ΑΡΘΡΑ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/category/arthra/ Ενημέρωση // Άποψη // Προβολή Wed, 22 Jul 2026 10:30:52 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.2 https://www.pancreta.gr/wp-content/uploads/2026/03/cropped-fav-32x32.png ΑΡΘΡΑ Αρχεία • PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις https://www.pancreta.gr/category/arthra/ 32 32 Γκρέιτ φάμιλι https://www.pancreta.gr/greatfamilypancretagr/ Wed, 22 Jul 2026 08:26:10 +0000 https://www.pancreta.gr/greatfamilypancretagr/ Ο Χρήστος για τα εικοσιτρία του χρόνια ήταν ένα έμπειρο γκαρσόνι. Μόνο που στην πόλη του, τη Δράμα, τα μεροκάματα ήτανε ψόφια. Μια η κρίση, μια η πανδημία τα μαγαζιά ήταν πιο πολύ κλειστά παρά ανοιχτά. Ψάχτηκε λοιπόν και γνωστός τού γνωστού βρέθηκε Απρίλη μήνα σε οικογενειακή ταβέρνα στην παλιά πόλη των Χανίων. Όπως και...

Το άρθρο Γκρέιτ φάμιλι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο Χρήστος για τα εικοσιτρία του χρόνια ήταν ένα έμπειρο γκαρσόνι. Μόνο που στην πόλη του, τη Δράμα, τα μεροκάματα ήτανε ψόφια. Μια η κρίση, μια η πανδημία τα μαγαζιά ήταν πιο πολύ κλειστά παρά ανοιχτά. Ψάχτηκε λοιπόν και γνωστός τού γνωστού βρέθηκε Απρίλη μήνα σε οικογενειακή ταβέρνα στην παλιά πόλη των Χανίων. Όπως και να το κάνεις η τουριστική σεζόν στην Κρήτη ήταν όλο υποσχέσεις. Η μικρή επιχείρηση ανήκε στους Παπαδάκηδες. Πατέρας, μάνα, γιοι, όλοι επιστρατευμένοι στην κουζίνα, στην ταμειακή και στο σερβίρισμα. Στη σεζόν χρειαζόταν 3-4 ακόμη άτομα, ανοιχτοί όλη μέρα βλέπεις. Εκεί κόλλησε κι ο Χρήστος.

Στο δεύτερο κιόλας πρωινό στη δουλειά είδε πρώτη φορά τον Κένεθ. Ένα κοκκινομάγουλο ανθρωπάκι γύρω στα εβδομήντα. Λιανός και λίγο καμπούρης, είχε μάλλον σκεβρώσει λίγο από τα χρόνια. Έπιασε τραπέζι στον ήλιο και παράγγειλε καφέ.

Όταν ο Χρήστος πήρε τον καφέ να του τον πάει, ο Μανούσος ο Παπαδάκης του είπε «πες του κερασμένος ο καφές από μας, από την οικογένεια».

-Ιτς φρι. Φρομ φάμιλι, του είπε ο Χρήστος με τα ψευτο-αγγλικά του.

Ο ασπρομάλλης πελάτης ενθουσιάστηκε.

– Oh, thanks a lot! They are lovely! Are you a newcomer?

– E…, γιες, άι εμ…

Ο Χρήστος ήδη μετάνιωνε για τις κοπάνες που έκανε από το φροντιστήριο των Αγγλικών. Εδώ έπρεπε να τα βελτιώσει γρήγορα για να βγει η σεζόν. Το ανθρωπάκι συνέχισε:

– Papadaki’s family is great! Cheers, my friends! είπε και σήκωσε το ποτήρι το νερό στραμμένος προς το ταμείο.

Αργότερα οι Παπαδάκηδες του εξήγησαν. Ο Κένεθ είναι Εγγλέζος. Συνταξιούχος δάσκαλος που η σύνταξή του είναι πενιχρή για την Αγγλία, αλλά φτάνει και περισσεύει για την Ελλάδα. Λίγο τα οικονομικά του, λίγο τα αρθριτικά του που αποζητούσαν τον ήλιο της Μεσογείου, αποφάσισε να έρθει μόνιμα στην Ελλάδα να ζεσταίνει τα κόκαλά του. Η γυναίκα του πεθαμένη από χρόνια. Έχει μια κόρη στο Νόριτς την οποία υπεραγαπά, αλλά έχει τη ζωή της, δεν θέλει να της γίνεται φόρτωμα.

Το βραδάκι να ‘τος πάλι ο Κένεθ στην ταβέρνα. «Μέρα παρά μέρα έρχεται να φάει εδώ», του είπε ο άλλος Παπαδάκης, ο Γιάννης. Σαλάτα, μπιφτέκι, κρασί. Πριν ψηθεί το «στέικ» είχε ήδη πιει το μισόκιλο και ζήτησε το δεύτερο. Με τις τελευταίες μπουκιές ο Παπαδάκης κάλεσε τον Χρήστο: «Στείλ’ του μισό κιλό ακόμη και πες του από μας. Κερασμένο». Ήταν φανερό ότι ο Κένεθ τα έτσουζε.

-Oh, thank you! Their hospitality is legendary! They are like relatives to me.

Ο Χρήστος κατάλαβε τα μισά. Γύρισε πάλι στο ταμείο όπου πατέρας και γιος συζητούσαν χαμογελώντας.

– Τι σημαίνει «ρέλατιβς»; Κάτι λέει που δεν το έπιασα.

– Συγγενείς! Λέει ότι μας έχει σαν συγγενείς, του εξήγησαν σκασμένοι στα γέλια.  Συχνάζει εδώ και μας έχει συμπαθήσει το εγγλεζάκι. Όπως μάλλον θα έχεις καταλάβει ο τυπάκος είναι αλκοολικός. Μόλις πιει κι αυτό, στείλ’ του ένα καραφάκι τσικουδιά από μας.

– Μα έχει ήδη πιει δυο λίτρα κρασί και έχει επισκεφτεί τέσσερις φορές την τουαλέτα.  Σε λίγο θα μεθύσει κανονικά!

-Ε, τότε φιλαράκι θα έρθει η ώρα του λογαριασμού. Για την ώρα κέρνα τον τσικουδιά.

Το νεοφερμένο γκαρσόνι με τις μέρες κατάλαβε. Ο μοναχικός Κένεθ είχε ανάγκη από μια αίσθηση οικογένειας. Είχε ανάγκη και από το αλκοόλ. Τους κερασμένους καφέδες του πρωινού, τους πλήρωνε πανάκριβα το βράδυ όταν παρέδιδε την πιστωτική του κάρτα για τον λογαριασμό. Τα κερασμένα ποτά τα είχε ήδη διπλοπληρώσει, όταν τρεκλίζοντας απομακρυνόταν προς το σπίτι του. Όταν το παραέκανε στο ποτό οι Παπαδάκηδες τού καλούσαν ταξί. Έναν ξάδελφο ταξιτζή που του χρέωνε τα τριπλά και έπαιρνε το μερίδιό της και η «great family».

Κάποτε ο Χρήστος ψέλισε κάτι σαν υπεράσπιση του Κένεθ:

-Τον μαδάμε κανονικά τον φουκαρά, ε;

-Κοίτα, Χρήστο, μην τον λυπάσαι. Όταν το κατακαλόκαιρο πιάνει μόνος του τραπέζι για μια χωριάτικη θα είναι σκέτη χασούρα. Ας πούμε ότι του παίρνουμε προκαταβολή. 

Τις πρώτες εβδομάδες ο Χρήστος μελαγχολούσε λίγο. Ίσως ένιωθε και κάποιες τύψεις. Διαπίστωσε πως οι «Κένεθ» που πλήρωναν διπλή και τριπλή την ελληνική hospitality ήταν καμπόσοι. Γρήγορα όμως έμαθε να παίρνει κι αυτός κατιτίς από τα ακούσια φιλοδωρήματα. Στο κάτω-κάτω δε θα έχανε τη δουλειά του για έναν συνταξιούχο Εγγλέζο. Και – έτσι είναι ρε γαμώτο η ζωή – τα πάντα πληρώνονται ακριβά σε αυτόν τον κόσμο. Ακόμη και η φιλία, ίσως και μια αίσθηση οικογένειας.

Τον Αύγουστο σταμάτησε να έρχεται για λίγες μέρες. Πάνω στη φούρια της δουλειάς δεν το παρατήρησε κανένας. Η μυρωδιά του πτώματος έφερε την πυροσβεστική για να σπάσει την πόρτα. Όταν το έμαθαν στην ταβέρνα, ο Μανούσος αρκέστηκε να παρατηρήσει:

-Το ποτό θέλει ρέγουλα. Τα ‘θελε και τα ‘παθε το εγγλεζάκι…

Σημ: Το κείμενο «Γκρέιτ φάμιλι» γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής της Κατερίνας Νανούρη. Είναι μέρος μιας σειράς κειμένων πάνω σε μια ιδέα της Κατερίνας Μαντίλ με κοινό τόπο «το βρισκούμενο».

Το άρθρο Γκρέιτ φάμιλι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Θεοφάνης ο Έλληνας (1340 – 1415) https://www.pancreta.gr/theofanisoellinas/ Wed, 22 Jul 2026 08:09:39 +0000 https://www.pancreta.gr/theofanisoellinas/ Το ανέσπερο φως στις αγιογραφίες του θεμελιωτή της ρωσικής αγιογραφίας. Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του θεμελιωτή της ρωσικής αγιογραφίας, του Έλληνα αυτού δάσκαλου της ζωγραφικής. Ο Θεοφάνης προσκλήθηκε στη ρωσική πόλη Νόβγκοροντ,για να εργαστεί ως ζωγράφος -αγιογράφος και έφτασε στη Ρωσία γύρω στα 1370. Η βυζαντινή τέχνη και αγιογραφία ήταν υπόδειγμα και σημείο αναφοράς...

Το άρθρο Θεοφάνης ο Έλληνας (1340 – 1415) εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το ανέσπερο φως στις αγιογραφίες του θεμελιωτή της ρωσικής αγιογραφίας.

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του θεμελιωτή της ρωσικής αγιογραφίας, του Έλληνα αυτού δάσκαλου της ζωγραφικής. Ο Θεοφάνης προσκλήθηκε στη ρωσική πόλη Νόβγκοροντ,για να εργαστεί ως ζωγράφος -αγιογράφος και έφτασε στη Ρωσία γύρω στα 1370.

Η βυζαντινή τέχνη και αγιογραφία ήταν υπόδειγμα και σημείο αναφοράς για όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, για αυτό και στη Ρωσία συνηθιζόταν να προσκαλούν από το Βυζάντιο λόγιους, μεταφραστές, καλλιγράφους και ζωγράφους.

Τον 14ο αιώνα, όταν ο Θεοφάνης προσκλήθηκε στη Ρωσία, η πόλη Νόβγκοροντ ήταν το μεγαλύτερο πολιτιστικό κέντρο της Ρωσίας. Στα μοναστήρια του Νόβγκοροντ γίνονταν αντιγραφές χειρογράφων και βιβλίων τα οποία διακοσμούνταν με μινιατούρες. Οι καλλιτέχνες -μικρογράφοι διακοσμούσαν τα βιβλία με αφηγηματικές σκηνές και πολλές φορές οι ίδιες οι λέξεις αποτελούσαν μέρος του στολισμού. Η ανέγερση εκκλησιών τις οποίες κοσμούν υπέροχες τοιχογραφίες μαρτυρά τον πλούτο και την ευημερία της πόλης.

Πολύτιμες πληροφορίες για τον ζωγράφο Θεοφάνη, τον επονομαζόμενο Έλληνα συναντάμε σε ένα από τα γραπτά κείμενα της ρωσικής γλώσσας του 15ου αιώνα.

“Είδες ποτέ την εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, όπως την παρουσιάζω στο βιβλίο μου, το Ευαγγέλιο; (…)

Να πώς η πόλη ζωγραφίστηκε στο βιβλίο μου: Όταν ήμουν στη Μόσχα, ζούσε εκεί ένας εξαίρετος σοφός άνθρωπος και φιλόσοφος , δεξιοτέχνης ζωγράφος, ο Θεοφάνης ο Έλληνας. Είναι έμπειρος εικονογράφος και μικρογράφος και ανάμεσα στους αγιογράφους ξεχωριστός ζωγράφος. Αυτός με τα ίδια του τα χέρια, ζωγράφισε περισσότερες από σαράντα διαφορετικές εκκλησίες σε διάφορες πόλεις: στην Κωνσταντινούπολη, στη Χαλκιδόνα, στη Γάλατα, στη Κάφα και στο Νόβγκοροντ. Στη Μόσχα ζωγράφισε τρεις εκκλησίες: Το ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, τον ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και έναν ακόμα (…).

(Αποσπάσματα από την επιστολή του Επιφάνιου του Σοφού προς τον Κύριλλο της Τβερ)

Στη πόλη Νόβγκοροντ αγιογράφησε τον ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην οδό Ιλίν. Η επίδραση που ασκεί η αγιογραφία πάνω στον θεατή είναι ισχυρή. Η φιλοσοφική μίξη των χρωμάτων στα οποία κυριαρχούν η ώχρα και το λευκό έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Το άκτιστο φως  στην Ορθοδοξία είναι εσωτερικό και κοσμογονικό.

Ο Χριστός στις αγιογραφίες του Θεοφάνη δεν έχει τη χαρακτηριστική ηρεμία των ρωσικών αγιογραφιών αλλά είναι γεμάτος οργή για τους αμαρτωλούς.

“Αμέσως μόλις περάσεις το κατώφλι του μικρού ναού, σε καθηλώνει η μορφή του Παντοκράτορα Χριστού, που είναι ζωγραφισμένη στο θόλο: από τα ορθάνοικτα μάτια του ακτινοβολούν αστραπές. Η μορφή αυτή φέρνει στη μνήμη μας τα λόγια από την Αγία γραφή: “Διότι ο θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει”

(Προς Εβραίους 12,29)
ή “Φωτιά ήρθα να βάλω στη γη (Λουκάς 12,49)

Αυτή η φωτιά είναι δοκιμασία για τον κόσμο, η θεία αυτή φωτιά κρίνει και καίει κάθε ψέμα, χωρίζοντας τη δημιουργία σε φως και σκοτάδι, σε ουράνιο και γήινο, σε άκτιστο, πνευματικό και δημιουργημένο. Η φωτιά είναι σπαθί που διαπερνά τη σάρκα του κόσμου. (Ι.Γιαζίκοβα)

Ο Θεοφάνης ήταν οπαδός της νεοπλατωνικής θεωρίας του ησυχασμού, σύμφωνα με την οποία η προσευχή πρέπει είναι συνεχής και αδιάλειπτη. Οι ησυχαστές αποσύρονταν στην εσωτερική ύπαρξη για να επιτύχουν τη βιωματική γνώση του Θεού. Σύμφωνα με τους ησυχαστές η αδειάληπτη, νοερή προσευχή είναι η μόνη οδός που οδηγεί στον Θεό. Το φως στην ορθοδοξία έχει συμβολικό νόημα. Σε αντίθεση με το φυσικό φως, το θεϊκό φως είναι το αληθινό φως, το οποίο δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό αλλά ενυπήρχε σε αυτόν, είναι δηλαδή το άκτιστο φως και δεν γίνεται αντιληπτό από τις αισθήσεις. Το ουράνιο, ανέσπερο, άσβεστο φως είναι η αρχαίτυπη ενιαία πηγή φωτός. Για αυτό και στο έργο του Θεοφάνη το φως είναι η ουσιώδης ιδιότητα της θείας φύσης.Το άκτιστο φως πηγάζει από την θεία ουσία και βιώνεται με την επίπονη πνευματική άσκηση και προσευχή. Αν κάποιος  μετέχει της θείας ενεργείας μετατρέπεται σε ένα βαθμό σε φως και βλέπει καθαρά όσα παραμένουν κρυφά σε όλους εκείνους που δεν άγγιξε η θεία χάρις. Η εμπειρία του ακτίστου φωτός προϋποθέτει την υπέρβαση του χρόνου και του χώρου.

“Όταν ζωγράφιζε ή έγραφε κανείς δεν τον είδε να κοιτάζει το πρότυπο, όπως κάνουν οι δικοί μας αγιογράφοι οι οποίοι λόγω της βραδύνοιάς τους κοιτάζουν συνεχώς προσεχτικά το πρότυπο στρέφοντας το βλέμμα πότε στο πρότυπο και πότε στο σχέδιο και είναι σαν να μην ζωγραφίζουν αλλά σαν να κοιτάζουν μόνο το πρότυπο. Αυτός όμως φαινόταν σαν να μην ζωγράφιζε ο ίδιος, αλλά κάποιος άλλος στη θέση του. Με τα χέρια του ζωγράφιζε συμπληρώνοντας τη μορφή, αλλά με τα σοφά του μάτια έβλεπε τη νοούμενη ομορφιά”

(Απόσπασμα από την επιστολή του Επιφάνιου του Σοφού προς τον Κύριλλο της Τβερ)

Ο γεμάτος πάθος τρόπος που ζωγράφιζε και οι έντονες εκφράσεις των μορφών στις εικόνες του μετέφεραν στη Ρωσία μια εντελώς καινούργια εικονογραφική παράδοση. Η εικαστική του γλώσσα ήταν πρωτότυπη και στην παλέτα του υπήρχαν μόνο λίγα χρώματα, το άσπρο και η ώχρα. Το φως που εκπέμπουν οι εικόνες του είναι συμβολικό και είναι το δικό του μοναδικό, προσωπικό ζωγραφικό ύφος.

Γύρω στο 1390 έφυγε από τη πόλη Νόβγκοροντ και εγκαταστάθηκε στη Μόσχα. Η εποχή αυτή ήταν πολύ σημαντική γιατί η Μόσχα εδραίωνε την πρωτοκαθεδρία της σε σχέση με τις άλλες πόλεις κράτη της Ρωσίας. Στη Μόσχα δημιουργήθηκε γύρω του σχολή νέων Ρώσων ζωγράφων.

Ο Θεοφάνης μαζί με τους μαθητές του δούλευαν εντατικά αγιογραφώντας ναούς και διακοσμώντας ιδιωτικές κατοικίες. Η εντατική δουλειά μαζί με την σκέψη και την προσευχή δημιούργησαν μια νέα αντίληψη στη ζωγραφική. Οι πράες μορφές των αγίων της μέχρι τότε ρωσικής σχολής αντικαθίστανται από μορφές γεμάτες ένταση και φως. Τα λευκά φωτίσματα προσδίδουν στη ζωγραφική του ύφος οξύ και διαπεραστικό.

Ο Θεοφάνης και οι μαθητές του για πρώτη φορά δημιουργούν εικονοστάσιο. Το χώρισμα ανάμεσα στο Ιερό βήμα και τον κυρίως ναό στην εικαστική τους γλώσσα είναι η συνάντηση του πνευματικού με  τον ορατό κόσμο.

Θεοφάνης – η φανέρωση του Θεού. Τα βήματά του τον οδήγησαν πολύ μακριά από την πατρίδα του. Μαζί του, στη μακρινή για αυτόν Ρωσία, πήρε την τέχνη των χρωμάτων, το φως στις μορφές και τη φιλοσοφία του ησυχασμού. Στη Ρωσία το όνομα του συνδέθηκε με το εσωτερικό φως των μορφών στις εικόνες του και με τη φανέρωση του θείου φωτός. Στη Ρωσία δεν καταλάβαιναν τη μητρική γλώσσα του Θεοφάνη για αυτό τον ονόμασαν ο Έλληνας, όμως μέχρι σήμερα αισθάνονται στις μορφές των εικόνων του το άσβεστο φως. Το φως αυτό, από τον 14ο αιώνα όπου έζησε επεκτείνεται αέναα μέσα από τις δικές του εικόνες και τις εικόνες των μαθητών του.

Το άρθρο Θεοφάνης ο Έλληνας (1340 – 1415) εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
ΛΕΥΤΕΡΗΣ https://www.pancreta.gr/lefterispancretagr/ Tue, 21 Jul 2026 11:07:12 +0000 https://www.pancreta.gr/lefterispancretagr/ Το λεωφορείο τον άφησε στο σταθμό κατά τις επτά το πρωί. Ίσα που χάραζε και το κρύο περόνιαζε τα κόκαλα. Σήκωσε τους γιακάδες κάπως να φυλαχτεί και μπήκε στο μουντό κτήριο με τον πράσινο μπόγο του. Στην αίθουσα αναμονής η ατμόσφαιρα είναι βαριά από τα τσιγάρα των ξενύχτηδων. Βγάζει εισιτήριο και αναζητά με το βλέμμα...

Το άρθρο ΛΕΥΤΕΡΗΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το λεωφορείο τον άφησε στο σταθμό κατά τις επτά το πρωί. Ίσα που χάραζε και το κρύο περόνιαζε τα κόκαλα. Σήκωσε τους γιακάδες κάπως να φυλαχτεί και μπήκε στο μουντό κτήριο με τον πράσινο μπόγο του.

Στην αίθουσα αναμονής η ατμόσφαιρα είναι βαριά από τα τσιγάρα των ξενύχτηδων. Βγάζει εισιτήριο και αναζητά με το βλέμμα ένα άδειο παγκάκι. Ένας μεθυσμένος έχει ξαπλώσει σε τρία καθίσματα και δε σαλεύει καθόλου. Μια οικογένεια γύφτων έχουν πιάσει με πραμάτειες και κουτσούβελα μια ολόκληρη γωνία. Κάποτε βρίσκει μέρος και κάπως βολεύεται. Αμέσως τον πλησιάζει ο κουλουρτζής. Του κάνει νόημα να φύγει, μπουκιά δεν κατεβαίνει. Το στομάχι του είναι χάλια από χθες που ήπιε ούζα με δυο φίλους. Αλλά και καλά να ήταν το στομάχι του, ένας κόμπος στο λαιμό τον δυσκολεύει να καταπιεί. Διώχνει και τον λαχειοπώλη, «γαμώ την τύχη μου».

Την κακή του διάθεση την αποτελειώνουν δυο ΕΣΑτζήδες που πλησιάζουν. Σηκώνεται και κάπως σιάζεται. Τα χαρτιά του είναι εντάξει, τον πιλατεύουν λίγο, στο τέλος του ζητάνε τσιγάρο. Από την απλωμένη κασετίνα παίρνουν δύο ο καθένας. «Κι ένα για τ’ αυτί», αστειεύονται.

Βγαίνει έξω να ανάψει το δικό του τσιγάρο. Η πλατφόρμα σχεδόν άδεια, το κρύο του προχωρημένου Νοέμβρη αποθαρρύνει τον πολύ κόσμο να βγει έξω. Αυτός όμως πνίγεται μέσα, ψάχνει καθαρό αέρα. Αυτή η πρώτη άδεια τον τσάκισε. Όταν πήρε τη μετάθεση για Κατερίνη δεν ήξερε τι θα βρει, ήθελε μόνο να πάει στη μονάδα, να τελειώσουν τα πολλά καψόνια. Βρήκε τα χειρότερα. Οι καραβανάδες αγρίεψαν παντού, αλλά οι λιακάδες της Αθήνας του έλειψαν. Ανάβει και ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του σταθμού. Είναι ακόμη εφτάμιση, θέλει μισή ώρα για την αναχώρηση.

Η επιστροφή από την πρώτη άδεια τον ζορίζει. Αυτές οι τρεις μέρες ελευθερίας τού θύμισαν πως είναι άνθρωπος και αυτό, τώρα που γυρνάει στην Κατερίνη, τον κόβει στα δύο. Καλύτερα να μην την έπαιρνε την άδεια αυτή. Καλύτερα χθες να φύλαγε σκοπιά στην ομίχλη παρά να έπινε τα ούζα του στου Λευτέρη. Τίποτε δεν του ‘φταιξε ούτε ο Λευτέρης, ούτε τα ούζα. Αυτό που τον πείραξε ήταν που εκεί, στη θολούρα του ποτού και των τσιγάρων πέρασε κι αυτή. Μέσα από τα θαμπά τζάμια την είδε που περνούσε απ’ έξω. Τον είδε κι αυτή και κοντοστάθηκε να κοιτάξει μέσα στο μαγαζί. Ένα βλέμμα και τίποτε άλλο. Ένα βλέμμα και μετά συνέχισε.

Τώρα πέφτει πάνω του το νυσταγμένο βλέμμα του σταθμάρχη. Πετάει τη γόπα του στις ράγες. Μια ανακοίνωση του σταθμού, κάτι για Θεσσαλονίκη, κάτι για αμαξοστοιχία, ούτε που άκουσε. Η κίνηση στην αποβάθρα πυκνώνει, τον ξαναπλησιάζει ο κουλουρτζής, τον ξαναδιώχνει.

Τώρα ρίχνει το βλέμμα του στο ρολόι που δείχνει οχτώ παρά τέταρτο. Σε δεκαπέντε λεπτά το τρένο φεύγει για την Κατερίνη. Κι αυτός ξαφνικά θέλει να βρίσκεται ήδη στη σκοπιά, να μην βλέπει τίποτε από την ομίχλη. Καλύτερα τίποτα, παρά το βλέμμα της που τον προσπέρασε.

Σημείωση: Η αφορμή και η έμπνευση από το υπέροχο τραγούδι των Μάνο Ελευθερίου & Μίκη Θεοδωράκη «Το τρένο φεύγει στις οκτώ». Όλα τα υπόλοιπα μυθοπλασία.

Το άρθρο ΛΕΥΤΕΡΗΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Στην προκυμαία της Σμύρνης, Έρνεστ Χέμινγουέι https://www.pancreta.gr/ernesthemingoueismirnikatastrofi/ Mon, 20 Jul 2026 18:08:11 +0000 https://www.pancreta.gr/ernesthemingoueismirnikatastrofi/  Έρνεστ Χέμινγουέι (21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961) Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε ο μεγάλος Νομπελίστας Γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1899. Μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη και περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο...

Το άρθρο Στην προκυμαία της Σμύρνης, Έρνεστ Χέμινγουέι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
 Έρνεστ Χέμινγουέι (21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961)

Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε ο μεγάλος Νομπελίστας

Γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1899. Μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη και περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο διήγημα το διήγημα «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις πύρινες ανταποκρίσεις και λογοτεχνικά κείμενα του νομπελίστα συγγραφέα Έρνεστ Χεμινγουέι, που σχετίζονται με τη Μικρασιατική καταστροφή, παρουσιάζονται στο τελευταία τεύχος του περιοδικού «Ελληνική Διασπορά» του ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.»

(Από τη συλλογή διηγημάτων του με το γενικό τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης»).

Με παραπάνω λόγια κάποιος ήρωας του Χεμινγουέι, που υποτίθεται ότι ήταν αξιωματούχος πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή. Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο αμερικανός συγγραφέας το 1925, μόλις 26 χρονών τότε, και με το οποίο άρχισε να αποκτά παγκόσμια φήμη. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα, ουσιαστικά ο πρόλογος του βιβλίου, έχει τον τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

stinprokymaiatismyrnis1

Όσο κι αν μιλάμε για διήγημα, ο συγγραφέας δεν γράφει από απλή φαντασία. Μόλις πριν τρία χρόνια ως ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας “Toronto Star” ο Χεμινγουέι είχε βρεθεί ο ίδιος στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράψει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto”.

Ως ανταποκριτής αυτής της εφημερίδας είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας στέλνοντας κατά την πορεία του τα άρθρα του στην καναδική εφημερίδα.

Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει:

«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά… Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».

stinprokymaiatismyrnis2

Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου. Ο νεαρός Χεμινγουέι είχε ζητήσει να καταταγεί ως εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έγινε δεκτός λόγω της κακής όρασής του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει εθελοντής νοσοκόμος, να τραυματιστεί σοβαρά δυο φορές στην Αυστρία και τελικά να αποσυρθεί αφού τιμήθηκε με το βραβείο ανδρείας. Κι αυτά πριν να βρεθεί στην Τουρκία ως πολεμικός ανταποκριτής της Toronto Star, μόλις 23 χρονών.

Μέσα από το λογοτεχνικό του ταλέντο, που φανερώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια, ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές μιας περιόδου που έχει σημαδέψει την ψυχή του Νεοέλληνα, μ’ όλο που κοντεύει να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε.

Σ’ ένα από τα κείμενα αυτά, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, «Στην προκυμαία της Σμύρνης», που θεωρείται αριστούργημα γραφής και διδάσκεται, καθώς είδαμε στο Ιντερνέτ, στους φοιτητές αγγλικής φιλολογίας σε πολλά πανεπιστήμια, γράφει:

«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε… Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα… Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. …».

stinprokymaiatismyrnis4

Ο Χεμινγουέι ως πολεμικός ανταποκριτής είναι πιο σαφής. Ξέρει ότι 1.250.000 Έλληνες διώχτηκαν από τα σπίτια τους με την ανταλλαγή των πληθυσμών: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».

Σε μια άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει:

«Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης, όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται…. Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωπότητας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. .. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροικία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922)

«Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ήταν μια θλιβερή υπόθεση, αλλά δε χρειάζεται να κατηγορούμε γι’ αυτό τον απλό Έλληνα φαντάρο. Ακόμα και όταν γινόταν εκκενώσεις περιοχών οι Έλληνες δρούσαν ως πραγματικοί στρατιώτες. Ο Κεμάλ θα είχε μεγάλο πρόβλημα αν ήταν να τους αντιμετωπίσει στη Θράκη. Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατόλια ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, μου είπε: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι…. Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί». Κατά τον Χεμινγουέι η προδοσία αυτή πήγασε και από τους συμμάχους, αλλά και από τον βασιλιά Κωνσταντίνο που αντικατέστησε τους έμπειρους –αλλά βενιζελικούς- αξιωματικούς, με δικούς του «που ποτέ δεν είχαν ακούσει τον κρότο της μάχης». Και τελειώνει με μια πρόταση που δεν θα την έγραφε ποτέ ένας απλός δημοσιογράφος αν δεν είχε μέσα του το ταλέντο του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).

Μπορεί ο συγγραφέας να ήταν σκληραγωγημένος και από τη φύση του (πλην των άλλων ήταν και μποξέρ) ή από τη ζωή του ως πολεμικός ανταποκριτής, αλλά δε μπορεί αν μη συγκινηθεί με τόσο πόνο. Χρόνια αργότερα, αφού είχε καλύψει δημοσιογραφικά και τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, μιλώντας μέσα από το στόμα ενός ήρωά του γράφει:

«Δε θέλω να κοιμηθώ γιατί έχω τη προαίσθηση ότι αν κλείσω τα μάτια μου στο σκοτάδι και αφεθώ στον εαυτό μου, η ψυχή μου θα βγει από το σώμα».

Σε ένα από τελευταία του άρθρα από την Τουρκία στην Τορόντο Σταρ γράφει:

stinprokymaiatismyrnis3

«Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: «Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».

Μόλις πριν από λίγο καιρό η διεθνής «Οργάνωση των Ακαδημαϊκών για τις Γενοκτονίες» αναγνώρισε ως γενοκτονία όχι μόνο αυτή των Ποντίων αλλά και των Ελλήνων της Ανατολίας.

Η κραυγή του Χεμινγουέι έχει επί τέλους φτάσει όχι μόνο στον Καναδά, αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Λίγα λόγια για τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ
Ο Έρνεστ Χεμινγουέι γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1899. Υπηρέτησε ως εθελοντής νοσοκόμος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και τραυματίστηκε βαριά. Μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη και περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο διήγημα το διήγημα «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

Το 1929 εκδίδει το μυθιστόρημα «Αποχαιρετισμός στα όπλα» που γίνεται παγκόσμια επιτυχία. Το 1933 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρου». Το 1940 δημοσιεύεται το βιβλίο του «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα». Όλα αυτά τα έργα του γυρίστηκαν σε ταινίες, με το τελευταίο να αποσπά βραβείο Όσκαρ ηθοποιίας η Κατίνα Παξινού. Το 1952 εκδίδει το μυθιστόρημα «Ο γέρος και η θάλασσα». Το 1954 τιμάται με το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία. Το 1961, σε ηλικία μόνο 62 χρονών, αποφασίζει ο ίδιος να δώσει τέλος στην πολυτάραχη ζωή του. (Το άρθρο μας αυτό στηρίχτηκε κυρίως στα βιβλία του «Dateline: Toronto”, 1985, “In Our Times”, 1925 και «On the Quai at Smyrna”, 1995).

Γράφει ο Χρήστος Μαγγούτας
Πηγή
palmografos.com

Thessaloniki Arts and Culture

thessalonikiartsandculture.gr

Το άρθρο Στην προκυμαία της Σμύρνης, Έρνεστ Χέμινγουέι εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Οι ερημίτες της ταϊγκά – Ο απόηχος του σχίσματος της ρωσικής εκκλησίας https://www.pancreta.gr/oi-eremites-tes-tainka-o-apoechos-tou-schismatos-tes-rosikes-ekklesias/ Mon, 20 Jul 2026 16:34:18 +0000 https://www.pancreta.gr/oi-eremites-tes-tainka-o-apoechos-tou-schismatos-tes-rosikes-ekklesias/ Η ταϊγκά είναι το βόρειο αδιαπέραστο δάσος της Ρωσίας με την πυκνή βλάστηση, τα πανύψηλα δέντρα, τα ποτάμια που τη διασχίζουν, τους δριμείς, μακριούς χειμώνες και τα σύντομα, ζεστά καλοκαίρια. Πολλές επιστημονικές γεωλογικές αποστολές μένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ταϊγκά μελετώντας το έδαφος και το υπέδαφος της. Σε μία από τις αποστολές αυτές, το...

Το άρθρο Οι ερημίτες της ταϊγκά – Ο απόηχος του σχίσματος της ρωσικής εκκλησίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Η ταϊγκά είναι το βόρειο αδιαπέραστο δάσος της Ρωσίας με την πυκνή βλάστηση, τα πανύψηλα δέντρα, τα ποτάμια που τη διασχίζουν, τους δριμείς, μακριούς χειμώνες και τα σύντομα, ζεστά καλοκαίρια. Πολλές επιστημονικές γεωλογικές αποστολές μένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ταϊγκά μελετώντας το έδαφος και το υπέδαφος της.

Σε μία από τις αποστολές αυτές, το 1978, οι γεωλόγοι παρατήρησαν μια καλύβα στην ταϊγκά κοντά στον ποταμό Αμπακάν. Πλησίασαν με προσοχή την καλύβα και είδαν με έκπληξη ότι εκεί ζούσε μια οικογένεια, ο πατέρας Κάρπ Λίκοβ με τις δύο κόρες και τους δύο γιούς του. Ζούσαν απομονωμένοι στην ταϊγκά για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Όπως είπαν χαρακτηριστικά οι γεωλόγοι η ζωή, οι αντιλήψεις και οι συνήθειές τους θύμιζαν τη Ρωσία του 17ου αιώνα. Ήταν μια οικογένεια Παλαιών Πιστών που η  ζωή τους στην απομόνωση ήταν ο απόηχος του σχίσματος της ρωσικής εκκλησίας του 17ου αιώνα.

Tο 1665 o πατριάρχης Νίκων, με τη στήριξη του τσάρου Αλέξιου προσπάθησε να ανανεώσει τη ρωσική εκκλησία σε μια προσπάθεια να ευθυγραμμιστεί με την Ελληνορθόδοξη εκκλησία. Στην προσπάθειά του αυτή αναθεώρησε τα λειτουργικά βιβλία έτσι ώστε τα ρωσικά κείμενα να συνάδουν με τις ελληνικές εκδοχές. Οι μεταρρυθμιστές έδωσαν έμφαση στη ρητορική και τη φιλοσοφία, κατά τα ελληνικά πρότυπα. Αυτό σήμαινε ότι ο κλήρος έπρεπε να είναι πιο μορφωμένος και τα θρησκευτικά κείμενα να έχουν φιλοσοφικό περιεχόμενο. Επίσης σύμφωνα με τις αναθεωρήσεις αυτές έπρεπε να γίνουν αλλαγές στις λατρευτικές πρακτικές, όπως για παράδειγμα στον τρόπο που γινόταν το σημείο του σταυρού. Μέχρι τότε οι Ρώσοι έκαναν το σημείο του σταυρού κρατώντας ίσια τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο και διπλώνοντας τα άλλα τρία δάχτυλα, συμβολίζοντας με τον τρόπο αυτό τη διττή φύση του Χριστού. Ο πατριάρχης Νίκων επέβαλε την ελληνική πρακτική, να ενώνονται δηλαδή ο δείκτης και ο μέσος με τον αντίχειρα, για να συμβολίζεται η Αγία Τριάδα.

Μεταρρυθμίσεις έγιναν και στη θεία λειτουργία και στην τελετουργία της ρωσικής εκκλησίας σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα. Οι περισσότεροι πιστοί δέχτηκαν το νέο τελετουργικό και τα νέα βιβλία καθιερώθηκαν. Ωστόσο πολλοί ήταν οι πιστοί που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν θεωρώντας ότι μόνο οι Ρώσοι είχαν διατηρήσει την ορθή πίστη. Οι αρνητές ονομάστηκαν Παλαιοί  Πιστοί (староверцы) και εξορίστηκαν σε απομονωμένα μέρη όπου συνέχισαν να κηρύττουν την παλαιά πίστη. Η παλαιά πίστη συνέχισε να διαδίδεται επικίνδυνα για την επίσημη εκκλησία, βρίσκοντας νέους υποστηρικτές και τελικά προκαλώντας σχίσμα στους κόλπους της ρωσικής εκκλησίας. Οι Παλαιοί Πιστοί συνέχισαν να ασκούν την πίστη τους κρυφά σε απομονωμένες περιοχές.

Έτσι δημιούργησαν δικά τους χωριά μακριά από τις μεγάλες πόλεις και αρνούνταν να καταχωρηθούν οι ίδιοι και να καταχωρήσουν τα παιδιά τους στα αρχεία του κράτους. Η οικογένεια  Λίκοβ την δεκαετία του 1930, αποφεύγοντας τυχόν διώξεις, αποφάσισε να απομονωθεί ακόμη περισσότερο, χτίζοντας καλύβα μέσα στην ταϊγκά μακριά από τους άλλους Παλαιούς Πιστούς.

Έζησαν δεκαετίες ολόκληρες, παλεύοντας για την επιβίωση τους, καλλιεργώντας σίκαλη, τρώγοντας ψάρια από τον ποταμό και πίνοντας χυμό σημύδας.

Άκουγαν με δυσπιστία τους γεωλόγους που τους μιλούσαν για τις μεγάλες πόλεις με τις ψηλές πολυκατοικίες, για τα τρένα, τα αεροπλάνα και τις πτήσεις στο διάστημα. Όταν, μετά τον θάνατο των υπολοίπων μελών της οικογένειας, προτάθηκε στην Αγκάφια, τη νεώτερη κόρη της οικογένειας, για να μην μείνει μόνη στην ταϊγκά, να ζήσει στην πόλη, η απάντησή της ήταν αρνητική. Προτίμησε να ζήσει ολομόναχη στην ταϊγκά.

“Αν πάω στην πόλη είναι σαν να πηγαίνω στον θάνατο. Κανείς δεν με χρειάζεται εκεί και για μένα είναι όλα ξένα. Καλύτερος τόπος από την ταϊγκά για μένα δεν υπάρχει. Εδώ όλα είναι αγαπημένα. Το βουνό που βλέπω κάθε μέρα από το παράθυρό μου, το κελάρυσμα του ποταμού κι οι μυρωδιές, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Βγαίνω έξω να δω το ηλιοβασίλεμα κι η ανάσα μου κόβεται από τη χαρά. Αυτός είναι ο παράδεισός μου στη γη”

(απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλι Πιεσκόβ “Ο δρόμος της ταϊγκά”).

Όταν στην εφημερίδα “Κομσομόλκσαγια Πράβντα” δημοσιεύτηκαν άρθρα για την ιστορία της οικογένειας η απήχηση ήταν τεράστια. Η κυκλοφορία της εφημερίδας αυξήθηκε ραγδαία και στα περίπτερα σχηματίζονταν ουρές για να την αγοράσουν.

Γλωσσολόγοι, λαογράφοι και ιστορικοί μελέτησαν τη γλώσσα τις αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων αυτών που έρχονταν από το παρελθόν. Μεγάλο ήταν και το ενδιαφέρον των απλών  ανθρώπων από όλη τη χώρα που ήθελαν να βοηθήσουν όπως μπορούσαν.

Όμως το κενό των σαράντα χρόνων της απομόνωσης ήταν αγεφύρωτο. Η οικογένεια μπορούσε να συνυπάρξει μεν αλλά η πολιτισμική επικοινωνία ήταν προβληματική.

Όλοι ενδιαφέρθηκαν για την ιστορία της οικογένειας Λίκοβ ίσως γιατί η ζωή τους, σαν μια σταγόνα μέσα στο  ποτάμι του χρόνου που κυλά ορμητικά, συμπυκνώνει την ιστορία, τη γλώσσα, τις αντιλήψεις αλλά και το σθένος του ρωσικού λαού.

Το άρθρο Οι ερημίτες της ταϊγκά – Ο απόηχος του σχίσματος της ρωσικής εκκλησίας εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
ΦΟΥΚΑΡΑΚΟΣ https://www.pancreta.gr/foukarakos/ Mon, 20 Jul 2026 15:23:11 +0000 https://www.pancreta.gr/foukarakos/ Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) Του άρεσε του Κώστα η Θεσσαλονίκη; Και ναι και όχι. Ανηφόρισε στη Σαλονίκη για να δει τους γονείς του, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως κρατικός μηχανικός στη χιλιοστή του μετάθεση. Με το φρέσκο πτυχίο της Νομικής στην τσέπη ο Κώστας ήρθε λίγο ως τροπαιούχος (να...

Το άρθρο ΦΟΥΚΑΡΑΚΟΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928)

Του άρεσε του Κώστα η Θεσσαλονίκη; Και ναι και όχι. Ανηφόρισε στη Σαλονίκη για να δει τους γονείς του, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως κρατικός μηχανικός στη χιλιοστή του μετάθεση. Με το φρέσκο πτυχίο της Νομικής στην τσέπη ο Κώστας ήρθε λίγο ως τροπαιούχος (να πού πήγαιναν τα λεφτά σου πατέρα) και λίγο ως περιηγητής στις Νέες Χώρες (να δούμε τι στο καλό γίνεται στον Βορρά). Πιο πολύ όμως ήθελε να ξεχαστεί, να ξεφύγει από την ανία, να ξεφύγει κι από την σκέψη της Χανιώτισσας που ακόμη και παντρεμένη τώρα πια, του πιλαλούσε το μυαλό και δεν έλεγε να την ξεπεράσει. Έρωτες, πλήξη. Στη Θεσσαλονίκη έλπιζε να βρει «φρέσκα κουλούρια» και να ξεχαστεί.

Τώρα τριγυρίζει ασκόπως για να καταλήξει αν άξιζε τον κόπο η τρομερή αιματοχυσία των τριών πολέμων για την πόλη αυτή. Το κέντρο της καπνίζει ακόμη από την περσινή πυρκαγιά. Παντού αποκαΐδια και έργα αποκατάστασης. Γύρω από το κέντρο ένα μεγάλο πολύβουο πλήθος που δουλεύει, διασκεδάζει, φωτογραφίζεται και ψωνίζει σε όλες τις γλώσσες. Ελληνικά, γαλλικά, εβραίικα λαντίνο, αγγλικά, ιταλικά, τούρκικα, ένας συρφετός από ομιλίες και φωνές σε κάθε δρόμο, σε κάθε καφενείο, σε κάθε μαγαζί. Το κλίμα είναι πανηγυριώτικο και είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη μαίνεται ο Μεγάλος Πόλεμος στον οποίο έμπλεξε πάλι την Ελλάδα ο «τρισκατάρατος» Βενιζέλος. Αν δεν ήταν οι εφημερίδες θα νόμιζες ότι η απίστευτη ποικιλία των στρατιωτικών στολών που γεμίζει τα σφαιριστήρια είναι απλώς το ξεπούλημα κάποιου θεατρικού βεστιαρίου ή οι στολές μιας παράκαιρης αποκριάς.

Σε ένα τέτοιο σφαιριστήριο μπήκε τώρα να περάσει την ώρα του ο Κώστας. Στην αίθουσα με δυσκολία έβλεπες στα πέντε μέτρα από την κάπνα των τσιγάρων. Για ελεύθερο τραπέζι ούτε λόγος. Βολεύτηκε ως τέταρτος προσκαλεσμένος («ε, κύριος, αμά θες κάτσε στο τραπέζι μας») από μια παρέα φασαριόζων νεαρών. Ήταν λίγα μόνο χρόνια νεώτεροί του αλλά ο ίδιος έμοιαζε πολύ μεγαλύτερος με το κουστούμι του και την –από γεννησιμιού του θαρρείς- σοβαρότητά του.

Αποδείχθηκαν πολύ βαρετοί, βλαχάκια από τα Χάσια. Πιο ξεθαρρεμένος ο Παναγιώτης έκανε τις συστάσεις: «Μας επιστράτεψε ο Βενιζέλος. Χθες ορκιστήκαμε και πήραμε μια διανυκτέρευση να διούμε τη Σαλονίκη. Με τον Μαρή και τον Μιχάλη είμαστε συγχωριανοί». Ο Μαρής δεν ασχολήθηκε γιατί ασχολιόταν με όλο το υπόλοιπο μαγαζί. Σφύριζε στις Φραντζέζες που έψαχναν πελατεία, βριζόταν με μια παρέα Άγγλων, παράγγελνε μπύρες και έφτυνε καταγής. Ο Μιχάλης, ένας μακρόστενος ψηλολέλεκας με σπυριά στη μούρη, τα ‘χε χαμένα. Δε μιλούσε πολύ και ρουφούσε με απορία ήχους και εικόνες. Μόνο κάποια στιγμή στράφηκε και ρώτησε την παρέα: «Λένε ότι θα μας πάνε στον πόλεμο, στο Στουρνόμα. Είν’ αλάργα;» Ο Παναγιώτης τον καθησύχασε. «Στρυμόνα τον λένε, ποτάμι είναι. Μια μέρα δρόμος από δω. Θα πάμε και θα ‘ρθουμε. Μη σκοτίζεσαι, Μιχαλιό, κοίτα τις Φραντζέζες».

Τις Φραντζέζες δεν τις είδε γιατί το οπτικό τους πεδίο το έκλεισε μια ταπεινή τριανδρία: Ένας λογαγός, ένας λοχίας και μια ορντινάντσα ζήτησαν τα χαρτιά των επίστρατων. Η παρέα των τριών είχε τα χαρτιά της εντάξει. Παραδόξως όμως αυτός που έμπλεξε ήταν ο Κώστας: «Λεβέντη, έπρεπε ήδη να είσαι φαντάρος. Ακολούθησέ μας στη στρατολογία να κοιτάξουμε μήπως είσαι τίποτα ανυπότακτος».

Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία έξοδος για τον Μιχάλη. Ο Παναγιώτης κι ο Μαρής έβγαιναν αραιά και πού στην πόλη, αλλά ο Μιχαλιός είναι σχεδόν μόνιμα τιμωρημένος. Στην αρχή, όταν ξεκίνησαν από το χωριό με την παρέα ήταν σχεδόν ενθουσιασμένος. Στο καφενείο έγινε γλέντι «για τα παιδιά που πάνε φανταράκια» και τους ξεπροβόδισαν σαν ήρωες, σάμπως ήδη να είχαν σαρώσει τους Γερμανοβούλγαρους. Μετά χάθηκε το γούστο κι έμεινε η σκόνη του δρόμου και η κάπνα του τρένου.

Στο στρατόπεδο πάλι όλα είναι δύσκολα. Τα παραγγέλματα τα ακούει σε μια γλώσσα ακατανόητη στον ίδιο. «Στοιχηθείτε και ζυγιστείτε» φωνάζει ο δεκανέας και ο Μιχάλης απορημένος κοιτάζει γύρω του για κάποια εξήγηση. «Ζυγίσου», του επαναλαμβάνει ο Παναγιώτης. Πάλι τίποτε! «Πού να ζυγιστώ χωρίς καντάρι;», απορεί. Εκτελεί πάντα τελευταίος, πάντα ασυντόνιστος. Ακόμη και στα απλά θελήματα τον περιμένουν μικρές αποτυχίες. Η εντολή να φέρει κάτι από την αποθήκη είναι σπαζοκεφαλιά. Πώς να διαβάσει το σημείωμα που δεν ξέρει καθόλου γράμματα; Πώς να εντοπίσει την αποθήκη που δεν ξέρει να διαβάζει ταμπέλες; Όσο για το όπλο είναι ένα τεχνολογικό μυστήριο άλυτο για τον Μιχάλη. «Κλείστρον», «κοντάκιον», «αορτήρας» και άλλα παρόμοια συγκροτούν ένα απόκρυφο λεξιλόγιο μάγων που διαφυλάττουν στρατιωτικά μυστικά. Ο ύπνος είναι λίγος και ανήσυχος: Τα μακριά κανιά του περισσεύουν από το ράντζο εκστρατείας. Τα παρακάλια του προς τους υπαξιωματικούς εκπαιδευτές είναι το ίδιο άγαρμπα με το βάδισμά του. Αντί να τον αλαφρύνουν, του προσθέτουν τιμωρίες και αγγαρείες.

Κάποτε ήρθε η ώρα για την πραγματική εκστρατεία και το τάγμα του πήρε το δρόμο για το μέτωπο του Στρυμόνα. Ο Μιχαλιός το είδε με κάποια ανακούφιση. Πίστευε ότι θα γλίτωνε από τα παθήματα της εκπαίδευσης, αφού τώρα λογιζόταν κανονικός στρατιώτης. Έπιασε τον εαυτό του να ονειροπολεί πώς κάποια επιτυχία εναντίον των Βουλγάρων, κάποια παλικαριά στο πεδίο της μάχης, θα δικαίωνε τις προσδοκίες των συγχωριανών για «τα ηρωικά παιδιά του χωριού μας».

Στο μέτωπο ο Μιχαλιός δεν απέτυχε στην χρήση του όπλου. Δηλαδή ούτε καν το χρησιμοποίησε. Η πρώτη αποστολή του τάγματος αποδείχθηκε ότι ήταν το σκάψιμο χαρακωμάτων μέσα σε έναν ορυμαγμό πυρών. Ως σκαπανέας τα κατάφερε λίγο καλύτερα. Το χαράκωμα βάθυνε σχετικά γρήγορα. Στο μεταξύ λιποθύμησε αρκετές φορές βλέποντας πότε το κεφάλι του διπλανού να ανοίγει στα δύο, πότε το χέρι κάποιου άλλου να αποχωρίζεται από το σώμα. Συνερχόταν με τα χαστούκια και τα βρισίδια των υπαξιωματικών. Το χαράκωμα μύριζε μπαρούτι και χώμα. Ο ίδιος μύριζε κάτουρο. Κάθε φορά που ξημέρωνε ορκιζόταν στον εαυτό του ότι θα φαινόταν γενναίος. Και κάθε βράδυ που σταματούσε για λίγο το τουφεκίδι, βυθιζόταν στη χλαίνη του με το παντελόνι κατουρημένο.

Ξεπλύθηκε κάπως όταν βούτηξαν στο ποτάμι να κυνηγήσουν τους Βούλγαρους. Βούτηξε με την αισιοδοξία πως τους παίρνανε στο κατόπι και σύντομα θα γυρίζε πίσω. Και πράγματι ο Μιχαλιός γύρισε πίσω σύντομα. Πολύ σύντομα. Ούτε το ποτάμι δεν πρόλαβε να περάσει και τα θραύσματα μιας οβίδας τον ξάπλωσαν ματωμένο στις λάσπες ανάμεσα στα τρομαγμένα βατράχια. Δεν είχε προλάβει να ρίξει ούτε μια τουφεκιά.

Ξύπνησε μετά από καμπόσες μέρες σε ένα άθλιο στρατιωτικό νοσοκομείο. Το πόδι του -αυτό που δεν είχε χτυπηθεί- περίσσευε από το κρεβάτι. Το άλλο δεν το ένιωθε καθόλου. Και όποιο μέρος του σώματος το ένιωθε, αυτό πονούσε. Δε χρειαζόταν γνώσεις ιατρικής για να καταλάβει ότι ήταν άσχημα χτυπημένος. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη διαίσθηση για να πάρει χαμπάρι ότι εκείνο το θορυβώδες αχούρι που κατ’ ευφημισμόν ονομαζόταν «θάλαμος νοσηλείας», ήταν απλός ένας προθάλαμος για την απόλυτη ησυχία του νεκροταφείου. Περιορίστηκε να παρακαλάει με σβησμένη φωνή να τον πάνε στο χωριό του.

Ο Κώστας τώρα είναι βυθισμένος στο σημειωματάριό του. Το καφενείο στην οδό Εξοχών δε μένει από κόσμο, αλλά δεν έχει τη φασαρία των άλλων καφέ. Εδώ βρίσκει ησυχία να γράψει στίχους ή να σκιτσάρει. Πού και πού κοιτάζει ψηλά στο ταβάνι, στους μαίανδρους και το αμάλθειο κέρας του γύψινου διάκοσμου. Τον βγάζει από τις σκέψεις μια φωνή αόριστα γνώριμη.

«Επ, κύριος, ο κύριος Κώστας δεν είσαι;»

Ο Κώστας σηκώνει το κεφάλι και βλέπει μια φυσιογνωμία γνωστή, αλλά η μνήμη του δεν τον βοηθάει.  

«Ο Παναγιώτης είμαι. Δε με θυμάσαι; Που κάτσαμε μαζί στο μπιλιαρδάδικο της παραλίας; Με τον Μαρή και με τον Μιχαλιό; Θυμάμαι σε πήρανε οι στρατολόγοι. Τελικά σε επιστρατέψανε;»

Ο Κώστας θυμήθηκε την περίπτωση:

«Όχι, ζήτησα και πήρα αναβολή λόγω υγείας. Για την ώρα γλίτωσα και αύριο φεύγω για Αθήνα. Εσείς τι γίνεστε, βρε παιδιά»;

«Εγώ τραυματίστηκα στο Σκρα και βρίσκομαι σε αναρρωτική. Ευτυχώς την έβγαλα. Ο Μαρής τώρα είναι στην Καβάλα.»

«Ο Μιχαλιός; Τι απέγινε;»

«Αυτός κύριε Κώστα είναι ο μόνος που γύρισε στο χωριό. Πεθαμένος. Τον κουβαλήσαμε με τ’ άλλα φαντάρια. Τρομάξαμε να τον σκεπάσουμε. Τόσα χαρακώματα σκάψαμε και στο λάκκο του τσιγκουνευτήκαμε και περίσσευε λίγος. Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος…»

Ο Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη Αρκαδίας, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928) επισκέφτηκε τους γονείς του το 1918 στη Θεσσαλονίκη. Επιστρατεύτηκε αλλά πήρε αναβολή λόγω υγείας και τελικά υπηρέτησε λίγες μόνο μέρες. Όλα τα επεισόδια του κειμένου αποτελούν μυθοπλασία. Το ποίημα «Ο Μιχαλιός» βρίσκεται στη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες (1927), αλλά έχει πρώτη δημοσίευση το 1919 στο περιοδικό «Γάμπα».

Ο Μιχαλιός

Tο Mιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Kαμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Mαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Όλο εμουρμούριζε: «Kυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Tον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Eκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να `λεγε, σαν να παρακαλούσε:
«Aφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Kι ο Mιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Tον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Mαρής κι ο Παναγιώτης.
Aπάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.

Το άρθρο ΦΟΥΚΑΡΑΚΟΣ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Όττο Ντιξ και Ούγκο Έρφουρτ https://www.pancreta.gr/otto-ntix-kai-ougko-erfourt/ Sun, 19 Jul 2026 18:47:07 +0000 https://www.pancreta.gr/?p=13811 Ο Γερμανός καλλιτέχνης Wilhelm Heinrich Otto Dix (1891-1969) είναι γνωστός για τα ρεαλιστικά έργα του την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την απεικόνιση της κτηνωδίας και του πολέμου. Έργα που αποτυπώνουν τη φρίκη του πολέμου, την αγωνία, την κάθε είδους εκμετάλλευση του ανθρώπου και μια γενικότερη ζοφερή ατμόσφαιρα. Ο ζωγράφος έζησε την δύσκολη περίοδο του...

Το άρθρο Όττο Ντιξ και Ούγκο Έρφουρτ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο Γερμανός καλλιτέχνης Wilhelm Heinrich Otto Dix (1891-1969) είναι γνωστός για τα ρεαλιστικά έργα του την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την απεικόνιση της κτηνωδίας και του πολέμου.

Έργα που αποτυπώνουν τη φρίκη του πολέμου, την αγωνία, την κάθε είδους εκμετάλλευση του ανθρώπου και μια γενικότερη ζοφερή ατμόσφαιρα.

Ο ζωγράφος έζησε την δύσκολη περίοδο του Μεσοπολέμου, η ιδιοσυγκρασία και η κοινωνική  ευαισθησία του τον οδήγησε στο σκοτεινό ύφος των δημιουργιών του. Έλεγε χαρακτηριστικά ότι:    «Πρέπει να δεις τον άνθρωπο σε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση για να ξέρεις κάτι για αυτόν».

Ο Ντιξ φιλοτέχνησε πολλά πορτρέτα καλλιτεχνών, συναδέλφων, επιστημόνων, επαγγελματιών και ατόμων του πολιτισμού της εποχής του. Η εκφραστική και εξπρεσιονιστική του προσέγγιση έδωσε μια σειρά από δυναμικά έργα με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής. Μετωπικά πορτρέτα αντισυμβατικού χαρακτήρα με σατιρικές διαστάσεις.

Ούγκο Ερφουρτ με τον σκύλο του 1926, Έργο του Όττο Ντιξ

Υπηρέτησε ως εθελοντής στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά η φρίκη του πολέμου τον επηρέασε βαθύτατα. Ο εφιάλτης αυτός στάθηκε έμπνευση αργότερα για μια σειρά από 50 χαρακτικά με τίτλο «ο πόλεμος» (Der Krieg). Εικόνες σκληρές που αποτυπώνουν τη βία και τη βαρβαρότητα σε όλες τους τις διαστάσεις με την κυριαρχία του θανάτου.

Φωτογραφία του Ότο Ντιξ από τον Έρφουρτ

Συμμετείχε στο κίνημα της Νέας Αντικειμενικότητας και απεικόνισε την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης

με σατιρική και αιχμηρή διάθεση. Τον απασχόλησε επίσης η κοσμική  ζωή και η υποκρισία της.

Τα έργα του Ντιξ, όπως και του Τζορτζ Γκρος, ασκούσαν έντονη κριτική στη γερμανική κοινωνία της εποχής, και κυρίως στους φόνους και το σεξουαλικό έγκλημα, που ήταν σε άνοδο στη Γερμανία μετά τον πόλεμο. Αποτύπωναν τη σκοτεινή όψη της ζωής με ιδιαίτερο ρεαλισμό,  την πορνεία, τη βία, τα γηρατειά και το θάνατο.

Ο Ούγκο Έρφουρτ (Hugo Erfurth) ήταν διάσημος Γερμανός φωτογράφος  πορτρέτων καλλιτεχνών, διανοούμενων, και προσωπικοτήτων της δεκαετίας του 1920. Είχε φωτογραφίσει τον ΄Οτο Ντιξ αρκετές φορές   στο εργαστήριό του. Ό Έρφουρτ διακρινόταν για την άρτια τεχνική του και χρησιμοποιούσε πολύ το φυσικό φως. Επίσης πειραματιζόταν με διάφορες τεχνικές εκτύπωσης και ήταν πρωτοπόρος. Το εργαστήριό του βομβαρδίστηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του καταστράφηκε.

Ο ζωγράφος Max Liebermann είχε συμβουλέψει τον Ντιξ να ζωγραφίζει πορτρέτα «Πάνω απ όλα, ζωγραφίστε πολλά πορτρέτα! Σε κάθε περίπτωση, όλα όσα ζωγραφίζουμε οι Γερμανοί είναι πορτρέτα!

“Πιστός σε αυτήν την παράδοση, της οποίας η καταγωγή προέρχεται από τη γερμανική αναγέννηση, ο Ντιξ φιλοτέχνησε το πορτρέτο του Hugo Erfurth με τον σκύλο του (1926) στο οποίο δεν χρησιμοποίησε μόνο επίσημες και συνθετικές λύσεις που προέρχονταν από προηγούμενα γερμανικά πορτρέτα, όπως η βαριά κουρτίνα, το έντονο μπλε φόντο, τη μορφή προφίλ και την παρουσία του σκύλου, Ajax, αλλά επίσης χρησιμοποίησε τη δύσκολη  τεχνική της tempera στον πίνακα. Αυτή η τεχνική επέτρεψε στον Ντιξ να καθορίσει τις μικρότερες λεπτομέρειες με τρόπο συγκρίσιμο με τους Γερμανούς δασκάλους του 16ου αιώνα.

Με την άνοδο των Ναζί ο Ντιξ συμπεριλήφθηκε στους εκφυλισμένους καλλιτέχνες και έχασε τη θέση του στην Ακαδημία της Δρέσδης.

Το 1939 κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε στην απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ και συνελήφθη, αργότερα όμως απελευθερώθηκε.

Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του μεσοπολέμου, η δύναμη και η κοινωνική κριτική των έργων του είναι αξεπέραστη. Η αντιπολεμική οπτική είναι διάχυτη στο έργο του όπως και η προβολή της κοινωνικής υποκρισίας, του κοινωνικού αδιεξόδου, της εκμετάλλευσης, της σκληρότητας. Η ρεαλιστική του απόδοση κάνει το θεατή να νιώθει άβολα και αμήχανα. Οι παραμορφώσεις, ο θάνατος, η παρακμή όπως και η εφιαλτική ατμόσφαιρα κυριαρχούν στις  δημιουργίες του. Η κοινωνική αποσύνθεση απεικονίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μεταφέρει κάθε νοσηρή πτυχή της.

Πηγές

https://commons.wikimedia.org/

https://www.museothyssen.org/

https://www.moma.org/

https://www.moma.org/

https://el.wikipedia.org/

Το άρθρο Όττο Ντιξ και Ούγκο Έρφουρτ εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Αιμίλιος – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου https://www.pancreta.gr/aimilioskeimenapancretagr/ Sun, 19 Jul 2026 04:52:26 +0000 https://www.pancreta.gr/aimilioskeimenapancretagr/ Το φέρετρο ήταν ήδη στην εκκλησία και, περιμένοντας τον παπά, η Λετίτσια έκανε την στερνή παρέα με το στεφάνι της. Δίπλα της λαμπάδες οι δύο κόρες της με στεγνά πια τα μάτια από τον ολονύκτιο θρήνο. Η μικρή πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Στα καφενεία δεν είχε καρέκλα να κάτσεις. Ο Αιμίλιος ήταν αγαπητός συχωριανός και...

Το άρθρο Αιμίλιος – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Το φέρετρο ήταν ήδη στην εκκλησία και, περιμένοντας τον παπά, η Λετίτσια έκανε την στερνή παρέα με το στεφάνι της. Δίπλα της λαμπάδες οι δύο κόρες της με στεγνά πια τα μάτια από τον ολονύκτιο θρήνο. Η μικρή πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Στα καφενεία δεν είχε καρέκλα να κάτσεις. Ο Αιμίλιος ήταν αγαπητός συχωριανός και στο ξόδι του δεν έλειπε κανείς. Σιγά-σιγά ερχόταν φίλοι, συγγενείς από την πόλη και μακρινά χωριά, μερικοί ήρθαν και από την πρωτεύουσα. Αν υπήρχε τρόπος να κρυφακούσεις ταυτόχρονα όλες τις παρέες, θα διαπίστωνες ότι οι συζητήσεις ήταν περίπου κοινές: «Κρίμα στον Αιμίλιο. Μόνο 72 χρονών. Αυτή η αρρώστια θα μας φάει όλους…».

Κάποιος αναγνώρισε έναν παλιό γνώριμο μέσα στο πλήθος: «Βρε, ο Σάββας» και έδειξε έναν καλοντυμένο νέο άντρα. Ο άντρας συνοδευόταν από μια καστανομάλα και έναν μελαχρινό πιτσιρικά, όχι πάνω από τεσσάρων χρονών.

  • Σάββα, εσύ είσαι μωρέ;
  • Εγώ βρε παιδιά, εγώ είμαι.
  • Ήρθες ε; Από πού ήρθες;

Μερικοί νεότεροι σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους για να κάτσει ο Σάββας και η γυναίκα.

  • Από την Αγγλία χωριανοί, από την Αγγλία ήρθα. Να σας συστήσω την Ίρμα, τη γυναίκα μου. Αυτός είναι ο γιος μου.

Του σφίγγουν το χέρι, τον αγκαλιάζουν, μερικοί του κάνουν καλαμπούρια ξεχνώντας την περίσταση της κηδείας.

  • Για τον Αιμίλιο, ε; Από την Αγγλία…
  • Ναι, για τον Αιμίλιο, από την άκρη του κόσμου θα ‘ρχόμουνα.
  • Μπράβο ρε Σάββα, δεν ξεχνάς!

Ναι, δεν ξεχνάει. Όταν οι πολλές ερωτήσεις τελειώνουν, ο Σάββας αναθυμάται τα παλιά. Όταν ήρθε πρώτη φορά στο χωριό, ήταν δεν ήταν 13 χρονών. Τότε τον έλεγαν Σάλεχ.  Προσφυγόπουλο ασυνόδευτο. Οι δικοί του άφαντοι. Άλλοι νεκροί, άλλοι εξαφανισμένοι, άλλοι ξέμειναν στην απέραντη φυλακή της έρημης χώρας. Ο Σάλεχ φορτώθηκε από κάποιον θείο σε κάποιο καραβάνι προσφύγων και ταξίδεψε μέρες και βδομάδες. Ψηλά βουνά, φουσκωμένα ποτάμια, δρόμοι στο πουθενά, ανώνυμα χωριά, μια μεγάλη θάλασσα και στο τέλος μια άγνωστη χώρα, οι συμπατριώτες του στο καμπ τού είπαν πως ήταν το «Yunan», οι ντόπιοι την έλεγαν αλλιώς.

Ήταν ασυνόδευτος και του είπαν ότι θα τον μετέφεραν σε ένα ωραίο μέρος όπου θα τον πρόσεχαν. Λεωφορείο, πλοίο και μετά πάλι λεωφορείο. Ένα λεωφορείο που πήγαινε και ανέβαινε, ανέβαινε και πήγαινε και τον κατέβασε σε ένα μέρος όπου έβλεπες μόνο βουνά. Του έλεγαν ότι ήταν νησί, αλλά αυτός έβλεπε μόνο βουνά. Αυτό δεν τον πείραξε, έτσι κι αλλιώς στην πατρίδα του δεν είχε θάλασσα. Τον πείραζε όμως η μοναξιά.

Στο οικοτροφείο ασυνόδευτων ανηλίκων ζορίστηκε. Όλοι ξένοι, όλοι απειλητικοί. Τον πήγαν και στο σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί ήταν φιλικοί και χαμογελαστοί. Δε φτάνουν όμως μόνο τα χαμόγελα. Τα βιβλία μουτζούρες ακαταλαβίστικες, η γλώσσα ξένη, τα παιδιά άγνωστα. Όλος ο κόσμος ένας ενοχλητικός βόμβος. Κοιμόταν λίγο, έτρωγε λίγο, έκλαιγε πολύ.

Πάνω του έπεσε το βλέμμα του Αιμίλιου, ενός πενηνταπεντάρη φύλακα. Κοιλίτσα, φαλάκρα, μουστάκι. Γελούσε λίγο, μιλούσε λιγότερο. Το βλέμμα του όμως ο Σάλεχ δεν θα το ξεχάσει ποτέ. Βλέμμα γεμάτο ανησυχία και ενδιαφέρον. Μια φορά που είχε απομονωθεί με κλάματα, ο Αιμίλιος τον πήρε και τον πήγε στο σπίτι του. Κάτι είπε στη Λετίτσια και αυτή γέλασε και τον αγκάλιασε. Έφαγαν μαζί. Του έδειξαν στις κορνίζες τις δύο κόρες τους, μεγάλες πια, μάλλον έλειπαν, ποιος ξέρει πού. Αργότερα έμαθε ότι η Μαρία και η Αντωνία δούλευαν στην Αθήνα. Κουβέντες δεν αντάλλαξαν, η γλώσσα μεγάλο εμπόδιο. Για πρώτη φορά όμως μετά από πολλούς μήνες ο Σάλεχ ένιωσε ασφάλεια.

Από τότε έγινε η ουρά του Αιμίλιου. Ο Αιμίλιος τον έπαιρνε στον μανάβη και στον μπακάλη, τον κερνούσε στο καφενείο και τον σύστηνε στους χωριανούς. Αυτοί με την σειρά τους τον βάφτισαν Σάββα, το Σάλεχ τους φάνηκε πολύ εξωτικό για να το θυμούνται. Το Πάσχα γνώρισε και τα κορίτσια τους και κάποιες φορές ένιωθε πως είχε μαμά, μπαμπά, αδελφές, κάτι δηλαδή που έμοιαζε με κανονική ζωή.

Ο Σάββας έμαθε γρήγορα τη γλώσσα και ανταποκρινόταν στο σχολείο κάθε μέρα και καλύτερα. Το καλοκαίρι οι δύο αδελφές τού έκαναν και έξτρα μαθήματα ελληνικών. Στο δρόμο και στις συναναστροφές μιλούσε με ντοπιολαλιά. Μερικές λέξεις βέβαια παρέμεναν ένα μυστήριο. Για παράδειγμα, κάθε φορά που ο Αιμίλιος τον έφερνε απροειδοποίητα στο σπίτι, η Λετίτσια έλεγε το «βρισκούμενο». Τι είναι το «βρισκούμενο», Αιμίλιε; Και ο Αιμίλιος γελούσε και δεν απαντούσε. Αργότερα ο Σάββας κατάλαβε: Το «βρισκούμενο» ήταν ένα πιάτο που ήταν αδύνατο να το φας στα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου, αλλά το είχε η Λετίτσια. Με τον καιρό συνειδητοποίησε ότι παρόμοια πιάτα σερβίρονταν στα περισσότερα σπίτια του χωριού. Τη συνταγή δεν την είχε δει γραμμένη πουθενά, αλλά την ήξεραν  οι πιο πολλές γυναίκες.

Μεγαλώνοντας ο Σάββας άνοιξε τα φτερά του, ταξίδεψε, δούλεψε, αγάπησε, έστησε σπιτικό. Το χαμπέρι του Αιμίλιου τον βρήκε στο Λονδίνο.

Η καμπάνα τον βγάζει από τις σκέψεις του. Με την Ίρμα λίγο σαστισμένη μπαίνουν στην εκκλησία. Σκύβει πάνω από το φέρετρο. Δεν είναι χριστιανός, αλλά κάνει το σταυρό του. Για τον Αιμίλιο. Η Λετίτσια και τα κορίτσια, γυναίκες πια κι αυτές με δικές τους οικογένειες, ανοίγουν διάπλατα τα μάτια. Χαίρονται, εκπλήσσονται, λυπούνται, όλα μαζί, δύσκολο να το ξεχωρίσεις. Πέφτουν στην αγκαλιά του Σάββα τους: «Ήρθες αγόρι μου;» «Αλίμονο, ήρθα, πώς δε θα ‘ρχόμουνα; Από δω η γυναίκα μου, η Ίρμα. Κι ο γιος μου». Η Λετίτσια χαϊδεύει το κεφάλι του πιτσιρίκου. Τα κορίτσια τον ρωτάνε στ’ αγγλικά το όνομά του.

«Emilio», τους λέει με σβησμένη φωνή.

Τώρα ο παπάς περιμένει από πάνω τους να αρχίσει να ψέλνει. Οι γυναίκες έχουν αφήσει το φέρετρο και βρέχουν με τα δάκρυά τους το κεφάλι του μικρού που τα ‘χει χαμένα.

“Emilio”, ναι, «Αιμίλιο, τονε λένε», επαναλαμβάνει ο πατέρας του, που δε θυμάται ούτε ο ίδιος πια αν το όνομά του είναι Σάλεχ ή Σάββας.

Σημ: Ο Αιμίλος ήταν υπαρκτό πρόσωπο όπως πραγματική είναι η ιστορία του «Σάββα» του οποίου άλλαξα το όνομα. Η οικογένεια του Αιμίλιου είχε την ευγένεια να μου επιτρέψει να μεταπλάσω την βασική ιστορία, όπως ήθελα και την ευχαριστώ γι’ αυτό.

Το κείμενο «Αιμίλιος» γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής της Κατερίνας Νανούρη. Είναι μέρος μιας σειράς κειμένων πάνω σε μια ιδέα της Κατερίνας Μαντίλ με κοινό τόπο «το βρισκούμενο».

Το άρθρο Αιμίλιος – του Μανόλη Χατζηπαναγιώτου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο «Σταθμός»: Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου https://www.pancreta.gr/manosloizosostahmosprotosmegalosdiskos/ Sat, 18 Jul 2026 15:32:14 +0000 https://www.pancreta.gr/manosloizosostahmosprotosmegalosdiskos/ Ο «Σταθμός» ήταν ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου και, ταυτόχρονα, ο δίσκος με τον οποίον εγκαινιάστηκε το σήμα MINOS. Όπως μάλιστα πληροφορούμαστε από το σημείωμα που υπάρχει στο δίσκο: «για τη στερεοφωνική εγγραφή του χρειάσθηκαν 214 ολόκληρες ώρες δουλειάς». Ο «Σταθμός» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1968 κι, όπως αναφέρεται στο σημείωμα του δίσκου: «τούτο...

Το άρθρο Ο «Σταθμός»: Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Ο «Σταθμός» ήταν ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου και, ταυτόχρονα, ο δίσκος με τον οποίον εγκαινιάστηκε το σήμα MINOS. Όπως μάλιστα πληροφορούμαστε από το σημείωμα που υπάρχει στο δίσκο: «για τη στερεοφωνική εγγραφή του χρειάσθηκαν 214 ολόκληρες ώρες δουλειάς».

Ο «Σταθμός» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1968 κι, όπως αναφέρεται στο σημείωμα του δίσκου: «τούτο το τεράστιο σε αξία μουσικό έργο αποδίδεται από τον καθιερωμένο πια Γιάννη Καλατζή, τη μοναδική Λίτσα Διαμάντη, τον κλασικό στο είδος του Δημήτρη Ευσταθίου και το καινούριο ταλέντο: το Γιώργο Νταλάρα». Αυτή είναι κι η πρώτη ολοκληρωμένη συνεργασία του Μάνου Λοΐζου με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Αν κι η γνωριμία τους ξεκινά απ’ το 1965 κι η συνεργασία τους ένα χρόνο μετά (1966), αρχικά με κάποια μεμονωμένα τραγούδια, παίρνει μια πρώτη συγκεκριμένη μορφή στο «Σταθμό». Παρότι το υλικό του αποτελείται από σκόρπια τραγούδια και σε καμιά περίπτωση δεν είναι ένας θεματικός κύκλος τραγουδιών, με τη δουλειά αυτή, διαμορφώνεται η ισορροπία δύο δημιουργών και δύο, βασικά, ερμηνευτών, που θα συνεχιστεί και στο μέλλον με δυο ακόμα δίσκους. 

Αξίζει να δούμε λίγο το υλικό του «Σταθμού», όπως το παρουσιάζει ο Γιώργος Τσάμπρας στο ένθετο της επανέκδοσης του δίσκου: «Η μελωδία πάνω στην οποία γράφτηκαν οι στίχοι για “Το παλιό ρολόι” δεν είναι παρά μια άλλη ματιά στη μελωδία ενός παλιότερου τραγουδιού του Λοΐζου(είχε παρουσιαστεί το ’63 στην πρώτη του συναυλία) που μιλούσε, με δικούς του στίχους, για ένα “Κρητικό σταφύλι”. Η μελωδία πάνω στην οποία γράφτηκε το “Πίσω απ’ την πόρτα” προϋπήρχε με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. “Το Μελαχρινάκι” γράφτηκε πάνω στη μελωδία ενός τραγουδιού που είχαν γράψει παλιότερα Λοΐζος και Παπαδόπουλος για τη θεατρική παράσταση της Άλκηστης Γάσπαρη “Ρέστια, το νησί των σφουγγαράδων”. Το “Όποιος δει το παλικάρι” – με στίχους του ίδιου του Λοΐζου – είχε ήδη ακουστεί σε ελληνική ταινία της εποχής … όπως και το “Η δουλειά κάνει τους άντρες” είναι ένα τραγούδι που πρωτακούστηκε την προηγούμενη χρονιά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “Τρούμπα ’67” από την Ελένη Ροδά. Τα μόνα τραγούδια που γράφτηκαν πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου ειδικά για το “ΣΤΑΘΜΟ”, ήταν το “Ήτανε οχτώ – εννιά” – το τελευταίο που γράφτηκε, πριν τη συμπλήρωση του δίσκου – και, βέβαια, το “Δελφινάκι”».

Ιδιαίτερο ντοκουμέντο, για το πως γράφτηκε και δημιουργήθηκε αυτός ο δίσκος, αποτελεί κι η αφήγηση, στον Γ. Τσάμπρα, του Μάκη Μάτσα: «Η δημιουργία του ΣΤΑΘΜΟΥ είναι μια χρονοβόρος διαδικασία. Ο Μάνος γράφει δύσκολα γιατί κάθε τι που κάνει το “κεντάει”, όσο περισσότερο γίνεται. Γι’ αυτό στο studio αργεί. Του άρεσε κάθε τι να το ηχογραφεί σε τρεις και τέσσερις εκδοχές, να τ’ ακούει, να το επαναλαμβάνει, να συμβουλεύεται τους συνεργάτες του. Ο Μάνος, σε αντίθεση με άλλους συνθέτες, επιζητάει τη συνεργασία και του αρέσει πολύ να ανοίγεται. Ο δίσκος έγινε στην κυριολεξία πόντο – πόντο … στο ΣΤΑΘΜΟ σε όλες τις ηχογραφήσεις του είμαι δίπλα του μαζί με το Λευτέρη, από τη στιγμή που γράφει το πρώτο σκαρίφημα μουσικής, μέχρι τη στιγμή που ο δίσκος πάει για χάραξη … ακόμα και για τη φωτογραφία του εξωφύλλου του ΣΤΑΘΜΟΥ χρειάστηκε να κάνουμε 3 – 4 φωτογραφήσεις μ’ αυτό το τζάμι στο οποίο τρέχει το νερό, για να έχουμε το αποτέλεσμα που ήθελε. Ήταν τόσο λεπτολόγος! ».

Όπως βέβαια, εξίσου ντοκουμέντο αποτελούν κι οι στιγμές των δύο δημιουργών, όπως τις καταγράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Άνοιξη θα ‘ταν, όταν αποφασίσαμε να κάνουμε τον πρώτο μεγάλο δίσκο μας. Ο Μπούτσικος παραχώρησε στο Μάνο ένα σπίτι με αυλή, στο Βοτανικό, ο Μάτσας του νοίκιασε ένα πιάνο, ο Γλέζος του κατέβασε ένα μαγνητόφωνο. Κι η δουλειά, που, πια, δεν ήταν δουλειά, αλλά μεράκι, ξεκίνησε. Έφευγα το πρωί απ’ το Χολαργό και τον συναντούσα στο σπιτάκι του Βοτανικού, αξύριστο και με μια χιλιάρα κρασί δίπλα του. Μου έλεγε ένα καλαμπούρι, με κερνούσε κρασί κι ύστερα καθόταν στο πιάνο. Μια ώρα, δυο ώρες, τρεις. Ώσπου να βγει, πεντακάθαρο, το “Δελφίνι”, το “Παλιό ρολόι”, το “Ήτανε οχτώ – εννιά”».
Το ερμηνευτικό βάρος στο δίσκο το φέρνει ο Γιάννης Καλατζής, ενώ συμμετέχουν, μ’ ένα τραγούδι, η Λίτσα Διαμάντη κι ο Δημήτρης Ευσταθίου. Στον «Σταθμό» πρωτοεμφανίζεται, μ’ ένα μόνο τραγούδι, αμέσως μετά την «Προσμονή» του 1967, ο νεαρός Γιώργος Νταλάρας, ο οποίος όμως θα συμπρωταγωνιστήσει, μαζί με τον Καλατζή, στους επόμενους δυο δίσκους των Λοΐζου – Παπαδόπουλου, αποτελώντας μέρος μια εκπληκτικής καλλιτεχνικής τετράδας (δύο δημιουργών – δύο ερμηνευτών), που θα προσφέρει μεγάλα και πολυαγαπημένα τραγούδια στην ελληνική δισκογραφία. Εξάλλου, όσον αφορά αυτούς του δυο ερμηνευτές, ο Λοΐζος έχει σχηματίσει την άποψή του, όπως μας την διασώζει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Ο Μάνος αγαπάει τον Καλατζή, γιατί τον θεωρεί λαϊκό τραγουδιστή – “σαν χαμίνι του δρόμου”. Συμπαθεί, όμως, και τον Νταλάρα – “είναι ευγενικός, σαν φοιτητής”, μου λέει».

Ας καταγράψουμε, επίσης, κι εδώ, τους συντελεστές και τα τραγούδια του δίσκου όπως αναφέρονται στο ένθετο της επανέκδοσής του:

Ορχήστρα: Στέλιος Ζαφειρίου (μπουζούκι), Χρήστος Ψαρρός (μπουζούκι), Δημήτρης Φάμπας (κιθάρα), Σωτήρης Μαρίνος (κιθάρα), Τάσος Διακογιώργης (μεταλλόφωνο), Νίκος Τσεσμελής (μπάσο), Δημήτρης Βράσκος (μαντολίνο), Μπάμπης Μαλλίδης (μαντολίνο), Ανδρέας Αλεξανδράτος (πιάνο), Σπύρος ΡέγγιοςΣωτήρης Ταχιάτης (τσέλο), Α. Μιχαήλ (drums). (φλάουτο),

Β’ φωνή: Λίτσα Διαμάντη στο «Δελφίνι – Δελφινάκι» και Γιώργος Νταλάρας στο «Όποιος δει το παλικάρι»
Ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας : Μάνος Λοΐζος
Ηχογράφηση: Studio Columbia.
Ηχολήπτης: Γιάννης Κωνσταντόπουλος
Διεύθυνση παραγωγής: Μάκης Μάτσας
Πρώτη έκδοση δίσκου: Δεκέμβριος 1968 (MINOS : MSM 101)

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1. Δελφίνι – δελφινάκι (2:35) Γιάννης Καλατζής
2. Το παλιό ρολόι (3:59) Γιάννης Καλατζής
3. Ο Σταθμός (2:33) ορχήστρα
4. Όποιος δει το παλικάρι (3:27) Λίτσα Διαμάντη (στίχοι : Μάνος Λοΐζος)
5. Ήτανε οχτώ – εννιά (2:36) Γιώργος Νταλάρας
6. Φινάλε πρώτου μέρους (2:56) ορχήστρα
7. Το μελαχρινάκι (2:53) Γιάννης Καλατζής
8. Η δουλειά κάνει τους άντρες (2:17) Δημήτρης Ευσταθίου
9. Σ’ αποθύμησα (4:03) ορχήστρα
10. Πίσω απ’ την πόρτα (3:05) Γιάννης Καλατζής
11. Επιστροφή (1:54) ορχήστρα
12. Φινάλε δεύτερου μέρους (2:00) ορχήστρα

Όπως βλέπουμε, ο δίσκος περιέχει πέντε (5) ορχηστρικά θέματα κι εφτά(7) τραγούδια, απ’ τα οποία, τέσσερα (4) ερμηνεύει ο Γιάννης Καλατζής κι από ένα οι: Γιώργος Νταλάρας, Λίτσα Διαμάντη και Δημήτρης Ευσταθίου. Δυο τραγούδια («Πίσω απ’ την πόρτα» & «Το παλιό ρολόι») τα “χτύπησε” η λογοκρισία της χούντας.
Γράφει ο ίδιος ο Λ. Παπαδόπουλος: «Οι πρώτες σοβαρές κόντρες με την κρατική λογοκρισία άρχισαν το 1968, όταν βγάλαμε με τον Λοΐζο το δίσκο “Ο ΣΤΑΘΜΟΣ” (Minos). Σε ένα τραγούδι, που το λέγαμε “Το καρφί”, περιέγραφα το εσωτερικό ενός φτωχόσπιτου. Στα σπίτια αυτά δεν υπάρχουν κρεμάστρες. Για κρεμάστρες χρησιμοποιούνται καρφιά, καρφωμένα πίσω απ’ την πόρτα. Έγραφα λοιπόν : “Πίσω απ’ την πόρτα το καρφί / και στο καρφί σακάκι”. Οι ηλίθιοι λογοκριτές, όμως, θεώρησαν ότι με τη λέξη “καρφί” αναφερόμουν σε κάποιον χαφιέ (“καρφιά” λέμε τους σπιούνους, τους χαφιέδες κ.λπ.) και ζήτησαν αλλαγή. Δεν ήταν δύσκολο, έγραψα: “Πίσω απ’ την πόρτα την κλειστή / ένα παλιό σακάκι”. Άλλαξα και τον τίτλο του τραγουδιού: “Πίσω από την πόρτα” τον έκανα.»

Εκεί, όμως, που βρήκα τον μπελά μου ήταν στην τελευταία στροφή. Έγραφα : “Δίπλα στα πλίθινα σκαλιά / μια λεύκα απάνου ως κάτου / είναι απ’ τα χέρια εκείνου / που ’χε το μπόι τ’ ουρανού / το μπόι του θανάτου”. Οι λογοκριτές φρυάξανε! Ζήτησαν άμεση αντικατάσταση αυτής της στροφής. Συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις. Και η στροφή έγινε : “Μες στην καρδιά μου την πικρή / ήρθε το πρώτο χιόνι / μες στην καρδιά μου ράγισες / τη νύχτα που με άφησες / χαμένο χελιδόνι”. Τα μισά λόγια, σ’ αυτήν την στροφή, είναι του Λοΐζου!» και (για το «Το παλιό ρολόι») : «Στον τελευταίο στίχο, για τη λογοκρισία, το “μα οι άνθρωποί μας” έγινε “μα τα χελιδόνια”».

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας δίνει και κάποιες “ιστορίες τραγουδιών” του δίσκου. Και συγκεκριμένα:

«Δελφίνι – δελφινάκι» : «Αρίων ο κιθαρωδός, ναυάγιο κι ένα δελφίνι που του σώζει τη ζωή, κουβαλώντας τον στον ώμο του. Ο Αρίων ζούσε στο Μόλυβο της Λέσβου, όπου πήγαινα τα καλοκαίρια. Ο Κουγιουμτζής έλεγε ότι, όταν ακούει το “Δελφινάκι”, αισθάνεται πως τα δυο του πόδια βρέχονται στη θάλασσα. Το ίδιο καλοκαίρι που το γράψαμε με τον Λοΐζο, το τραγουδούσε όλη η Ελλάδα.» και «Στην πρώτη συνεργασία μας (Σ.Σ. με τον Μάκη Μάτσα) γίναμε μαλλιά κουβάρια. Είχα γράψει το τραγούδι “Δελφίνι – δελφινάκι”, που μέσα σ’ ένα χρόνο πούλησε πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα. Με το που άρχισε λοιπόν ο Λοΐζος να παίζει στο πιάνο κι εγώ να τραγουδώ τους στίχους, ο Μάκης έγινε σκυθρωπός. “Σε παρακαλώ”, μου λέει, “αυτό το καβάλα στο δελφίνι, με το οποίο αρχίζει το τραγούδι, δεν το αλλάζεις”; “Γιατί”; “Δεν είναι εύηχο”. Ακολούθησε ένας τρικούβερτος καβγάς. Τελικά νίκησα, γιατί είχα φανατικά με το μέρος μου και τον Λοΐζο.».
Ο Χρήστος Λεοντής στο τραγούδι αυτό διακρίνει μια μουσική πρωτοτυπία: «Εμένα ένα από αυτά που μου αρέσουν πολύ είναι το “Δελφίνι – δελφινάκι”, ένα από τα πιο λαμπερά που κάνανε με τον Παπαδόπουλο. Όμως, αυτό το τόσο ευχάριστο τραγούδι ξεκινάει από την πέμπτη βαθμίδα, κι ενώ είναι στην ντο, ξεκινάει στο σολ. Αυτό, όσοι είναι μουσικοί θα το καταλάβουνε. Ήταν προχωρημένο».

«Το παλιό ρολόι»: «Το έγραψα στη δικτατορία, με πρόθεση να βγουν από το τραγούδι οι υπαινιγμοί κάποιων “μηνυμάτων”. Η μουσική είναι από ένα παλιό γρήγορο τραγούδι του Μάνου, το “Κρητικό σταφύλι”. Του είπα να το κάνει αργό, το έκανε και μετά προσθέσαμε και ένα ρεφρέν.»

«Η δουλειά κάνει τους άντρες»: «Ήταν μια ταινία του Γρηγορίου, ΤΡΟΥΜΠΑ ’67 : Ήταν και η Ελένη Ροδά φίλη του Λοΐζου και δική μου. Ζωντανό κορίτσι, όμορφο. Έγραφα το τραγούδι, για να ειρωνευτώ τους ψευτόμαγκες των καφενείων. Και η Ελένη το είπε πειστικά.»

«Ήτανε οχτώ – εννιά»: «Το γράψαμε για τον Νταλάρα, με τον Λοΐζο. Στο δίσκο “σταρ” ήταν ο Γιάννης Καλατζής. Ο Νταλάρας ήταν πολύ καινούριος. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικό τραγούδι που το ’πνιξε η επιτυχία που ’χε το “Δελφινάκι.”»

Τα τραγούδια που ξεχώρισαν απ’ αυτόν τον δίσκο ήταν: «Το παλιό ρολόι» (εκπληκτικός ο στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «… κι έγινε το Σαββατόβραδο ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά»), «Όποιος δει το παλικάρι» κι «Η δουλειά κάνει τους άντρες», ενώ το «Ήτανε οχτώ – εννιά» (με τους επίσης συγκλονιστικούς στίχους του Παπαδόπουλου για το δίπολο “μικρή ζωή – χρυσή ζωή”: «Ήτανε οχτώ – εννιά / κι ένας έχει μείνει / λιώνει στο καμίνι / της μικρής ζωής / μα στην ίδια γειτονιά / πάλι φωνοκόπι / πίσω απ’ το τόπι / της χρυσής ζωής») “το ‘πνιξε”, όντως, η μεγάλη επιτυχία που ’χε το «Δελφίνι – δελφινάκι», ένα τραγούδι αγαπημένο, που τραγουδιέται ως τις μέρες μας.

Πηγή: e-orfeas.gr

 

Το άρθρο Ο «Σταθμός»: Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Σκάκι – Η υπεροχή της νόησης https://www.pancreta.gr/skakiyperoxitisnoisis/ Sat, 18 Jul 2026 12:37:38 +0000 https://www.pancreta.gr/skakiyperoxitisnoisis/ Η σκακιστική μάχη είναι μια πνευματική μονομαχία· στη σκακιέρα η μάχη δεν δίνεται με ξίφη και η σωματική δύναμη δεν παίζει κανένα ρόλο. Εδώ δεν κυβερνά η τυφλή τύχη όπως σε πολλά άλλα παιχνίδια. Το  παιχνίδι είναι περιορισμένο σε μια μικρή επιφάνεια διαθέτει όμως απεριόριστους συνδυασμούς. Η  εκτίμηση θέσεων, οι έξυπνοι συνδυασμοί, η υπομονετική άμυνα,...

Το άρθρο Σκάκι – Η υπεροχή της νόησης εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>
Η σκακιστική μάχη είναι μια πνευματική μονομαχία· στη σκακιέρα η μάχη δεν δίνεται με ξίφη και η σωματική δύναμη δεν παίζει κανένα ρόλο. Εδώ δεν κυβερνά η τυφλή τύχη όπως σε πολλά άλλα παιχνίδια. Το  παιχνίδι είναι περιορισμένο σε μια μικρή επιφάνεια διαθέτει όμως απεριόριστους συνδυασμούς. Η  εκτίμηση θέσεων, οι έξυπνοι συνδυασμοί, η υπομονετική άμυνα, τα τολμηρά σχέδια, οι επιθέσεις αλλά πάνω από όλα η συνδυαστική δύναμη, που απαιτείται από τον παίκτη εξασφάλισαν τη μεγάλη δημοφιλία του παιχνιδιού αυτού. Η ικανότητα του σκακιστή να οικοδομήσει τον δρόμο προς τον στόχο του συνδυάζοντας πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους, προβλέποντας τις προθέσεις του αντιπάλου, αλλά και η ικανότητα σύλληψης γενικής στρατηγικής και εφαρμογής επιμέρους κινήσεων τακτικής, όλα αυτά απαιτούν φαντασία,  δύναμη επινόησης  και ευφυΐα.

Πολλοί θρύλοι είναι συνδεδεμένοι με την εμφάνισή του. Κάποιοι από αυτούς λένε, ότι σοφοί Ινδοί ραχμάνοι το επινόησαν και το δώρισαν σε αρχομανείς, άπληστους βασιλιάδες, διδάσκοντας τους ότι ο βασιλιάς δεν είναι το παν στο παιχνίδι, αλλά ένα μόνο πιόνι από τα πολλά στη σκακιέρα. Χωρίς τους στρατιώτες, τους αξιωματικούς, τους πύργους τα άλογα και τη βασίλισσα δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα. Μια λάθος  κίνηση είναι αρκετή για να του στερήσει τα πάντα. 

Από την Ινδία πέρασε στην Περσία και από τους Πέρσες στους Άραβες. Οι Άραβες το διέδωσαν στη Μαυριτανική Ισπανία και οι Ισπανοί με τη σειρά τους στην Ευρώπη. 

Η ιστορία του παιχνιδιού είναι καταχωρημένη μέσα στην ίδια την λέξη όπως μαρτυρεί η ετυμολογία της ορολογίας και της ονομασίας του παιχνιδιού σε πολλές γλώσσες. Η περσική λέξη Shah (σάχης, βασιλιάς) αποδόθηκε στα λατινικά ως scanhi,στα ιταλικά ως scacco και από εκεί πέρασε στα μεσαιωνικά ελληνικά ως σκάκος. Η λέξη σκάκος, αργότερα  στα νέα Ελληνικά, εξελίχθηκε στη  λέξη σκάκι. 

Στα ρωσικά ονομάζεται шахматы (σάχματι) Από το περσικό sah (βασιλιάς) και mat (νεκρός) “Ο βασιλιάς είναι νεκρός”, κάτι που στη σκακιστική ορολογία δηλώνει το τέλος του παιχνιδιού. Το σκάκι στη Ρωσία είναι το πιο δημοφιλές επιτραπέζιο παιχνίδι. Στους σκακιστικούς κύκλους για πολλά χρόνια γινόταν λόγος για “σοβιετική κυριαρχία” αφού οι Σοβιετικοί σκακιστές δεν ήταν μόνο πρωταθλητές αλλά είχαν δημιουργήσει δική τους σκακιστική σχολή.

Είναι γνωστό ότι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν αγαπούσε το σκάκι και ήταν δεινός  σκακιστής. Ο Παντελεήμων Λεπεσίνσκι, ένας από τους φίλους και συνεργάτες του, στο βιβλίο του “Στην καμπή” περιγράφει πολύ παραστατικά τη συμπεριφορά του Λένιν σε μια παρτίδα σκάκι. “Πιο έντονα η φύση του Ιλίτς ως γεννημένου αθλητή, εκδηλωνόταν όταν έπαιζε σκάκι. Θυμάμαι μια φορά που εμείς οι τρεις, δηλαδή εγώ, ο Στάρικοβ και ο Κρζιζανόβσκι παίζαμε εναντίον του Ιλίτς (…) Ο Ιλίτς έχανε κι εμείς είχαμε σίγουρη τη νίκη. Η “συμμαχία” μας ήταν πολύ χαρούμενη και το χαμόγελό μας όλο και πλάταινε. Ο “εχθρός” είχε παγώσει στη θέση του και έτσι σκυφτός και ακίνητος όπως ήταν πάνω από τη σκακιέρα έμοιαζε με πέτρινο άγαλμα.  Ήταν η προσωποποίηση της υπεράνθρωπης έντασης της σκέψης. Στο τεράστιο μέτωπό του εμφανίστηκαν σταγόνες ιδρώτα. Το κεφάλι του ήταν σκυμμένο πάνω από τη σκακιέρα, τα μάτια του ήταν ακίνητα καρφωμένα σε εκείνη τη γωνία όπου βρισκόταν το πιο σημαντικό στρατηγικό σημείο της μάχης. Αν κάποιος εκείνη τη στιγμή φώναζε “πυρκαγιά, καιγόμαστε, τρέξτε να σωθείτε” αυτός δεν θα κουνούσε ούτε το φρύδι του. Σκοπός της ζωής του εκείνη τη στιγμή ήταν να μην παραδοθεί, να αντέξει και να μην ηττηθεί. Προτιμούσε να πεθάνει από αιμορραγία στον εγκέφαλο πάρα να παραδοθεί και να μην βγει με αξιοπρέπεια από τη δύσκολη θέση που βρέθηκε”.

Ο πατέρας του Λένιν ήταν εξαιρετικός παίκτης και δίδαξε σκάκι τον γιο του όταν αυτός ήταν εννέα χρόνων. Ο νεαρός Βλαντίμιρ στα δεκαπέντε του χρόνια ήδη κέρδιζε τον πατέρα του στο σκάκι. Ο Λένιν αγαπούσε και προπαγάνδιζε το σκάκι. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και πιο ύστερα στη Ρωσία, το σκάκι θεωρήθηκε ως μια καλή ενασχόληση, ιδίως για τα παιδιά, γιατί είναι ένας τρόπος για να αναπτυχθεί από νεαρή ηλικία η λογική σκέψη και η πνευματική συγκρότηση. Η καλλιέργεια στρατηγικής αντίληψης με την εξασφάλιση θέσεων που οδηγούν στη νίκη, αλλά και οι αμυντικές ικανότητες, καθώς και η φαινομενική απλότητα που στην πραγματικότητα όμως είναι μια απέραντη πολυπλοκότητα, με τεράστιο αριθμό πιθανών παρτίδων,  η απαραίτητη νηφάλια εκτίμηση θέσεων, η σωστή αξιολόγηση των πιθανών θέσεων του αντιπάλου, καθιστούν το σκάκι αναντικατάστατο  παιδαγωγικό εργαλείο.

Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοβ έγραψε ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα που αναφέρονται στο σκάκι. “Η άμυνα του Λούζιν” (1930) είναι ένα από τα πρώτα του μυθιστορήματα και ένα από τα λίγα που έγραψε στα ρωσικά. Στο μυθιστόρημά του αυτό ο νεαρός Λούζιν δραπετεύει από τον κόσμο που τον περιβάλλει και τον καταπιέζει αφόρητα, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα καινούργιο κόσμο, στο σκακιστικό βασίλειο. Στο σκάκι βρίσκει την αρμονία που έψαχνε, όπως ακριβώς άλλοι βρίσκουν την αρμονία στη μουσική. Ο νεαρός Λούζιν χάνει το παιχνίδι γιατί αρχίζει να σκέφτεται ότι η πραγματικότητα παίζει μαζί του πολλές παρτίδες σκάκι. Το μυθιστόρημα αυτό, που ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοβ δημοσίευσε στη Γερμανία με το ψευδώνυμο Σόριν, ήταν μια προσέγγιση στην προσωπικότητα του σκακιστή. 

Η προσωπικότητα των σκακιστών αποτελεί πολλές φορές αίνιγμα για τους υπόλοιπους ανθρώπους, ίσως γιατί στο σκάκι οι παίκτες βλέπουν μπροστά, επινοώντας τις δικές τους κινήσεις και προβλέποντας τις κινήσεις του αντιπάλου. Αν η ήττα είναι αναπόφευκτη αυτοί το ξέρουν από πριν. Κι έτσι σκυφτοί καθώς είναι πάνω από τη σκακιέρα, βυθισμένοι σε μια φαινομενική ηρεμία και αταραξία, ξαφνικά η τρικυμία μέσα τους κοπάζει. Ξέρουν ότι η τραγική πτώση είναι αναπόφευκτη. Χρειάζεται τόλμη, γενναιότητα και αξιοπρέπεια να παραδεκτεί κάνεις την ήττα του και την υπεροχή του αντιπάλου.

Το άρθρο Σκάκι – Η υπεροχή της νόησης εμφανίστηκε πρώτα στο PANCRETA ∙ Ειδήσεις, άρθρα & προτάσεις.

]]>