Ο τόπος μου
Πέρα απ τα όρια του νου και τση ψυχής τους δρόμους
γκρεμνά είναι οι τόποι μας που καταργούν τους νόμους
πέτρα, αστοιβίδα, αετοί, βιτσίλες και γεράκια
θύμος και πρίνοι στέκονται μες τα γυμνά χαράκια.
Στου ασπαλάθου την κορφή θα βρεις μαύρο μαντήλι,
στου πρίνου την κακοστιφιά πέρδικες στο σφοντύλι,
νερά τρεχούμενα περνούν και χάνονται σε ρίχτρες
που μολογούν τα βάσανα του τόπου και τσί πίκρες.
Μες σε σπηλιάρια και έρεβη γκρεμίζεται ο χρόνος
προπατηχτό παιζογελά το φως και λιάζει ο κλώνος
και σαϊτεύει τ ‘άγρια κι οι ανεμικές κεντούνε
πάνω στο δρόσο της αυγής γλυκά πως τραγουδούνε.
Τα νέφαλα κουρνιάζουνε, τα πέπλα τους στολίζουν
με το λευκό τους νυφικό τσί κορυφές π΄ αγγίζουν
και βγαίνουνε τα άγρια μέσα στην κατσιφάρα
να δώσουν μάχη πριν φανεί του Ηλιάτορα η λαχτάρα.
Κεντά με πέπλα η αυγή την δροσουλιά της φύσης
ξυπνά την μνήμη του νερού και το κρυγιό της κτήσης
κι έρχονται οι αχτίνες της ξυπνούνε οι αισθήσεις
πριχού χαθούν παντοτινά μες το κουρνιό της δύσης.
Θεέ μου ο πόθος πώς μεθά και καταλύει το σώμα
α-πού ξαμώνει στα ψηλά του ουρανού το χρώμα
πετά και πέφτει – χάνεται – μέσα σε καταιγίδες
στων αίγαγρων τις εποχές – χρόνους απ’ τους Λαγίδες.

