Η θεραπεία της νόσου του Αλτσχάιμερ είναι η δουλειά αρκετών ερευνητών σε όλο τον κόσμο.

Απώλεια μνήμης, γλωσσικές και συμπεριφορικές διαταραχές είναι τα πιο γνωστά συμπτώματα που δείχνουν ότι κάποιος πάσχει από τη νόσο. Η διάγνωση όμως πολλές φορές αργεί να γίνει. Το οικογενειακό περιβάλλον του ασθενή είναι αναγκαίο να κινητοποιηθεί το συντομότερο δυνατόν για να αντιμετωπίσει αυτή τη νευροεκφυλιστική νόσο, που δεν έχει ακόμη θεραπεία.

Η Αν είναι 73 ετών. Διεγνώσθη με Αλτσχάιμερ στα 62 της. Σήμερα ζει σε μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Ο άνδρας της Έντμοντ Βαν Έεκουτ είναι καθημερινά στο πλευρό της: «Η πρώιμη διάγνωση είναι για μένα το ουσιαστικό στοιχείο. Αν μπορέσουμε να την κάνουμε πολύ νωρίς, μπορούμε να πάρουμε και τις αναγκαίες προφυλάξεις σε επίπεδο φαρμάκων, για να προλάβουμε την εξέλιξη του ασθενή, αλλά και το μέλλον του ζευγαριού. Πρέπει να ψάξουμε για λύσεις εκεί όπου δεν ψάχναμε. Εάν περιμένουμε πολύ, τότε η ασθένεια θα προχωρήσει και δεν θα μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε».

Ανάμεσα στις διαφορετικές μεθόδους διάγνωσης, η έρευνα κινείται τώρα γύρω από την ανάλυση των βιοδεικτών, μορίων δηλαδή που δείχνουν τις εγκεφαλικές βλάβες, που συνδέονται με τη νόσο. Οι επιστήμονες εστιάζουν στις μικρές πρωτεΐνες βήτα αμυλοειδούς 42.

Στο Βέλγιο, εργάζονται για να δημιουργήσουν μια ασφαλή μέθοδο που θα βοηθά στη διάγνωση της ασθένειας στο πρώιμο στάδιό της. Στο Γκέελ, στο Κοινό Κέντρο Έρευνας της Ε.Ε., οι επιστήμονες αναπτύσσουν αυτό που λέγεται υλικό αναφοράς.

«Σε άτομα που έχουν Αλτσχάιμερ, το εγκεφαλονωτιαίο υγρό που περιβάλλει τον εγκέφαλο, αλλάζει. Ταυτόχρονα αλλάζει και ο βιοδείκτης Αβ42. Όταν λοιπόν μετρήσουμε αυτό τον βιοδείκτη στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, θα πάρουμε χρήσιμες πληροφορίες για την κατάσταση του εγκεφάλου του εξεταζόμενου ατόμου. Αυτό που κάνουμε λοιπόν είναι να δημιουργούμε υλικό αναφοράς. Είναι κομβικής σημασίας για τις αναλύσεις ενδιαφέροντος που κάνουμε. Στη συνέχεια, το χρησιμοποιούν οι διαγνωστικές εταιρίες για να δημιουργήσουν τις κλίμακες στα τεστ ελέγχου. Μετά μπορούν να δώσουν αυτά τα τεστ ελέγχου στα πανεπιστήμια ή στα νοσοκομειακά εργαστήρια, που κάνουν τις μετρήσεις. Και μετά θα φτάσουν σε αποτελέσματα, που θα είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους, μέσα στο χρόνο» εξηγεί η Ίνγκριντ Ζέγκερς, βιοχημικός στο Κοινό Κέντρο Έρευνας (Joint Research Centre).

Και από το Βέλγιο στη Σουηδία, στο εργαστήριο κλινικής νευροχημείας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Σαλγκρένσκα στο Γκέτεμποργκ. Για την ολοκλήρωση του πρότζεκτ χρειάστηκε να υπάρξει διεθνής συνεργασία και έξι χρόνια δουλειάς. Το να δημιουργηθούν συγκεκριμένα τεστ είναι πολύ σημαντικό για την πρώιμη διάγνωση της νόσου, αλλά και για την περαιτέρω έρευνα για πιθανές θεραπείες.

Στους ασθενείς με Αλτσχάιμερ, η βήτα αμυλοειδής πρωτεΐνη δημιουργεί πλάκες που συσσωρεύονται στο εγκέφαλο. Η αύξηση των αμυλοειδών πλακών οδηγεί στην επιδείνωση της νόσου.

Αμερικανοί ερευνητές έχουν ανακαλύψει ότι ο περιορισμός των θερμίδων που σχετίζονται με υδατάνθρακες, μειώνει και τη συγκέντρωση της βήτα αμυλοειδής πρωτεΐνης. Αντίθετα η αύξηση των θερμίδων από κορεσμένα λίπη, ευθύνεται για τη δημιουργία περισσότερων πλακών βήτα αμυλοειδούς πρωτεΐνης στον εγκέφαλο.

Ο καθηγητής Κάι Μπλένοβ υποστηρίζει ότι ήδη γίνονται κλινικοί έλεγχοι για την εύρεση νέων φαρμάκων:

«Οι θεραπείες μας έχουν ως στόχο τη μεγάλη συγκέντρωση των πλακών του βήτα αμυλοειδούς πεπτιδίου που θεωρούμε ότι καταστρέφει τους νευρώνες. Κάνουμε τεστ σήμερα στο πλαίσιο κλινικών δοκιμών που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο. Τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά. Την ημέρα που θα έχουμε έναν νέο τύπο φαρμάκων που τα ονομάζουμε φάρμακα τροποποίησης της νόσου, που σταματούν την εξέλιξη του Αλτσχάιμερ ή βελτιώνουν την κατάσταση των ασθενών, θα έχουμε ανάγκη από διαγνωστικά εργαλεία που θα μπορούμε να εμπιστευθούμε. Θα μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις ανάμεσα στα αποτελέσματα που θα έχουμε από διαφορετικές χώρες και διαφορετικά εργαστήρια ακόμη και μέσα στην ίδια χώρα».

Η έρευνα σε σχέση με τους βιοδείκτες προοδεύει με γρήγορους ρυθμούς και μαζί με αυτήν και η ελπίδα ότι τα επόμενα χρόνια μπορεί να βρεθεί θεραπεία ή τουλάχιστον να επιβραδυνθεί η εξέλιξη της νόσου.

 Euronews

πηγή


Πηγή: pancreta