Κι εσύ ,δόλιε τσιγγάνε
σα θρηνείς τον Ιγνάθιο (βαριά λαβωμένο)
ραγίζει η πέτρα στα μάτια των εργατών·
η δυστυχία της Γέρμας στο νυφικό φόρεμα
το δάκρυ του νεκρού αδελφού
σαν πέτρωσε
στα δάση μέσ’ τα ουρλιαχτά των λύκων.
Στην βελόνα του θαλασσοπόρου,
στους κρύους λόφους
με τα κίτρινα κρίνα
ντυμένος κρυφά
θάνατος παραμονεύει.
Μέ’ στις οπλές των αλόγων π’ ακουμπούν
τ’ απαλό χορτάρι
σα δροσερεύουν στην πηγή
κάτω από τον ίσκιο
ανταμώνει ο οδοιπόρος
την αγαπημένη του κρυφά
και λέει λόγια αγάπης.
-εκεί-
το αίμα του σκοτωμένου,
το δάκρυ της μάνας
μεσ’ στα κρύα φύλλα
στο μοιρολόι των πουλιών
μια καταχνιά
που σκέπασε μαντήλι νυφικό
εκεί…
Κάθισε να ξαποστάσει
σαν έφεραν
δεμένα πισθάγκωνα τα λόγια του ποιητή.
Και διψούσε ο θάνατος προσμένοντας
Κι είχε αλμύρα και θάλασσες το βλέμμα του
καθώς έπεφτε νεκρός
δίπλα στην νερομάνα,
να ξεδιψάσει τα λόγια του σκοτωμένου.
Κι ήρθενε ο ταύρος, ο Ιγνάθιος Μεχία
φορτωμένος την τιμή του
το σπασμένο ξίφος μισό
σαν έγειρε
και χάιδευε τη ράχη του λαβωμένου ζώου.
Κι εκεί·
η Γκουέρνικα ·
τα βογγητά των αλόγων,
τα ποδοβολητά και το δάκρυ των κυνηγημένων
τα καραβάνια των τσιγγάνων
μια θάλασσα δεμένη στα κατάρτια του ουρανού
κάτω στην άμμο που βούλιαζε το παράπονο.
Ηρακλής
Πινακας: Πάμπλο Πικάσο Guernica .

