Οι άσπροι γερανοί
Στιγμές στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ’ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί
(μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)
Οι στίχοι αυτοί μελοποιημένοι από τον Γιάν Φρένκελ και τραγουδημενοι από τον Μαρκ Μπέρνες μεταμόρφωσαν τους νεκρούς στρατιώτες σε άσπρους γερανούς που πετούν ψηλά στους ουρανούς.
Οι άσπροι γερανοί -νεκροί στρατιώτες, σε μετάφραση από τη ρωσική γλώσσα,ταξίδεψαν σε πολλές γλώσσες. Η ελληνική γλώσσα ευτύχησε να έχει μετάφραση από τον Γιάννη Ρίτσο, μετάφραση που είναι πιστή και ακριβής λέξη προς λέξη και ηχεί στα ελληνικά το ίδιο υπέροχα όπως και στα ρωσικά, μεταφέροντας τις ίδιες εικόνες των θλιμμένων ουρανών.
Τους στίχους αυτούς έγραψε ο Ρασούλ Γκασμάτοβ, στην Αβαρική γλώσσα, μια από τις γλώσσες των αυτοχθόνων λαών του Καυκάσου. Η εικόνα των πουλιών, που είναι οι ψυχές των νεκρών στρατιωτών που πετούν ελεύθερα ψηλά στους ουρανούς είναι μια εικόνα που συναντάται στα δημοτικά τραγούδια και στη λογοτεχνία των ορεσίβιων λαών του Καυκάσου που αγαπούν την ελευθερία των ψηλών αγέροχων βουνών τους.
Ο Ρασούλ Γκασμάτοβ είχε επισκεφθεί ένα μικρό χωριό στον βόρειο Καύκασο που κατοικείται από Ασετίνους, έναν αρχαίο λαό ιρανικής καταγωγής. Στο χωρίο του είπαν την ιστορία της οικογένειας των Γκαζντάνοβ, που έστειλε στον πόλεμο επτά γιούς. Το πρώτο αγγελτήριο θανάτου έφτασε το 1941, όταν ένας από τους γιούς τους έπεσε λίγο έξω από τη Μόσχα. Το 1942, στη μάχη για τη Σεβαστούπολη, σκοτώθηκαν δύο γιοί. Αυτό το χαστούκι του θανάτου δεν το άντεξε η μάνα. Στις μάχες για το Νοβοροσίσκ, για το Κίεβο και τη Λευκορωσία έπεσαν οι άλλοι τρεις γιοί.
Ο πόλεμος κόντευε να τελειώσει κι ο πατέρας μόνος στο κατώφλι του σπιτιού του που το τύλιξε ο θάνατος, περίμενε τον γιο του, που πολεμώντας έφτασε στο Βερολίνο. Ο ταχυδρόμος του χωριού αρνήθηκε, δεν άντεχε να του πάρει το τελευταίο αγγελτήριο θανάτου.
Πετούν και μας καλούν
με τις κραυγές τους
απ’ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι’αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς
(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)
Οι στίχοι γράφτηκαν στα Αβαρικά και στα ρωσικά τους μετέφρασε ο εβραϊκής καταγωγής Ναούμ Γριέμπνιεβ. Ο πόλεμος κατά του φασισμού πέρασε σαν ριπή σκίζοντας τις καρδιές όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης, ίσως για αυτό το τραγούδι αυτό έγινε το σύμβολο της μνήμης όλων των νεκρών στρατιωτών του μεγάλου πατριωτικού πολέμου, ανεξάρτητα από την εθνικότητα τους.
Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγα του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή
Θα ‘ρθει μια μέρα που μ’αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ’ τα ουράνια
Όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ.
(μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)
Λένε πως ο χρόνος σβήνει τα ίχνη των ανθρώπων πάνω στη γη και το παρελθόν γίνεται σκόνη. Όμως η ποίηση και η μουσική φέρουν το φως της αιωνιότητας και δεν αφήνουν να βουλιάξει στη λήθη ο αγώνας και η θυσία των ανθρώπων που πολέμησαν τον φασισμό.

