ΑΡΘΡΑ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/category/arthra/ Ενημέρωση // Άποψη // Προβολή Sun, 07 Jun 2026 10:03:36 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://www.pancreta.gr/wp-content/uploads/2026/03/cropped-fav-32x32.png ΑΡΘΡΑ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/category/arthra/ 32 32 Σουζάν Βαλαντόν η πρωτοπόρος ζωγράφος της Μονμάρτρης https://www.pancreta.gr/souzanvalantonzografospancretagr/ Sun, 07 Jun 2026 08:17:54 +0000 https://www.pancreta.gr/souzanvalantonzografospancretagr/ Μία αυτοδίδακτη ζωγράφος, γεννημένη τον Σεπτέμβριο του 1865 από άγνωστο πατέρα. Η Σουζάν Βαλαντόν ήταν μια εξαιρετική ζωγράφος. Από την ηλικία των 11 ετών δούλευε σε διάφορες δουλειές στο Παρίσι όπου ζούσε με τη μητέρα της. Εργάστηκε για λίγο σε τσίρκο και έγινε μοντέλο για πολλούς καλλιτέχνες όπως οι: Puvis, Renoir, Toulouse-Lautrec, Forain. Έμαθε να ζωγραφίζει παρατηρώντας...

Το άρθρο Σουζάν Βαλαντόν η πρωτοπόρος ζωγράφος της Μονμάρτρης εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Μία αυτοδίδακτη ζωγράφος, γεννημένη τον Σεπτέμβριο του 1865 από άγνωστο πατέρα. Η Σουζάν Βαλαντόν ήταν μια εξαιρετική ζωγράφος. Από την ηλικία των 11 ετών δούλευε σε διάφορες δουλειές στο Παρίσι όπου ζούσε με τη μητέρα της. Εργάστηκε για λίγο σε τσίρκο και έγινε μοντέλο για πολλούς καλλιτέχνες όπως οι: Puvis, Renoir, Toulouse-Lautrec, Forain. Έμαθε να ζωγραφίζει παρατηρώντας τις τεχνικές των καλλιτεχνών για τους οποίους πόζαρε.

Αρχικά έκανε το μοντέλο με το όνομα «Μαρία» και αργότερα ο Τουλούζ-Λωτρέκ την ονόμασε «Σουζάνα» από τη βιβλική ιστορία της  Σουζάνα και των Πρεσβυτέρων καθώς προτιμούσε να ποζάρει για μεγαλύτερους καλλιτέχνες.  Ήταν ερωμένη του Τουλούζ-Λωτρέκ για δύο χρόνια μέχρι την απόπειρα αυτοκτονίας της το 1888. Επίσης υπήρξε ερωμένη του συνθέτη Ερίκ Σατί για έξι μήνες.

Το 1883, όταν ήταν δεκαοκτώ ετών γέννησε ένα παιδί, τον Maurice, που μεγάλωσε με την μητέρα της. Θα γινόταν ο ζωγράφος Utrillo, που πήρε το όνομά του από τον δημοσιογράφο που τον αναγνώρισε το 1891 ως παιδί του χωρίς όμως να είναι.  

Η Βαλαντόν φιλοτέχνησε κυρίως σχέδια, χαρακτικά αλλά και ελαιογραφίες. Η τέχνη της είναι ζωντανή, εκφραστική και πολύχρωμη. Πορτρέτα, τοπία, νεκρές φύσεις αποδίδονται με μοναδική εκφραστικότητα και χρωματική ένταση. Συνθέσεις απαράμιλλης ομορφιάς και αισθητικής. Φιλοτέχνησε επίσης πολλά γυμνά με ιδιαίτερα πρωτοποριακή οπτική και αποδεσμευμένη από τους κανόνες και τις συμβάσεις της εποχής.

Με την υποστήριξη του γλύπτη Paul-Albert Bartholomé, το 1894, έλαβε μέρος με πέντε σχέδια στην έκθεση που οργάνωσε το σαλόνι της Εθνικής Κοινωνίας Καλών Τεχνών και ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή. Ο Degas απέκτησε ένα από αυτά, και στη συνέχεια ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την τεχνοτροπία του χαρακτικού της η οποία τον είχε εντυπωσιάσει.

Το 1896 παντρεύτηκε τον ευκατάστατο τραπεζίτη Paul Mousis και αφιερώθηκε αποκλειστικά στη ζωγραφική. Έζησε μαζί του για 13 χρόνια και το 1909 γνώρισε τον ζωγράφο Andre Utter, ο οποίος ήταν είκοσι τριών ετών και φίλος του γιου της. To 1913 xώρισε με τον Mousis και το 1914 παντρεύτηκε τον Utter και έζησε μαζί του μέχρι τα εβδομήντα της χρόνια.

Μετακόμισαν στο πρώην σπίτι της στο Νο.12 της οδού rue Cortot με τον γιο της  και σύντομα το διαμέρισμα και το στούντιο έγιναν τόπος συνάντησης για νέους επίδοξους καλλιτέχνες και ποιητές. Καλλιτέχνες όπως οι Fauvists Raoul Dufy και Georges Braque αλλά και ο Amedeo Modigliani ήταν συχνά επισκέπτες. Ο Modigliani ήταν είκοσι πέντε ετών εκείνη την εποχή και είχε εγκατασταθεί στο Le Bateau Lavoir, μια κοινότητα καλλιτεχνών.

Το 1915 ήταν μια δύσκολη χρονιά για την ζωγράφο πέθανε η μητέρα της Madeleine σε ηλικία 84 ετών. Τον Αύγουστο ο γιος της Maurice μπήκε στο άσυλο Villejuif όπου παρέμεινε για τρεις μήνες και ο σύζυγός της πολεμούσε. Προσπάθησε να συνεχίσει τη ζωγραφική και το 1917 παρουσιάστηκε στην πινακοθήκη Bernheim Jeune στο Παρίσι, μια κοινή έκθεση των έργων της και των έργων του γιου και του  συζύγου της André Utter σε επιμέλεια του Felix Fénéon.

Οι πωλήσεις των έργων δεν ήταν καλές και πιθανόν να οφειλόταν στον πόλεμο. Παρόλα αυτά ένας γυμνός πίνακας της Suzanne και ο πίνακας με τίτλο Moulin de la Galetteα του Utrillo αγοράστηκαν από τον περίφημο Γάλλο σχεδιαστή μόδας Paul Poiret. 

Αργότερα, ο Poiret διαφήμιζε στους πελάτες του τα έργα της Suzanne Valadon και του γιου της Maurice Utrillo και αυτό είχε ως συνέπεια να αρχίσουν να αγοράζονται από τους οίκους της αριστοκρατικής τέχνης στο Rue du Faubourg St Honoré. 

Η Βαλαντόν ήταν μια αντισυμβατική γυναίκα και πρωτοπόρος για την εποχή της, η ζωή και το έργο της αποτελούν παράδειγμα αυτής της πρωτοπορίας. Προερχόμενη από φτωχό περιβάλλον αποτύπωσε με ειλικρινή και άμεσο τρόπο ανθρώπους και γεγονότα της καθημερινότητας της εποχής της. Απέδωσε με μοναδική έκφραση και ένταση το γυναικείο σώμα. Απέκτησε ένα παιδί εκτός γάμου και δημιούργησε μια σχέση με έναν άνδρα είκοσι χρόνια νεότερό της. Κατάφερε να γίνει ζωγράφος έχοντας πολύ ισχυρή θέληση και ακολουθώντας κρυφά τις τεχνικές των ζωγράφων που συνεργαζόταν ως μοντέλο. Η μορφή της συνοδεύει την ιστορία της μποέμ Μονμάρτρης και την καλλιτεχνική δημιουργία και καινοτομία.

Πηγές:

Το άρθρο Σουζάν Βαλαντόν η πρωτοπόρος ζωγράφος της Μονμάρτρης εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
ΛΟΥΞ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/manolischatzipanagiotoylouxpancretagr/ Sun, 07 Jun 2026 05:17:42 +0000 https://www.pancreta.gr/manolischatzipanagiotoylouxpancretagr/ Φωτο: Πίνακας: Λαϊκή αγορά, Παναγιώτης Τέτσης Η λαϊκή της Ξενοκράτους στο Κολωνάκι είναι μακρόστενη όπως οι περισσότερες λαϊκές αγορές της χώρας. Έχει αρχή και τέλος. Έχει όμως κέντρο; Πού βρίσκεται η καρδιά της; Η Ξενοκράτους έχει. Όλοι συμφωνούν. Ανάμεσα στους πολλούς πάγκους ξεχωρίζει ένας πάγκος που τραβάει και μαγνητίζει τα βλέμματα όλων. Είναι ο πάγκος...

Το άρθρο ΛΟΥΞ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Φωτο: Πίνακας: Λαϊκή αγορά, Παναγιώτης Τέτσης

Η λαϊκή της Ξενοκράτους στο Κολωνάκι είναι μακρόστενη όπως οι περισσότερες λαϊκές αγορές της χώρας. Έχει αρχή και τέλος. Έχει όμως κέντρο; Πού βρίσκεται η καρδιά της; Η Ξενοκράτους έχει. Όλοι συμφωνούν. Ανάμεσα στους πολλούς πάγκους ξεχωρίζει ένας πάγκος που τραβάει και μαγνητίζει τα βλέμματα όλων. Είναι ο πάγκος της Λουξ.

Ο πάγκος της Λουξ δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο για πούλημα: Κάλτσες, πιτζάμες, κιλότες, μακό μπλουζάκια και πλήθος «νεωτερισμούς» από αυτούς που πουλιούνται κατά χιλιάδες στη φτήνια. Τους πουλάει όμως η Λουξ! Η εν λόγω πωλήτρια παρά το φωτεινότατο όνομά της πήρε το χαϊδευτικό της από το ταπεινό βαφτιστικό της: Λουκία. Η Λουκία όμως φωτίζει το μικρό σύμπαν της λαϊκής αγοράς με το παρουσιαστικό της. Είκοσι πέντε – το πολύ – χρονών. Μαλλί καστανόξανθο που χύνεται στους ώμους, μάτια λιμνοθάλασσα, γαλλική μυτούλα (πού τη βρήκε;) με λίγες φακιδούλες που δίνουν έναν τόνο αθωότητας. Σώμα λαμπάδα: το μπούστο στητό, αδικείται λίγο από τους ελάχιστα γυρτούς ώμους (ή γέρνει μόνο πάνω από τον πάγκο;), μέση δαχτυλίδι και – Χριστέ και Κύριε – δυο ατελείωτα πόδια που καταλήγουν σε φτηνές σαγιονάρες. Φτηνά είναι και τα υπόλοιπα ρούχα της. Ένα κοντομάνικο έξωμο μακό και ένα τζιν σορτσάκι κολασμένα κοντό και κολασμένα κολλητό. Άλλωστε η Λουξ τιμάει το εμπόρευμά της. Πάγκος και Λουξ μαζί αποτελούν ένα παράδοξο στην καρδιά της Αθήνας. Το εμπόρευμα βγαλμένο από τα “ντεφιλέ” των βιοτεχνιών στο Χαϊδάρι, στο Περιστέρι και το Μενίδι, πουλιέται λίγα μέτρα πιο πέρα από τις ακριβότερες μπουτίκ του Κολωνακίου. Η ίδια η Λουξ, ντυμένη ολόκληρη με δυο κατοστάρικα, είναι το πιο λαμπρό μοντέλο της Ξενοκράτους, χτυπητή αντίθεση με τις μαραγκιασμένες Κολωνακιώτισσες που απαξιούν το εμπόρευμά της. Άλλωστε η Λουκία κάνει καλή δουλειά με την φοιτηταρία, τις οικιακές βοηθούς, τους τουρίστες και τον ίδιο τον κόσμο των μικροπωλητών. Έναν κόσμο που μέσα στο ζόρι του μεροκάματου δεν παραλείπει να ρίξει το βλέμμα στο στολίδι της λαϊκής. Διακριτικά όμως. Γιατί όλοι ξέρουν ότι η Λουξ έχει αδελφό τον Κώστα. Αυτός πουλάει με το κλειστό του φορτηγάκι ρούχα σε όλα τα Μεσόγεια. Πριν ξεκινήσει για τη γύρα του, βοηθάει αξημέρωτα την αδελφή του να στήσει τον πάγκο της. Αργά το απόγευμα την βοηθάει να τα μαζέψει. Τότε τσεκάρει:

  • Αδελφούλα, όλα ΟΚ; Σε πείραξε κανείς;
  • Όλα εντάξει, Κωστή. Πρίμα.

Τις ελάχιστες φορές που δεν ήταν όλα εντάξει και κάτι στράβωσε ο Κωστής το ίσιωσε με μερικά στριφογυριστά μπουνίδια και αυτό το ξέρουν όλοι. Και κρατούν τις αποστάσεις τους. Η Λουξ πάλι δε σκοτίζεται για λεπτομέρειες. Στα αθώα πειράγματα ανταποκρίνεται με χαμόγελο (λίγη δημοσιότητα δε βλάπτει), δεν αφήνει περιθώρια όμως για πολλά-πολλά. Κι έτσι επιβιώνει.

Αθώα είναι για παράδειγμα τα πειράγματα του Μπεκεμπάουερ. Κατά κόσμον Ανέστης, είναι κλασική περίπτωση Λαζογερμανού. Πόντιος που δοκίμασε κάποτε την τύχη του στις φάμπρικες της Γερμανίας. Έφυγε με λίγα σαρανταπεντάρια του Καζαντζίδη το ’72 να πιάσει την καλή. Δεν τον σήκωσε το κλίμα, δεν άντεξε τα ωράρια του εργοστασίου, ούτε τα απαξιωτικά βλέμματα των επιστατών, μετά από 2-3 χρόνια τα μάζεψε κι ήρθε. Τι μάζεψε δηλαδή, που γύρισε αδέκαρος. Στην πραμάτεια του έφερε μόνο το κόλλημά του με τον Αντρέα και το ΠΑΣΟΚ. Άρρωστος Πασόκος, του άρεσε να πουλάει τον εαυτό του για πολιτικό εξόριστο, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.

  • Έφυγα γιατί θα με μπουζούριαζε η Χούντα. Εκεί είχα στρωμένη δουλειά, αλλά γύρισα για να αγωνιστώ με το Κίνημα.
  • Άσε, ρε Μπεκεμπάουερ… Χέστηκε και η Χούντα και το Κίνημα για την αφεντιά σου…   τον πείραζαν δεξιοί κι αριστεροί.

Το βαρύ ποδοσφαιρικό του όνομα όμως δεν το έφερε αυτός. Του το κόλλησαν μόλις ήρθε. Το μοιραζόταν βέβαια με χιλιάδες άλλους παλιννοστούντες από την Γερμανία, οι μισοί γύρισαν βαφτισμένοι «Μπεκεμπάουερ». Λίγο-λίγο το πίστεψε κι ο ίδιος ότι είναι βιρτουόζος της μπάλας και δοκίμαζε πού και πού να κάνει τσαλίμια με κανένα πορτοκάλι με αποτελέσματα άθλια ως τραγικά. Ο πάγκος του πάντως ήταν μια ασιατική γωνιά στην καρδιά της Αθήνας. Πουλούσε τρανζιστοράκια, κασετόφωνα, φακούς και κασέτες, φτιαγμένα όλα στην Ιαπωνία και στο Χονγκ Κονγκ, η Κίνα το 1980 ήταν ακόμη μια κλειστή χώρα στη σκιά του ένδοξου μακαρίτη Μάο. Το πόστο του πάντως είχε το προνόμιο να γειτονεύει με τον πάγκο της Λουξ. Με τον καιρό βέβαια την καψουρεύτηκε, αλλά ο δόλιος δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα από χοντροκομμένα αστεία του τύπου «Ρε Λουξ, να γίνω σαγιονάρα να με πατήσεις;». Γελούσαν όλοι, γελούσε η Λουξ, γελούσε κι ο Ανέστης.

Μερικές φορές όμως έπαιρνε το σοβαρό ύφος του λαϊκού αγωνιστή. Τις τελευταίες εβδομάδες τα είχε με κάποιον που άραζε με τις ώρες στο απέναντι καφενείο.

  • Τι θέλει ρε παιδιά αυτός ο τύπος; Κάθεται με τις ώρες απέναντι με έναν καφέ. Κοιτάει συνέχεια τους πάγκους και σημειώνει σε ένα μπλοκάκι. Να μου τρυπήσετε τη μύτη αν δεν είναι χαφιές. Μας έχει φακελώσει όλους. Την άραξε απέναντι από τον πάγκο μου, γιατί ήμουν στο ΠΑΚ.
  • Τι να παρακολουθήσει ρε Ανέστη, τα κασετόφωνα ή τα κουνουπίδια; Ξεκόλλα λίγο.

Οι περισσότεροι δεν συμμεριζόταν τις καχυποψίες του, άλλωστε φαινόταν ότι η δεξιά είχε μετρημένα τα ψωμιά της και οι άνθρωποι της αστυνομίας τα μάζευαν σιγά-σιγά. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η παρουσία του είχε παραξενέψει πολλούς από τους ανθρώπους του μικρεμπορίου. Ο άνθρωπος αυτός, μετρίου αναστήματος, καλοβαλμένος πενηντάρης δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο πάνω του. Οι άνθρωποι της λαϊκής δεν τον ήξεραν, τον είχαν δει όμως να βγαίνει από μια πόρτα της γειτονιάς, μάλλον μόνιμος κάτοικος Κολωνακίου. Από την άλλη πάλι, δουλειά δεν είχε Παρασκευιάτικα και έτρωγε τη μέρα του στον καφενέ της λαϊκής; Δικαιώματα όμως δεν έδωσε ποτέ.

Την άποψη περί χαφιέ την ενίσχυε κι ο Ιβάν. Φυσικό ήταν. Ο Ιβάν είχε πάγκο με λαχανικά. Ανάμεσα στα μαρούλια και τα μπρόκολα πουλούσε Ριζοσπάστη και κουπόνια για το 6ο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Έτσι κι ο Γιάννης έγινε “Ιβάν”. Στον ίδιο βέβαια άρεσε, ήταν και συνδικαλιστής με το σωματείο των «παραγωγών αγροτικών προϊόντων και πωλητών λαϊκών αγορών», τσακωνόταν συχνά με αστυνόμους, δημοτικούς συμβούλους και συνδικαλιστές άλλων παρατάξεων. Σ’ αυτό όμως συμφωνούσε με τον Ανέστη: ο απέναντι τύπος είναι σίγουρα χαφιές, τους μυριζόταν αυτός, είχε εμπειρία από τους αγώνες.

………………………………………………………………………………………………………

16 Μάη 1980         

Συμπλήρωσα ήδη αρκετές εβδομάδες αραγμένος στο καφενείο της Ξενοκράτους. Το χρονικό διάστημα δεν είναι βέβαια τόσο μεγάλο όσο φαίνεται γιατί η δουλειά γίνεται από Παρασκευή σε Παρασκευή, όταν είναι ανοιχτή η λαϊκή. Για την ώρα πιο πολύ παρατηρώ και λιγότερο καταγράφω. Στο μπλοκ δεν υπάρχουν ουσιώδη πράγματα. Προς το παρόν πιο πολύ κόβω κίνηση.

………………………………………………………………………………………………………

Με τον μυστήριο απέναντι είχε δυσανασχετήσει κι ο Βαγγέλης. Όχι για λόγους πολιτικούς όμως. Ο Βαγγέλης, Αρβανίτης από τα Σπάτα, δεν ασχολούνταν με τα πολιτικά, ούτε και ήξερε πολλά-πολλά. Ψήφιζε κάποιον πολιτικό στο Υπόλοιπο Αττικής για να εξασφαλίζει τα νώτα του κι αυτό ήταν όλο. Διάβαζε βέβαια καθημερινά την εφημερίδα του: Φως των Σπορ. Φανατικός γάβρος, περνούσε μέρες απλής και ανόθευτης ευτυχίας καθώς ο Ολυμπιακός είχε μόλις κατακτήσει ακόμη ένα πρωτάθλημα. Καυχιόταν μάλιστα γιατί είχε ταξιδέψει στον Βόλο για το νικηφόρο μπαράζ με τον Άρη. Είχε δει από κοντά τον Κουσουλάκη και τον Άλστρομ να σκοράρουν εξασφαλίζοντας τον τίτλο και η ψυχή του ήταν χορτάτη για όλο το καλοκαίρι. Η ψυχή του, γιατί η τεραστίων διαστάσεων κοιλιά του δεν χόρταινε εύκολα. Μαζί με την γυναίκα του, πιστό συνεργάτη και συνοδοιπόρο στις λαϊκές ξεπερνούσαν τα 250 κιλά. Με έναν τρόπο πρόσθεταν στη λαϊκή «ειδικό βάρος». Φυσικά δε γλίτωνε από την καζούρα των άλλων:

  • Ρε Βαγγέλα, σε χώρεσε ο Βόλος;
  • Πόσα εισιτήρια αγόρασες για την αφεντιά σου;
  • Κάτσε λίγο πιο πίσω, κρύβεις πέντε πάγκους.

Ο Βαγγέλης δεν παρεξηγούσε. Όσο ο Ολυμπιακός έπαιρνε πρωταθλήματα και τα λαχανικά πουλιόταν, η γη γύριζε χωρίς προβλήματα γύρω από τον ήλιο. Γιατί ο δεύτερος θεός του εύσωμου Αρβανίτη ήταν το χιλιάρικο. Ο παράξενος παρατηρητής της Ξενοκράτους όμως τον ενοχλούσε:

  • Θα με ματιάσει ο γρουσούζης. Τι θέλει και κοιτάει όλη μέρα τους πάγκους μας; Το κακό μάτι να το φοβάστε, προειδοποιούσε δυσοίωνα.
  • Φτου, να μη βασκαθείς! Τέτοιος κούκλος που είσαι… τον έκοβε η γυναίκα του, που είχε βαρεθεί και τον Ολυμπιακό και τις δεισιδαιμονίες του και τον έπαιρνε στο ψιλό.

……………………………………………………………………………………………………

6 Ιουνίου 1980

Σήμερα κάθισα πάλι στο καφενείο της Ξενοκράτους. Η δουλειά προχωράει αργά, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι κάποιες Παρασκευές έχω άλλες υποχρεώσεις και δεν τα καταφέρνω. Όσα βλέπω τα συστηματοποιώ αργότερα, στο χώρο μου. Η προσπάθειά μου να παρατηρώ χωρίς εγώ να γίνομαι στόχος, όσο προχωρούν οι εβδομάδες γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ο υπέρβαρος μανάβης ήδη με κοιτά παράξενα, σχεδόν εχθρικά. Νιώθω κι άλλα καχύποπτα βλέμματα. Δεν πρέπει όμως σε καμία περίπτωση να αποκαλύψω τη δουλειά μου.

……………………………………………………………………………………………………………

Τον ξένο του καφενείου, τον «μπλοκάκια» όπως τον βάφτισε αυτοσχέδια η λαϊκή, τον κοιτούσε με στραβό μάτι και ο Αττίλας. Και τι μάτι! Ο Σωτήρης πουλούσε ψάρια. Και ήταν ψαρωτικός! Λέγανε πως ήταν ΕΛΔΥΚάριος στην Κύπρο την εποχή της εισβολής και είχε κερδίσει έναν ανομολόγητο σεβασμό. Μαζί και το παρατσούκλι «Αττίλας». Εδώ που τα λέμε το παρουσιαστικό του τον δικαίωνε: Ψηλός, ηλιοκαμένος, με φαρδιούς ώμους και ατσάλινα χέρια που σήκωναν πέντε-πέντε τα γεμάτα καφάσια, δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις και παρερμηνείες. Λίγα λόγια και καλά. Αυτός είχε άλλη εξήγηση για τον απέναντι τύπο, αλλά δεν το είπε σε κανέναν για να μην εκτεθεί. Ήταν σίγουρος ότι ο «κωλόγερος γουστάρει την Λουξ». «Τι κάθεται με τις ώρες απέναντι;», μονολογούσε μοναχός του, «Χαλβαδιάζει το κορίτσι. Σα δεν ντρέπεται στην ηλικία του». Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι αυτός που ντρεπόταν και μάλιστα πολύ ήταν ο ίδιος ο Σωτήρης. Το παιδί έλιωνε για την Λουξ, αλλά δεν τολμούσε να κάνει βήμα. Αυτός που κοιτούσε κατάματα όλους τους μάγκες της ψαραγοράς, μπροστά στη Λουξ χαμήλωνε το βλέμμα σαν αρσακειάδα. Και μέσα του έβραζε. Ήθελε να κάνει τόπι στο ξύλο τον απέναντι μυστήριο, αλλά να λέμε την αλήθεια, ο άνθρωπος δεν είχε δώσει την παραμικρή αφορμή.

………………………………………………………………………………………………………………

27 Ιουνίου 1980

Τις τελευταίες εβδομάδες αισθάνομαι ότι απομακρύνομαι από τον στόχο μου. Δεν μου φταίει κανείς, εγώ φταίω. Την αιτία μπορώ να την γράψω μόνο εδώ, στο προσωπικό ημερολόγιο της δουλειάς μου. Το βλέμμα μου τραβάει συνεχώς μια νεαρή πωλήτρια. Πουλάει ρούχα. Είναι πανέμορφη! Έχει τα μισά μου χρόνια και ντρέπομαι που το σκέφτομαι. Ωστόσο τη σκέψη δεν μπορεί κανείς να την κουμαντάρει. Αντί να αφοσιωθώ στη δουλειά μου κάθομαι και την κοιτάζω με τις ώρες. Η μορφή της είναι συνεχώς μπροστά μου. Το μουτράκι της, το αγαλματένιο κορμί της, η ανεπιτήδευτη χάρη της, μου μαγνητίζουν το βλέμμα και η δουλειά πάει στράφι. Η δουλειά δεν προχωράει όπως πρέπει αλλά χαλάλι της!

………………………………………………………………………………………………………

  • Τι σας έκανε καλέ ο άνθρωπος και τα βάλατε μαζί του; Το ψωμί σάς τρώει ή τον ήλιο σάς κρύβει;

Η αυτόκλητη υπερασπίστρια ήταν η Στάσα, η λουλουδού. Χυμώδης ζωντοχήρα στα σαράντα πέντε της ήταν μια ατραξιόν από μόνη της. Το πλούσιο μπούστο της τραβούσε τα βλέμματα των αντρών, ενώ τα κάποια παραπάνω κιλά της η ίδια μάλλον τα θεωρούσε προσόν που πρόσθετε χάρη και (γιατί όχι;) λαγνεία. Άλλωστε ταίριαζε με το αισθητικό δόγμα των περισσότερων πωλητών: «Η γυναίκα πρέπει να έχει πιασίματα». Το βαμμένο ξανθό μαλλί τής έδινε και μια πινελιά Μέριλιν Μονρόε και το βύσσινο έδενε. Η Στάσα δεχόταν κάθε βλέμμα και το ανταπέδιδε, πότε γιατί γούσταρε πράγματι, πότε γιατί κολάκευε τους πελάτες και έτσι ο τζίρος αυξανόταν. Ήταν μάλιστα ένας από τους λίγους πάγκους που τραβούσε πελατεία από τα ψηλότερα ράφια της κολωνακιώτικης κοινωνίας. Δεν ήταν λίγοι οι αναγνωρίσιμοι πελάτες της.

  • Κυρία Στάσα, δώστε μου 11 τριαντάφυλλα, κόκκινα και ροζ.
  • Έκτακτη επιλογή κύριε Ζάχο μου. Σας είδα πάλι στο πεντάλεπτό σας στην ΥΕΝΕΔ και τα είπατε πολύ ωραία! Ήσασταν κούκλος!
  • Κυρία Στάσα, είσαι το πιο ωραίο λουλούδι του πάγκου σου.
  • Αχ, κύριε Ζάχο μου, πώς τα λέτε! Έτσι ρίξατε και την Τζένη Καρέζη;
  • Καλή σας μέρα, ωραία μου κυρία!

Φυσικά η Στάσα κολακευόταν με την ιδέα ότι ο απρόσκλητος παρατηρητής κοιτούσε τα κάλλη της, στο κάτω-κάτω πελάτης ήταν κι αυτός. Γιατί κατά το μεσημεράκι ο απέναντι έβαζε το μπλοκ στην τσάντα του και σταματούσε σε 2-3 πάγκους για ψώνια. Πότε λουλούδια, πότε φρούτα και λαχανικά, πότε κάλτσες, κάτι ψώνιζε πάντως. Κύριος.

………………………………………………………………………………………………………

4 Ιουλίου 1980

Καθώς παρατηρώ, συλλέγω πια εικόνες και πληροφορίες όχι μόνο για τους ανθρώπους του εμπορίου αλλά και για τους πελάτες τους. Απλοί άνθρωποι οι περισσότεροι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία νοικοκυρές. Πολύ πρωί οι εργαζόμενες, αργότερα οι μεγαλύτερες σε ηλικία. Μεσημέρι οι φοιτήτριες και μερικές δασκάλες που σχολούν νωρίτερα και προλαβαίνουν. Δε λείπουν και οι άντρες, οι περισσότεροι συνταξιούχοι. Μερικούς τους ξέρω από τη γειτονιά, όπως τον απόστρατο του από πάνω ορόφου. Ο μπαγάσας τιμάει συχνά τον πάγκο της λουλουδούς, όπως και τον πάγκο με τα ρούχα. Υπάρχουν και κάποιοι αναγνωρίσιμοι, Κολωνάκι βλέπεις. Την χυμώδη ανθοπώλη επισκέπτεται και πασίγνωστος κοσμικογράφος. Πήρε το μάτι μου και ηθοποιούς, προχθές είδα και μια παλιά δόξα του ελαφρού τραγουδιού. Γέρασε η καημένη…

………………………………………………………………………………………………………

Μετά τους πρώτους μήνες οι πωλητές αποφάσισαν να βάλουν τα μεγάλα μέσα. Θα ρωτούσαν τον Μάκη. Μάκης ήταν ο καφετζής. Το Μάκης του βγήκε από το Γεράσιμος, Κεφαλλονίτης γαρ στην καταγωγή. Οι παλιοί όμως διέδιδαν ότι βγαίνει από το «καλαμάκης», γιατί δε καταδεχόταν να βάλει ποδιά κι έτσι ένα μάτσο καλαμάκια πάντα ξεχώριζε στην τσέπη του πουκαμίσου του. Ο ίδιος όμως δε δεχόταν ούτε το Μάκης, ούτε το «καφετζής», προσπαθώντας να επιβάλλει μια ελάχιστη αίγλη στο μαγαζί.

-Γεράσιμο με λένε, ρε παιδιά, Γεράσιμο! Τόσο δύσκολο είναι; Και το κατάστημα δεν είναι καφενείο, είναι αναψυκτήριο. Α-να-ψυ-κτή-ρι-ο!

– Καλά ρε Μάκη, φέρε μου έναν γλυκύ βραστό κι ας τον φέρεις κι απ’ του Φλόκα.

Μια Παρασκευή το εγχείρημα ανέλαβε ο «σύντεκνος», ο Σήφης, ο Κρητικός, που είχε στον πάγκο του μόνο προϊόντα της μεγαλονήσου. Τσικουδιές, μέλια, παξιμάδια, ελιές και γραβιέρες. Με προϊόντα από άλλους τόπους δε μαγάριζε τον πάγκο του. Τα επιχειρήματά του ακλόνητα:

– Ίντα λέτε μωρέ θεοκούζουλοι; Άμα έχω γραβιέρα ποιος θα πάρει τις φέτες και τα κασέρια; Θα παρατήσω τις ρακές, να πουλώ ούζα, να βρωμίσει ο τόπος;

Ο Σήφης είχε μια πιο απλή και ξεκάθαρη άποψη για τον απέναντι:

– Μπρε σεις! Φως-φανάρι ο άνθρωπος είναι της εφορίας. Κόβει κίνηση, σε λίγο θα κόβει και «κουστούμια» για τον καθένα μας. Αποδείξεις δεν κόβουμε, πώς θα μας φορολογήσουν; Βλέπει την πελατεία και βγάζει τα συμπεράσματά του. Αλλά ποιος έχασε το μυαλό του να το βρείτε εσείς;

Ο Κρητικός ήταν καλός πελάτης στους καφέδες και προμήθευε τον Μάκη τσικουδιά και τυριά. Είχε λοιπόν αλισβερίσι μαζί του και, όσο να πεις, έναν λόγο παραπάνω. Τον πλεύρισε χωρίς φιοριτούρες:

– Αλήθεια, ρε Μάκη, ίντα μούρη είναι ο κύριος που καβάτζωσε  μια καρέκλα στο μαγαζί σου και αγναντεύει τους πάγκους μας όλη μέρα;

– Δε μου λες, σύντεκνε, εγώ σχολιάζω τους πελάτες σας; Σας ρώτησα ποτέ ποιος ψωνίζει και τι παίρνει; Ο κύριος είναι τύπος και υπογραμμός. Βέβαια μου πιάνει την καρέκλα πολλές ώρες, αλλά το φιλοδώρημα είναι γερό και καλύπτει τη χασούρα. Εσάς τι σας νοιάζει;

Ο Γεράσιμος κρατούσε μια σχεδόν ελβετική ουδετερότητα σε όλους. Δεν είχε περιθώριο να χάσει κανέναν πελάτη. Με τους Ολυμπιακούς ήταν γάβρος, με τους Παναθηναϊκούς βάζελος, με τους δεξιούς Νεοδημοκράτης και με τους Πασόκους παπανδρεϊκός ως το κόκκαλο. Στα κρυφά αγόραζε και κανένα κουπόνι από τον Ιβάν, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πώς θα γυρίσουν τα πράγματα, ήθελε να είναι καλυμμένος ακόμη και στην ακραία περίπτωση που κυβερνήσει ο Φλωράκης και κάνει το Κολωνάκι -Θεός φυλάξει- κολχόζ. Πάντως τον πελάτη του δεν τον «έδωσε». Βράχος.

………………………………………………………………………………………………………

11 Ιουλίου 1980

Η ζέστη είναι πια αφόρητη. Δε με δροσίζει πια ούτε το φιλόξενο καφενείο. Ο ιδιοκτήτης του είναι ευγενής. Τόσο ευγενής που καταντάει γελοία δουλικός. Η αλήθεια είναι ότι τον χρειάζομαι. Τόσο για να με αφήνει να πιάνω ένα από τα λίγα τραπεζάκια του, όσο και για να κρατά μακριά μου τα αδιάκριτα βλέμματα. Εξαγοράζω καθημερινά την ανοχή του και τη σιωπή του με γερά φιλοδωρήματα και κάποιες κολακείες για το «πιο γουστόζικο αναψυκτήριο της πρωτευούσης». Τι να πεις; Εδώ κάθε άνθρωπος έχει την ιδιοσυγκρασία του, θέλει τον χειρισμό του. Κάτι παρόμοιο κάνω και με τους μικροπωλητές απέναντι. Κατά το μεσημεράκι περνώ απέναντι, κάτι χαζεύω, κάτι ψωνίζω. Ως πελάτη σε σέβονται αλλιώς. Εκεί έχω την ευκαιρία να ακούσω κουβέντες, να μυρίσω το καθετί από κοντά. Να πω την αλήθεια: Βλέπω και την όμορφη πωλήτρια από κοντά. Λουξ την φωνάζουν. Όνομα και πράμα! Έχω ήδη ψωνίσει από αυτήν κάλτσες και πιτζάμες για δυο ζωές. Ας είναι…

……………………………………………………………………………………………………

Ο μόνος που δε χολόσκασε ποτέ για τον «μπλοκάκια» ήταν ο Ντεμέλο. Ο Ντεμέλο ούτε πάγκο είχε, ούτε άδεια. Πουλούσε όμως. Ο Ντεμέλο ήταν γύφτος που πουλούσε την πραμάτεια του περιφερόμενος. Ομπρέλες τις βροχερές μέρες, καπέλα το καλοκαίρι, μαϊμού ρολόγια σε ντεμί-σεζόν.

  • Πάρε φίλε, είναι «SEIKO».
  • Και πού τα βρήκες εσύ τα «SEIKO», ρε Ντεμέλο;
  • Κλεμμένα είναι σου λέω, αφεντικό, γνήσια.

Ο Δημητρός (έτσι τον φώναζε η μάνα του) δεν πουλούσε τίποτε κλεμμένο, ούτε βέβαια έκλεβε ο ίδιος. Το τέχνασμα «είναι κλεμμένο» ήταν ένα παλαιάς κοπής πιστοποιητικό γνησιότητας για να πουληθούν τα ευρύτατης κυκλοφορίας ρολόγια SFIKO που μαϊμούδιζαν τα περιζήτητα τότε SEIKO. Ο πωλητής έβαζε τον μεγάλο λεπτοδείκτη πάνω στο «F» και ο εύπιστος έπεφτε στην παγίδα. Ο Δημητρός, καθότι παράνομος, έβγαζε δύσκολο μεροκάματο. Σε κόντρα με τους πωλητές που είχαν άδειες, με τους αστυνόμους, με τους δημοτικούς υπαλλήλους, σπάνια και με πελάτες. Με τα χρόνια όμως τον αποδέχτηκαν όλοι. Το παρωνύμι «Ντεμέλο» ήταν προϊόν ενός «έντιμου συμβιβασμού». Το όφειλε στον μαύρο βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή, τον πρώτο ξένο  που αγωνίστηκε με επιτυχία στον Παναθηναϊκό. Για δυο-τρία χρόνια εντυπωσίασε στα ελληνικά γήπεδα και φεύγοντας άφησε το καλό του ποδοσφαιρικό όνομα στον γύφτο από το Ζεφύρι. Η πιάτσα τού έδωσε το όνομα για το μαύρο χρώμα της επιδερμίδας του, να βγάλει τη χολή της και την υπεροψία της. Ο ίδιος ο Δημητρός συμβιβάστηκε, κρατώντας από τον πραγματικό Ντεμέλο λίγο ποδοσφαιρικό σταριλίκι.

Την επόμενη Παρασκευή τον Ντεμέλο επιστράτευσε ο Ιβάν. Συνεπής κομμουνιστής, τσακωνόταν με τον Ντεμέλο για την άδεια και το παραεμπόριο, αλλά ήταν ο μόνος που τον αποκαλούσε Δημητρό, δεν ήθελε να σχολιάζει το χρώμα του δέρματος, ούτε να κάνει παραχωρήσεις στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Έτσι υπήρχε ένας ελάχιστος αμοιβαίος σεβασμός. 

  • Δημητρό, να σου πω λίγο;
  • Αμάν, αφεντικό, πάλι για την άδεια;
  • Όχι μωρέ, κάτσε να σου πω… Ρε Δημήτρη, μας έχει φάει η περιέργεια τι ρόλο βαράει ο κύριος απέναντι. Εσύ που γυρίζεις παντού, μήπως πήγες από πάνω του να του πουλήσεις;
  • Πήγα, πώς δεν πήγα.
  • Μήπως πρόσεξες τι γράφει στο μπλοκάκι του;
  • Πού να ξέρω, κυρ Γιάννη, τι γράφει, αφού δεν ξέρω γράμματα.
  • Εμ, δεν έχεις άδικο.
  • Πάντως δε γράφει μόνο.
  • Δηλαδή;
  • Κάνει και σκέδια.
  • Σχέδια;
  • Ναι, σκέδια, αλλά δεν πρόσεξα τι, ούτε και με νοιάζει. Καπέλο θες;
  • Ε; Ναι, δώσε έναν «παναμά». Ψαθάκι.

Ο Ιβάν μάλλον επιβεβαίωσε τις υποψίες του. «Τι σχέδια απεργάζεται η Ασφάλεια; Δεν τους φτάνουν οι πληροφορίες που καταγράφουν, θέλουν και τις μούρες μας σε σκίτσα;» Γρήγορα τα μετέφερε στον Μπεκεμπάουερ και στον σύντεκνο αποφεύγοντας να μοιραστεί την πληροφορία με τους σταμπαρισμένους δεξιούς.

………………………………………………………………………………………………………

18 Ιουλίου 1980

Νομίζω ότι για την ώρα παραγνωριστήκαμε εδώ στη λαϊκή. Δε φτάνουν τα αγριεμένα ή – στην καλύτερη περίπτωση – αδιάκριτα βλέμματα, έχω πια και «επισκέψεις». Ένας τσιγγάνος – άκουσα να τον αποκαλούν “Ντεμέλο” – μου κολλάει κάθε Παρασκευή να μου πουλήσει, πότε ρολόγια, πότε καπέλα, πότε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Συμπαθής τύπος αλλά μεγάλη κολλιτσίδα. Για να τον ξεφορτωθώ έχω ήδη αγοράσει δύο ρολόγια-μαϊμού (περιέργως δουλεύουν) και τρία καπέλα. Κάθε φορά που με πλησιάζει τεντώνει τον λαιμό του να δει τι γράφω στο μπλοκάκι. Αυτός όμως δεν με πειράζει. Έτσι κι αλλιώς δεν τον περιλαμβάνω στα σχέδιά μου. Είναι όμως καιρός να αποσυρθώ στο νησί. Η Αθήνα δεν αντέχεται πια κι έχω ανάγκη ξεκούρασης. Αύριο κιόλας φεύγω. Η απουσία μου θα κάνει τους ανθρώπους της λαϊκής να με ξεχάσουν. Να σταματήσουν τα βλέμματα και οι ψίθυροι. Θα αποσυρθώ για ένα-ενάμιση μήνα στο νησί και εκεί θα έχω την ευκαιρία να αναστοχαστώ, να ανασυνθέσω τα συμπεράσματά μου και να φτάσω σε ένα πρώτο αποτέλεσμα. Να θυμηθώ να πάρω και τα καπέλα του Ντεμέλο. Θα μου χρειαστούν.

………………………………………………………………………………………………………

Τις επόμενες Παρασκευές η Αθήνα άδειαζε σιγά-σιγά και η πελατεία αραίωνε. Η λαϊκή έλιωνε στο Αυγουστιάτικο λιοπύρι. Μαζί εξαφανίστηκε και ο μυστηριώδης παρατηρητής και το θέμα ξεχάστηκε κάπως. Καθώς μάλιστα το πολιτικό θερμόμετρο κινήθηκε αντίστροφα του μετεωρολογικού, οι μικροπωλητές ασχολήθηκαν περισσότερο με τις μεταγραφές στο ποδόσφαιρο, απολαμβάνοντας τα ιδρωμένα μπούτια της Λουξ και τα πλούσια ελέη της Στάσας.

Με τις πρώτες δροσιές οι Αθηναίοι επανήλθαν στις δουλειές τους και στα σπίτια τους. Επανήλθαν και οι Φιλιππινέζες που ψώνιζαν για τις κυράδες τους, γύρισαν οι φοιτητές για την εξεταστική, επέστρεψε και ο «μπλοκάκιας». Ο Βαγγέλης δεν το άφησε ασχολίαστο:

  • Βρε τον γκαντέμη, γύρισε τώρα που ξεκινάει πάλι το πρωτάθλημα. Να δεις που θα μου ματιάσει την ομάδα και θα αποκλειστούμε από την Μπάγερν.

………………………………………………………………………………………………………

5 Σεπτέμβρη 1980

Η απουσία μου στο νησί μού έκανε καλό. Καθάρισε το μυαλό και τη ματιά μου. Τώρα νομίζω ότι ξέρω τι ζητάω από τους ανθρώπους της λαϊκής και σύντομα θα έχω απτά αποτελέσματα. Βρήκα τα πράγματα όπως περίπου τα είχα αφήσει. Ο Γεράσιμος μού έκανε χαρές, με κέρασε και τον πρώτο καφέ: «Άντε, να πούμε καλό χειμώνα». Ακόμη και η διάταξη των πάγκων δεν άλλαξε, φαίνεται ότι τα πόστα είναι περίπου σταθερά. Αυτό με διευκολύνει. Και η Λουξ πάντα μπροστά μου! Μπροστά μου όμως και ο τύπος με τα τρανζίστορ και τους φακούς. Με κοιτάει στραβά, δε με γουστάρει και μου το δείχνει. Ελπίζω να μη δημιουργηθεί καμιά φασαρία.

………………………………………………………………………………………………………

Μαζί με το καλοκαίρι τελείωσαν και οι άδειες των δημοσίων υπαλλήλων. Οι πρώτες βροχούλες είχαν ήδη πέσει, αλλά ένα μεγάλο σύννεφο σκίασε μια Παρασκευή την Ξενοκράτους. Μεικτό συνεργείο από αστυνομία, εφορία και Δήμο έκανε έφοδο στην κολωνακιώτικη λαϊκή. Ζητούσαν άδειες οδήγησης από τα φορτηγάκια, άδειες μικροπωλητού από τους πάγκους, δελτία αποστολής και χίλια χαρτιά του διαόλου. Καβγάδες και καλοπιάσματα, καταγγελίες και συμβιβασμοί. Ο Ιβάν μπήκε μπροστά και έλεγε τα δικά του, ο Ανέστης έβριζε ακατανόμαστα, ο Σήφης κερνούσε τσικουδιές για να κάνει τον “σασμό”, να ηρεμήσουν τα πράγματα. Στο μεταξύ πηγαινελατζήδες ειδοποιούσαν τους παρακάτω πάγκους να φυλάγονται. Μετά από κάμποσα πρόστιμα, τηλεφωνήματα σε πολιτευτές, μεσολαβήσεις δημοτικών συμβούλων και ανώτερων αστυνομικών, η κουστωδία αναχώρησε αφήνοντας “τραυματίες” και παίρνοντας “λάφυρα” κάμποσα τυριά και παραγεμισμένους φακέλους. Ακολούθησε η λαχανιασμένη σιωπή που έρχεται πάντα μετά τις μεγάλες μάχες. Πρώτος την έσπασε ο Σήφης:

  • Σας τα ‘λεγα εγώ, ο “μπλοκάκιας” μάς την έφερε!
  • Αφού κοιμόμαστε ολόρθοι και δεν τα ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, καλά να πάθουμε! Συμπλήρωσε ο Ιβάν.  

Ο Μπεκεμπάουερ είδε τότε να έρχεται ο κύριος Τέλης. Ο απόστρατος αξιωματικός είχε σταματήσει σε ένα πάγκο είκοσι μέτρα μακριά και πλησίαζε. Κλασική φιγούρα της γειτονιάς. Αγωνιστής της Πίνδου και του Ρίμινι, καυχιόταν γιατί υπερασπίστηκε την Αθήνα στα Δεκεμβριανά και διαόλιζε τον Ανέστη και τον Ιβάν. Καπέλο ψαθάκι, κοντομάνικο πουκάμισο (με χτένα και μαντήλι στο τσεπάκι), παντελόνι με τσάκιση και κλειστό πέδιλο. Και βέβαια την «Απογευματινή» διπλωμένη στην μασχάλη. Συνήθιζε να στέκεται  στον πάγκο της Λουξ, δήθεν να διαλέγει κάλτσες και εσώρουχα, ψώνιζε βέβαια τακτικά και από την Στάσα («μου αρέσουν τα άνθη»). Τότε ο Ανέστης πλησίασε την Λουκία:

  • Ρε Λουξ, πλησιάζει ο κύριος Τέλης. Εσένα σε συμπαθεί και είναι πελάτης σου. Μια και είναι κάτοικος της γειτονιάς, δεν τον ρωτάς και για τον τύπο απέναντι; Έτσι, να ξέρουμε δηλαδή, να μας φύγει η περιέργεια.

Η Λουκία συμφώνησε ανόρεχτα. Πράγματι ο κύριος Τέλης κοντοστάθηκε στον πάγκο με τα ρούχα. Σύντομα η Λουξ τού έπιασε την κουβέντα, μίλησαν κανένα πεντάλεπτο, πλάκωσαν άλλοι πελάτες και ο Τέλης απομακρύνθηκε. Όταν η πελατεία άδειασε, η Λουξ φώναξε όλους τους περίεργους, Βαγγέλη, Ανέστη, Ιβάν, Σήφη και τους λοιπούς:

  • Ρώτησα τον κύριο Τέλη και μου είπε. Τον λένε Παναγιώτη Τέτση και είναι ζωγράφος. Μένει εδώ κοντά. Μάλλον ζωγραφίζει τη λαϊκή της Ξενοκράτους.

Έπεσε σιωπή δευτερολέπτων. Μετά την αρχική αμηχανία ο Βαγγέλας αποφάνθηκε:

  • Και το πίστεψες, ρε Λούξ; Τι να ζωγραφίσει; Τα κουνουπίδια και τα μπανανόμηλα; Ή τις κιλότες και τα σαφρίδια;

Ο Ιβάν υπερθεμάτισε:

  • Καλά τα λέει ο Βαγγέλας. Άλλωστε τι περιμένεις από δεξιό; Τον χαφιέ δε θα κάλυπτε; Αφήστε, θα κοιτάξω να μάθω από το κόμμα.

Ο Αττίλας, που άκουγε και δε μιλούσε, έφυγε σχολιάζοντας μέσα από τα δόντια του:

  • Ζωγράφοι, στρατηγοί και κολοκύθια. Όλοι την Λουξ χαλβαδιάζουν… Ου, να μου χαθείτε, κοπρίτες!

……………………………………………………………………………………………………………….

19 Σεπτέμβρη 1980

Μπροστά στα μάτια μου εξελίχθηκε σήμερα μια εντελώς βαλκανική σκηνή. Το κράτος αποφάσισε για ακόμη μια φορά να “βάλει τάξη” στο χάος της νεοελληνικής αυθαιρεσίας. Φυσικά το έκανε με τον δικό του βαλκανικό  τρόπο. Φωνές και  διαπραγματεύσεις, κολακείες και κατάρες, λαδώματα και αυταρχισμοί. Θα το διασκέδαζα, αν οι άνθρωποι της λαϊκής δεν με υποψιάζονται πια ανοιχτά ως αίτιο όλων αυτών των δεινών. Ο Γεράσιμος με ειδοποίησε ότι όλοι με θεωρούν χαφιέ ή κάτι παρόμοιο. Είναι καιρός να τους συστηθώ πια ως ζωγράφος! Δεν έχει πια νόημα να κρύβομαι. Ως τώρα απέκρυπτα την ιδιότητά μου για να πάρω από τους ανθρώπους αυτούς κάτι γνήσιο και ανεπιτήδευτο. Αν ήξεραν ότι ζωγραφίζω θα πόζαραν καταστρέφοντας την ανυπόκριτη ομορφιά των απλών ανθρώπων. Άλλωστε σιγά – σιγά θα πρέπει να μεταφέρω ό,τι είδα στον καμβά. Θα δουλέψω σε μεγάλα τελάρα 2,50 μέτρων στο εργαστήριό μου. Θέλω οι μορφές να έχουν φυσικό μέγεθος. Θέλω, όταν δουλεύω να αισθάνομαι ότι είμαι ανάμεσα στους πάγκους, ένας από αυτούς. Θα γεμίσω τον καμβά χρώματα. Θα εισβάλλει η ζωή με όλους τους χυμούς της. Έχω συλλάβει τη μεγάλη σύνθεση. Θα επιχειρήσω να στήσω ένα μνημείο της λαϊκότητας. Θα βάλω μέσα τον Βαγγέλη με τη γυναίκα του. Στο φόντο τον Αττίλα να κουβαλάει καφάσια. Και στο κέντρο της σύνθεσης, στο κέντρο του κόσμου, τη Λουξ. Φόρο τιμής στην ομορφιά. Έτσι σκέφτηκα κάποια στιγμή να ονομάσω το έργο:  «Λουξ», για το χατίρι της. Αλλά ντρέπομαι. Θα το ονομάσω απλά «Λαϊκή αγορά». Με περιμένει πολλή δουλειά.

Σημείωση: Ο Υδραίος καλλιτέχνης Παναγιώτης Τέτσης (1925-2016) ζωγράφισε το τεραστίων διαστάσεων (2,50 Χ 50 μ.) έργο του «Λαϊκή Αγορά» σε διάστημα τεσσάρων ετών (1979-1982). Παρατηρούσε τη λαϊκή, όχι από το ανύπαρκτο καφενείο του κειμένου, αλλά από το σπίτι του καθώς όντως κατοικούσε στο Κολωνάκι, στην οδό Ξενοκράτους. Μερικά πρόσωπα απλώς εμπνέονται από φιγούρες του έργου. Δεν παύουν όμως να είναι προϊόντα μυθοπλασίας. Ανύπαρκτο βέβαια και το «προσωπικό ημερολόγιο» του ζωγράφου.

Το άρθρο ΛΟΥΞ – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Mπορίς Βιαν: Υπάρχουν στιγμές που διερωτώμαι αν παίζω με τις λέξεις. Μήπως τελικά οι λέξεις είναι φτιαγμένες ακριβώς γι' αυτό; https://www.pancreta.gr/borisvian/ Sun, 07 Jun 2026 04:30:52 +0000 https://www.pancreta.gr/borisvian/ Τι κοινό έχει ο Μπορίς Βιαν με τον Μανόλη Αναγνωστάκη; Γεννήθηκαν και οι δυο στις 10 Μαρτίου. Μόνο που ο Μπορίς Βιαν έφυγε νωρίς. Μάλιστα, ήταν μια έκπληξη για μένα το ότι γεννήθηκε πέντε χρόνια πριν από τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Αυτό γιατί τον Βιαν τον έχω πάντα στο μυαλό μου σαν έναν γοητευτικό νεαρό άντρα,...

Το άρθρο Mπορίς Βιαν: Υπάρχουν στιγμές που διερωτώμαι αν παίζω με τις λέξεις. Μήπως τελικά οι λέξεις είναι φτιαγμένες ακριβώς γι' αυτό; εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Τι κοινό έχει ο Μπορίς Βιαν με τον Μανόλη Αναγνωστάκη; Γεννήθηκαν και οι δυο στις 10 Μαρτίου. Μόνο που ο Μπορίς Βιαν έφυγε νωρίς. Μάλιστα, ήταν μια έκπληξη για μένα το ότι γεννήθηκε πέντε χρόνια πριν από τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Αυτό γιατί τον Βιαν τον έχω πάντα στο μυαλό μου σαν έναν γοητευτικό νεαρό άντρα, που πάντα τον φανταζόμουν να παίζει μουσική, να γελά, να χορεύει, να γλεντά στα Παρισινά νυχτερινά κέντρα του Σαιν Ζερμαίν ντε Πρε και είμαι με την αίσθηση ότι ζει ακόμα. Είναι ακόμη ο 26χρονος νεαρός που έγραψε ένα βιβλίο που διάβασα πριν από πάρα πολλά χρόνια και ήταν ό,τι καλύτερο και πιο κοντά στο πνεύμα μου είχα διαβάσει μέχρι τότε: το Φθινόπωρο στο Πεκίνο, μ’ εκείνον τον αξέχαστο ήρωα, τον Αμαντή Ντουντού, γραμμένο σε μια γλώσσα απροσδόκητη, παιχνιδιάρα και εφευρετική, χιουμοριστική και καυστική, μια γλώσσα που γεννούσε διαρκώς νέες λέξεις και έννοιες.

«Υπάρχουν στιγμές που διερωτώμαι αν παίζω με τις λέξεις. Μήπως τελικά οι λέξεις είναι φτιαγμένες ακριβώς γι’ αυτό;»

Αντίθετα, τον Αναγνωστάκη, τον ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον θυμάμαι πάντα σαν έναν ώριμο άντρα, τον γιατρό με τα άσπρα μαλλιά και το μουστάκι που του πρόσθετε χρόνια, με τους αγώνες και τη φυλακή και την εις θάνατον καταδίκη που κι αυτά του πρόσθεταν χρόνια και που το 2005 έφυγε στα 80 του, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο ποιητικό έργο που εξέφραζε την ιδεολογία του και την υπαρξιακή του αγωνία.

Ο Μπορίς Βιαν γεννήθηκε το 1920 στη Βιλ ντ’ Αβρέ, κοντά στο Παρίσι, παιδί αστικής οικογένειας που, όμως, έμελλε να καταστραφεί οικονομικά. Έπασχε από μικρός από ένα σοβαρό καρδιακό νόσημα που του στέρησε την ικανότητα να πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σπούδασε μηχανικός, επάγγελμα που άσκησε για ένα διάστημα κι αυτή ήταν μόνο μια από τις πολλές, παράλληλες ζωές του. Υπήρξε μέλος της ‘Παταφυσικής -η επιστήμη των φανταστικών λύσεων, επινοημένη από τον συγγραφέα Αλφρέ Ζαρί, που αποδίδει συμβολικά σε γενικές γραμμές τις ιδιότητες των περιγραφομένων αντικειμένων από την πιθανότητα τους- μουσικός, ηθοποιός, συγγραφέας, σεναριογράφος και παραγωγός ταινιών μικρού μήκους, αρθρογράφος (στο Temps Modernes του Σαρτρ), ποιητής, ζωγράφος, μεταφραστής. Σε όλες αυτές του τις δραστηριότητες τον βοήθησε το πολύπλευρο ταλέντο του και η προσωπικότητά του, καθώς και η πολύ καλή παιδεία που είχε την ευκαιρία να αποκτήσει.

Αγάπησε τη τζαζ, συνέθεσε τραγούδια και έπαιζε τρομπέτα σε μαγαζιά του Παρισιού, ήταν τόσο καλός που τον αποκαλούσαν «ο λευκός νέγρος», ενώ έπαιξε και με τον Μάιλς Ντέιβις.

Ένα από τα τραγούδια του έγινε τεράστια επιτυχία διεθνώς. Γραμμένο την εποχή που η Γαλλία, βγαίνοντας από τον πόλεμο της Ινδοκίνας είχε να αντιμετωπίσει το νέο, φοβερό μέτωπο της Αλγερίας. Το να μιλήσει εκείνη την εποχή ένας Γάλλος νέος, απευθυνόμενος -με πολλή ευγένεια- στον «κύριο Πρόεδρο», και να του ανακοινώνει ότι «το ‘χει πάρει απόφαση να γίνει λιποτάχτης» εξηγώντας του ότι «δεν βρέθηκε σ’ αυτή τη γη για να σκοτώνει αθώους» «κι αν πρέπει αίμα να χυθεί» να δώσει ο κύριος Πρόεδρος το δικό του, γιατί ο ίδιος θα γυρίσει τη Γαλλία ολόκληρη, «από τη Βρετάνη ως την Προβηγκία» να προτρέψει όλους για «άρνηση στην υποταγή, άρνηση στην κατάταξη». (ολόκληρο το ποίημα στο τέλος του κειμένου). Το τραγούδι Ο λιποτάχτης (σύνδεσμος), που ήταν απαγορευμένο μέχρι το 1962 λόγω των αντιδράσεων που προκάλεσε, κυρίως στην εθνικιστική δεξιά, έγινε ύμνος κατά την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ και τραγουδήθηκε από μεγάλους καλλιτέχνες, όπως ο Ρετζιανί και η Τζόαν Μπαέζ. 

Η αντισυμβατικότητά του είχε διαφανεί νωρίτερα, όταν το 1946, με το ψευδώνυμο Βέρνον Σάλλιβαν, εξέδωσε το βιβλίο Θα φτύσω στους τάφους σας (J’ irai cracher sur vos tombes), το σεξουαλικό και αντιρατσιστικό περιεχόμενο του οποίου ξεσήκωσε αντιδράσεις, για τις οποίες ο Βιαν αδιαφορούσε, βεβαίως. ( Μπορίς Βιαν Θα φτύσω στους τάφους σας Ολόκληρο το βιβλίο εδώ)

Έχοντας επίγνωση ότι δεν θα ζήσει για πολύ, λόγω της ασθένειάς του, κατάφερε να αντλήσει χαρά από παντού, να ζήσει μια ζωή τόσο έντονη που, τελικά, έζησε περισσότερο από τον καθένα.

«Μόνο δυο πράγματα έχουν σημασία: ο έρωτας, κάθε είδους έρωτας, με κάθε είδους ωραία κορίτσια, και η μουσική του Ντιουκ Έλλινγκτον, ή η παραδοσιακή τζαζ. Τίποτ’ άλλο δε μετράει, γιατί τα υπόλοιπα είναι άσχημα», λέει στο βιβλίο του Ο αφρός των ημερών, που έκανε 30 χρόνια να βρει τη θέση του στην καρδιά των αναγνωστών και έγινε ταινία το 2013 από τον Μισέλ Γκοντρί και πρωταγωνίστρια την Ωντρέ Τοτού.

Οι Παρισινές του νύχτες περιλάμβαναν μουσική, γυναίκες, ποτό, παρέα με μεγάλες προσωπικότητες της εποχής του, όπως ο Αλμπέρ Καμύ, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ.

Δημιουργεί συνεχώς, θέλοντας να βγάλει από μέσα του τη δική του πραγματικότητα, συχνά με τρόπο που δεν ήταν ακόμη έτοιμοι οι άνθρωποι να κατανοήσουν. Αλλά, όπως έγραψε:

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές

Και μάλιστα καλύτερ’ από μένα

Αν λοιπόν γράφω στίχους

Είναι γιατί μ’ αρέσει

Είναι γιατί μ’ αρέσει

Είναι γιατί μ’ αρέσει

Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.

(Από το βιβλίο Μπορίς Βιαν Ποιήματα, Εισ. Νoel Arnaud, μτφρ Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Νιάρχος,  Εκδόσεις Γνώση, 1992)

Προηγήθηκε κατά πολύ της εποχής του, άργησαν να ανακαλύψουν το πραγματικό νόημα των λόγων του. Αναγνωρίστηκε πολύ μετά τον θάνατό του και τον Μάη του ‘68 τα βιβλία του ήταν δημοφιλή ανάμεσα στην επαναστατημένη νεολαία της Γαλλίας.

Πέθανε τον Ιούνιο του 1959, από (την αναμενόμενη μια ζωή) καρδιακή προσβολή, κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής προβολής της ταινίας που βασίστηκε στο βιβλίο του Θα φτύσω στους τάφους σας, απογοητευμένος, μάλιστα, από το πόσο η ταινία απέτυχε να αποδώσει το πραγματικό νόημα του έργου του.

«Δείτε τον Σαίξπηρ, είναι πολύ πολύ νεκρός, πιο σάπιος κι από το σάπιο. Αλλά να, έχουμε τα έργα του οπότε… voila!»

Δείτε τον Βιαν! Voila!

Ο Λιποτάχτης (Από το βιβλίο Μπορίς Βιαν Ποιήματα, ό. π.)

Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως να διαβάσετε
Αν έχετε καιρό.
Φτάσανε τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ
Να φύγω για τον πόλεμο
Τ’ αργότερο Τετάρτη.
Όμως Κύριε Πρόεδρε
Δεν πρόκειται να πάω
Δεν βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους.
Δε θέλω να θυμώσετε
Μα πρέπει να σας πω
Πως το ’χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάχτης.
Βλέπω στη λίγη μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου
Πως φύγανε τ’ αδέρφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε.
Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς
Περιγελάει τους στίχους.
Όταν με χώσαν φυλακή
Αρπάξαν τη γυναίκα μου
Αρπάξαν την ψυχή μου
Το παρελθόν που αγάπησα.
Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους.
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάξω
Άρνηση στην υποταγή
Άρνηση στην κατάταξη
Μην πάει κανείς στον πόλεμο
Να φύγετε αρνηθείτε.
Αν πρέπει αίμα να χυθεί
Να δώστε το δικό σας
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, Κύριε Πρόεδρε.
Κι αν είναι να με πιάσετε
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Κι αν θέλουν, ας μου ρίξουν.

Βιβλία του Μπορίς Βιαν στα ελληνικά

Πηγές: Βικιπαίδεια, ef.syn, περιοδικό Ποιείν, περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ, Μηχανή του Χρόνου

Γεωργία Καρβουνάκη

Το άρθρο Mπορίς Βιαν: Υπάρχουν στιγμές που διερωτώμαι αν παίζω με τις λέξεις. Μήπως τελικά οι λέξεις είναι φτιαγμένες ακριβώς γι' αυτό; εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Μοσχοβίτικο κρατικό πανεπιστήμιο Λομονόσοβ – Το πρώτο πανεπιστήμιο της Ρωσίας https://www.pancreta.gr/lomonosovpanepistimiomoschas/ Sat, 06 Jun 2026 15:01:44 +0000 https://www.pancreta.gr/lomonosovpanepistimiomoschas/ Ο Μιχαήλ Λομονόσοβ γεννήθηκε το 1711 στον Βορρά της Ρωσίας, στη Λευκή θάλασσα. Η οικογένεια του δεν είχε τίτλους ευγενείας, απαραίτητο για την εποχή προσόν για να μπορέσει κάποιος να σπουδάσει. Όμως ο νεαρός Μιχαήλ είχε δίψα για γνώση και πολλή επιμονή. Στα 19 του χρόνια άρχισε να φοιτά με επιτυχία στην Σλαβοελληνολατινική Ακαδημία. Από...

Το άρθρο Μοσχοβίτικο κρατικό πανεπιστήμιο Λομονόσοβ – Το πρώτο πανεπιστήμιο της Ρωσίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο Μιχαήλ Λομονόσοβ γεννήθηκε το 1711 στον Βορρά της Ρωσίας, στη Λευκή θάλασσα. Η οικογένεια του δεν είχε τίτλους ευγενείας, απαραίτητο για την εποχή προσόν για να μπορέσει κάποιος να σπουδάσει. Όμως ο νεαρός Μιχαήλ είχε δίψα για γνώση και πολλή επιμονή. Στα 19 του χρόνια άρχισε να φοιτά με επιτυχία στην Σλαβοελληνολατινική Ακαδημία. Από την Ακαδημία, στάλθηκε μαζί με άλλους μαθητές, στη Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία το 1755 η αυτοκράτειρα Ελιζαβέτα Πετρόβνα, μετά από προτροπή του κόμη και υπουργού Π. Ι. Σουβάλοβ και του Μ. Β. Λομονόσοβ υπέγραψε διάταγμα για την ίδρυση του πρώτου στη Ρωσία πανεπιστημίου. Ήταν η εποχή του ορθολογισμού, όταν οι φιλοσοφικές κατευθύνσεις υποδείκνυαν ότι το κριτήριο της γνώσης είναι η λογική σκέψη, αυτή που προέρχεται από τη δύναμη του νου και διατυπώνεται με τον ορθό λόγο. Την εποχή αυτή γεννήθηκε η έννοια της επιστήμης και η Ρωσία χρειαζόταν ένα δικό της πανεπιστήμιο. Στο πρόσωπο του Μ. Β. Λομονόσοβ βρήκε τον επιστήμονα και τον οραματιστή.

Ο Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Λομονόσοβ ήταν πολυμαθέστατος, επιστήμονας – εγκυκλοπαιδιστής. Ήταν ο πρώτος επιστήμονας ο οποίος διατύπωσε το νόμο για τη διατήρηση της ύλης και της ενέργειας, ήταν σημαντικός για την εποχή του ποιητής, μελέτησε χημεία και ιστορία. Για πολλά χρόνια συνέλεγε υλικό για την περιγραφή της σύγχρονης του ρωσικής γλώσσας και στο θεμελιώδους σημασίας έργο του “Γραμματική της ρωσικής γλώσσας” για πρώτη φορά γίνεται οργανωμένη και συστηματική συγκέντρωση γνώσεων, περιγραφή και επιστημονική κατανόηση της ρωσικής γλώσσας. Συστηματοποίησε τη γραμματική της κοινής γραπτής γλώσσας, που βασιζόταν στην προφορική, καθομιλουμένη γλώσσα. Με τις μελέτες του για την γλώσσα και τα κείμενά του τέθηκαν τα θεμέλια για να περάσει η γλώσσα της επιστήμης και της ποίησης από τη επίσημη σλαβονική στη ρωσική καθομιλουμένη.

“Συνδιάζοντας πρωτοφανή δύναμη θέλησης με πρωτοφανή δύναμη νόησης, ο Λομονόσοβ αγκάλιασε όλους τους τομείς του Διαφωτισμού. Η δίψα για την επιστήμη ήταν το ισχυρότατο πάθος της παθιασμένης αυτής ψυχής. Ιστορικός, ρήτορας, μηχανικός, χημικός, μεταλλειολόγος, ζωγράφος και ποιητής όλα τα δοκίμασε, με όλα διαποτίστηκε και όλα τα κατανόησε. Πρώτος αυτός εμβάθυνε στην ιστορία της πατρίδας, διατύπωσε τους κανόνες της γλώσσας της και έδωσε δείγματα ρητορικού λόγου (…) Ο Λομονόσοβ ήταν μέγας. Ανάμεσα στον Πέτρο Α’ και την Αικατερίνη Β’ μόνος αυτός είναι γνήσιος εργάτης του Διαφωτισμού. Αυτός ίδρυσε το πρώτο πανεπιστήμιο, για να ακριβολογήσουμε, αυτός ο ίδιος ήταν το πρώτο μας πανεπιστήμιο. (Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν)

Αρχικά στο πανεπιστήμιο ιδρύθηκαν τρεις σχολές: η φιλοσοφική, η νομική και η ιατρική. Η εκπαίδευση όλων των φοιτητών άρχιζε από τη φιλοσοφική σχολή όπου όλοι οι φοιτητές προετοιμάζονταν στις θετικές και ανθρωπιστικές επιστήμες και μετά μπορούσαν να συνεχίσουν την εκπαίδευση τους με ειδίκευση στη νομική, στην ιατρική ή στη φιλοσοφία. Οι διαλέξεις στο πανεπιστήμιο δεν γίνονταν μόνο στα λατινικά, όπως συνηθιζόταν τότε στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, λόγω του ότι οι ομιλούμενες γλώσσες θεωρούνταν κατώτερες της λατινικής, αλλά στα ρωσικά κάτι που ήταν πολύ πρωτοποριακό για την εποχή. Το πανεπιστήμιο ονομάστηκε Αυτοκρατορικό κρατικό πανεπιστήμιο και αρχικά στεγάστηκε στο κέντρο της Μόσχας, στο δρόμο Μοχοβάγια, όπου σήμερα στεγάζονται οι σχολές της ψυχολογίας και της δημοσιογραφίας.

Το 1917, αμέσως μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, το πανεπιστήμιο μετονομάστηκε σε  Μοσχοβίτικο κρατικό πανεπιστήμιο και πολύ αργότερα, το 1940 του δόθηκε το προσωνύμιο Λομονόσοβ.

Το 1947, αμέσως μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, στη Μόσχα τέθηκαν τα θεμέλια για οκτώ ουρανοξύστες που θα συμβόλιζαν τα 800 χρόνια ζωής της πόλης αλλά και τη δύναμη της χώρας και του λαού που βγήκαν νικητές μετά από τον φρικτό αυτό πόλεμο που άφησε πίσω του ερείπια. Τελικά κτίστηκαν επτά ουρανοξύστες, ο πιο ψηλός από τους οποίους είναι το κεντρικό κτήριο του Μοσχοβίτικου κρατικού πανεπιστημίου Λομονόσοβ. Ο πιο έξυπνος ουρανοξύστης όπως τον ονομάζουν οι Μοσχοβίτες, ένα κτήριο επιβλητικό σε αρχιτεκτονικό ύφος που αργότερα ονομάστηκε Σοβιετικός μνημειώδης κλασσικισμός.

Ο Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Λομονόσοβ οραματίστηκε και οργάνωσε το πρώτο πανεπιστήμιο της Ρωσίας, φρόντισε να μπορούν να φοιτούν όχι μόνο ευγενείς αλλά και νέοι από άλλες κοινωνικές τάξεις. Στο προοίμιο για την ίδρυση του πανεπιστημίου αναφερόταν χαρακτηριστικά: “Στο πανεπιστήμιο η καταγωγή του φοιτητή δεν μας αφορά, σεβασμού χαίρει εκείνος ο φοιτητής που έμαθε περισσότερα”. Σήμερα το Μοσχοβίτικο κρατικό πανεπιστήμιο έχει 43 σχολές και οι απόφοιτοί του διακρίθηκαν και συνεχίζουν να διακρίνονται σε πολλούς επιστημονικούς τομείς τιμώντας το έμβλημα του πανεπιστημίου: “Επιστήμη είναι η σαφής γνώση της αλήθειας, η διαφώτιση της νόησης”.

Το Μοσχοβίτικο κρατικό πανεπιστήμιο Λομονόσοβ εδώ και δύο αιώνες διατηρεί την φήμη του καλύτερου πανεπιστημίου της Ρωσίας και ενός από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο.

Το άρθρο Μοσχοβίτικο κρατικό πανεπιστήμιο Λομονόσοβ – Το πρώτο πανεπιστήμιο της Ρωσίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Τζορντάνο Μπρούνο ο μυστικιστής φιλόσοφος της Αναγέννησης https://www.pancreta.gr/tzorntanobrunopancretagr/ Sat, 06 Jun 2026 06:01:18 +0000 https://www.pancreta.gr/tzorntanobrunopancretagr/ O Τζορντάνο Μπρούνο γεννήθηκε στις αρχές του 1548 σε ένα προάστιο της Νόλας, κοντά στη Νάπολη της Ιταλίας. Βαφτίστηκε με το όνομα Φίλιππος. Ο πατέρας του Giovanni ήταν στρατιώτης στην υπηρεσία των Ισπανών της Νάπολης. Η μητέρα του Fraulissa Savolino προερχόταν από οικογένεια αγροτών. Σε ηλικία 11 ετών πήγε στη Νάπολη για να σπουδάσει φιλολογία,...

Το άρθρο Τζορντάνο Μπρούνο ο μυστικιστής φιλόσοφος της Αναγέννησης εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
O Τζορντάνο Μπρούνο γεννήθηκε στις αρχές του 1548 σε ένα προάστιο της Νόλας, κοντά στη Νάπολη της Ιταλίας. Βαφτίστηκε με το όνομα Φίλιππος. Ο πατέρας του Giovanni ήταν στρατιώτης στην υπηρεσία των Ισπανών της Νάπολης. Η μητέρα του Fraulissa Savolino προερχόταν από οικογένεια αγροτών. Σε ηλικία 11 ετών πήγε στη Νάπολη για να σπουδάσει φιλολογία, λογική και διαλεκτική και λίγο αργότερα στις 15 Ιουνίου του 1565 μπήκε στο τάγμα των Δομινικανών. Στο μοναστήρι άλλαξε το όνομά του σε Giordano, με το οποίο έμεινε γνωστός στην ιστορία.

Εκεί μελέτησε φιλοσοφία, λογική, θεολογία και φιλολογία και ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με την τέχνη της μνήμης του Λουλ. Το 1572 χειροτονήθηκε ιερέας και το 1575 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της θεολογίας.

Στις αρχές του 1576 οι Πατέρες του μοναστηριού κίνησαν δίκη εναντίον του και τον  κατηγόρησαν ότι υποστήριξε σε δημόσιες ομιλίες του αιρετικούς συγγραφείς. Επειδή παλιότερα είχε ανακριθεί, φοβήθηκε και έφυγε για τη Ρώμη.

 Εκεί ενεπλάκη σε μια υπόθεση σκοτεινής ανθρωποκτονίας. Ο πιθανόν κατήγορός του μοναχός στη Νάπολη, βρέθηκε νεκρός στον Τίβερη. Για ακόμη μια φορά έφυγε, έβγαλε το ράσο της ιεροσύνης και πήγε στη Γένοβα, όπου έζησε παραδίδοντας μαθήματα γραμματικής και αστρονομίας.

Από τότε ξεκίνησε μια μακρά περίοδος συνεχών περιπλανήσεων. Το 1577 μετέβη στο Τορίνο και έπειτα στη Βενετία, όπου τύπωσε ένα μικρό βιβλίο, το De segni de’ tempi, που περιείχε αστρονομικές και ιστορικές προβλέψεις.

Στη συνέχεια πήγε στην Πάδοβα, την Πέργαμο, το Μιλάνο και το Τορίνο, για να καταλήξει στο Τσάμπερι, όπου πέρασε το χειμώνα του ’78. Κατόπιν στη Γενεύη,  εργάστηκε στη διόρθωση τυπώσεων και αναγκάστηκε να υποστηρίξει επίσημα την προτεσταντική εκκλησία. Αργότερα μετέβη στη Λυόν και στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης όπου πήρε έδρα διδασκαλίας.

Το καλοκαίρι του 1581 πήγε στο Παρίσι και ξεκίνησε μια σειρά διαλέξεων για τον Θωμά Ακινάτη και την τέχνη της μνήμης. Ακολούθησε η Αγγλία, όπου δίδαξε δημόσια στην Οξφόρδη και εξέδωσε ορισμένα έργα του που είχαν σχέση με την άσκηση της μνήμης ως βασικού εργαλείου για την ανάπτυξη της διάνοιας. Στο Λονδίνο εργάστηκε ως γραμματέας για τον πρεσβευτή της Γαλλίας.

Στη Βυτεμβέργη έδωσε δημόσιες διαλέξεις για τη φιλοσοφία. Στο Πανεπιστήμιο της Βυτεμβέργης έμεινε για δύο χρόνια (1586-1588), έκανε διαλέξεις και δημοσίευσε μια σειρά από εργασίες.

Κατόπιν στην Πράγα προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τον αυτοκράτορα Ροδόλφο Β΄, ο οποίος συγκέντρωνε γύρω του αστρολόγους και αλχημιστές με σκοπό να τον βοηθήσουν στην αναζήτηση της φιλοσοφικής λίθου. Ο Μπρούνο του αφιέρωσε το έργο Articuli adversus mathematicos. Το βιβλίο αυτό περιλάμβανε διάφορα γεωμετρικά διαγράμματα, τα οποία χρησίμευαν σύμφωνα με τον Μπρούνο, στην κατανόηση της δημιουργίας του σύμπαντος.

 Ο Μπρούνο ανέφερε στην αφιέρωσή του ότι προσέβλεπε σε μια παγκόσμια θρησκεία αγάπης που θα ενώνει τους ανθρώπους με το νόμο της αγάπης και δε θα οδηγεί τα έθνη και τις κοινωνίες σε πολέμους και διαιρέσεις. Ο αυτοκράτορας του προσέφερε χρήματα με τα οποία ο Μπρούνο κατάφερε να μεταβεί στο Χέλμστεντ.

Σύμφωνα με την Yates, ο λόγος, που ώθησε τον Μπρούνο να επιστρέψει στην Ιταλία ήταν η άνοδος του Ερρίκου της Ναβάρρα στο γαλλικό θρόνο. Πίστεψε ότι ένας καθολικός βασιλιάς θα μπορούσε να επιφέρει κοσμικές αλλαγές στα πλαίσια του Καθολικισμού. Ένας ευγενής από τη Βενετία ο Μοτσενίγκο, έγραψε στον Μπρούνο, καλώντας τον στη Βενετία, για να του διδάξει την τέχνη της μνήμης. Εκείνος δέχτηκε την πρόσκληση, θέλοντας να διαδώσει και στην Ιταλία τις ιδέες του αφού είχε κατορθώσει να τις διαδώσει στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Την περίοδο εκείνη ετοίμαζε ένα καινούριο βιβλίο με θέμα «Επτά ελεύθερες τέχνες», όταν ο Μοτσενίγκο, απογοητευμένος ίσως από την απροθυμία του Μπρούνο να του διδάξει την τέχνη της μνήμης, τον κατέδωσε στην Ιερά Εξέταση.

Συνελήφθη στις 26 Μαίου του 1952 από την Ιερά Εξέταση της Βενετίας, και παρόλο που η επιρροή της ήταν μικρή, κατόρθωσε να τον φυλακίσει  τον Φεβρουάριο του 1593 στις φυλακές της Ρώμης, όπου έμεινε για επτά ολόκληρα χρόνια.

Από τη φυλάκιση  εξαντλήθηκε ψυχικά και σωματικά. Κατά τη διάρκεια της δίκης του αγωνίστηκε πολύ προσπαθώντας να συμβιβάσει τις απαιτήσεις της πίστης με την ελεύθερη ανθρώπινη σκέψη. Όταν κατάλαβε ότι η συμφιλίωση με την Εκκλησία ήταν αδύνατη, δήλωσε ότι παραμένει απόλυτα πιστός στις ιδέες του. Αρνήθηκε να τις αποκηρύξει κι αντιμετώπισε τη θανατική καταδίκη.

Με θάρρος απάντησε στους δικαστές του: «ίσως ο φόβος σας να με καταδικάσετε να είναι μεγαλύτερος από το δικό μου να δεχτώ την απόφασή σας». Στις 17 Φεβρουαρίου 1600 ο Μπρούνο κάηκε ζωντανός στο Campo dei Fiori της Ρώμης.

Η φιλοσοφία του Μπρούνο περιστρέφεται γύρω από τρία βασικά κέντρα τα οποία είναι το Εν, ο κόσμος και ο άνθρωπος. Το Εν για τον Μπρούνο είναι ακίνητο, άπειρο, χωρίς τέλος και όρια. Στην απειρότητα του Ενός δε διαφέρουν η ημέρα από το χρόνο, ο χρόνος από τον αιώνα, ο αιώνας από το λεπτό. Το Εν είναι αιώνιο, ενώ κάθε όψη, κάθε πλευρά, οτιδήποτε άλλο είναι προσωρινό. Ως απλό και αδιαίρετο, γεμίζει όλα τα πράγματα και κατοικεί σε όλα τα μέρη του σύμπαντος.

Όσον αφορά τις κοσμολογικές αντιλήψεις του ο Μπρούνο επηρεάστηκε από τον Κοπέρνικο και από τον Νικόλαο Κουσανό. Το σύμπαν είναι ανοικτό, απέραντο, χωρίς κανένα κεντρικό σύστημα αναφοράς. Στα έργα του La cena de le Ceneri και De l’ Infinito θεωρεί τον κόσμο άπειρο, και συνεπώς δεν υπάρχει κανένα σώμα στο κέντρο ή στο άκρο ή ανάμεσά τους. Μπορούμε απλώς να κάνουμε λόγο για σχέσεις ορισμένων σωμάτων με άλλα σώματα. Έτσι, ο ήλιος παρομοιάζεται με ένα αστέρι. Μέσα στο άπειρο σύμπαν υπάρχουν άπειροι ήλιοι και πλανήτες.

Επηρεασμένος από τον Πλάτωνα υποστήριξε ότι ο κόσμος που βλέπουμε δεν είναι ο πραγματικός. Αυτό που αντικρίζουμε είναι οι σκιές της πραγματικότητας, οι σκιές των ιδεών. Ο μαγικοθρησκευτικός δρόμος που προτείνει ο Μπρούνο, ο οποίος θα οδηγήσει τον άνθρωπο από το σκοτάδι στο ηλιακό φως θυμίζει πολύ το δρόμο που προτείνει ο Πλάτων, για να βγει ο δεσμώτης από τη σπηλιά.

Κατά την περίοδο της Αναγέννησης υπήρξε ανάπτυξη της μαγείας, ο Μπρούνο από πολύ νωρίς ενδιαφέρθηκε γι’ αυτήν. Στα τρία έργα του De Magia, Theses de magia, De magia mathematica εμβάθυνε πολύ στη μαγεία ερευνώντας τις έννοιες ύλη, μορφή, ψυχή, σώμα, δυνάμεις και κινήσεις.  Από την ανάλυση του έργου, στόχος του ήταν να διαφωτίσει τον αναγνώστη ως προς τη λειτουργία της μαγείας και σε καμιά περίπτωση να προσφέρει μαγικές τεχνικές ή να προπαγανδίσει υπέρ της μαγείας.

Ο Μπρούνο υπήρξε ένας μεγάλος φιλόσοφος της Αναγέννησης με οξύ πνεύμα και πρωτοτυπία στη σκέψη και τον στοχασμό ήταν πολέμιος του δογματισμού και του φραγμού της σκέψης.

Πηγές:

 1)   http://ikee.lib.auth.gr

Το έργο του Giordano Bruno De Magia, Σμάρω Φιλιππίδου, Μεταπτυχιακή Εργασία, Θεσσαλονίκη 2008.

  1. https://www.ncregister.com
  2. https://en.wikipedia.org
  3. https://www-britannica-com

Οι μεγάλοι Αμφισβητίες, Γαλιλαίος, εκδ. Ο Τύπος Α.Ε, Αθήνα, 1973

Το άρθρο Τζορντάνο Μπρούνο ο μυστικιστής φιλόσοφος της Αναγέννησης εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν (1799 – 1837). Ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας https://www.pancreta.gr/alexandrpouskinpancretagr/ Fri, 05 Jun 2026 16:54:29 +0000 https://www.pancreta.gr/alexandrpouskinpancretagr/ Στις 26 Μαΐου του 1799 (6 Ιουνίου με το νέο ημερολόγιο) γεννήθηκε ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν. Το ποιητικό και το πεζό του έργο είναι η αφετηρία όχι μόνο της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας  αλλά και της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας. Στο έργο του αξιοποίησε τον πλούτο της λαϊκής φαντασίας και την παραστατική δύναμη...

Το άρθρο Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν (1799 – 1837). Ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Στις 26 Μαΐου του 1799 (6 Ιουνίου με το νέο ημερολόγιο) γεννήθηκε ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν.

Το ποιητικό και το πεζό του έργο είναι η αφετηρία όχι μόνο της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας  αλλά και της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας. Στο έργο του αξιοποίησε τον πλούτο της λαϊκής φαντασίας και την παραστατική δύναμη της ρωσικής γλώσσας. Έγραφε στη γλώσσα που άκουγε γύρω του μόνο από τους δουλοπάροικους χωρικούς. Οι ευγενείς, θεωρώντας τη ρωσική γλώσσα κατώτερη, μιλούσαν μεταξύ τους κυρίως στα γαλλικά. Η αγαπημένη του παραμάνα, η δουλοπάροικη Αρίνα Ροντιόνοβνα, η γυναίκα που τον μεγάλωσε με την άδολη αγάπη της αλλά και με τα λαϊκά παραμύθια και τα τραγούδια του λαού, ήταν για αυτόν ο ίδιος ο λαός.

“Των παιδικών μου χρόνων λατρεμένη 

φίλη μου, κουρασμένη περιστέρα· 

σε δάση σκοτεινά χαμένη, πέρα, 

η αγάπη σου ακόμη με προσμένει

(Α. Σ. Πούσκιν απόδοση :Γιώργος Μπλάνας) 

Η χειμαρρώδης, παραστατική γλώσσα των λαϊκών ρωσικών παραμυθιών τραγουδιών καλλιεργούσαν τη φαντασία του μελλοντικού ποιητή και γέννησαν μέσα του την αγάπη και το θαυμασμό για τη μητρική του γλώσσα.

Ο Αλεξάντρ  Πούσκιν εισήγαγε στη Ρωσική λογοτεχνία ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών ειδών. Έγραψε ποίηση, έμμετρα μυθιστορήματα, παραμύθια, διηγήματα και δραματικά έργα. Αξιοποιώντας  τη λαϊκή παράδοση, τον πλούτο της λαϊκής φαντασίας των παραμυθιών και των δημοτικών τραγουδιών δημιούργησε καινοτόμες ρωσικές μορφές έκφρασης σε γλώσσα απλή. Στα έργα του λέξεις απλές  ξαφνικά φωτίζονται με τρόπο μαγικό αποκτώντας  λάμψη και βάθος. Μεγαλοφυής ποιητής με φλογερή ψυχή και πνεύμα οξυδερκές, αυθεντικό ταλέντο αλλά και πάθος, το έργο του αποτέλεσε την αφετηρία της μετέπειτα απαράμιλλης ρωσικής λογοτεχνίας. Ήταν η πρώτη άνθηση  της χρυσής εποχής της ρωσικής λογοτεχνίας. Όπως έχουν αναφέρει πολλοί μελετητές του έργου του όλα τα λογοτεχνικά ρεύματα του 18 ου αιώνα συγκλίνουν στον Πούσκιν κι όλοι οι ποταμοί, όλες οι λογοτεχνικές τάσεις του 19ου αιώνα πηγάζουν από το δικό του έργο. Τα θέματα που πρώτος ο Πούσκιν έθεσε με το έργο του μπροστά στη ρωσική λογοτεχνία αλλά στη ρωσική σκέψη και φιλοσοφία ήταν αυτά που αργότερα φώτισε με το δικό της μοναδικό ταλέντο η επόμενη γενιά Ρώσων συγγραφέων. Τα θέματα της προσωπικής ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,της τιμής και του ήθους, της ομορφιάς της φύσης και της τέχνης,καθώς και το ψυχολογικό βάθος των ηρώων ήταν η ρωσική συμβολή στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Ο Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν ήταν άνθρωπος με έντονες πολιτικές πεποιθήσεις, ανυπότακτος κήρυκας της ελευθερίας, εχθρός της δουλοπαροικίας και της τυραννίας. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με άλλους φιλελεύθερους ευγενείς που απαιτούσαν από τον τσάρο παραχώρηση συντάγματος, σχηματισμό βουλής και κατάργηση της δουλοπαροικίας.

Οι φιλελεύθερες πολιτικές του απόψεις και οι φλογεροί στίχοι του που μιλούσαν για ελευθερία δυσαρεστούσαν τον τσάρο. Όταν ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ αποφάσισε να τον εξορίσει στη Σιβηρία μεσολάβησαν πολλοί φίλοι του για να μετατραπεί η εξορία σε δυσμενή μετάθεση. Στο υπουργείο εξωτερικών της ρωσικής αυτοκρατορίας, όπου υπηρετούσε ο νεαρός τότε ποιητής, προϊστάμενός του  και υπουργός εξωτερικών ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Ι. Καποδίστριας μεσολάβησε, υπερασπίστηκε τον νεαρό ποιητή και κατάφερε να μεταπείσει τον τσάρο. Πέτυχε την μετάθεση του αρχικά στη Μολδαβία και αργότερα στην Οδησσό. Η περίοδος αυτή της ζωής του, που πολύ αργότερα ονομάστηκε από τους βιογράφους του η “νότια περίοδος”, ήταν καθοριστική για τον ίδιο και το έργο του.Στη Μολδαβία και αργότερα στην Οδησσό γνώρισε τους εξεγερμένους Έλληνες. Τα γράμματα του της περιόδου αυτής ήταν γεμάτα ενθουσιασμό και ελπίδες ότι ο τσάρος θα υπερασπιστεί τους ομόθρησκους Έλληνες. Αλλά και κρυφές προσδοκίες ότι η απελευθέρωση των Ελλήνων από την τυραννία θα έχει αντίκτυπο και στην εσωτερική πολιτική του τσάρου. Ο τσάρος θα προχωρήσει σε παραχώρηση συντάγματος και στην απελευθέρωση των δουλοπάροικων. 

“Εμπρός, στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα, 

Βάστα γερά στο χέρι τ’άρματα σου! 

Μάταια δεν ξεσηκώθηκε ο Όλυμπος, η Πίνδος, οι Θερμοπύλες – δόξασμα σου. 

Απ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκε 

Η λευτεριά σου ολόφωτη, γενναία 

Κι απ’τον τάφο του Σοφοκλή, απ τα μάρμαρα της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα. 

(απόδοση Κώστα Βάρναλη) 

Τα ποιήματά του της περιόδου αυτής είναι γεμάτα ρομαντισμό, μιλούν για την ελευθερία και την αποτίναξη του ζυγού.

Τα κράτη βλέπουν τα δικά τους συμφέροντα και ο τσάρος φοβόταν τους επαναστατημένους λαούς που απαιτούσαν εθνική ανεξαρτησία και συνταγματικές ελευθερίες. Η κατανόηση αυτής της σκληρής αλήθειας ήταν καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη του ποιητή. Αργότερα οι βιογράφοι θα γράψουν ότι έφυγε από την Πετρούπολη για την εξορία ανυπάκουο αγόρι που σκάρωνε στίχους και γύρισε από το νότο ώριμος πια ποιητής. Αυτό είναι κάτι που αφορά όχι μόνο την προσωπική του ζωή, αλλά αν το μεταφέρουμε στην ποιητική του δημιουργία θα κατανοήσουμε ότι ακριβώς εδώ συντελέστηκε το πέρασμα από το ρομαντισμό στο ρεαλισμό στη δημιουργία του. Η φλόγα του ρομαντισμού, η πίστη στην απόλυτη καθαρή αλήθεια με τους ρομαντικούς εξωπραγματικούς ήρωες, μετατράπηκε σε πιστή ρεαλιστική περιγραφή της πραγματικότητας χωρίς εξωραϊσμό και εξιδανίκευση.

Η πρώτη ρομαντική περίοδος κλείνει με το ποίημά του “Οι τσιγγάνοι”, μια ωδή στην ελευθερία και στην επιστροφή στη φύση που όμως πνίγεται στο αίμα. Ο ήρωάς του ο Αλέκο επιθυμεί την ελευθερία των τσιγγάνων. Ο εγωισμός όμως του ανθρώπου της πόλης που έχει απομακρυνθεί από τους φυσικούς νόμους της αγάπης και της ελευθερίας τον οδηγεί στο φόνο της αγαπημένης του που ερωτεύεται άλλον. 

Στο αριστουργηματικό έμμετρο μυθιστόρημά του “Ευγένιος Ονιέγκιν” εισάγει στη ρωσική λογοτεχνία το θέμα του περιτού ανθρώπου.  Είναι ο αριστοκράτης που αποκομμένος καθώς είναι από το λαό,  νωθρός, κουρασμένος και απογοητευμένος δεν βρίσκει θέση στην κοινωνία. Βλέπει τον κύκλο των ευγενών με κυνισμό και ανία ενώ θεωρεί το λαό κατώτερό του πνευματικά και ηθικά. Με το εργο του αυτό ο Αλεξάντρ Πούσκιν έκανε το πρώτο βήμα στο αδιάβατο μέχρι τότε μονοπάτι της ρεαλιστικής απεικόνισης της ρωσικής πραγματικότητας. 

Μετά από την αρχειακή έρευνά του για την εξέγερση του Ε. Πουγκατσιόβ (1773-1775)έγραψε όχι μόνο ένα αξιόλογο ιστορικό έργο αλλά και τη νουβέλα “Η κόρη του λοχαγού” όπου συνδιάζει τη μυθοπλασία με ιστορικά γεγονότα από την εξέγερση των Κοζάκων με επικεφαλής τον Ε. Πουγκατσιόβ.

Το ημιτελές μυθιστόρημά του “Ο νέγρος του μεγάλου Πέτρου” ήταν αφιερωμένο στην απίστευτη ιστορία του προπάππου του από τη μεριά της μητέρας του. Στον Αφρικανό σκλάβο, άνθρωπο ικανότατο και πανέξυπνο, που ο αυτοκράτορας Πέτρος Α’ αγόρασε από τον Τούρκο σουλτάνο. Ο Πούσκιν θεωρούσε ότι από αυτόν τον πρόγονό του κληρονόμησε όχι μόνο τα σγουρά μαλλιά του αλλά και το ταλέντο του, το πάθος του για την ζωή, την ποίηση και τον έρωτα. Η καταγωγή του από Αφρικανό σκλάβο ήταν αγκάθι στο μάτι των αργόσχολων, ρηχών και επιπόλαιων σύγχρονών του αριστοκρατών που στήριζαν την υποτιθέμενη υπεροχή  και ανωτερότητά τους στην καταγωγή τους. 

Η ρωσική εθνική αυτοσυνείδηση αναδύθηκε μέσα από το λόγο του Αλεξάντρ Πούσκιν. Στα έργα του η γλώσσα του λαού και η ομορφιά της απλότητας συνθέτουν τη λάμψη της τελειότητας. Ο μεστός λόγος του, το βάθος των συναισθημάτων των ηρώων του, το ήθος και το ύφος του τόσα χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του σε μονομαχία, μιλούν στις ψυχές των αναγνωστών του,που κάθε φορά που ο νους θολώνει από θλίψη ή χαρά εκφράζονται με τα δικά του βαθιά, λιτά και τόσο ρωσικά λόγια .

Το άρθρο Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν (1799 – 1837). Ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το σεντόνι https://www.pancreta.gr/katerinananouridiigima/ Fri, 05 Jun 2026 12:33:20 +0000 https://www.pancreta.gr/katerinananouridiigima/ Δεν ήταν το κρεβάτι που έτριζε. Ούτε η υγρασία που μύριζε διάχυτα στο δωμάτιο. Ήταν που είχε χάσει τη γη κάτω απ΄το πόδια· δεν ήταν και λίγο να ανοίγεις τα μάτια και να΄ναι όλα σκοτεινά. Τις πρώτες μέρες, με βία έμενε ξύπνιος. Ηρεμιστικά, εξετάσεις, χέρια να τον ψαχουλεύουν και εκείνη η αποστειρωμένη μυρωδιά. Πονούσε και...

Το άρθρο Το σεντόνι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Δεν ήταν το κρεβάτι που έτριζε. Ούτε η υγρασία που μύριζε διάχυτα στο δωμάτιο. Ήταν που είχε χάσει τη γη κάτω απ΄το πόδια· δεν ήταν και λίγο να ανοίγεις τα μάτια και να΄ναι όλα σκοτεινά. Τις πρώτες μέρες, με βία έμενε ξύπνιος. Ηρεμιστικά, εξετάσεις, χέρια να τον ψαχουλεύουν και εκείνη η αποστειρωμένη μυρωδιά. Πονούσε και το σώμα του ναι, δεν ένιωθε τίποτα κάτω απ΄τη μέση. Ένα συνεχόμενο σκοτάδι, για λίγο ξύπνιος και για πολύ κοιμισμένος, το όνειρο, οι σκέψεις και η ίδια η πραγματικότητα είχαν αλλάξει σε μια στιγμή. Για χρόνια βρισκόταν στο φως. Όχι στα φλας. Στα πρωτοσέλιδα. Εκείνα τα όμορφα χαρτιά των εφημερίδων. Ο Βίκτορ Μπερνό. Ο πρώτος διηγηματογράφος που είχε κερδίσει την προσοχή κριτικών και αναγνωστών. Λόγος κοφτερός και μεστός. Αντάξιος των κλασικών. Τα κείμενά του συνέπαιρναν με την απλότητα και το βάθος τους. Δημοκράτης και αγωνιστής. Τα κείμενά του στα σχολειά, στις πλατείες, στα εργατικά και αστικά σαλόνια. Κάποτε τον χαρακτήρισαν πρεσβευτή της δημοκρατίας, της ελευθερίας. Δεν ήταν λίγο. Είχε σκεφτεί εκείνο το βράδυ της παρουσίασης του τελευταίου του βιβλίου, πως χρειάζεται να αποσυρθεί για λίγο. Όχι γιατί είχαν στερέψει οι ιδέες. Μα γιατί οι υψηλές ιδέες χρειάζονται και απομόνωση. Σιωπή που θα γίνει χρυσός, αν δουλευτεί προσεκτικά. Έτσι, σκεφτόταν. Όμως τώρα η ζωή του έπαιζε ένα αλλόκοτο παιχνίδι. Ένα κερί που εξάπλωσε τη φωτιά στο σπίτι. Ήταν πολλά τα προσανάμματα, βιβλία, χαρτιά, μολύβια και αφίσες. Αυτό το καταλάβαινε. Δεν θυμόταν όμως τίποτε. Κι αυτό τον τρόμαζε περισσότερο και από τη νέα συνθήκη της τυφλότητας.

Τις τελευταίες μέρες, αν ήταν μέρες, ένιωθε ένα συναίσθημα ξένο, ένα συναίσθημα που του ΄φερνε ανακατωσούρα στο στομάχι. Ήταν και τα ρημάδια τα χάπια, κατέβαζε μια χούφτα από δαύτα τρεις φορές τη μέρα. Η φωνή της νοσοκόμας ψυχρή, αγχωτική. Κυρίως μονολεκτικά απαντούσε στις λιγοστές του ερωτήσεις. Πριν λίγες μέρες είχε ζητήσει να μιλήσει με τον γιατρό. Ο γιατρός είχε μια μυρωδιά αποκρουστική, κάτι μεταξύ αίματος και καπνού. Κύριε Μπερνό, πρέπει να συνεργαστείτε, παρακολουθούμε την κατάστασή σας με τρομερή σχολαστικότητα, τον καθησύχαζε, μα η μυρωδιά μυρωδιά, του προξενούσε ανασφάλεια και φόβο. Έπειτα ήταν και οι ατέλειωτες ώρες ύπνου και ονείρων που τον είχαν εξαντλήσει. Παρελάμβαναν εικόνες από τις ιστορίες. Ήρωες και ιδέες πιάνανε ψιλή κουβέντα μαζί του σχεδόν κάθε βράδυ. Θυμόταν και παλιά που μιλούσε με τις ώρες με τα κείμενά του και τους πρωταγωνιστές του. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει κάποτε, απ΄τις ελάχιστες φορές που είχε μιλήσει δημόσια, είχε ομολογήσει πως οι ιστορίες έρχονται και τον βρίσκουν. Ανοίγω το παράθυρο και κάθονται μαζί μου στον καναπέ. Ο καναπές του. Δεν είχε τη δύναμη να ρωτήσει για το σπίτι. Το φανταζόταν ένα βουνό από στάχτη και καμμένες σελίδες. Αυτή η εικόνα του προκαλούσε μια περίεργη ανακούφιση. Πώς θα΄ταν να ξεκινούσε απ΄την αρχή; Τώρα πια οι αισθήσεις του ήταν στ΄αλήθεια οξυμμένες. Για πρώτη φορά παρατηρούσε τις δυνατότητες της όσφρησης και της ακοής. Μόνο να καταλάβαινε.

Το βράδυ εκείνο, είχαν περάσει πια δυο μήνες από την παραμονή του στο νοσοκομείο του Περτς, αποφάσισε να παρατολμήσει. Σαν άκουσε τα ελαφρά βήματα στον διάδρομο, κατάλαβε πως ήταν εκείνη η άλλη νοσοκόμα, με την γλυκιά φωνή. Είχε μέρες να φανεί. Ήταν η μόνη που περίμενε με κάποια αγωνία να συναναστραφεί. Το βήμα, η φωνή, το μαλακό δέρμα των χεριών της του δημιουργούσαν μια αίσθηση ασφάλειας. Κράτησε τα μάτια κλειστά και υποκρίθηκε πως ροχαλίζει ελαφρά. Εκείνη τον άγγιξε απαλά στον ώμο, κύριε είναι η ώρα να πιείτε τα χάπια σας. Εκείνος, δεν ανταποκρίθηκε, ελπίζοντας πως το όμορφο κορίτσι, έτσι το φανταζόταν, θα ήταν πιο ανεκτικό για απόψε. Έτσι κι έγινε. Άκουσε τα μικρά βήματα να απομακρύνονται και την πόρτα να κλείνει ελαφρά. Και το κλειδί να κλειδώνει διπλά. Άλλος ένας ήχος που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αποκωδικοποιήσει. Μα ναι, τον κλείδωναν! Πώς μπορούσε να μην το έχει συνειδητοποιήσει ως τώρα;

Η νύχτα είχε τους δικούς της ήχους. Τους δικούς του ήχους. Και ο Μπερνό είχε καιρό να νιώσει πως έχει τη δύναμη να υπάρχει σε μία, ας πούμε, κατάσταση που μπορεί με μια κάποια διαύγεια να αντιληφθεί. Κατέβηκε απ΄το κρεβάτι όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, τα πόδια του δεν είχαν πολλή δύναμη και έτσι έκρινε καλύτερο να γονατίσει και να περπατήσει στο δωμάτιο. Σύρθηκε σχεδόν σε όλη την περίμετρο του δωματίου σαν παιδί που μπουσουλάει. Το πάτωμα παγωμένο, μάλλον μάρμαρο. Λίγα έπιπλα άγγιξε πέρα απ΄το κρεβάτι του. Ένα μικρό κομοδίνο με ένα συρτάρι, μια φθαρμένη καρέκλα, μπόρεσε να ψηλαφίσει. Δεν βρήκε πουθενά παράθυρο, τουλάχιστον όχι στο ύψος που μπορούσε να φτάσει. Μα από κάπου ακουγόταν ο αέρας. Ίσως ήταν ψηλά. Βρήκε τουλάχιστον το καλοριφέρ. Οι σωλήνες ήταν μισοσβησμένοι πια. Τους αγκάλιασε. Χρειαζόταν λίγη ζεστασιά. Χρειαζόταν κάποιον να του εξηγήσει. Έκλαψε πολύ. Τα δάκρυα έκαναν το μυαλό να καθαρίσει. Τουλάχιστον έμενε ξύπνιος. Είχε πια καταλάβει πως τα χάπια τον κρατάνε σε καταστολή. Είχε αποφασίσει να μην τα ξαναπάρει. Στον τοίχο πίσω απ΄το κρεβάτι του είχε γδάρει λίγο τον σοβά και δημιουργήσε μια τρύπα. Εκεί θα τα έκρυβε.

Πέρασαν μέρες και νύχτες αϋπνίας. Δεν ένιωθε όμως κουρασμένος. Το αντίθετο. Ένιωθε πλήρως συντονισμένος. Το κόλπο με τα χάπια δούλευε καλά ως τώρα και το θέατρο της υπνηλίας, είχαν καταφέρει να ξεγελάσουν τις νοσοκόμες που περνούσαν τρεις φορές τη μέρα για να ελέγξουν την κατάστασή του. Δεν ήταν σπουδαίο, μα ήταν ικανό να τον ταράξει. Ένας υπόκωφος ήχος, μεταλλικός και ρυθμικός δονούσε τα τελευταία βράδια τους σωλήνες του καλοριφέρ. Ήταν συνήθως γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα, αν το ρολογάκι που του έλεγε την ώρα, συνέχιζε να λειτουργεί με ακρίβεια, ήταν η ώρα που κούρνιαζε στο καλοριφέρ για να νιώσει λίγη θαλπωρή. Τέσσερις με πέντε συνήθως θα αποκοιμιόταν. Εκείνο το βράδυ όμως, οι ήχοι που ανέβαιναν και δονούσαν τον σωλήνα ήταν πιο έντονοι. Ήταν σήματα μορς!

Θυμήθηκε πριν 20 χρόνια περίπου στα 18 του. Τα αγωνιστικά του χρόνια. Για μια δεκαετία κοντά έζησε στο υπόγειο του Χους, μαζί με τους άλλους. Προκηρύξεις, πειρατικό ραδιόφωνο, μικρές απόπειρες σωτηρίας. Πέρασαν δέκα χρόνια για να αποκατασταθεί η δημοκρατία. Ο Δημοκρατικός Αγώνας, που ήταν στην κυβέρνηση από τότε, του είχε προτείνει και σε πολλούς άλλους επαναστάτες της εποχής να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση. Μα όχι. Κανείς. Ούτε στο κόμμα γραφτήκανε ποτέ. Ο καθένας χάραξε την πορεία του. Στα 32 του ο Μπερνό είχε πια καθιερωθεί στο συγγραφικό ορίζοντα. Μα κουβαλούσε και το φορτίο της επανάστασης μαζί. Αυτό δίνει πάντα μια αίγλη. Οι κριτικοί βέβαια πάντα αναρωτιόντουσαν γιατί δεν προχωράει στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Ο Μπερνό δεν είχε απάντηση. Υποψιαζόταν πως οι πικρές ιστορίες πρέπει να κρατάνε λίγο.

Άπλωσε τις δονήσεις στο μυαλό του και διάβασε τα ρυθμικά σήματα που ανέβαιναν από τον σωλήνα του καλοριφέρ, που είχε αρχίσει πια να παγώνει. ΣΕ 5 ΜΕΡΕΣ_ΜΑΡΓΚΩ_ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΛΥΤΑ_ΕΞΩ_ ΟΒΕΡ, ανέβαινε ο ήχος από κάτω. ΜΠΕΡΝΟ_ΞΕΠΟΥΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ_ΕΙΜΑΣΤΕ_ΜΟΝΟΙ. Αμφέβαλλε πολύ για αυτά που άκουσε, μα κάτι μέσα του ένιωθε πως τον καθοδηγεί σωστά. Ποιος ξεπουλήθηκε; Ποιοι φασίστες; Ακαριαία πήγε να χτυπήσει τον σωλήνα για να απαντήσει, μα κάτι μέσα του τον κράτησε. Ο Μπερνό ξεπουλήθηκε. Αυτή η φράση ηχούσε ξανά και ξανά. Ποια ήταν η Μαρκγώ; Μήπως το κορίτσι με τη γλυκιά φωνή; Είχε πέντε μέρες μόνο. Και πέντε νύχτες. Έπρεπε να δράσει. Χρειαζόταν την γραφομηχανή του. Τα δάχτυλα ήξεραν τον δρόμο των γραμμάτων, δεν θα΄ταν εμπόδιο ότι δεν βλέπει. Μα πώς;

Το επόμενο πρωί επιβεβαίωσε τις υποψίες του. Από το χαμηλόφωνο τρανζιστοράκι του φύλακα, έξω από την πόρτα του. Είχε πέσει η κυβέρνηση και χρησιμοποίησαν το όνομα και τα έργα του προπαγανδιστικά. Δεν είχε πολύ χρόνο. Μόνο τέσσερις μέρες. Δυστυχώς, όπως περίμενε, απαγορευόταν να του δώσουν χαρτί και μολύβι, πόσο μάλλον γραφομηχανή. Δεν τον πείραζε. Είχε ήδη πάρει την απόφασή του. Μόνο να ξανασυναντούσε την Μαργκώ. Τα υπόλοιπα θα τα τακτοποιούσε.

Ήξερε πως η Μαργκώ έχει βάρδια κάθε τρεις μέρες. Κι έτσι το βράδυ την περίμενε με αγωνία. Τα ελαφρά βήματα οδηγήθηκαν όπως πάντα με διακριτικότητα προς το κρεβάτι του. Τον χάιδεψε στο μέτωπο. Τα χάπια σας κύριε. Ο Μπερνό της ζήτησε να χαμηλώσει το αυτί της και να τον ακούσει προσεκτικά. Δεν ξεπουλήθηκα, Μαργκώ. Εκείνη, του φίλησε τα χέρια. Ένιωθε και τα δικά της δάκρυα τώρα να στάζουν στο χέρι του. Ακούσατε το σήμα, ήμουν σίγουρη! Αλλοίωσαν τις λέξεις σας, τους τελευταίους μήνες το πρόσωπό σας, κύριε Μπερνό, φιγουράρει σε όλους τους δρόμους με τη φράση «ΑΚΟΛΟΥΘΩ ΚΑΙ ΕΓΩ ΤΗΝ ΝΕΑ ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΜΟΡΑΛ». Έτσι λεγόταν η νέα ακροδεξιά κυβέρνηση. Κάποιοι σας μισούν, κάποιοι όμως έχουν πειστεί από εσάς και υποστηρίζουν τη νέα κατάσταση, εξηγούσε η Μαργκώ ψιθυριστά. Ο Μπερνό της χαμογέλασε. Θα περάσεις και για τα δικά μου άπλυτα τότε, σε δύο ημέρες, έτσι; Η Μαργκό έγνεψε καταφατικά. Και κάτι ακόμη. Θα μου βρεις ένα καθρεφτάκι;

Σε τέσσερις μέρες η πόλη φλεγόταν. Οι επαναστάτες είχαν βάλει φωτιές και είχαν πείσει τον κόσμο να βγει στη μεγάλη πλατεία. Το φορτηγό έφτανε με τους φυλακισμένους από το νοσοκομείο Περτς και οι κάδοι με τα άπλυτα ήταν βαριοί. Όταν άνοιξαν και τον τελευταίο, δεν βρήκαν τον Μπερνό. Η Μαργκώ τον είχε βρει το προηγούμενο βράδυ νεκρό στο κρεβάτι του. Πάνω στο σεντόνι αίματα και θραύσματα. Ένα πελώριο σεντόνι γραμμένο με το αίμα του. Το νέο του μυθιστόρημα. Το τύλιξε στα άπλυτα μαζί με τους άλλους. Τώρα ανέμιζε στη μεγάλη πλατεία. Σε λίγο κάποιος θα το διάβαζε δυνατά και θα ακουγόταν σε όλο το συγκεντρωμένο πλήθος:

«Οι υψηλές ιδέες γράφονται με αίμα. Να, που κυριολεκτώ. Αυτή η ιστορία δεν είναι δική μου. Πρωταγωνιστές είστε όλοι εσείς. Εγώ μονάχα, ξέρω πως αξίζει να πεθαίνεις για να γράφεις ιστορίες. Όπως αξίζει να πεθαίνεις για την δημοκρατία».

Της Κατερίνας Νανούρη

Το άρθρο Το σεντόνι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Χρόνης Μίσσιος: Το νόημα της ελευθερίας https://www.pancreta.gr/chronismissiospancretagr/ Fri, 05 Jun 2026 12:06:47 +0000 https://www.pancreta.gr/chronismissiospancretagr/ Χρόνης Μίσσιος (9 Νοεμβρίου 1930 – 20 Νοεμβρίου 2012) “Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.” Το νόημα της ελευθερίας Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το...

Το άρθρο Χρόνης Μίσσιος: Το νόημα της ελευθερίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Χρόνης Μίσσιος (9 Νοεμβρίου 1930 – 20 Νοεμβρίου 2012)

“Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.”

Το νόημα της ελευθερίας

Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας. Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

Η “κωλοεφεύρεση” που τη λένε ρολόι

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

Το άρθρο Χρόνης Μίσσιος: Το νόημα της ελευθερίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ματίλδη https://www.pancreta.gr/matildipancretagrchatzipanagiotou/ Fri, 05 Jun 2026 08:16:12 +0000 https://www.pancreta.gr/matildipancretagrchatzipanagiotou/ Η Ματίλδη πήρε να διαβάσει ένα βιβλίο για να απολαύσει τη σαββατιάτικη ραστώνη. Η θάλασσα δε φαινόταν από το στενό της, αλλά το δροσερό αγέρι του προχωρημένου Μάη έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και έστελνε την αλμύρα της. Ταυτόχρονα έβαλε δίπλα της δυο–τρία παξιμάδια μαζί με αλατσοελιές για να κατευνάσει τη λιγούρα. Στα δεκατρία της...

Το άρθρο Ματίλδη εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Η Ματίλδη πήρε να διαβάσει ένα βιβλίο για να απολαύσει τη σαββατιάτικη ραστώνη. Η θάλασσα δε φαινόταν από το στενό της, αλλά το δροσερό αγέρι του προχωρημένου Μάη έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και έστελνε την αλμύρα της. Ταυτόχρονα έβαλε δίπλα της δυο–τρία παξιμάδια μαζί με αλατσοελιές για να κατευνάσει τη λιγούρα. Στα δεκατρία της χρόνια πεινούσε διαρκώς, το στομάχι πλήρωνε την καλπάζουσα εφηβεία της. Δεν ήταν εύκολο όμως να συγκεντρωθεί καθώς από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένα σούσουρο, φανερή αντίθεση στη βουβαμάρα των ημερών. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο πατέρας αλαφιασμένος:

-Ματίλδη, σήκω αμέσως και ετοίμασε μια βαλίτσα με τα πιο απαραίτητα ρούχα σου. Τώρα, αμέσως, χωρίς καμία καθυστέρηση.

– Γιατί πατέρα; Πού θα πάμε;

– Ταξίδι Ματίλδη, είπε ο πατέρας κι έκλεισε αμέσως την πόρτα.  

Σε λίγες μέρες έφτασε στο ίδιο δωμάτιο ο Σάμι. Στο λιμάνι επικρατούσε ακόμη η πρωινή ησυχία, και λίγοι μόνο μαγαζάτορες της Παλιάς Πόλης είχαν ανοίξει τα μαγαζιά τους, μήπως τους πέσει τουρίστας από πρωινή πτήση ή από το καράβι που έπιανε Σούδα τα χαράματα. Καραβίσιος ήταν κι ο Σάμι. Είχε την μάλλον κοινότοπη ιδέα να έρθει για διακοπές το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιούνη, πριν κλείσουν τα σχολεία και τα Χανιά πήξουν. Μάταιος κόπος. Τα λεφούσια των τουριστών είχαν ήδη πλημμυρίσει τον τόπο. Το πώς βρήκε αυτό το RBNB στο Παλιό Λιμάνι οφείλεται μάλλον στις χαμηλές του απαιτήσεις, έτσι κι αλλιώς μόνος ταξίδευε, λίγη χαλάρωση ήθελε. Η επιλογή των Χανίων ήταν κλασική τουριστική επιλογή και ελάχιστη σχέση είχε με την καταγωγή του παππού του. Ήξερε ότι η οικογένειά του βαστάει από την Κρήτη, αλλά εδώ και δεκαετίες κανένας συγγενής του δε ζούσε πια εδώ.

Βρήκε το κλειδί στην πόρτα και ανέβηκε. Ρίχνοντας μια ματιά στο δωμάτιο κατάλαβε το γιατί στις δέκα Ιουνίου βρήκε δωμάτιο στην καρδιά του Παλιού Λιμανιού. Η επίπλωση παμπάλαια και λιτή. Η τουαλέτα έξω από την κάμαρα. Δεν είχαν μπει καν στον κόπο να καθαρίσουν. Στο τραπέζι υπήρχαν ακόμη παξιμάδια κι ελιές και ένα ανοιχτό βιβλίο από τον προηγούμενο ενοικιαστή. Είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με κάποια κυρία Σάρα, αλλά τώρα δεν απαντούσε.

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μια έφηβη. Του έριξε μια ματιά γεμάτη απορία και τον ρώτησε:

-Εσύ ποιος είσαι;

-Εγώ; Ο Σάμι. Εσύ ποια είσαι; Πώς μπήκες εδώ μέσα;

-Πώς μπήκα; Τι θα πει «πώς μπήκα». Εδώ είναι το σπίτι μου. Ματίλδη με λένε.

Η Ματίλδη έπιασε να συγυρίζει. Ανασήκωσε το πιάτο με τις ελιές και καθάρισε τα ψίχουλα. Έκλεισε το ανοιχτό βιβλίο και άρχισε να στρώνει το κρεβάτι με τα παλιομοδίτικα αλλά καθαρά στρωσίδια. Είχε μεγάλη οικειότητα με τον χώρο, ήταν σαν το ψάρι μέσα στο νερό. Για την ακρίβεια ήταν σαν να είχε μόλις βγει από το νερό. Τα μαλλιά της ήταν ακόμη βρεγμένα, είχε αλμύρα γύρω από τα μάτια. Αυτό δεν ήταν περίεργο, πολλοί έριχναν μια πρωινή βουτιά, το περίεργο ήταν ότι ακόμη και τα ρούχα της ήταν νωπά.

«Ή έπεσε με το φουστάνι ή το έβαλε πριν σκουπιστεί», σκέφτηκε ο Σάμι.

-Και από πού είσαι Σάμι; η Ματίλδη είχε όρεξη για κουβέντα.

-Από Αθήνα.

-Με το καράβι ήρθες;

-Ναι, ήμουνα στο «Έλυρος».

-Κι εγώ μόλις ήρθα, ήμουν στο «Ταναΐς».

-Υπάρχει καράβι «Ταναΐς»;

-Υπάρχει, πώς δεν υπάρχει. Πρώτη φορά στα Χανιά;

-Πρώτη. Ο παππούς μου ήταν Κρητικός, αλλά έφυγε δεκαετίες πριν.

Η Ματίλδη τον κοίταξε εξεταστικά.

– «Σάμι» είπες; Μη μου πεις ότι σε λένε Τρέβεζα;

Ο Σάμι μισάνοιξε το στόμα διστακτικός:

– Ναι, ο Σάμι ο Τρέβεζας είμαι.

-Καλέ, ο εγγονός του Σαμουήλ είσαι; Φτυστός ο παππούς σου! Τι «δεκαετίες» μου λες. Εμένα μου φαίνεται ότι φύγατε πριν από δυο-τρία χρόνια. Απέναντι έμενε ο παππούς σου. Σκουφών 9 εμείς, Σκουφών 6 εσείς. Φύγατε όταν περίπου χάσαμε την αδελφή μου τη Σουλτάνα.

– Ωχ, είχες αδελφή που πέθανε; Λυπάμαι!

– Γι’ αυτό ήρθα πάλι. Με έστειλαν οι γονείς μου να δω τον τάφο της Σουλτάνας μας, να τον περιποιηθώ, να τον καθαρίσω, να αφήσω λίγα λουλούδια.

– Και πότε πέθανε η αδελφή σου;

– Το 1942, δύο χρόνια πριν φύγουμε.

Ο Σάμι ήδη αισθανόταν κούραση και ζάλη. Το βαπόρι φαίνεται πως τον είχε ανακατέψει. Άφησε τα πράγματά του όπως ήταν και πήρε μόνο το πορτοφόλι και το κινητό του, χωρίς σήμα από ώρα. Η  Ματίλδη είχε αρχίσει να τρώει ό,τι είχε απομείνει από τα παξιμάδια και τις ελιές.

Βγήκε στην Οβριακή γειτονιά της πόλης, έτσι την λένε ακόμη. Είχε ήδη πολύ κόσμο, αλλά κανέναν τουρίστα. Όλοι ντόπιοι, όλοι με τα καλά τους. Ήταν Σάββατο και κανένας δεν δούλευε στη γειτονιά. Η συναγωγή είχε μισοαδειάσει. Περνώντας από κάποιο δίπατο σπίτι άκουσε πιάνο. Όλοι τους ήταν ακόμη εδώ. Ακόμη.

Η 27η Ιανουαρίου έχει ορισθεί Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος και Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος

Σημειώσεις:

Το μεγαλύτερο μέρος της εβραϊκής κοινότητας της Κρήτης χάθηκε στο ναυάγιο του «Ταναΐς». Στις 7 Ιουνίου του 1944 οι Γερμανοί επιβίβασαν στο Ταναΐς 350 Εβραίους της Κρήτης μαζί με άλλους 250 Έλληνες και Ιταλούς αιχμαλώτους. Στόχος ήταν η μεταφορά τους στα στρατόπεδα εξόντωσης. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες το πλοίο τορπιλίστηκε και χάθηκαν άπαντες.

Τα στοιχεία για την εβραΐκή κοινότητα των Χανίων συλλέχθηκαν από το αφιέρωμα «Οι Εβραίοι της Κρήτης» του ιστορικού Ευθύμη Λεκάκη που δημοσιεύτηκε στις 23 Αυγούστου του 2018 στα Χανιώτικα Νέα.  Σύμφωνα με το δημοσίευμα:

  • Η Σαλφατή Ματίλδη γεννήθηκε το 1931 στα Χανιά και διέμενε στην οδό Σκουφών 9. Πιθανότητα χάθηκε στο ναυάγιο του Ταναΐς στις 9 Ιουνίου του 1944.
  • Η Σαλφατή Σάρα, μάλλον μητέρα της Ματίλδης, γεννήθηκε το 1896. Πιθανότητα χάθηκε στο ναυάγιο του Ταναΐς στις 9 Ιουνίου του 1944.
  • Η Σαλφατή Σουλτάνα, μάλλον αδελφή της Ματίλδης,  γεννήθηκε το 1926 και πέθανε μέσα στην κατοχή το 1942. Ο τάφος της δεν βανδαλίστηκε από τους Γερμανούς όπως όλοι οι άλλοι εβραϊκοί τάφοι, πιθανότατα επειδή το μικρό της όνομα δεν παρέπεμπε με βεβαιότητα σε Εβραία και ήταν γραμμένο με ελληνικούς χαρακτήρες. Σωζόταν μέχρι πρότινος στη Νέα Χώρα Χανίων.
  • Ο Τρέβεζας Σαμουήλ, γεννήθηκε το 1921. Με καταγωγή από τη Ζάκυνθο έμενε στην οδό Σκουφών 6 στα Χανιά. Κατόρθωσε να διαφύγει στην Αθήνα και εκεί κρυπτόμενος επέζησε.

Το άρθρο Ματίλδη εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Η δίκη του Βερονέζε από την Ιερά Εξέταση για τον πίνακα Δείπνο στο σπίτι του Λευί https://www.pancreta.gr/dikiveronezedeipnoleyi/ Fri, 05 Jun 2026 02:49:29 +0000 https://www.pancreta.gr/dikiveronezedeipnoleyi/ Δείπνο στο σπίτι του Λευί (1573) Ο Πάολο Καλιάρι (1528 – 1588) ή αλλιώς Βερονέζε, όνομα που πήρε από την πόλη καταγωγής του την Βερόνα, μαθήτευσε στο εργαστήριο του θείου του στη Βερόνα και στη συνέχεια εργάστηκε στη Μάντοβα και την Βενετία. Ένας ζωγράφος εκλεπτυσμένης κομψότητας και ηδυπάθειας, αποτύπωσε την αμέριμνη και εύθυμη ζωή των...

Το άρθρο Η δίκη του Βερονέζε από την Ιερά Εξέταση για τον πίνακα Δείπνο στο σπίτι του Λευί εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Δείπνο στο σπίτι του Λευί (1573)

Ο Πάολο Καλιάρι (1528 – 1588) ή αλλιώς Βερονέζε, όνομα που πήρε από την πόλη καταγωγής του την Βερόνα, μαθήτευσε στο εργαστήριο του θείου του στη Βερόνα και στη συνέχεια εργάστηκε στη Μάντοβα και την Βενετία.

Ένας ζωγράφος εκλεπτυσμένης κομψότητας και ηδυπάθειας, αποτύπωσε την αμέριμνη και εύθυμη ζωή των αρχόντων της Βενετίας. Η διακοσμητική τεχνοτροπία του πολλές φορές υπερτερούσε της θρησκευτικής και ιστορικής έμπνευσης και ακρίβειας. Για το λόγο αυτό στις 13 Ιουλίου 1573 πέρασε από δίκη της Ιεράς Εξέτασης για ένα έργο του στην εκκλησία του Σαν Τζανίπολο (San Zanipolo) της Βενετίας.

Ο πίνακας με θέμα τον Μυστικό Δείπνο προοριζόταν για την τραπεζαρία της βασιλικής του Σαν Τζανίπολο, για να αντικαταστήσει έναν πίνακα του Τιτσιάνο που είχε καταστραφεί  από πυρκαγιά. Η σύνθεση, με ύψος 5 μέτρα και πλάτος 12 μέτρα, ήταν μια αστραφτερή, λυρική απεικόνιση, η οποία αντανακλούσε μια πληρότητα ζωής μέσα από την αποτύπωση ενός δείπνου.

Το θέμα του πίνακα ήταν το δείπνο του βίαιου φοροεισπράκτορα των Ρωμαίων Λευί με καλεσμένους τον Χριστό αλλά και πολλούς ανήθικους και διεφθαρμένους ανθρώπους. Η παρουσία του Χριστού σε αυτό το δείπνο είχε συμβολική σημασία, ώστε να τους κάνει να μετανοήσουν. Στην πολυπληθή αυτή σύναξη μπορούμε να δούμε Γερμανούς στρατιώτες, νάνους και παράξενα εξωτικά ζώα. Η απεικόνιση αυτή προκάλεσε την Ιερά Εξέταση και θεωρήθηκε βλάσφημη.

O ζωγράφος κατηγορήθηκε ότι ενσωμάτωσε στη σκηνή βλάσφημα στοιχεία και κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις. Έπρεπε να δικαιολογήσει το γεγονός της απεικόνισης  μεθυσμένων μορφών, Γερμανών αγροτών, νάνων, ζώων.

Οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη η κατάσταση θα ήταν ιδιαιτέρως επικίνδυνη από την Ιερά Εξέταση για τον ζωγράφο, όμως στη Βενετία η δύναμη της δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε να αποβεί μοιραία για την ζωή του.

Ο Βερονέζε απέναντι στους Ιεροεξεταστές υπερασπίστηκε με μοναδικό τρόπο τον εαυτό του και την ελευθερία της έκφρασης. Υποστήριξε ότι θα έπρεπε να επιτρέπεται στον ζωγράφο να αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του και να δημιουργεί χωρίς απαγορεύσεις και περιορισμούς. Ήταν η πρώτη φορά όπου κάποιος καλλιτέχνης μίλησε με θάρρος για την ελευθερία της έκφρασης, ήταν μια σημαντική ιστορική στιγμή.

Μετά το τέλος της απολογίας του οι Ιεροεξεταστές του ζήτησαν να κάνει κάποιες αλλαγές στην σύνθεση, όμως ο Βερονέζε άλλαξε μόνο τον τίτλο του έργου. Ο Μυστικός Δείπνος μετονομάστηκε Δείπνο στο Σπίτι του Λευί.

Ο καλλιτέχνης σε αυτό το έργο διερεύνησε τις διακοσμητικές πτυχές της ζωγραφικής και έδωσε μεγάλη σημασία στο χρώμα, ώστε να δημιουργήσει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Ενσωμάτωσε στη ζωγραφική του ένα ακριβό υλικό από μετάξι, το οποίο του επέτρεπε να αποδίδει τις αποχρώσεις χωρίς να αποδεσμεύει τα χρώματα από το θέμα του έργου. Εξέλιξε το καλλιτεχνικό του ύφος και ειδικεύτηκε στην περιγραφή πολυτελών υλικών, λίθων και κοσμημάτων αντίθετα από κάθε άλλο ζωγράφο του 16ου αιώνα. Το έργο σήμερα φιλοξενείται στην Gallerie dell’Academia στην Βενετία.

Πηγές

  • Marion Kaminski,  Τέχνη και Αρχιτεκτονική – Βενετία, εκδ. Ελευθερουδάκης.
  • https://www.khanacademy.org

https://en.wikipedia.org

Το άρθρο Η δίκη του Βερονέζε από την Ιερά Εξέταση για τον πίνακα Δείπνο στο σπίτι του Λευί εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>