Φιόντορ Ντοστογιέβσκι – Πάσχα στα κάτεργα
“Ο μουζίκος Μαρέϊ” είναι ένα μικρό διήγημα του Φιόντορ Ντοστογιέβσκι, μια αλληγορία, όπως το ερμήνευσαν πολλοί μελετητές του έργου του. Το διήγημα αυτό συμπεριλαμβάνεται στο “Ημερολόγιο ενός συγγραφέα”, μια συλλογή από κριτικά άρθρα και διηγήματα μέσω των οποίων ο Φιόντορ Ντοστογιέβσκι συνδιαλεγόταν με τους αναγνώστες του για θέματα που αφορούσαν τη Ρωσία.
Η τύχη της Ρωσίας αλλά και ο ρόλος, που κατά την άποψη του συγγραφέα, έπρεπε αυτή να διαδραματίσει στον κόσμο ήταν κάτι που τον προβλημάτιζε και τον απασχολούσε πολύ. Παρόλο που έγραψε πολλά άρθρα στα οποία εξέφραζε ευθέως τις απόψεις του, εντούτοις πολλές φορές προτιμούσε την έμμεση, παραστατική γλώσσα της λογοτεχνίας. Όταν το 1873 έγραφε “Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα”, ήταν ήδη καταξιωμένος συγγραφέας και είχε ήδη όχι μόνο την εμπειρία των τεσσάρων χρόνων που έζησε στα κάτεργα αλλά την ακόμα πιο φριχτή εμπειρία της εικονικής εκτέλεσης.
Ο απόστρατος υπολοχαγός Φιόντορ Ντοστογιέβσκι, ετών είκοσι επτά, καταδικάστηκε από τις τσαρικές αρχές, μαζί με άλλους, γιατί αποπειράθηκαν να δημιουργήσουν παράνομο τυπογραφείο για να προπαγανδίζουν και να διαδίδουν τις σοσιαλιστικές ιδέες. Την τελευταία στιγμή, κι ενώ όλα ήταν έτοιμα για την εκτέλεση, δόθηκε χάρη. Η θανατική ποινή μετατράπηκε σε τέσσερα χρόνια κάτεργα. Μαζί με άλλους κατάδικους, σιδηροδέσμιος μεταφέρθηκε στη Σιβηρία για να εκτίσει την ποινή του. Τέσσερα χρόνια έζησε και δούλεψε σκληρά στα κάτεργα ανάμεσα σε βαρυποινίτες εγκληματίες. Τα κάτεργα ήταν η πλήρης απόκλιση από οτιδήποτε γνώριζε μέχρι τότε για την ανθρώπινη φύση.
Οι καταδικασμένοι εγκληματίες από όλες τις γωνιές της Ρωσίας δημιουργούσαν ένα ψηφιδωτό της Ρωσίας που δεν γνώριζε. Παρατηρούσε και κατέγραφε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης και συμπεριφοράς. Αργότερα, ο λόγος του έγινε νυστέρι που εισχώρησε στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και φώτισε τα πιο σκοτεινά της σημεία.
Στο διήγημά του “Ο μουζίκος Μαρέϊ”, μια πασχαλιάτικη μέρα στα κάτεργα, το μεθοκόπημα των συγκρατούμενών του, οι καβγάδες και τα ξυλοκοπήματα βάραιναν διπλά πάνω στον νεαρό Φιόντορ.
“Ανεκδιήγητα, χυδαία και αποκρουστικά τραγούδια, κρυμμένες τράπουλες κάτω από τα ράντζα, κάμποσοι κατάδικοι μισοπεθαμένοι κιόλας από το ξύλο (…) μαχαίρια που έχουν βγει κιόλας από κάμποσες φορές από τα θηκάρια τους. Όλα αυτά μέσα σε δύο μέρες γιορτής με είχαν ταλαιπωρήσει φρικτά. Άλλωστε ποτέ δεν κατάφερα να αντέξω χωρίς αηδία τα μεθοκοπήματα του λαού “(Απόσπασμα από το διήγημα του Φιόντορ Ντοστογιέβσκι”Ο μουζίκος Μαρέϊ “)
Ο Φιόντορ αποσύρεται στο ράντζο του και βυθίζεται στο ονειροπόλημα μιας ανάμνησης από την παιδική του ηλικία.
Ο μικρός Φιόντορ βρισκόταν στο δάσος όταν κάποιος φώναξε ή του φάνηκε ότι φώναξε “Λύκος! Έρχεται ένας λύκος!” Ο μικρός Φιόντορ, χλωμός από τον φόβο του έτρεξε στο ξέφωτο. Εκεί ήταν ένας μουζίκος, όπως ονόμαζαν στη Ρωσία τους δουλοπάροικους χωρικούς. Ο μουζίκος Μαρέϊ, που όργωνε το χωράφι, σταμάτησε τη δουλειά του για να παρηγορήσει με ευγένεια και καλοσύνη το μικρό, τρομαγμένο παιδί.
“Ήταν ο μουζίκος μας Μαρέϊ.(…) Ήταν ένας μουζίκος περίπου πενήντα ετών, γεροδεμένος, αρκετά ψηλός, που το σκουροκόκκινο πυκνό γένι του είχε αρχίσει να γκριζάρει για τα καλά.(…) Όταν άκουσε την κραυγή μου, και εγώ έτρεξα και άρπαξα με το ένα χέρι το ξύλινο αλέτρι του και με το άλλο το μανίκι του, κατάλαβε τον τρόμο μου.”Ε, αρκετά λοιπόν, αρκετά, ο Χριστός να σε έχει καλά, άντε κάνε τον σταυρό σου
“(Απόσπασμα από το διήγημα του Φιόντορ Ντοστογιέβσκι “Ο μουζίκος Μαρέϊ “)
Η μορφή του καλοκάγαθου δουλοπάροικου χωρικού δεν ήταν μόνο η πλήρης αντίθεση με τους μοχθηρούς και δόλιους κατάδικους που τον περιστοίχιζαν αλλά και αφύπνιση γιατί ξαφνικά διέκρινε σε αυτούς τους αδίστακτους εγκληματίες την ψυχή του μουζίκου Μαρέϊ. Ήταν αυτοί που αφού αδικήθηκαν και ταπεινώθηκαν μετατράπηκαν σε κλέφτες και φονιάδες.
Ο μουζίκος Μαρέϊ ψηλός, δυνατός και γεροδεμένος υπομονετικά οργώνει τη γη, με τα ροζιασμένα χέρια του, μαύρα από το χώμα, χαϊδεύει και καθησυχάζει το τρομαγμένο παιδί. Στη μορφή αυτή πολλοί μελετητές είδαν τη προσωποποίηση του ρωσικού λαού. Το ονειροπόλημα αυτή τη μέρα του Πάσχα, άνοιξε ένα φωτεινό μονοπάτι και δεν άφησε το σκοτάδι που τον περιτριγύριζε να τον καταπιεί .Ήταν μια χαραμάδα στον αδιαπέραστο τοίχο της φυλακής, ένα μικρό αλλά μεγάλο στιγμιότυπο της ζωής του που ήταν αρκετό για να τον μεταπλάσει. Μετέτρεψε τη σχέση του με τους κατάδικους, αφού δεν έβλεπε πια στα πρόσωπά τους βασανιστές αλλά βασανισμένους. Η ιδέα της δίψας για εξιλέωση μετά από τα αμαρτήματα, η πεποίθηση ότι ο ρωσικός λαός διατήρησε στην ψυχή του τα χριστιανικά ιδανικά της αγάπης, της καλοσύνης και της συγχώρεσης είναι ιδέες που διαπερνούν ολόκληρη τη μυθοπλασία του Ντοστογιέβσκι.
Από το Πάσχα στα κάτεργα έλειπαν οι μεγαλόπρεπες κωδωνοκρουσίες των ρωσικών εκκλησιών και τα σταυρωτά φιλιά της αγάπης ήταν όμως καθαρτικό. Συμπόνεσε τους κατάδικους, υπέφερε μαζί τους και μετέφερε στη λογοτεχνία με τρόπο αριστουργηματικό την ελπίδα στις ηθικές δυνάμεις του ρωσικού λαού.

