Οι ερημίτες της ταϊγκά – Ο απόηχος του σχίσματος της ρωσικής εκκλησίας

Η ταϊγκά είναι το βόρειο αδιαπέραστο δάσος της Ρωσίας με την πυκνή βλάστηση, τα πανύψηλα δέντρα, τα ποτάμια που τη διασχίζουν, τους δριμείς, μακριούς χειμώνες και τα σύντομα, ζεστά καλοκαίρια. Πολλές επιστημονικές γεωλογικές αποστολές μένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ταϊγκά μελετώντας το έδαφος και το υπέδαφος της.

Σε μία από τις αποστολές αυτές, το 1978, οι γεωλόγοι παρατήρησαν μια καλύβα στην ταϊγκά κοντά στον ποταμό Αμπακάν. Πλησίασαν με προσοχή την καλύβα και είδαν με έκπληξη ότι εκεί ζούσε μια οικογένεια, ο πατέρας Κάρπ Λίκοβ με τις δύο κόρες και τους δύο γιούς του. Ζούσαν απομονωμένοι στην ταϊγκά για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Όπως είπαν χαρακτηριστικά οι γεωλόγοι η ζωή, οι αντιλήψεις και οι συνήθειές τους θύμιζαν τη Ρωσία του 17ου αιώνα. Ήταν μια οικογένεια Παλαιών Πιστών που η  ζωή τους στην απομόνωση ήταν ο απόηχος του σχίσματος της ρωσικής εκκλησίας του 17ου αιώνα.

Tο 1665 o πατριάρχης Νίκων, με τη στήριξη του τσάρου Αλέξιου προσπάθησε να ανανεώσει τη ρωσική εκκλησία σε μια προσπάθεια να ευθυγραμμιστεί με την Ελληνορθόδοξη εκκλησία. Στην προσπάθειά του αυτή αναθεώρησε τα λειτουργικά βιβλία έτσι ώστε τα ρωσικά κείμενα να συνάδουν με τις ελληνικές εκδοχές. Οι μεταρρυθμιστές έδωσαν έμφαση στη ρητορική και τη φιλοσοφία, κατά τα ελληνικά πρότυπα. Αυτό σήμαινε ότι ο κλήρος έπρεπε να είναι πιο μορφωμένος και τα θρησκευτικά κείμενα να έχουν φιλοσοφικό περιεχόμενο. Επίσης σύμφωνα με τις αναθεωρήσεις αυτές έπρεπε να γίνουν αλλαγές στις λατρευτικές πρακτικές, όπως για παράδειγμα στον τρόπο που γινόταν το σημείο του σταυρού. Μέχρι τότε οι Ρώσοι έκαναν το σημείο του σταυρού κρατώντας ίσια τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο και διπλώνοντας τα άλλα τρία δάχτυλα, συμβολίζοντας με τον τρόπο αυτό τη διττή φύση του Χριστού. Ο πατριάρχης Νίκων επέβαλε την ελληνική πρακτική, να ενώνονται δηλαδή ο δείκτης και ο μέσος με τον αντίχειρα, για να συμβολίζεται η Αγία Τριάδα.

Μεταρρυθμίσεις έγιναν και στη θεία λειτουργία και στην τελετουργία της ρωσικής εκκλησίας σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα. Οι περισσότεροι πιστοί δέχτηκαν το νέο τελετουργικό και τα νέα βιβλία καθιερώθηκαν. Ωστόσο πολλοί ήταν οι πιστοί που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν θεωρώντας ότι μόνο οι Ρώσοι είχαν διατηρήσει την ορθή πίστη. Οι αρνητές ονομάστηκαν Παλαιοί  Πιστοί (староверцы) και εξορίστηκαν σε απομονωμένα μέρη όπου συνέχισαν να κηρύττουν την παλαιά πίστη. Η παλαιά πίστη συνέχισε να διαδίδεται επικίνδυνα για την επίσημη εκκλησία, βρίσκοντας νέους υποστηρικτές και τελικά προκαλώντας σχίσμα στους κόλπους της ρωσικής εκκλησίας. Οι Παλαιοί Πιστοί συνέχισαν να ασκούν την πίστη τους κρυφά σε απομονωμένες περιοχές.

Έτσι δημιούργησαν δικά τους χωριά μακριά από τις μεγάλες πόλεις και αρνούνταν να καταχωρηθούν οι ίδιοι και να καταχωρήσουν τα παιδιά τους στα αρχεία του κράτους. Η οικογένεια  Λίκοβ την δεκαετία του 1930, αποφεύγοντας τυχόν διώξεις, αποφάσισε να απομονωθεί ακόμη περισσότερο, χτίζοντας καλύβα μέσα στην ταϊγκά μακριά από τους άλλους Παλαιούς Πιστούς.

Έζησαν δεκαετίες ολόκληρες, παλεύοντας για την επιβίωση τους, καλλιεργώντας σίκαλη, τρώγοντας ψάρια από τον ποταμό και πίνοντας χυμό σημύδας.

Άκουγαν με δυσπιστία τους γεωλόγους που τους μιλούσαν για τις μεγάλες πόλεις με τις ψηλές πολυκατοικίες, για τα τρένα, τα αεροπλάνα και τις πτήσεις στο διάστημα. Όταν, μετά τον θάνατο των υπολοίπων μελών της οικογένειας, προτάθηκε στην Αγκάφια, τη νεώτερη κόρη της οικογένειας, για να μην μείνει μόνη στην ταϊγκά, να ζήσει στην πόλη, η απάντησή της ήταν αρνητική. Προτίμησε να ζήσει ολομόναχη στην ταϊγκά.

“Αν πάω στην πόλη είναι σαν να πηγαίνω στον θάνατο. Κανείς δεν με χρειάζεται εκεί και για μένα είναι όλα ξένα. Καλύτερος τόπος από την ταϊγκά για μένα δεν υπάρχει. Εδώ όλα είναι αγαπημένα. Το βουνό που βλέπω κάθε μέρα από το παράθυρό μου, το κελάρυσμα του ποταμού κι οι μυρωδιές, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Βγαίνω έξω να δω το ηλιοβασίλεμα κι η ανάσα μου κόβεται από τη χαρά. Αυτός είναι ο παράδεισός μου στη γη”

(απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλι Πιεσκόβ “Ο δρόμος της ταϊγκά”).

Όταν στην εφημερίδα “Κομσομόλκσαγια Πράβντα” δημοσιεύτηκαν άρθρα για την ιστορία της οικογένειας η απήχηση ήταν τεράστια. Η κυκλοφορία της εφημερίδας αυξήθηκε ραγδαία και στα περίπτερα σχηματίζονταν ουρές για να την αγοράσουν.

Γλωσσολόγοι, λαογράφοι και ιστορικοί μελέτησαν τη γλώσσα τις αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων αυτών που έρχονταν από το παρελθόν. Μεγάλο ήταν και το ενδιαφέρον των απλών  ανθρώπων από όλη τη χώρα που ήθελαν να βοηθήσουν όπως μπορούσαν.

Όμως το κενό των σαράντα χρόνων της απομόνωσης ήταν αγεφύρωτο. Η οικογένεια μπορούσε να συνυπάρξει μεν αλλά η πολιτισμική επικοινωνία ήταν προβληματική.

Όλοι ενδιαφέρθηκαν για την ιστορία της οικογένειας Λίκοβ ίσως γιατί η ζωή τους, σαν μια σταγόνα μέσα στο  ποτάμι του χρόνου που κυλά ορμητικά, συμπυκνώνει την ιστορία, τη γλώσσα, τις αντιλήψεις αλλά και το σθένος του ρωσικού λαού.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ
Συντάκτης

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ

Η Ελένη Τσολιά είναι απόφοιτος του κρατικού πανεπιστημίου της Μόσχας Λομονόσοβ. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα master of arts στη ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία καθώς και PhD στη θεωρητική και ιστορικό – συγκριτική γλωσσολογία. Από το 1993 διδάσκει τη ρωσική γλώσσα ως ξένη σε ιδιωτική σχολή ενώ παράλληλα ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη της ρωσικής γλώσσας, λογοτεχνίας και κουλτούρας.

Δείτε ακόμη