Νικολάι Λεσκόβ (1831-1895) – Ο αλλόκοτος κόσμος της δημιουργίας του
Ο Νικολάι Λεσκόβ είναι μια ιδιαίτερη, παράξενη και μοναχική μορφή στον κόσμο της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος ήταν άνθρωπος ιδιόμορφος και οι λογοτεχνικοί του χαρακτήρες είναι εξαιρετικά ασυνήθιστοι, παράξενοι και πολλές φορές αφύσικοι. Ο Νικολάι Λεσκόβ έζησε σε πολλά μέρη της ρωσικής αυτοκρατορίας, δούλεψε για πολλά χρόνια σε μια εμπορική εταιρεία για τις ανάγκες της οποίας ταξίδευε πολύ σε όλα τα μέρη της αχανούς ρωσικής αυτοκρατορίας. Στα ταξίδια του αυτά συναναστρεφόταν με ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και παρατηρούσε τους ψυχολογικούς τύπους των ανθρώπων, τις προσωπικότητες και τους κοινωνικούς τους ρόλους.
Τα έργα του είναι μια πινακοθήκη τύπων, μια ποικιλόμορφη συλλογή χαρακτήρων όπου συνυπάρχουν άντρες και γυναίκες από όλα τα κοινωνικά στρώματα: οι ανήθικοι μαζί με τους ενάρετους, οι παμπόνηροι απατεώνες μαζί με τους αγαθούς, οι μεθύστακες, εριστικοί καβγατζήδες μαζί με ανθρώπους πράους, άξεστοι εγκληματίες, κακούργοι και ανισόρροποι με ανθρώπους ηθικούς και έντιμους. Παρατηρούσε και κατέγραφε τα λόγια, το ύφος και τις γκριμάτσες τους, την ηθική και τη χυδαιότητα τους, το μεγαλείο και την μικρότητα τους. Οι χαρακτήρες των ανθρώπων στα έργα του δεν εκπροσωπούν κάποιο κοινωνικό στρώμα, είναι όλοι οι άνθρωποι της ρωσικής γης, έτσι όπως τους παρατηρούσε, απλοί και ακατέργαστοι, που όμως όλοι μαζί συνθέτουν τον ρωσικό εθνικό χαρακτήρα. Η γλώσσα των έργων του είναι το ίδιο περίεργη και απρόσμενη, η γλώσσα του απλού λαού, ανακατεμένη με εκκλησιαστικές φράσεις, παροιμίες και λέξεις που δημιουργούσε ο ίδιος ο συγγραφέας.
Στις νουβέλες και τα διηγήματά του ο κόσμος αυτός των εμπόρων, των δημοσίων υπαλλήλων, των ιερωμένων, των χωρικών, των εγκληματιών με την ιδιόμορφη γλώσσα τους συνυπάρχουν σε ένα κόσμο αλλόκοτο όπου η φαντασία και η πραγματικότητα δεν διαχωρίζονται με ξεκάθαρα σύνορα. Ο κόσμος των ηρώων του είναι ένας κόσμος κατοπτρικός, μια αντεστραμμένη πραγματικότητα, στην οποία ζουν άνθρωποι περίεργα ασυνήθιστοι όπου όλα διαδραματίζονται κάπου ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες, ανάμεσα σε ανθρώπους και σκιές.
“Είναι γνωστό ότι το σούρουπο στις ψυχές των ανθρώπων φανερώνεται μια ιδιαίτερη ευαισθησία, ένας καινούργιος κόσμος ξεπροβάλλει κι επισκιάζει αυτόν που υπήρχε στο φως της μέρας. Τα οικεία πράγματα ξαφνικά φαντάζουν αλλόκοτα. Αλλόκοτα, ακατανόητα και τρομακτικά ακόμα. Αυτή την ώρα για ένα λόγο περίεργο κάθε αίσθημα σαν να ψάχνει δυνατό και ακαθόριστο τρόπο για να εκφραστεί. Η διάθεση των αισθημάτων και των σκέψεων συνεχώς ταλαντεύονται και ακριβώς μέσα σε αυτή την ορμητική, πυκνή δυσαρμονία ολόκληρου του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου γεννιέται η φαντασία. Ο κόσμος μετατρέπεται σε όνειρο και το όνειρο σε κόσμο πραγματικό. Αυτό είναι κάτι δελεαστικό και τρομακτικό, κι όσο πιο τρομακτικό τόσο πιο δελεαστικό και ελκυστικό”
(Απόσπασμα από το διήγημα”Φάντασμα στον πύργο “του Νικολάι Λεσκόβ)
Στη νουβέλα “Η λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ”, στην αρχή της αφήγησης περιγράφεται η ανία και η ανυπόφορη πλήξη της ρωσικής επαρχίας καθώς και η βαρετή ζωή μιας νέας γυναίκας. Η Κατερίνα Λβόβνα είναι παντρεμένη με έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της και παρόλο που ζουν στο ίδιο σπίτι, ζουν δύο παράλληλες ζωές καθώς μεταξύ τους δεν υπάρχει η παραμικρή πνευματική ή συναισθηματική συγγένεια, ούτε καν ένα παιδί που όπως νομίζει η ίδια θα έδινε κάποιο νόημα στη ζωή της και η φροντίδα του θα γέμιζε τις μέρες της. Αντί όμως για το παιδί έρχεται το ερωτικό πάθος για έναν νέο άντρα που μετατρέπει τον ήρεμο και προκαθορισμένο κόσμο της σε ένα χάος. Το πάθος της, με συνένοχο τον εραστή της, την οδηγεί σε δολοφονίες και στο τέλος στα κάτεργα.
Σε αυτή τη νουβέλα του Νικολάι Λεσκόβ δεν υπάρχει η χαρακτηριστική για τον Ντοστογιέβσκι πνευματική αναγέννηση μέσα από την αμαρτία και τον πόνο, ούτε και η δημόσια ταπείνωση οδηγεί την ηρωίδα στη λύτρωση. Είναι ένας κόσμος χαοτικός, πολλές φορές άδικος και ανήθικος όπου μέσα από τον καθρέφτη η ηθική διαστρεβλώνεται και οι έννοιες του καλού και του κακού χάνονται. Στο τέλος η Κατερίνα Λβόβνα, η κεντρική ηρωίδα της νουβέλας, δεν ζητά συγχώρεση παρόλο που ενώ παλεύει με τα κύματα μπροστά της προβάλλει το μελανιασμένο κεφάλι του γέροντα πεθερού της που αυτή δηλητηρίασε, ενώ ο δολοφονημένος σύζυγός της κρατάει στα χέρια του το μικρό αγόρι που αυτή έπνιξε μαζί με τον εραστή της. Δεν επιδιώκει συγχώρεση από κανέναν καθώς πνίγεται στα παγωμένα νερά του Βόλγα παρασέρνοντας μαζί της τη νεαρή που ερωτεύτηκε ο αγαπημένος της.
Στην πιο γνωστή νουβέλα του “Ο Αριστερόχειρας” με την ιδιόμορφη γλώσσα των ηρώων του δημιουργεί την ατμόσφαιρα του λαϊκού παραμυθιού, όπου ένας επιδέξιος τεχνίτης, άνθρωπος του λαού, ενώ βρίσκεται στην Αγγλία εντυπωσιάζει τους πάντες με την τέχνη του. Ο κεντρικός ήρωας δεν έχει όνομα και συγκεντρώνει πολλά περίεργα και “μη κανονικα” χαρακτηριστικά. Ο Λεσκόβ ονόμαζε τους ήρωές του “θαυματοποιούς” και παράξενους μέσα στον “κανονικό”- παράλογο κόσμο που τους περιβάλλει. Ο αυτοκράτορας, ο επίσημος εκπρόσωπος της Ρωσίας, δεν γνωρίζει πώς ζει και με τι ασχολείται ο λαός, ο Αριστερόχειρας έχει ένα δικό του τρόπο αγάπης για την πατρίδα του, που ενώ του προσφέρουν καλύτερες συνθήκες ζωής στην Αγγλία, αυτός θέλει να επιστρέψει στη Ρωσία παρόλο που στην πατρίδα του τού συμπεριφέρονται με σκληρότητα.
Η νουβέλα αυτή όταν πρωτοδημοσιεύτηκε έγινε δεκτή με πολύ αρνητικά σχόλια από πολλούς κριτικούς,συντηρητικούς και φιλελεύθερους. Παρόλο που στην προσπάθεια του αυτή για εθνική αυτογνωσία ο Λεσκόβ ήταν απομονωμένος και πολεμήθηκε από όλες τις πλευρές, εντούτοις μετά τον θάνατό του έγιναν πολλές προσπάθειες προσέγγισης του έργου του από συγγραφείς, σκηνοθέτες και μουσικοσυνθέτες. Το 1926 ανέβηκε για πρώτη φορά στην σκηνή του θεάτρου ΜΧΑΤ το θεατρικό έργο του Εβγκένι Ζαμιάτιν “Ο ψύλλος”, που ήταν βασισμένο στην νουβέλα “Ο Αριστερόχειρας”, και ήταν μια προσπάθεια αναβίωσης του ρωσικού λαϊκού θεάτρου. Το 1934 ακολούθησε η όπερα “Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ”του Ντμίτρι Σοστακόβιτς,που ήταν η δική του προσπάθεια ξεσκεπάσματος της υποκρισίας.
Ο Νικολάι Λεσκόβ δεν αγαπήθηκε από τους σύγχρονούς του, ίσως γιατί ο κατοπτρικός κόσμος της αυτογνωσίας είναι ιδιαίτερα οδυνηρός.


