Στα μονοπάτια των Κυθήρων - Τα Κύθηρα που δεν έχεις δει - Ειδήσεις Pancreta

«Τα Κύθηρα είναι αυτό που δεν φαντάζεσαι», μου επαναλάμβανε συνεχώς μια φίλη μου με καταγωγή από το χιλιοτραγουδισμένο νησί, όταν έμαθε πως οργάνωνα ένα ταξίδι εκεί με σκοπό να ανακαλύψω την ομορφιά των μονοπατιών του. Βλέπετε, όταν βρίσκεσαι για λόγους εργασίας στη γειτόνισσα λακωνική γη, είναι αδύνατον να μην επισκεφθείς το Τσιρίγο, όπως αποκαλούσαν τα Κύθηρα οι Ενετοί, για χρόνια άρχοντες του τόπου. Και τι καλύτερο, λοιπόν, από πεζοπορικές διαδρομές σε μυστηριακά μονοπάτια, που θα ξυπνήσουν νου και πνεύμα, πείθοντάς σε να ξεχάσεις την κούραση όλης της χρονιάς.

Όλα είναι έτοιμα. Φτάνω στη Νεάπολη και μπαίνω στην «Πορφυρούσα», το πλοίο που ενώνει καθημερινά τα Κύθηρα με την Πελοπόννησο. Μαθαίνω από τον καπετάνιο πως το γλυκό όνομα του πλοίου είναι η πιο παλιά ονομασία των Κυθήρων. Οι Φοίνικες επεξεργάζονταν τα άπειρα κοχύλια που κείτονταν διάσπαρτα στις παραλίες του νησιού και παρήγαγαν την πορφύρα, το βαθύ κόκκινο χρώμα που συνδέθηκε με βασιλιάδες και ευγενείς στο πέρασμα των χρόνων.

Το ταξίδι κρατάει λίγο περισσότερο από μία ώρα και να μπροστά μου, το Διακόφτι, το λιμάνι του νησιού, ενώ πιο πίσω αχνοφαίνεται το Nordland, το μισοβυθισμένο καράβι – τουριστική ατραξιόν πια. Η φασαριόζικη αποβίβαση των επισκεπτών δεν προμηνύει τις επόμενες ήσυχες μέρες που θα ακολουθήσουν. Η τσιμεντένια γέφυρα που ενώνει το λιμάνι με την ενδοχώρα με οδηγεί όλο και πιο ψηλά. Μικρογραφία της Ελλάδας το νησί. Άσπρα σπίτια με μπλε παράθυρα, πράσινο να ξεπροβάλλει από τις ρεματιές, ορεινοί όγκοι και βραχώδεις απόκρημνες παραλίες σε οδηγούν στην θάλασσα.

Στον ξενώνα «Απλυνόρι» στα Μητάτα με περιμένει ο κ. Γιάννης, ο φιλόξενος ιδιοκτήτης του. Με γοητεύουν οι ιστορίες του, μου μιλά για το χωριό, τους «συκοσταφυλάδες», του πρώτους τουρίστες του νησιού πριν μισό αιώνα που έτρωγαν τους καρπούς των δέντρων που έβρισκαν στις άκριες των δρόμων. «Ανακάλυψα ξανά τον τόπο μου» μου εξηγεί καθώς τον ρωτώ για τα μονοπάτια. Κάθε Κυριακή, «βρέξει χιονίσει» όπως μου αναφέρει χαρακτηριστικά, μαζί με άλλους Τσιριγώτες θα περπατήσουν πάνω στους πρώτους επικοινωνιακούς διαύλους του νησιού.

Την επόμενη μέρα, αφού πάρω πολύτιμη ενέργεια από το πεντανόστιμο και θρεπτικό μέλι που παράγει ο ίδιος, ξεκινάμε μαζί για το μονοπάτι στα Μητάτα. Μου εξηγεί πως από Σεπτέμβρη θα γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για τη σηματοδότησή του καθώς κατηφορίζουμε τον χωματόδρομο μπροστά από την εκκλησία του Άι Γιάννη του Χαλινωτή. Είναι κτισμένη μέσα σε μια σπηλιά. Εγώ εντυπωσιάζομαι, μα ο συνονόματος του Αγίου ξεναγός μου, μειδιά. Γνωρίζει πως στη συνέχεια κρύβονται ακόμα καλύτερα πράγματα. Καθώς περνάμε από ερειπωμένους νερόμυλους και οινοποιεία, ρουφώντας πάντα την οσμή από το πανταχού παρόν θυμάρι, το άκουσμα της πατημασιάς μου αλλάζει, σαν να σπάω κάτι. «Μην ανησυχείς» με καθησυχάζει ο κ. Γιάννης, είναι κοχύλια. Ναι, σε υψόμετρο 325 μέτρων πατάμε κοχύλια. Πριν δύο εκατομμύρια χρόνια, όπως μου εξηγεί, εδώ ήταν ο βυθός της θάλασσας. Η πινακίδα και τα σκαλισμένα σκαλοπάτια μας οδηγούν στη Μαύρη Σπηλαία, ένα μεγάλο άνοιγμα κάτω από τους βράχους με τους λαξεμένους θόλους, τους σταλακτίτες και τις γούρνες από νερό, με έντονο το μαύρο χρώμα στους βράχους από τους μύκητες, αιτία της ονομασίας της σπηλιάς. Μυστήριο η χρήση της. Ίσως αρχαίος λατρευτικός τόπος, ίσως κρυψώνα ντόπιων από τους πειρατές. Δίπλα, χωμένο στους βράχους το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου με την παλαιοβυζαντινή επιγραφή ακόμα εκεί, να μαρτυρά την μακραίωνη ιστορία του. Στον δρόμο για το φαράγγι του Τσάκωνα και το τέλος του μονοπατιού, παρατηρώ την μεγάλη ποσότητα νερού που κρύβει το νησί στα σπλάχνα του, ανάμεσα στις ρεματιές. Μικρές λίμνες σχηματίζονται παντού και είναι φανερό πως ο άνθρωπος το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρον αφού το μονοπάτι ταυτίζεται με το μυλαύλακο, το τεχνητό αυλάκι για να κυλά το νερό των πηγών από νερόμυλο σε νερόμυλο ώστε να μην πηγαίνει τίποτα χαμένο.

Γεμάτος από εικόνες και αρώματα αλλά καθόλου κουρασμένος οδεύω προς το βόρειο τμήμα του νησιού ώστε να προλάβω δύο διαδρομές πριν νυχτώσει. Ξεκινώ από το χωριό Ποταμός και το παλιό νοσοκομείο όπου αρχίζει η σηματοδότηση του μονοπατιού Μ31. Περνώ από τα Τριφυλλιάνικα και κάνω μια μικρή παράκαμψη προς το τέλος του χωριού για να δω την ξακουστή πηγή του. Γυρνώ πάλι πίσω και μπαίνω στο κυρίως κομμάτι του μονοπατιού, κατεβαίνω τις ρεματιές και γύρω μου απλώνεται η φύση με τους ξερούς θάμνους που όσο προχωράς προς την εγκαταλελειμμένη καστροπολιτεία της Παλιόχωρας, τον τελικό προορισμό, γίνονται πρασινωπά δενδρύλλια. Εδώ ο χρόνος κυλάει διαφορετικά – κάπως έτσι ξεγελάστηκα κι εγώ! Πρέπει να γυρίσω πίσω μιας κι έχω να συναντήσω τον Ρήγα, διαχειριστή του προγράμματος Kythera Hiking που σκοπό έχει την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου δικτύου μονοπατιών στα Κύθηρα και Αντικύθηρα όπως και την προώθηση του πεζοπορικού τουρισμού και γενικά βιώσιμου εναλλακτικού τουρισμού στα νησιά αυτά, σε συνεργασία με το Κυθηραΐκό Ίδρυμα Πολιτισμού και Ανάπτυξης, το Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA) και τον Δήμο Κυθήρων.

Αφού πιούμε ένα καφέ κάτω από τον πλάτανο της πλατείας του Μυλοπόταμου παρέα με τον δραστήριο Ρήγα και την κοπέλα του, την Έλενα,  κατηφορίζουμε προς ένα μονοπάτι ιδιαίτερου κάλλους, ένα υπαίθριο μουσείο, το Μ41. Η θερμοκρασία μειώνεται, η υγρασία γίνεται άμεσα αισθητή καθώς το καλντερίμι κατηφορίζει και προσπερνάμε παλιούς νερόμυλους. Περνάμε τον εντυπωσιακό καταρράκτη της Νεράιδας που, αν και καλοκαίρι, έχει τόσο πολύ νερό! Κατηφορίζουμε κι άλλο αφήνοντας πίσω μας σιγά σιγά τη βουή του. Συναντάμε τον νερόμυλο του Φιλιππή, τον ανακαινισμένο νερόμυλο που μπορεί και λειτουργεί όπως παλιά. Καθώς συνεχίζεται η κατάβαση, τεράστιοι πλάτανοι υψώνονται μπροστά μας, ακόμα περισσότερες λίμνες που σχηματίζουν οι εντυπωσιακοί καταρράκτες και, ένας μετά τον άλλον, ξεφυτρώνουν πάνω από 20 νερόμυλοι που σε αφήνουν άφωνο με την αρχιτεκτονική και την μηχανική τους. Μα, συνάμα, σε συγκινούν. Σκέφτεσαι αυτό το μέρος γεμάτο κόσμο, μυλωνάδες να αλέθουν το σιτάρι, κόσμος να έρχεται και να φεύγει πλάι στα παραφορτωμένα με σάκους αλεύρι γαϊδούρια του…

Όπως μου εξηγεί ο Ρήγας, τον τελευταίο καιρό πραγματοποιούν μια τεράστια εθνογραφική έρευνα, με δεκάδες μαρτυρίες από ντόπιους ηλικιωμένους που περιγράφουν την χρήση των μονοπατιών στις περασμένες δεκαετίες αλλά και τους θρύλους που τα συνοδεύουν. Το νέο μεγάλο εγχείρημα που θα ολοκληρωθεί τους επόμενους μήνες είναι η ανάδειξη ακόμα μεγαλύτερου εύρους μονοπατιών αλλά και η αξιοποίηση όλων αυτών των πληροφοριών για κάθε σημείο τους όπου ο περιπατητής θα μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση μέσω μιας απλής εφαρμογής στο κινητό του. Αποχαιρετώ τον Ρήγα που με έχει εντυπωσιάσει με τις γνώσεις του για την μουσική, τον χορό, την παράδοση, τη γαστρονομία και δίνουμε ραντεβού το επόμενο πρωί στο Καψάλι.

Αφού το δροσερό αεράκι με ξεκούρασε κατά τη διάρκεια μιας παντελώς ήσυχης νύχτας, νιώθω έτοιμος για νέες περιπέτειες. Φτάνω στη Χώρα, την πρωτεύουσα του νησιού. Μέσα από τα στενοσόκακα, οδηγούμαι στο Κάστρο. Επιλέγω να κινηθώ ανατολικά ώστε να κατηφορίσω προς το Καψάλι στο πιο πολυσύχναστο μονοπάτι, το Μ1. Περνώ από τις εκκλησιές και τα αρχοντικά του Μέσα Βούργου, του εξωτερικού τείχους του κάστρου. Η θέα σου κόβει την ανάσα. Κατεβαίνω προς το Καψάλι περνώντας πάνω από μια γερασμένη πέτρινη γέφυρα. Βλέπεις, οι Άγγλοι την κατασκεύασαν πριν 200 περίπου χρόνια μα στέκει πεισματικά ακόμα εκεί ώστε να ενώνει τη Χώρα με το επίνειό της.

Βλέπω από μακριά τον Ρήγα να με περιμένει κεφάτος. Παίρνουμε την ανηφόρα μέσα από το μονοπάτι Μ11 που οδηγεί στο Λιβάδι. Χρησιμοποιούμε την «ατραπό της Κάπαινας» και απολαμβάνουμε τη θέα ολάκερου του κόλπου. Οι δύο όρμοι του Καψαλίου, το κάστρο στη Χώρα, η Χύτρα απέναντι (ο βράχος αντίκρυ των Κυθήρων), το ακρωτήρι του Τράχηλα, το παλιό βενετσιάνικο λεπροκομείο. Όλα μπλέκουν μέσα σε ένα καμβά από χρώματα και σκιές, έτοιμα να φωτογραφηθούν από τους εντυπωσιασμένους επισκέπτες. Φτάνουμε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας του Καλάμου που χάσκει μέσα από μια παμπάλαια σπηλιά. Εκεί με πληροφορεί ο Ρήγας, καθώς μου φωτίζει με τον φακό μια γωνιά, πως βρέθηκαν τα αρχαιότερα ευρήματα ζωής στα Κύθηρα, κοντά 6.000 χρόνια πίσω. Ήχοι νυχτερίδων μας προειδοποιούν πως έχουμε εισβάλλει στο σπίτι τους και είναι ώρα να φεύγουμε. Ανάβουμε ένα κερί, απαραίτητη κίνηση ώστε να εξαγνίσουμε τις μυριάδες δοξασίες που ακολουθούν τη φήμη της σπηλιάς. Η Έλενα μας περιμένει με το αυτοκίνητο ώστε να γυρίσουμε πίσω. Τους λέω εις το επανιδείν με τα πιο ζεστά συναισθήματα, με αποχαιρετούν προσφέροντάς μου το τοπικό λικέρ, τη φατουράδα.

Πριν φύγω από το νησί μέσω του λιμανιού στο Διακόφτι, δεν γίνεται να μην περπατήσω στο αρχαιότερο μονοπάτι του. Αυτό που συνέδεε το παραλιακό χωριό του Αβλέμονα με το Μινωϊκό Ιερό Κορυφής, το σημαντικότερο που έχει ποτέ βρεθεί εκτός Κρήτης. Σήμερα εκεί στέκει αγέρωχα, αν και ανεμοδαρμένο, το εκκλησάκι του Άι Γιώργη με θέα όλη την ανατολική πλευρά των Κυθήρων, το ακρωτήριο του Μαλέα (γνωστό ως Κάβο Μαλιά), την Νεάπολη, την Ελαφόνησο. Η καλύτερη ώρα ώστε να γίνει η διαδρομή αυτή είναι νωρίς το πρωί. Κι αυτό γιατί αφενός γλυτώνεις το καυτό άγγιγμα του ήλιου κι αφετέρου δεν υπάρχει πιο αναζωογονητικό ξύπνημα από έναν τέτοιο περίπατο.

Συναντώ τον Βρεττό, έναν ακόμα δραστήριο νέο που αγαπά τον τόπο του, το Τσιρίγο. Ιδρυτικό μέλος του Outdoor Activities Greece, ειδικεύεται περισσότερο στην αναρρίχηση –δεν θα μας χρειαστεί σήμερα (ευτυχώς!), όπως με πληροφορεί καθότι με είδε τρομαγμένο, ανακουφίζοντάς με. Ξεκινώντας από το εκκλησάκι, κατηφορίζουμε το μονοπάτι. Ακολουθούμε τη σηματοδότηση σε μια σχετικά εύκολη διαδρομή που, όπως μου αφηγείται ο ντόπιος συνοδοιπόρος μου, χρησιμοποιείται από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα είτε από μελισσοκόμους (από ψηλά οι πολύχρωμες κυψέλες διαμορφώνουν ένα αρχοντικό μωσαϊκό) είτε από τους προσκυνητές στην μεγάλη γιορτή του Άι Γιώργη. Από τα σχεδόν 350 μέτρα υψόμετρο, κατεβαίνουμε στην επιφάνεια της θάλασσας περνώντας ανάμεσα από τοιχία με πέτρες χιλιάδων ετών που τώρα πια είναι η παρέα των φοβισμένων αγριοκάτσικων που συναντάμε. Μετά από λίγη ώρα, ο Αβλέμονας, ο όρμος που δέχτηκε από Κρητικούς Μινωίτες πριν 4.000 χρόνια μέχρι Άγγλους κατακτητές το 1803, απλώνεται μπροστά μας. Η βουτιά στο Λουτρό της Αφροδίτης είναι ο καλύτερος και απαραίτητος επίλογος μιας καταπληκτικής διαδρομής. Ακόμα περισσότερο, όταν συνοδεύεται από τη φιλόξενη παρέα που μου προσφέρει ο Βρεττός με τις πειρατικές ιστορίες του για τον αιμοσταγή Μπαρμπαρόσα.

Καθώς το νησί όλο και μικραίνει στα μάτια μου, όπως απομακρύνομαι από αυτό καθισμένος στην πρύμνη του πλοίου της επιστροφής, σκέφτομαι πως δεν περίμενα ποτέ μα ποτέ το Τσιρίγο να μου δώσει αυτές τις εμπειρίες. Όλες αυτές οι εικόνες, οι ήχοι, τα αρώματα, τα συναισθήματα, η μαγεία κρύβονταν επιμελώς ανάμεσα στις ρεματιές, μέσα στους θάμνους των μονοπατιών, στη θέα στην κορυφή ενός βουνού ή μέσα στη βουή ενός καταρράκτη. Ήταν πάντα εκεί, θα είναι πάντα εκεί να προσμένουν τον περίεργο επισκέπτη που ζητά να ανακαλύψει τα μυστικά του νησιού που ποτέ, τελικά, δεν φανταζόταν πως θα μπορούσε να βρει…