφιμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Και γεννήθηκε το ζήτημα αποθήκευσής των. Κατάλληλοι χώροι γι’ αυτό θεωρήθηκαν η αίθουσα της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, που στέγαζε τότε τον κινηματογράφο «ΜΙΝΩΑ», και τη Βικελαία Βιβλιοθήκη! Στην είσοδό της άνοιξαν στο τσιμεντένιο πάτωμα μία τρύπα και από εκεί έχυναν στο υπόγειο το σιτάρι. Τα τσουβάλια με τα όσπρια, το ρύζι και τη ζάχαρη τα αποθέσαν πάνω στα τραπέζια του αναγνωστηρίου και στις βιβλιοθήκες, που είχαν φτιάξει ο υπογράφων με τον Νικόλαο Σταυρινίδη και όπου είχαν τοποθετηθεί οι κώδικες του Τουρκικού Αρχείου, τους οποίους περιμάζεψαν από την πλατεία Δασκαλογιάννη, όπου τους είχαν πετάξει οι Γερμανοί. Εύκολο να φανταστεί κανένας τις στρατιές των ποντικών, που, πεινασμένοι κι αυτοί, έτρεξαν από όλη την πόλη στο σιτάρι για… συνεστίαση!

Η χρήση αυτής της Βιβλιοθήκης, για την αποθήκευση όχι μόνο της πνευματικής τροφής αλλά και της υλικής, εξακολούθησε ως το τέλος της γερμανικής Κατοχής. Αλλά το σοβαρότερο γεγονός, που απείλησε την ίδια την ύπαρξη της Βιβλιοθήκης, ήταν ο συμμαχικός βομβαρδισμός της πόλης του Ηρακλείου το φθινόπωρο του 1943. Μία από τις βόμβες εκείνες έπεσε στην άκρα του παλιού βυζαντινοβενετικού τείχους κι από εκεί γλίστρησε, μπήκε από το μεσαίο ανατολικό παράθυρο του αναγνωστηρίου και έπεσε πάνω στα τσουβάλια με τα φασόλια! Η βόμβα δημιούργησε στον κόσμο πανικό. Κανείς δεν πλησίαζε τη Βιβλιοθήκη και οι περίοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, περιμένοντας στην έκρηξή της, νομίζοντας πως ήταν ωρολογιακή. Αλλά φαίνεται πως και η βόμβα λυπήθηκε τη Βιβλιοθήκη και δεν έσκασε. Ύστερα από τρεις μέρες, αφού δεν έσκασε, οι Γερμανοί πήραν έναν υπόδικο από τη Χρυσοπηγή, για να την μεταφέρει έξω, με την υπόσχεση, ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Όπως και έγινε. Κι έτσι απαλλάχτηκε η Βικελαία από τον εφιάλτη της βόμβας.

Από τον Οκτώβρη του 1944 μέχρι τον Οκτώβρη του 1946 η Βιβλιοθήκη λειτούργησε στον ίδιο ισόγειο χώρο του Μεγάρου των Αχτάρικων. Το 1947 την μετέφεραν στον πρώτο όροφο του ίδιου μεγάρου, όπου στεγάστηκε επί σαράντα περίπου έτη, οπότε αποφασίστηκε η παραχώρηση σε αυτήν όλων των χώρων του (πλην εκείνων του ισογείου).

Πηγή: evikelaia.gr

Το άρθρο Δημήτριος Βικέλας, ο δωρητής της βιβλιοθήκης του Ηρακλείου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ https://www.pancreta.gr/pancretagrdromoimesamas/ Tue, 30 Jun 2026 03:48:36 +0000 https://www.pancreta.gr/pancretagrdromoimesamas/ Το αγαπημένο σου ρήμα ήταν το «φεύγω». Σου έδινε πάντα μια αίσθηση ελευθερίας και απεξάρτησης. Όχι απαραίτητα από τα δύσκολα και μισητά. Αυτό είναι απλό και συνηθισμένο. Ελευθερία είναι να φεύγεις από τις σταθερές σου, απ΄ό,τι σε γεμίζει κι ας φαίνεται αντιφατικό. Είναι στιγμές που δεν αντέχεις, στιγμές που δοκιμάζονται τα όριά σου μα και...

Το άρθρο ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το αγαπημένο σου ρήμα ήταν το «φεύγω». Σου έδινε πάντα μια αίσθηση ελευθερίας και απεξάρτησης. Όχι απαραίτητα από τα δύσκολα και μισητά. Αυτό είναι απλό και συνηθισμένο. Ελευθερία είναι να φεύγεις από τις σταθερές σου, απ΄ό,τι σε γεμίζει κι ας φαίνεται αντιφατικό.
Είναι στιγμές που δεν αντέχεις, στιγμές που δοκιμάζονται τα όριά σου μα και οι αντοχές σου. Δεν μπορείς να βρεις τι σου φταίει, ενώ οι απαντήσεις υπάρχουν. Και υπάρχουν μέσα σου. Μα πιθανόν φοβάσαι να τις δεχτείς. Και ο χρόνος περνάει.

Οι δρόμοι είναι μέσα σου. Έξω. Παντού. Τους παίρνεις μονάχος και δε γνωρίζεις, παρά ελπίζεις πως κάτι άλλο, διαφορετικό, καινούριο, σου επιφυλάσσει η κάθε στροφή.

 Τη διαδρομή τη φτιάχνεις «φεύγοντας»…

 

Το άρθρο ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
EN ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ. ΜΕΤΑ ΗΡΘΕ Ο ΕΒΑΝΣ https://www.pancreta.gr/kalokairinosevansknosos/ Sun, 28 Jun 2026 04:21:40 +0000 https://www.pancreta.gr/kalokairinosevansknosos/ Οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι την Κνωσό την ανακάλυψε ο sir Arthour Evans το 1900. Στην πραγματικότητα, η πρώτη ανασκαφή της πραγματοποιήθηκε το 1878, από τον Ηρακλειώτη έμπορο και αρχαιολάτρη, Μίνωα Καλοκαιρινό. Από αυτή την ανασκαφή ήρθε στο φως μεγάλο μέρος της δυτικής πτέρυγας του ανακτόρου της Κνωσού και έξι από τις 21 αποθήκες. Ο Καλοκαιρινός,...

Το άρθρο EN ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ. ΜΕΤΑ ΗΡΘΕ Ο ΕΒΑΝΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι την Κνωσό την ανακάλυψε ο sir Arthour Evans το 1900. Στην πραγματικότητα, η πρώτη ανασκαφή της πραγματοποιήθηκε το 1878, από τον Ηρακλειώτη έμπορο και αρχαιολάτρη, Μίνωα Καλοκαιρινό.

Από αυτή την ανασκαφή ήρθε στο φως μεγάλο μέρος της δυτικής πτέρυγας του ανακτόρου της Κνωσού και έξι από τις 21 αποθήκες. Ο Καλοκαιρινός, έφτασε μέχρι τον προθάλαμο της «αίθουσας του θρόνου» και αρχικά νόμιζε ότι είχε ανακαλύψει ολόκληρο το παλάτι του βασιλιά Μίνωα. Ο Μίνωας Καλοκαιρινός (1843-1907) αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του στη Νομική σχολή Αθηνών μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1864. Τότε, ανέλαβε με τον αδερφό του Λυσίμαχο, την εμπορική οικογενειακή επιχείρηση μέχρι το 1871, οπότε τα δύο αδέρφια τη διέλυσαν και μοίρασαν την περιουσία. Ο Μίνωας ασχολήθηκε με την σαπουνοποιία και παραγωγή οίνων. Παράλληλα ήταν υποπρόξενος της Ισπανίας και διερμηνέας του Αγγλικού προξενείου στο Ηράκλειο. Στον Καλοκαιρινό άρεσε να μελετάει αρχαίους συγγραφείς και αγαπάει την αρχαιολογία. Ήταν πεπεισμένος ότι η Κνωσός υπήρχε και έβαλε στόχο να την φέρει στο φως. Αποφάσισε λοιπόν να αρχίσει ανασκαφές στην περιοχή του λόφου της Κεφάλας του Τσελεβή, όπου πίστευε ότι είναι θαμμένη η Κνωσός. Ο στόχος ήταν να ανακαλύψει το ανάκτορο του βασιλιά που είχε το όνομα του. Του Μίνωα. Αγόρασε τον χώρο που ήθελε να ανασκάψει από τον Ζεκύρη Μπέη, Ιμπραήμ Εφεντάκη και σύμφωνα με τον τουρκικό αρχαιολογικό νόμο θα έχει δικαίωμα στο 1/3 των ευρημάτων.

Οι ανασκαφές του Καλοκαιρινού σταμάτησαν για να προστατευτούν τα ευρήματα από τους Τούρκους

Οι εργασίες ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 1878 και κράτησαν τρεις εβδομάδες με τη βοήθεια 20 εργατών και κόστος 750 φράγκα. Το 1879 επισκέφτηκε την Κνωσό ο χριστιανός Γενικός Διοικητής Κρήτης, Φωτιάδης Πασάς για να κρίνει την πορεία των ανασκαφών. Με τη σύμφωνη γνώμη των λογίων της πόλης διέκοψε τις εργασίες, προκειμένου να προστατέψει τα ευρήματα. Όσο πιο σημαντικά ήταν, τόσο περισσότερο κινδύνευαν να βρεθούν στην Κωνσταντινούπολη. Η Κρήτη ήταν ακόμη υπό τουρκική κατοχή και όλα τα ευρήματα θα ανήκαν επίσημα στον σουλτάνο.

Ο Φωτιάδης Πασάς αρνήθηκε επίσης να δώσει άδεια ανασκαφών στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών το 1880. Ο Καλοκαιρινός ήθελε να προσελκύσει το ενδιαφέρον του κόσμου για την Κνωσό. Το 1886 τον επισκέφτηκε ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann), στεφανωμένος με τις δάφνες της ανακάλυψης της Τροίας. Ο Καλοκαιρινός τον ξενάγησε και του έδειξε τα ευρήματα του. Όμως ούτε αυτός κατάφερε να πάρει άδεια για τη συνέχιση των ανασκαφών. Το 1894 είναι η σειρά του Έβανς να επισκεφτεί την Κρήτη και να ξεναγηθεί από τον Καλοκαιρινό όπου ωστόσο έχει καταστραφεί οικονομικά.

Ο Έβανς πήρε τη σκυτάλη

Ο Έβανς εντυπωσιάστηκε και κατάφερε να αγοράσει το 1/4 του λόφου της Κεφάλας έναντι 6.000 δραχμών. Στις 23 Μαρτίου του 1900, ξεκίνησε ανασκαφές, με βοηθούς τον αρχαιολόγο Μακένζι και τον αρχιτέκτονα Φάιθ, από εκεί που σταμάτησε ο Καλοκαιρινός.

Πρώτα ήρθε στο φως η «αίθουσα του θρόνου» και μέσα σε δύο χρόνια κατάφερε να ξεθάψει την Κνωσό από τις στάχτες και τη λάβα. Ο Καλοκαιρινός είχε ήδη αποσυρθεί, καθώς η προσωπική του ζωή είχε δραματικές εξελίξεις. Έχει προηγηθεί η σφαγή των αμάχων από τους Τούρκους την 25η Αυγούστου 1898 στο Ηράκλειο. Στα επεισόδια αποκεφαλίστηκε ο αδερφός του, Λυσίμαχος, εξαφανίστηκε η ανιψιά του και δολοφονήθηκε ο γιος του. Πυρπολήθηκε το σπίτι του και καταστράφηκε η συλλογή με τα ευρήματα από την Κνωσό που φυλασσόταν εκεί και προορίζονταν για το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Το 1903 οικοδομήθηκε νέο μέγαρο από τον ανιψιό του Ανδρέα, υιό του Λυσίμαχου. Εκεί στεγάζεται σήμερα το Ιστορικό Μουσείο Ηρακλείου. Ο Καλοκαιρινός κατάφερε να τελειώσει τη Νομική μετά από τρεις προσπάθειες στα 58 του χρόνια και υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Νομοθεσία του Βασιλέως της Κρήτης Μίνως. Περί ακοσμίας εν τω Συνταγμάτι». Λίγο πριν το θάνατο του εξέδωσε το περιοδικό «Κρητική Αρχαιολογική Εφημερίς», το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είναι αφιερωμένο στις έρευνες για τη Κνωσό.

Πηγή: mixanitouxronou.gr

Το άρθρο EN ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ. ΜΕΤΑ ΗΡΘΕ Ο ΕΒΑΝΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Όταν χαράζει… https://www.pancreta.gr/pancretaotanxarazi/ Thu, 25 Jun 2026 20:34:48 +0000 https://www.pancreta.gr/pancretaotanxarazi/  Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός/ βγαίνει απ” τα πιο σφιγμένα χείλη./ Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά/ ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει. Χαράζει. Ο ύπνος δεν ήρθε απόψε. Ούτε τον περίμενα. Χάνεται κάθε νύχτα και περισσότερο. Τον τραβολογάνε οι θλίψεις της μέρας. Μα, δεν κοιμούνται ποτέ αυτές οι πουτάνες; Πρωί γεννιούνται, βράδυ κλαίνε. Κι όλο πεινάνε. Και...

Το άρθρο Όταν χαράζει… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
 Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός/ βγαίνει απ” τα πιο σφιγμένα χείλη./ Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά/ ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει.

Χαράζει. Ο ύπνος δεν ήρθε απόψε. Ούτε τον περίμενα. Χάνεται κάθε νύχτα και περισσότερο. Τον τραβολογάνε οι θλίψεις της μέρας. Μα, δεν κοιμούνται ποτέ αυτές οι πουτάνες; Πρωί γεννιούνται, βράδυ κλαίνε. Κι όλο πεινάνε. Και ζητάνε να φτιάξω τύψεις κι ανησυχίες για να τις ταΐσω. Πού θα πάνε όλοι αυτοί που θ’ απολυθούν; Πώς θα ζήσουν; Πώς θα θρέψουν τα όνειρά τους; Ορθότερη διατύπωση: Πού θα πάΜε όλοι αυτοί που θ’ απολυθούΜε; Μεταλλαγμένοι. Οι πρώτοι άνθρωποι χωρίς ελπίδα. Βουβός αυτός ο πόλεμος. Απλώς περιμένεις τη σειρά σου να σε βρει η σφαίρα.

Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος/ η χαραυγή θα σε ξεκάνει./ Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά,/ κι έχει τον ήλιο τον αλάνη.

Μακάρι να έβλεπα τα σύνορα της κατάστασης. Να προσπαθούσα να ξεφύγω ένα τέτοιο χάραμα. Μετανάστης στο πουθενά. Εξόριστος στο τίποτα. Ένας λαθραίος με τους λαθραίους. Ένα τεράστιο «ΟΥΦ» που διαρκώς μεγαλώνει. Κι από τα μπαλκόνια αναστεναγμοί. Καημοί. Όταν σου κάνουν εφιάλτη το αύριο, πώς ν’ αντιδράσεις; Η επανάσταση είναι πλέον προσωπική υπόθεση. Κανείς δεν εμπιστεύεται τους αρχηγούς. Πολλοί μόνοι. Εδώ κι εκεί. Διάσπαρτοι. Μας αρκεί ένας ελεύθερος σκοπευτής – υπάλληλος της τρόικας- υπουργός- δερβέναγας. Γίναμε λαγοί. Κι οι λαγοί δε γίνονται κοπάδι.

Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός/ στις εκβολές του θα προσφέρει/ όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν/ κι όσα γι” αυτά κανείς δεν ξέρει.

Θυμάμαι τις μέρες τις «καλές». Που ήταν χθες. Ακούς τους παλιούς που λένε «τα χρόνια εκείνα» και σκέφτεσαι «ποια χρόνια; Εδώ μιλάμε ότι άλλαξαν όλα σε μήνες». Μας στέρησαν ακόμη και την αναπόληση. Την αναδρομή στο παρελθόν. Είμαστε η γενιά που αλλάξαμε αιώνα, χιλιετία και εαυτό. Κάναμε ποδαρικό σ’ αυτόν το νεοταξίτικο εφιάλτη και, ρε γαμώτο, δεν αντισταθήκαμε καθόλου. Αυτό με πειράζει περισσότερο. Ο μπουχεσισμός μου. Ο μπουχεσισμός μας. Ούτε ένα κιχ δε βγάλαμε. Γι’ αυτό δε με καταδέχεται ούτε ο ύπνος πια. Δίκιο έχει.

Πίσω απ” τους λόφους, πίσω απ” τα βλέφαρα/ υπάρχει τόπος και για σένα./ Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα,/ χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα.

Θυμάμαι κάτι ροζ λευκώματα που κυκλοφορούσαν στο σχολείο. Είχαν και πεταλούδες. Σε μία σελίδα έγραφε «Αν δεν ήσουν αυτό που είσαι, τι θα ήθελες να ήσουν;». Τότε κάτι έγραφες. Τώρα; Ευτυχώς που δεν κυκλοφορούν λευκώματα. Ούτε ερωτήσεις κυκλοφορούν. Σιωπητήριο. Το μόνο πράγμα που αντανακλάται στην κόρη του ματιού μου, η σφαίρα που μου αναλογεί. Ξημέρωσε. Ώρα να πάω. Να περπατήσω στις όχθες της εβδομάδας. Παρ’ όλα αυτά…

 ΥΓ: Το κείμενο από το ιστολόγιο του Kartesios, ενός καλού φίλου. Δυστυχώς, δεν υπάρχει πια το ιστολόγιο, όπως και ο ίδιος αποφάσισε να μην έχει παρουσία στα social.

 

Το άρθρο Όταν χαράζει… εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
"Στα χρόνια της υπομονής δεν μας θυμήθηκε κανείς" – Ένα τραγούδι μια ιστορία https://www.pancreta.gr/staxroniatisypomonis/ Wed, 24 Jun 2026 17:32:31 +0000 https://www.pancreta.gr/staxroniatisypomonis/ «Όταν διάλεξα αυτό τον στίχο του Μάνου Ελευθερίου δεν είχα στο μυαλό μου εμένα, τα δικά μου χρόνια, αλλά είχα στο μυαλό μου τον ποιητή Νίκο Καρούζο. Όλη η ζωή του Νίκου Καρούζου ήταν χρόνια της υπομονής. Έζησε σε ένα άθλιο ημιυπόγειο, πάμφτωχος, που πολλές φορές του έλειπε και το ψωμί ακόμα. Σε μία εποχή...

Το άρθρο "Στα χρόνια της υπομονής δεν μας θυμήθηκε κανείς" – Ένα τραγούδι μια ιστορία εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
«Όταν διάλεξα αυτό τον στίχο του Μάνου Ελευθερίου δεν είχα στο μυαλό μου εμένα, τα δικά μου χρόνια, αλλά είχα στο μυαλό μου τον ποιητή Νίκο Καρούζο.

Όλη η ζωή του Νίκου Καρούζου ήταν χρόνια της υπομονής. Έζησε σε ένα άθλιο ημιυπόγειο, πάμφτωχος, που πολλές φορές του έλειπε και το ψωμί ακόμα. Σε μία εποχή που κάποιοι σταρ του αθλητισμού μας γίνεται συζήτηση αν θα πάρουν 500 εκατομμύρια ή 450 για δύο σεζόν. Και πιστεύω, ότι αυτά τα πράγματα μπορεί να συμβαίνουν μόνο σε μιά επαρχία της Ουγκάντα και όχι στην Ελλάδα. Είναι ντροπή που συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Αυτόν λοιπόν είχα στο μυαλό μου, όταν διάλεξα αυτούς τους στίχους.

Και τι έγινε τελικά στο τέλος της ζωής του; Έρχεται μία επιτροπή να του δώσει μία σύνταξη των 40 χιλιάδων δρχ. και τον κατατάσσει, λέει, στην β΄κατηγορία των ποιητών. Κοιτάξτε τι θλιβερά πράγματα συμβαίνουν στη χώρα μας. Υπάρχουν δηλαδή επιτροπές, και ποιες είναι αυτές, που μπορούν να κρίνουν έναν ποιητή ή έναν καλλιτέχνη γενικά σε ποια κατηγορία θα τον κατατάξουν. Ο Κωστής ο Παλαμάς υπήρξε ένας ογκόλιθος στην ελληνική γραμματολογία. Ωστόσο δεν κατάλαβε τον Καβάφη. Και αν ήταν επιτροπή για την σύνταξη του Καβάφη ο Παλαμάς, με αυτά τα δεδομένα θα τον έβγαζε, φαντάζομαι, στην τριακοστή κατηγορία των ποιητών.

Όσο για τα δικά μου χρόνια της υπομονής αυτά αρχίζουν από τα παιδικά μου χρόνια. Όταν έχασα τον πατέρα μου τότε, το φιλόστοργο κράτος μας έδωσε σύνταξη 300 δρχ. Περνούσαμε δεν περνούσαμε μιά βδομάδα με αυτά τα χρήματα. Και αυτό, λέει, γιατί ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος κατωτέρου βαθμού. Υπήρχαν βέβαια κάποιοι άλλοι ανωτέρου βαθμού οι οποίοι έπαιρναν 2.500 δρχ. σύνταξη. Έτσι λοιπόν τα χρόνια μου ήταν πολύ δύσκολα. Έπρεπε να κάνω ένα σωρό επαγγέλματα παράλληλα με τις σπουδές μου για να τα βγάλουμε πέρα.

Επίσης χρόνια δύσκολα ήταν αυτά της εφηβείας μου στην φτωχογειτονιά που ζούσα. Και εκεί ο κόσμος δούλευε. Σηκωνόταν από νωρίς το πρωί  για το μεροκάματο. Και ξαφνικά εγώ δεκαοκτώ χρονών πήγαινα στο ωδείο να μάθω πιάνο. Αυτά δεν τα καταλάβαιναν και έλεγαν πολλές φορές, “ολόκληρος άνδρας δεν ντρέπεται; Δεν πάει να κάνει κανένα μεροκάματο, να βρει καμιά δουλειά και ασχολείται με τα πιάνα και τις μουσικές; Και ντρεπόμουν πάρα πολύ σε σημείο που αναγκαζόμουν πολλές φορές να κρύβω μέσα στο παλτό μου τα βιβλία την ώρα που έβγαινα έξω για να μην φανεί, ότι πάω στο ωδείο και ασχολούμαι με την μουσική…»

Σταύρος Κουγιουμτζής

Και πως έγινε το τραγούδι.. (Αναδημοσίευση από: tanea.gr)

Από την αυτοβιογραφία του («Σταύρος Κουγιουμτζής – Στα χρόνια της βροχής», εκδ. Ιανός) διαβάζουμε τη στιγμή που ο Κουγιουμτζής βρίσκεται στο σπίτι τού Ελευθερίου και ξεφυλλίζοντας ένα τετράδιο με στίχους του, το μάτι του πέφτει πάνω σε ένα δίστιχο ρεφρέν που του άρεσε πολύ: «Στα χρόνια της υπομονής / δεν μας θυμήθηκε κανείς».
Το κουπλέ του όμως δεν του πήγαινε ιδιαίτερα και συνέχισε να ψάχνει. «Παρακάτω», γράφει, «βρήκα ένα τετράστιχο που μου άρεσε: “Aν είναι κόσμος όμορφος, / είναι και κόσμος ψεύτης / που μοιάζει σκοτεινό γυαλί / και σαν παλιός καθρέφτης”».
Από ένα άλλο τετράδιο, δε, διάλεξε ένα ακόμα: «Τα γράμματα μου γύρισες / χωρίς να τα διαβάσεις, / μα πες μου γιατί βιάστηκες / να με καταδικάσεις». Ο Ελευθερίου τον ρώτησε τι θα τα κάνει όλα αυτά μαζί και ο Κουγιουμτζής τού απάντησε: «Θα τα κάνω ένα τραγούδι». «Μα είναι τρία διαφορετικά πράγματα», του λέει εκείνος, «πήρες το ένα από δω, το άλλο από κει, θα φάμε ξύλο…». «Μη φοβάσαι», του ‘πε εκείνος χαμογελώντας, «δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος».
«Στα χρόνια της υπομονής», λοιπόν, από τη 18χρονη Αννα Βίσση και τον Γιώργο Νταλάρα (ντουέτο), ένα τραγούδι που παρότι προήλθε από διαφορετικές ποιητικές συλλογές του Μάνου Ελευθερίου, πρέπει πρώτα να μάθει κανείς το στόρι του κι έπειτα να παρατηρήσει ότι, όντως, είναι λίγο φλου ως προς το νόημά του. Τόσο όσο να αφήνει στον καθένα περιθώρια να κάνει τις δικές του ερμηνείες. Τόσο όσο να φαίνεται αφάνταστα επίκαιρο ακόμη και σήμερα! Στα χρόνια της υπομονής, τότε και σήμερα…

 

Το άρθρο "Στα χρόνια της υπομονής δεν μας θυμήθηκε κανείς" – Ένα τραγούδι μια ιστορία εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το λαούτο, του Μάνου Ελευθερίου https://www.pancreta.gr/manoseleytheriouarthrapancretagr/ Sun, 21 Jun 2026 08:25:44 +0000 https://www.pancreta.gr/manoseleytheriouarthrapancretagr/ Μια φορά, οι ταμίες του αυτοκράτορα του ‘φεραν ένα λαούτο. Το βγάλανε από τη βελούδινη θήκη του, το ακούμπησαν με προσοχή στο χρυσό τραπέζι και τον ρώτησαν ευγενικά ποιο σκοπό ήθελε ν’ ακούσει. Σαστισμένος ο αυτοκράτορας, δίστασε μια στιγμή και χωρίς να το καταλάβει, είπε πως επιθυμούσε ν’ ακούσει τον εθνικό ύμνο της χώρας του!...

Το άρθρο Το λαούτο, του Μάνου Ελευθερίου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Μια φορά, οι ταμίες του αυτοκράτορα του ‘φεραν ένα λαούτο. Το βγάλανε από τη βελούδινη θήκη του, το ακούμπησαν με προσοχή στο χρυσό τραπέζι και τον ρώτησαν ευγενικά ποιο σκοπό ήθελε ν’ ακούσει.

Σαστισμένος ο αυτοκράτορας, δίστασε μια στιγμή και χωρίς να το καταλάβει, είπε πως επιθυμούσε ν’ ακούσει τον εθνικό ύμνο της χώρας του!  Τότε το λαούτο άρχισε να παίζει μόνο του!

Περίεργος, όπως πάντα, αλλά συγκινημένος από τη μουσική, τους ρώτησε που το ανακάλυψαν. Κι όταν εκείνοι του απάντησαν πως το είχε κάποιος μάγος που πέθανε, ο αυτοκράτορας το πλησίασε και χαϊδεύοντας το, παρακάλεσε να παίξει ένα νανούρισμα. Το λαούτο- όσο κι αν φαίνεται παράξενο- άρχισε έναν τόσο γλυκό σκοπό, που κανένας άνθρωπος ποτέ δεν είχε ξανακούσει.

Ο αυτοκράτορας έκλεισε τα μάτια του με αγαλλίαση, γιατί θυμήθηκε πως έμοιαζε, κάπως, με το νανούρισμα που του τραγουδούσαν οι παραμάνες του όταν ήταν παιδί…

-Όπως στα παραμύθια, σκέφτηκε. Όπως στα παραμύθια.

Τρομαγμένος όπως πως θα τον έπαιρνε ο ύπνος όρθιο, διέταξε το λαούτο να παίξει κάτι εύθυμο. Κι εκείνο άρχισε να παίζει έναν από τους σκοπούς που συνήθισαν στις γιορτές των ανακτόρων. Ο αυτοκράτορας ενθουσιάστηκε, αλλά η χαρά του δεν κράτησε για πολύ. Το λαούτο, χωρίς λόγο, σταμάτησε να παίζει. Άδικα προσπαθούσαν όλοι με παρακάλια και καλοπιάσματα να το ξανακάνουν να παίξει. Στάθηκε αδύνατο. Το λαούτο έμεινε βουβό. Ο αυτοκράτορας το ‘πιασε στα χέρια του νευριασμένος και το ταρακούνησε.

-Αν δεν παίξεις, ούρλιαξε, θα σε σπάσω!

Τότε, είδε και τη μικρή περγαμηνή που κρεμόταν τυλιγμένη μέσα στο ηχείο. Νομίζοντας πως βρήκε την αιτία της βλάβης, την ξετύλιξε με περιέργεια και διάβασε τούτα τα λόγια:

«Όλοι οι άνθρωποι για μια φορά μπορούν να με ακούσουν στη ζωή τους. Δυό φορές θα με ακούσουν εκείνοι που το επιθυμούν πάρα πολύ κι αυτό γίνεται για να μην κατηγορήσουν κανέναν για απάτη. Τρεις φορές όμως θα μ’ ακούσουν αν η συνείδησή τους είναι καθαρή. Γι αυτό, ο μόνος προορισμός μου είναι να παίζω μόνο για τα παιδιά και μόνο τα παιδιά να μ’ ακούνε!».

Ο αυτοκράτορας έπεσε σε συλλογή. Έστειλε και φέρανε τον εγγονό του. Κι όταν του εξήγησε τι ήθελε, το λαούτο άρχισε πάλι να παίζει και μόνο το παιδί άκουγε.

Ταπεινωμένοι- αυτοκράτορας και συνοδεία- που δεν μπορούσαν ν’ ακούσουν, άφησαν το παιδί στην αίθουσα μόνο του και φύγανε ακροπατώντας.

Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβαν μερικοί πως είχαν μεγαλώσει…

(δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Το τέταρτο, Ιούνιος 1986)

Το άρθρο Το λαούτο, του Μάνου Ελευθερίου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>