Λέων Τολστόι – Ο νόμος της βίας κι ο νόμος της αγάπης

Τα μικρά διηγήματα του Λ. Τολστόι πολλές φορές παραμένουν άγνωστα, γιατί πάνω τους πέφτει βαριά η σκιά των  μνημειωδών αριστουργημάτων του. Τα μικρά διηγήματά του όμως, έχουν την ίδια εκείνη τελειότητα της διατύπωσης αλλά και την τέλεια ομορφιά της αρετής της διδασκαλίας του μεγάλου στοχαστή, που δίδαξε την προσήλωση στο ηθικό χρέος και στους ηθικούς κανόνες.

Στο μικρό διήγημά του “Μετά τον χορό”, η Τυρινή, η αρχή της νηστείας πριν το Πάσχα αρχίζει με ένα χορό σε σπίτι αριστοκρατικό. Ο αφηγητής, ηλικιωμένος τώρα πια, θυμάται τα χρόνια της πρώτης νεότητάς του, όταν ήταν ερωτευμένος και στον χορό όλα φάνταζαν  όμορφα.

Η αγαπημένη του χόρευε με τον πατέρα της και οι παρευρισκόμενοι τους παρακολουθούσαν συγκινημένοι. Ήταν μια εικόνα υπέροχη: στους ήχους της μουσικής ο ψηλός, γεροδεμένος συνταγματάρχης χόρευε κάπως αδέξια ενώ η κόρη του χόρευε θαυμάσια με  αέρινες κινήσεις.

“Κοιτάτε, ο μπαμπάς με προσκαλεί σε χορό, μου είπε, δείχνοντας το ψηλό, εντυπωσιακό παράστημα του πατέρα της συνταγματάρχη με ασημένιες επωμίδες, που στεκόταν στην πόρτα με τη σπιτονοικοκυρά και τις άλλες κυρίες. (…) Ο πατέρας της Βάρενκα ήταν ένας πολύ όμορφος, επιβλητικός, ψηλός,θαλερός γέρος. (…) στα λαμπερά του μάτια και στα χείλη υπήρχε το ίδιο τρυφερό, χαρούμενο χαμόγελο, όπως και της κόρης του. (…) Ολόκληρη η αίθουσα παρακολουθούσε κάθε κίνηση του ζεύγους. Εγώ όχι μόνο τους θαύμαζα, αλλά τους κοιτούσα με ενθουσιώδη συγκίνηση.

(Απόσπασμα από το διήγημα του Λ.Τολστόι “Μετά τον χορό”)

Παραστατικές λεπτομέρειες στη περιγραφή ενός κόσμου που θα έρθει σε απόλυτη αντίθεση με έναν άλλο κόσμο.

Ο αφηγητής ερωτευμένος και ευτυχισμένος δεν μπορεί να κοιμηθεί, τα βήματά του νωρίς το πρωί τον οδηγούν έξω από το σπίτι της αγαπημένης του. Η ανοιξιάτικη ομίχλη καλύπτει τα πάντα όχι όμως και τους ήχους της απαίσιας μουσικής που τον οδηγεί μπροστά σε μια παράταξη από στρατιώτες που χτυπούν αλύπητα, μέχρι θανάτου ένα στρατιώτη.

“Ήταν ένας καιρός ταιριαστός στην Τυρινή, είχε ομίχλη, το χιόνι έλιωνε στους δρόμους και έσταζε από όλες τις στέγες. (…) Οι στρατιώτες με τις μαύρες στολές στέκονταν σε δύο σειρές αντικριστά (…)

-Τι κάνουν; ρώτησα τον σιδηρουργό που σταμάτησε δίπλα μου.

-Τιμωρούν έναν Τάταρο επειδή λιποτάκτησε(…).

Ήταν ένας άνδρας γυμνός μέχρι τη μέση, δεμένος στα τουφέκια δύο στρατιωτών, που τον οδηγούσαν. Δίπλα του ήταν ένας ψηλός στρατιωτικός με χλαίνη και πηλίκιο, του οποίου η φιγούρα μου έμοιαζε γνωστή. Σέρνοντας ολόκληρο το σώμα, χτυπώντας τα πόδια πάνω στο λιωμένο χιόνι, ο τιμωρημένος, κάτω από βροχή χτυπημάτων και από τις δύο πλευρές, οδηγούνταν προς το μέρος μου(…)

Και επειδή δεν μπορούσε να σταθεί μόνος του, περπατούσε σταθερά με τρομερό βάδισμα ο ψηλός στρατιωτικός. Ήταν ο πατέρας της, με το ρόδινο πρόσωπο και τα λευκά μουστάκια με τις φαβορίτες. Με κάθε χτύπημα ο τιμωρημένος σαν να εκπλησσόταν, γυρνούσε το παραμορφωμένο από πόνο πρόσωπό του, σε εκείνη την πλευρά που είχε δεχτεί το χτύπημα (…) Δεν μιλούσε, εκλιπαρούσε: “Έλεος αδέλφια. Έλεος αδέλφια” (απόσπασμα από το διήγημα του Λ. Τολστόι”Μετά τον χορό “)

Η αγάπη του αφηγητή για την νεαρή κοπέλα διαλύεται μαζί με την ανοιξιάτικη ομίχλη, μέσα στην σκληρότητα, την αναλγησία και την υποκρισία. Είναι η μεγάλη νηστεία πριν το Πάσχα κι ένας άνθρωπος πεθαίνει με τρόπο φριχτό ικετεύοντας “Έλεος αδέλφια” Τον χτυπά χωρίς ίχνος συμπόνιας ο ίδιος εκείνος στοργικός πατέρας που τώρα ο αφηγητής βλέπει κάτω από άλλο  φως, σκληρό κι απάνθρωπο. Η δυσαρμονία αυτή προξένησε αηδία στον αφηγητή που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για στρατιωτική καριέρα.

Ο Λ .Τολστόι έγραψε το διήγημα αυτό το 1903 εφτά μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του. Την εποχή εκείνη, στη Ρωσία συζητούσαν την κατάργηση της θανατικής ποινής και ο Λέων Τολστόι, ήδη παγκόσμια αναγνωρισμένος συγγραφέας, με μια σειρά άρθρων του, με κυριότερο το “Δεν μπορώ να σωπάσω”, υποστήριζε με πάθος την κατάργηση της θανατικής ποινής. Η δική του φωνή ήταν κραυγή απόγνωσης “Άνθρωποι, αδέρφια! Συνέλθετε,στοχαστείτε, συναισθανθείτε τι κάνετε, θυμηθείτε τι είστε. Προτού γίνετε δήμιοι, στρατηγοί, δικαστές, πρωθυπουργοί, τσάροι, είστε πρώτα απ’ όλα άνθρωποι. (…) Είναι αδύνατο να μην το ξέρετε πως ένας είναι ο προορισμός όλων μας: να περάσουμε με αγάπη και ομόνοια την πρόσκαιρη αυτή ζωή και να την εγκαταλείψουμε σύμφωνα με τη θέληση της δύναμης εκείνης που μας διέπει. Η δύναμη δε αυτή ένα θέλει: την αγάπη των ανθρώπων αναμεταξύ τους.

(Απόσπασμα από το άρθρο του Λ.Τολστόι”Δεν μπορώ να σωπάσω”)

Στην δική του ηθική διδασκαλία ο νόμος της βίας δεν μπορούσε να συνυπάρχει με τον νόμο της αγάπης κι ο ίδιος ένιωθε συνένοχος στο κακό που διαπράττεται. Λόγια που και στις μέρες μας ηχούν ανατριχιαστικά επίκαιρα για όλους εμάς που βουβοί παρακολουθούμε τον θρίαμβο της βίας.

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ
Συντάκτης

ΕΛΕΝΗ ΤΣΟΛΙΑ

Η Ελένη Τσολιά είναι απόφοιτος του κρατικού πανεπιστημίου της Μόσχας Λομονόσοβ. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα master of arts στη ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία καθώς και PhD στη θεωρητική και ιστορικό – συγκριτική γλωσσολογία. Από το 1993 διδάσκει τη ρωσική γλώσσα ως ξένη σε ιδιωτική σχολή ενώ παράλληλα ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη της ρωσικής γλώσσας, λογοτεχνίας και κουλτούρας.

Δείτε ακόμη