Κατερίνα Σπυριδάκη: «Η πράσινη μετάβαση χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι μετάβαση – είναι μεταφορά του κόστους στις τοπικές κοινωνίες»

Στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής, κατά τη συζήτηση της Ετήσιας Έκθεσης Κατάστασης Περιβάλλοντος στην Ελλάδα του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.), τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, αναπτύσσοντας μια συνολική πολιτική προσέγγιση για την περιβαλλοντική πολιτική, την ενεργειακή μετάβαση, την κυκλική οικονομία και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Στην παρέμβασή της υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη έκθεση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δεν αποτυπώνει πολιτικές εκτιμήσεις ή κομματικές θέσεις, αλλά καταγράφει την πραγματική κατάσταση του περιβάλλοντος στη χώρα μέσα από επίσημα στοιχεία. Για τον λόγο αυτό, όπως τόνισε, τα συμπεράσματά της οφείλουν να αποτελέσουν αφετηρία ουσιαστικών πολιτικών παρεμβάσεων και όχι επικοινωνιακής διαχείρισης.

Ξεκινώντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη ανέδειξε το βασικό πολιτικό πλαίσιο μέσα από το οποίο το ΠΑΣΟΚ προσεγγίζει την πράσινη μετάβαση.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Σήμερα συζητάμε την Έκθεση Κατάστασης Περιβάλλοντος του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό κείμενο, μιας και δεν αποτυπώνει πολιτικές απόψεις. Αποτυπώνει την ίδια την πραγματικότητα. Και όταν η επίσημη έκθεση του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. καταγράφει συγκεκριμένες αδυναμίες, τότε θα πρέπει να τις διαχειριστούμε με όρους ειλικρίνειας και πολιτικής και όχι με όρους επικοινωνίας. Εμείς, ως ΠΑΣΟΚ, πιστεύουμε ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί, δεν πρέπει και δεν αρκεί να είναι μόνο περιβαλλοντικά σωστή. Οφείλει να είναι και κοινωνικά δίκαιη, γιατί διαφορετικά οι πολίτες δεν πρόκειται ποτέ να αγκαλιάσουν την όποια προσπάθεια.»

Στη συνέχεια στάθηκε στο ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας, επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία της ίδιας της έκθεσης αποκαλύπτουν μια μεγάλη αντίφαση: ενώ η Ελλάδα αυξάνει διαρκώς την παραγωγή πράσινης ενέργειας, ένα σημαντικό ποσοστό των νοικοκυριών εξακολουθεί να αδυνατεί να καλύψει βασικές ενεργειακές ανάγκες.

Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε: «Η έκθεση καταγράφει ότι το 57% του ηλεκτρικού μείγματος της χώρας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και υδροηλεκτρικά έργα. Πρόκειται αναμφίβολα για μία θετική εξέλιξη. Την ίδια στιγμή όμως παρουσιάζεται ότι περίπου το 19% των νοικοκυριών βρίσκεται σε κατάσταση ενεργειακής ευαλωτότητας και ενεργειακής φτώχειας. Αυτό είναι το παράδοξο της σημερινής πολιτικής. Παράγουμε περισσότερη πράσινη ενέργεια, αλλά χιλιάδες οικογένειες εξακολουθούν να δυσκολεύονται να πληρώσουν τον λογαριασμό του ρεύματος ή ακόμη και να ζεστάνουν το ίδιο τους το σπίτι.»

Αναφερόμενη στα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, υποστήριξε ότι η σημερινή δομή τους αποκλείει μεγάλο μέρος των ευάλωτων πολιτών, οι οποίοι αδυνατούν να συμμετάσχουν λόγω της απαραίτητης ίδιας συμμετοχής.

Όπως σημείωσε: «Η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει ότι πολλά ευάλωτα νοικοκυριά και κάτοικοι της περιφέρειας αδυνατούν να συμμετάσχουν σε προγράμματα όπως το “Εξοικονομώ”, επειδή δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ίδια συμμετοχή. Η πράσινη μετάβαση λοιπόν δεν αφορά μόνο όσους έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν. Θα έπρεπε να αφορά όλους τους πολίτες. Χρειάζεται πραγματική πολιτική ενεργειακής δικαιοσύνης, στήριξη των πιο ευάλωτων συμπολιτών μας και ουσιαστική ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων, ώστε τα οφέλη της μετάβασης να επιστρέφουν στις ίδιες τις κοινωνίες.»

Σημαντικό μέρος της παρέμβασής της αφιερώθηκε στην κυκλική οικονομία, εκφράζοντας τον προβληματισμό της για τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης υλικών που καταγράφει η έκθεση.

Όπως ανέφερε: «Η κυκλική χρήση των υλικών στην Ελλάδα παραμένει μόλις στο 5,2%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 11,8%. Η ανακύκλωση των αστικών αποβλήτων βρίσκεται μόλις στο 17,3%, ενώ η ανακύκλωση συσκευασιών μειώθηκε μέσα σε έναν χρόνο από το 54,1% στο 43,4%. Δεν αρκεί να θέτουμε στόχους. Χρειάζονται σύγχρονες υποδομές, ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπαίδευση και μια διαφορετική κουλτούρα. Δεν έχουμε επενδύσει ούτε στη μείωση της χρήσης υλικών ούτε στην επαναχρησιμοποίησή τους. Λες και όλα ξεκινούν από την ανακύκλωση, ενώ στην πραγματικότητα η ανακύκλωση είναι το τελευταίο στάδιο.»

Ακολούθως στάθηκε στις μεταφορές, επισημαίνοντας ότι η πράσινη κινητικότητα δεν μπορεί να περιορίζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, αφήνοντας την περιφέρεια και τις νησιωτικές περιοχές χωρίς ουσιαστικές επιλογές.

Όπως χαρακτηριστικά τόνισε: «Η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους πιο γερασμένους στόλους οχημάτων. Τα περισσότερα κίνητρα για την ηλεκτροκίνηση απευθύνονται σε ανθρώπους που ήδη έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν καινούριο όχημα. Η πρώτη προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι οι δημόσιες συγκοινωνίες, η περιφέρεια και οι νησιωτικές περιοχές. Δεν μπορεί να υπάρξει πράσινη ανάπτυξη μόνο στα αστικά κέντρα.»

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην κατάσταση που επικρατεί στο Λασίθι, αφιερώνοντας εκτενές μέρος της παρέμβασής της στις επιπτώσεις της άναρχης ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στον Νομό.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Και εδώ υπάρχει μια διάσταση που αφορά το Λασίθι, το οποίο σηκώνει δυσανάλογα όλο το μεγάλο βάρος της εθνικής προσπάθειας για ενεργειακή μετάβαση. Η επέλαση των ΑΠΕ στη δική μου Περιφερειακή Ενότητα δεν ξεκινά σήμερα. Ξεκινά χρόνια πριν από την περιοχή της Σητείας και συνεχώς εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον Νομό. Δημιουργείται λοιπόν ένα εύλογο ερώτημα τόσο για εμένα που εκπροσωπώ την περιοχή όσο και για τους ίδιους τους πολίτες. Θέλουμε ένα Λασίθι που θα συνεχίσει να είναι ένας τόπος μοναδικής φυσικής ομορφιάς και παραγωγής ποιοτικού τουρισμού; Ή θέλουμε ένα Λασίθι που θα μετατραπεί αποκλειστικά σε μια τεράστια μπαταρία παραγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας; Ήδη ως Περιφερειακή Ενότητα καλύπτουμε σχεδόν το 70% της παραγωγής Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας της Κρήτης.»

Συνεχίζοντας, υπογράμμισε ότι οι τοπικές κοινωνίες αισθάνονται πως δεν συμμετέχουν ούτε στον σχεδιασμό ούτε στα οφέλη της ενεργειακής μετάβασης, ενώ καλούνται να επωμιστούν διαρκώς νέες επιβαρύνσεις.

Όπως ανέφερε: «Οι τοπικές κοινωνίες δεν αισθάνονται ότι συμμετέχουν ούτε στον σχεδιασμό ούτε στα οφέλη της μετάβασης. Αντίθετα, αισθάνονται ότι καλούνται συνεχώς να επωμιστούν νέα βάρη, νέες εγκαταστάσεις, νέους δρόμους, νέους πυλώνες, νέα συνοδά έργα, χωρίς ποτέ να έχει πραγματοποιηθεί πραγματικός διάλογος ώστε να γνωρίζουμε ποια είναι τελικά τα όρια του τόπου.»

Μάλιστα, έφερε ως παράδειγμα καλών πρακτικών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αναδεικνύοντας την ανάγκη συμμετοχής των ίδιων των τοπικών κοινωνιών στον ενεργειακό σχεδιασμό.

Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε: «Γιατί δεν ακολουθούμε παραδείγματα όπως της Ολλανδίας, όπου κάθε γεωργός έχει στην κορυφή του αγροτεμαχίου του μία ανεμογεννήτρια, η οποία έχει περάσει μέσα από λαϊκή συνέλευση για να μπορέσει να τοποθετηθεί εκεί; Άρα μιλάμε και για χωροταξία, μιλάμε και για δικαιοσύνη, μιλάμε και για την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας.»

Κλείνοντας την παρέμβασή της, η κα Σπυριδάκη διατύπωσε με σαφήνεια τη θέση της για το πραγματικό περιεχόμενο της πράσινης μετάβασης, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορεί να στηρίζεται στη θυσία ολόκληρων περιοχών της χώρας.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να σημαίνει ότι μία περιοχή επωμίζεται δυσανάλογο βάρος για τις ενεργειακές ανάγκες ολόκληρης της χώρας. Δεν μπορεί να σημαίνει ότι θυσιάζουμε το φυσικό περιβάλλον, τον πρωτογενή τομέα, την πολιτιστική κληρονομιά και το τουριστικό μας προϊόν επειδή δεν διαθέτουμε σοβαρό σχεδιασμό. Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται δημοκρατία, σχέδιο, διαφάνεια, διαβούλευση, επιστημονική τεκμηρίωση, κοινωνική συναίνεση, ενεργειακή δικαιοσύνη και ανταποδοτικότητα. Χωρίς αυτούς τους όρους δεν μιλάμε για μετάβαση. Δυστυχώς, μιλάμε για μεταφορά του κόστους της ενεργειακής πολιτικής στις τοπικές κοινωνίες. Και η κοινωνία του Λασιθίου είναι απέναντι σε αυτή την άναρχη και χωρίς δικαιοσύνη απόπειρα.»

Δείτε ακόμη