Χανιά: Ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα
ΠΡΙΝ ο ήλιος αρχίσει να ανηφορίζει στη μετέωρη χώρα του ουρανού, το καράβι αράζει στη Σούδα. Η Σούδα, όπως κάθε λιμάνι, περικλείει μέσα της τη βιαστική στάση, το εφήμερο πέρασμα. Η μόνιμη εγκατάσταση, η μακραίωνη πορεία, βρίσκονται σε απόσταση λίγων μόλις χιλιομέτρων στην πόλη των Χανίων. Ο επισκέπτης δεν έχει παρά να διατρέξει την κεντρική λεωφόρο για να την αντικρίσει. Μόνο που από ’δω και πέρα πρέπει να είναι έτοιμος να ακούσει το μονόλογο της ιστορίας. Της ιστορίας που πλανάται στις προσόψεις των κτιρίων, κρύβεται στις σκοτεινές γωνιές των δρόμων, φωλιάζει ακόμη και στις φυλλωσιές των δένδρων. Στα βαθύσκιωτα πλατάνια της κεντρικής λεωφόρου οι Βενετοί αλλά και οι Τούρκοι ανασκολόπιζαν τους Χανιώτες που αντιστέκονταν. Πάντα, οι λαοί, Μινωίτες και Μυκηναίοι, Ρωμαίοι και Έλληνες, Σαρακηνοί και Βενετσιάνοι, Οθωμανοί και Ευρωπαίοι έσμιξαν μέσα στο αίμα.
| Χορός σε κρητικό υφαντό, χράμι. Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα. |
Η ροή των αιώνων καταγράφεται στον αρχιτεκτονικό ιστό αβίαστα. Στην είσοδο της πόλης οι Κουμπέδες, θολωτά κτίσματα, για την ταφή των επιφανών μουσουλμάνων. Παρά την κατά καιρούς θρησκευτική μισαλλοδοξία επέζησαν διάσπαρτα σ’ όλη την πόλη τζαμιά, καθολικοί ναοί, βυζαντινές εκκλησίες. Ακόμα και εβραϊκές συναγωγές, δείγμα του ανθούντος κάποτε εβραϊκού στοιχείου εξ ου και η συνοικία Οβριακή. Η ψυχή επιστρέφει και το σώμα περιφέρεται στους φαρδείς και καλοχαραγμένους δρόμους, στις ανθισμένες αυλές, στις πράσινες πλατείες και τα πάρκα. Πρώτη στάση στον Κήπο, χώρο αναψυχής για τους Χανιώτες με το ψηλό πέτρινο ρολόι να σημαδεύει το χρόνο. Στην ίδια ευθεία διακρίνεται η θολωτή στέγη του «Δεσποτικού», κατοικία του εκάστοτε μητροπολίτη Κυδωνιάς και Αποκορώνου. Ο κλήρος στην Κρήτη δεν απουσίασε ποτέ από τους λαϊκούς αγώνες και την κοινωνική ζωή. Ο νυν επίσκοπος Ειρηναίος το επιβεβαιώνει με τη διεθνιστική κοινωνική και πολιτιστική δράση του.
![]() |
| Το γραφικό λιμάνι της πόλης, στο βάθος ο περίφημος φάρος και το Φρούριο του Φιρκά. |
Ο μιναρές σήμα κατατεθέν του παλιού τουρκομαχαλά. Κάπου εκεί, σ’ ένα κομμάτι του καθολικού μοναστηριού Madonna della Misericordia, που οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε κατοικίες, στεγαζόταν η Μάλμειος Βιβλιοθήκη. 0 ιδρυτής της Αντώνης Μάλμος, με τη μυθιστορηματική βιογραφία, διέθετε το αλάθητο συλλεκτικό ένστικτο που του είχε χαρίσει το παρατσούκλι «χαρτοποντικός». Είναι χαρακτηριστικό ότι παραφύλαγε την υπηρέτρια του Βενιζέλου πότε θα βγάλει τα σκουπίδια για να πάρει σημειώματα, επιστολές, αντίγραφα διπλωματικών εγγράφων. Πάνω από 6.000 τόμοι σπάνιων βιβλίων που αφορούσαν την Κρήτη και άλλα τόσα εβραϊκά, περιζήτητα σήμερα στη διεθνή βιβλιογραφία, χωρίς να υπολογίζονται τα βιβλία με άλλα θέματα, οι γκραβούρες και οι χάρτες ήταν το αποτέλεσμα του συλλεκτικού του πάθους. Το 1972 παραχωρήθηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη αλλά δυστυχώς ο Δήμος την κακομεταχειρίστηκε. Δεν υπογράφηκε καν πρωτόκολλο παραλαβής και πολλά βιβλία χάθηκαν στη μεταφορά. Σήμερα, στο εναπομείναν τμήμα του παλιού μοναστηριού, ο γνωστός κομμωτής και γλύπτης Κάρολος Καμπελόπουλος ετοιμάζει ένα πολύκεντρο πολιτιστικό που ίσως ξαναζωντανέψει την παλιά πνευματική ικμάδα του κτιρίου. Εξάλλου αυτή η ικμάδα δεν έλειψε ποτέ από τα Χανιά. Στο Σιντριβάνι η «Λέσχη Κονδυλάκη» είχε θαμώνες τον κ. Μάνο, τον Α. Μινωτή, τον Ν. Καζαντζάκη. Εκεί όπου ακούγονταν οι κουβέντες των πρωτοπόρων της καλλιτεχνικής κίνησης και οι πολιτικοί λόγοι του Βενιζέλου, μερικά χρόνια αργότερα αντηχούσαν οι φωνές του Σαλίμ του πελώριου μαύρου με το αγαθό πρόσωπο. Τύπος γραφικός και περιθωριακός σαν τον Αλί Κόγκο το φοβερό βαρκάρη του λιμανιού με όψη ψυχοπομπού. Σαν τον Μάραθα που μοίραζε αχινούς στους περαστικούς. Σαν την Αμπλάς, την Τουρκάλα, που ψιθύριζε ξόρκια και δεν θέλησε να γυρίσει στην πατρίδα της γιατί είχε αποκτήσει μια καινούργια.
![]() |
| Αδελίνα Γκιτάρ, η επονομαζόμενη Μαντάμ Ορτάνς, που με το στριπτίζ και τη γοητεία της είχε κατακτήσει τους ναυάρχους των Μεγάλων Δυνάμεων. Έγινε παγκοσμίως γνωστή από τον Νίκο Καζαντζάκη. |
Οι μαθητές των Λυκείων έχουν βγάλει περιοδικό «Ματιές στην πόλη» και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για τη διάσωσή της. Στο πρόγραμμα του Πολυκλαδικού εντάχθηκε η παραδοσιακή μέθοδος παραγωγής τσικουδιάς. Αυτής που πολλοί την κουβαλούν στα αυτοκίνητα δια παν ενδεχόμενο κοινωνικής συναναστροφής.
Εκεί κοντά το μάτι πέφτει σε μια πινακίδα διάτρητη από σκάγια. Δίπλα ακριβώς μια άλλη πινακίδα της Τροχαίας, ειδικά κατασκευασμένη για την Κρήτη, γράφει: «Μην πυροβολείτε άσκοπα». Είναι ίσως αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα γύρω από την οπλοφορία των Κρητικών και επομένως και των Χανιωτών. Έχει δημιουργηθεί μια ολόκληρη μυθολογία στην οποία μπερδεύονται η αλήθεια και τα στερεότυπα, οι φήμες και το βίαιο φολκλόρ, με δυσδιάκριτα πολλές φορές όρια. Ναι, υπάρχουν κάποιοι Χανιώτες που οπλοφορούν και ακόμα περισσότεροι εκείνοι που έχουν όπλα. Δεν πρόκειται για λογοπαίγνιο. Οι πρώτοι (ίδιοι σε ποσοστό με τα άλλα μέρη της Ελλάδας αλλά με έντονη την κατάχρηση) πουλάνε προστασία στα μαγαζιά, σερβίρουν νταηλίκι και γενικά δεν διστάζουν να τα χρησιμοποιήσουν για την επίλυση των προσωπικών τους διαφορών. Οι άλλοι τα έχουν φυλαγμένα στα σπίτια τους και ρίχνουν «μπαλωθιές» σε γάμους, βαφτίσια ή προεκλογικές περιοδείες. Γι’ αυτούς τα όπλα έχουν περάσει αρχετυπικά, εκτός από μέσο αγώνων και ως τρόπος συναισθηματικής έκφρασης. Δεν ξεχνούν ότι αυτά, ύστερα από αμέτρητες εξεγέρσεις και κινήματα, τους χάρισαν την τελική νίκη και ένωση με την Ελλάδα. Και ξέρουν ότι το χρωστάνε και στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αναπαύεται μαζί με το γιο του Σοφοκλή ψηλά στο Ακρωτήρι. Το πολιτικό του όραμα για ελευθερία και ανεξαρτησία βαραίνουν πολύ στη σκέψη των συμπολιτών του. Ακόμα δεν έχει καταλαγιάσει ο θόρυβος από τη δίκη για τα επεισόδια που έγιναν σε μια αντιαμερικανική διαδήλωση.
| Το καφενείο « Η κρητική μουσική», όπου στεγάζεται το «Επαγγελματικό Σωματείο Μουσικών Κρητικής Μουσικής “Ο Χάρχαλης”», στα Χανιά της Κρήτης. (Φωτ.: Roberto Leydi). |
Ο επισκέπτης που θα πάει για προσκύνημα στον τάφο του θα περάσει από το σπίτι του στη Χαλέπα. Δίπλα στο ανάκτορο του Γεωργίου, του πρώτου Αρμοστή και απέναντι η εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής, κτισμένη από τη βασίλισσα Όλγα. Αμέσως μετά η σειρά των αρχοντικών και των παλιών προξενείων. Η ιστορία χωράει και σε λίγα τετραγωνικά. Εδώ δίπλα στους τάφους έρχονται οι Χανιώτες με το ανοιχτό πνεύμα και το καθαρό βλέμμα να ατενίσουν τους ορίζοντες και τους δρόμους της θάλασσας. Θετικιστές και ρομαντικοί, τοπικιστές και κοσμοπολίτες, ήρεμοι νοικοκυραίοι και μαχητικοί αγωνιστές όταν η περίσταση το απαιτεί. Αγναντεύοντας την πόλη στο μυαλό μου τριγυρνάει ο στίχος του Σεφέρη: «Τα βράδια ο αγέρας πιάνει ένα περίεργο τραγούδι σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο».
Χρύσα Κακατσάκη



