Είμαι ο Φώτης. Τα λόγια αυτά είναι από όλους μας.
Η Εβελίνα είπε: ο μπαμπάς σου ήταν ένας άνθρωπος παθιασμένος. Με την Ιστορία, που τη μελετούσε αδιαλείπτως. Με την λαϊκή τέχνη, που συνέλεγε για δεκαετίες. Με την ιστιοπλοΐα, ως τα στερνά του, με το σκαρί του, την Ελιάνα. Το παππού-μπατό όπως το λέγανε τα εγγόνια. Τα οποία χαιρετούσε με το μελωδικό «γεια σας παιδιά!» και εκείνα του απαντούσαν εν χορώ «Γεια σου παππού!»
Εγώ αναρωτήθηκα το εξής: Πώς θα ήθελε ο μπαμπάς να τον θυμούνται; Το είπε με σαφήνεια η Μαρίνα: Αρχιτέκτων. Η αρχιτεκτονική δεν ήταν δουλειά για τον μπαμπά. Ήταν πάθος και διασκέδαση. Αγάπη για τη δημιουργία. Δούλεψε μέχρι την τελευταία του πνοή, σχεδιάζοντας στο χαρτί και στη φαντασία του.
Η συμβουλή που μας έδινε, και σας τη μεταφέρω λίγο πολύ αυτολεξεί, ήταν: «να βρείτε μια δουλειά που σας αρέσει, και να ξυπνάτε κάθε πρωί και να λέτε πάω να διασκεδάσω». Όπως πήγαινε κι εκείνος στο εργοτάξιο, μέχρι πριν λίγους μήνες.
Στην οικοδομή ήταν πολύ αγαπητός, κι όλοι έχουν να λένε πως ήταν κι αυστηρός, αλλά δίκαιος. Ήταν ο καπετάνιος μας, λέει η Μαρίνα. Κρατούσε σταθερό τιμόνι, ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά σε κάθε ταξίδι, στη θάλασσα και στη στεριά.
Κι όπως στην οικοδομή και τη θάλασσα βρήκε ανθρώπους που αγαπούν την δουλειά τους, έτσι βρήκε και στην ξενοδοχία. Ο Ηλίας θέλει να σταθώ σε αυτό: ο μπαμπάς ήταν από τους πρώτους που κατάλαβε πως η εμπειρία του επισκέπτη στη χώρα μας είναι κάτι ολιστικό. Πως όλοι όσοι συναντά ο ιερός ξένος στη χώρα μας, όλοι θα συμβάλλουν στην εντύπωση που αποκομίζει. Κι έτσι συνειδητοποίησε πως η χώρα είχε ανάγκη ενός ενιαίου κι ενωμένου τουριστικού φορέα.
Όταν ο μπαμπάς μάζεψε γύρω του την πρώτη εκείνη ομάδα ιδρυτικών μελών του ΣΕΤΕ, βρήκε ανθρώπους που σκέφτονταν όπως εκείνος: έβαλαν το εμείς πάνω από το εγώ. Για τον Σπύρο Κοκοτό, ο ΣΕΤΕ ήταν το σημαντικότερο επίτευγμα: ένωσε όλον τον κλάδο, προσφέροντας ευρεία αναγνώριση και υπερηφάνεια στους ανθρώπους του.
Αυτή η προσφορά στην κοινωνία είναι μία από τις τρεις καίριες αρετές που μας άφησε ως τελευταία συμβουλή, κι αυτήν λίγο-πολύ αυτολεξεί σας μεταφέρω: «Στους Έλληνες δεν αναγνωρίζονται κληρονομικοί τίτλοι, αλλά απονέμονται άτυπα από την κοινωνία, κατόπιν σκληρής δουλειάς, κοινωνικής προσφοράς, και εντιμότητας».
Όσοι επιθυμείτε να τιμήσετε τη μνήμη του, αυτό που ο ίδιος θα σας έλεγε, αν τον ρωτούσατε, είναι να επισκεφθείτε το τελευταίο του αρχιτεκτόνημα, το Μουσείο Σπύρου και Ελιάνας Κοκοτού στις Δαφνές, το χωριό όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε με τον αδελφό του τον Γιώργο, λίγα χιλιόμετρα νότια του Ηρακλείου. Είναι η παρακαταθήκη του, το μεγάλο μέλημα των στερνών του χρόνων.
Θα το βρείτε στον χάρτη κι ως Κτήμα Βαρούχα (ήταν η γιαγιά Άννα Βαρούχα, η μητέρα τους). Τον θυμόμαστε όλοι μας την τελευταία δεκαετία που κοιμόταν και ξυπνούσε με την έγνοια αυτή, να προλάβει να το τελειώσει, να το παραδώσει, να το χαίρονται οι επόμενες γενιές. Αν θέλετε να τον αναστήσετε στη μνήμη σας, προγραμματίστε μια επίσκεψη. Καθήκον μάς το άφησε ιερό, να το διατηρούμε σαν το καντήλι του πάντα αναμμένο, να έρχεστε όλοι εκεί και να τον θυμάστε. Τον Αρχιτέκτονα Σπύρο Κοκοτό.

