Βιβλιοφιλία και βιβλιοκλεπτομανία - Ειδήσεις Pancreta

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά στο βιβλιολογικό περιοδικό «Μέλισσα των βιβλίων» (Τόμος 1ος, τεύχος Β’, 1974) που το εξέδιδαν οι (παλαιο)βιβλιοπώλες Νότης και Διονύσης Καραβίας στη δεκαετία του 1970. Πρόκειται για μια ανάμνηση του Νότη Καραβία που αφορά τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, μια μαρτυρία που δεν την έχω δει να καταγράφεται αλλού, και που παρουσιάζει μια πτυχή του Λαπαθιώτη η οποία δεν επιβεβαιώνεται από άλλες μαρτυρίες.

Ευχαριστώ τον φίλο μας τον Γρηγόρη τον Κοτορτσινό που μου υπέδειξε το κείμενο και τον φίλο μας τον Σκύλο που έκανε τον κόπο να το πληκτρολογήσει. Ο ίδιος πρότεινε και τη φωτογραφία που κοσμεί το άρθρο, η οποία δεν έχει άμεση σχέση με το κείμενο -αλλά έχει έμμεση, αφού αναφέρεται σε βιβλia την εποχή του πολέμου: είναι τραβηγμένη στο Λονδίνο την εποχή των μεγάλων γερμανικών βομβαρδισμών του 1940.

ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΚΛΕΠΤΟΜΑΝΙΑ

Νότης Καραβίας

Ήταν ο Χειμώνας του 1942. Οι δουλειές των βιβλίων παρ’ όλη την πείνα πήγαιναν καλά. Με τον περιορισμό της κυκλοφορίας στους δρόμους και το κλείσιμο του κόσμου στα σπίτια του από τις 8 το βράδι, το βιβλίο απόκτησε ξαφνικά τεράστια κίνηση. Δεν ήταν όμως μόνο από την πλευρά του αναγνωστικού κοινού που είχε σαν βασικό μέσο ψυχαγωγίας το βιβλίο για τις ώρες της αναγκαστικής κλεισούρας. Για μας τους παλαιο-βιβλιοπώλες ιδιαίτερα ανοίχτηκε ξαφνικά μεγάλο πεδίο δραστηριότητας με τις αθρόες αγορές παλαιών βιβλίων σε ποσότητα, εξ αιτίας της αναπάντεχης ένδειας και ελλείψεως πορισμού των στοιχειωδών μέσων διατροφής από διανοούμενους και γενικά καλλιεργημένους. Τραγικό ήταν εξ άλλου το θέαμα αξιοσέβαστων ανθρώπων των γραμμάτων, που λόγω στερήσεως αναγκάζονταν να πουλήσουν τα βιβλία τους. Βιβλιοθήκες επί βιβλιοθηκών σωριάζονταν στα υπόγεια και τις αποθήκες των βιβλιοπωλείων. Ανάλογα συνέβησαν κατά τον πόλεμο και αλλού, στην Αγγλία για παράδειγμα, όπου η έλλειψη χώρου λόγω της καταστροφής των σπιτιών από βομβαρδισμούς δημιούργησε προβλήματα στεγάσεως. Ολόκληρες λοιπόν βιβλιοθήκες βγήκαν στον δρόμο σαν σεμνά κορίτσια που ξάφνου αναγκάζονται να πορνευτούν μέσα στη συμφορά του πολέμου. Μια νύξη εκείνης της καταστάσεως μας έδωσε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος («Το παλιό βιβλίο στην Αγγλία» Ο Βιβλιόφιλος, Έτος Γ’ [1949] 23-4), ο οποίος τριγύριζε, σαν κυνηγός του παλιού καλού βιβλίου στη μεταπολεμική Βρετανία. Ωστόσο οι λόγιοι δεν πούλαγαν όλοι τους θησαυρούς τους για να ζήσουν, αλλά πολλοί εξακολουθούσαν και ν’ αγοράζουν, όσοι μάλιστα δεν διέθεταν χρήματα επιχειρούσαν και να τα κλέβουν. Η κλεπτομανία βέβαια δεν είναι φαινόμενο που το προκαλεί μόνο η ανέχεια. Είναι επίσης νοσηρό πάθος, ακόμα και ένα είδος αθλήματος για τους επιδιδόμενους σ’ αυτήν.

Ήταν ένας χρόνος που είχα ανοίξει το μαγαζί μου τότε το ’42 κι αναγκάστηκα να προσλάβω τον πρώτο μου υπάλληλο, τον δωδεκάχρονο τότε Άγγελο, με το σκοπό να προσέχει κυρίως τους κλεπτομανείς πελάτες μου. Ένας από τους καθημερινούς μπορώ να πώ, πελάτες μου ήταν κι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Κάποια ώρα λοιπόν που βρισκόταν ο αξέχαστος ποιητής στο μαγαζί και ψαχούλευε τα βιβλία, λέω του Άγγελου: «έχε το νού σου να πάω να φέρω τον κουβά με νερό για να σφουγγαρίσεις». Μόλις γυρίζω πίσω, τρέχει ο μικρός με φανερήν ικανοποίηση ότι έπιασε «λαβράκι» και μου λέει ιδιαιτέρως: «Ο κύριος βούτηξε ένα βιβλίο και το ‘χωσε μέσα στην καπαρντίνα του!» Χωρίς ποτέ να υποψιάζομαι ότι ο Λαπαθιώτης είχε το βίτσιο της κλεπτομανίας, υπέθεσα ότι ύστερα από το αυστηρό μάθημα που έκανα στον Άγγελο, τώρα ετούτος θα μου έβγαζε όλους τους πελάτες κλέφτες. Του συνέστησα λοιπόν να μιλάει σιγότερα γιατί δεν ήθελα να το καταλάβει ο Λαπαθιώτης. Ο ποιητής μας όμως κάτι αντελήφθη και ταράχτηκε φανερά. Παρατηρώντας το γεγονός προσπάθησα τότε να εξακριβώσω την καταγγελία του μικρού. Ζήτησα αρχικά τσιγάρο από τον Λαπαθιώτη, ώστε να τον υποχρεώσω να ξεκουμπώσει την καπαρντίνα του κι έτσι να πέσει το βιβλίο ή οπωσδήποτε να φανερωθεί. Του ζήτησα στη συνέχεια σπίρτα και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Σε λίγο, μόλις ο ποιητής έκανε να φύγει, λέω του μικρού να τον παρακολουθήσει. Πράγματί ο Λαπαθιώτης μόλις έστριψε την Χαριλάου Τρικούπη (το μαγαζί μου ήταν τότε επί της οδού Ακαδημίας, απέναντι στην Ιόνιο Σχολή) μπαίνει σ’ ένα υποδηματοποιείο και αφήνει το βιβλίο εκεί με την παράκληση να περάσει το μεσημέρι να το πάρει, λέγοντας μάλιστα του υποδηματοποιού ότι σκοπεύει ν’ αγοράσει και παπούτσια. Τόσο ήταν ταραγμένος καθώς φαίνεται, ώστε ήθελε ν’ απαλλαγεί το ταχύτερο από το βιβλίο. Μόλις βλέπει ο μικρός όλη την κίνηση γυρνάει πίσω τρέχοντας και μου το λέει. Εγώ τότε πηγαίνω κατευθείαν στο υποδηματοποιείο, βλέπω το βιβλίο και το αναγνωρίζω. Για την ιστορία μάλιστα αναφέρω ότι επρόκειτο για το «Liluli» του Ρομαίν Ρολάν. Όταν κατά το μεσημέρι βρέθηκα στο βιβλιοπωλείο του μακαρίτη του Θανάση του Καρδαμήτσα έτυχε να μπει μέσα και ο Λαπαθιώτης. Στενοχωρημένος για το συμβάν αναλογιζόμουν, όχι χωρίς κάποιαν οργή, όλα εκείνα τα πρωινά που ο Λαπαθιώτης ερχόταν ν’ αγοράσει τάχα κάποιο βιβλίο και μου έδινε πάντοτε ένα μεγάλο χαρτονόμισμα, ώστε ν’ αναγκάζομαι ν’ αφήνω το βιβλιοπωλείο και να τρέχω δεξιά αριστερά να το χαλάσω για να του δώσω τα ρέστα. Κάνοντας υπολογισμό πόσες φορές τον είχα αφήσει μόνο στο μαγαζί μου και πόσα πιθανόν βιβλία μου είχε σηκώσει, πήρα κουράγιο να τον πλησιάσω και να τον ρωτήσω: «Κύριε Λαπαθιώτη μήπως κατά λάθος πήρατε το πρωί κανένα βιβλίο;». «Όχι, όχι», μου απαντάει. «Μήπως πήρατε το «Liluli» του Ρολλάν;» Πάλι «όχι». Οπότε χάνοντας την ψυχραιμία μου του λέω: «Μήπως κύριε Λαπαθιώτη το  βουτήξατε;» «Πάψε», μου λέει πνιχτά, «έλα να σου πω έξω». Πράγματι κουβεντιάζοντας με παρασύρει μέχρι το «Πάνθεον» της οδού Πανεπιστημίου. Σ’ όλη τη διαδρομή προσπαθούσε να μου εξηγήσει το βίτσιο, ότι δηλαδή πρόκειται περί «ασθένειας» και να μην τον παρεξηγώ. Συγχρόνως άρχισε να μου διηγείται άλλες περιπτώσεις, ενώ στο μεταξύ παράγγειλε χαλβά του λαδιού, «σπιτίσιο», σπουδαίο πράγμα εκείνο τον καιρό της πείνας. Μου εξιστορούσε διάφορες σχετικές ιστορίες καθώς και τον τρόπο ενεργείας των κλεπτομανών. «Τραβάς από το ράφι δύο βιβλία μαζί κρατώντας τα κολλητά και ρωτάς από απόσταση για την τιμή εκείνου που φαίνεται. Συμφωνείς με την τιμή και χώνεις βιαστικά στην τσέπη σου αμφότερα αποποιούμενος μάλιστα το περιτύλιγμα, πληρώνεις και φεύγεις.» Μου μίλησε επίσης για τα στοιχήματα μεταξύ «συναδέλφων» και φίλων για το ποιός θα κλέψει περισσότερα και τα ρεκόρ που πραγματοποιούνταν. Εγώ λογαριάζοντας τα βιβλία που μου είχε σηκώσει, με μπουκωμένο από χαλβά στόμα παράγγελνα κι άλλον παίρνοντας έτσι κάποια μικρή εκδίκηση για τα χαμένα βιβλία μου. Τελικά τερμάτισα έχοντας φάει οχτώ χαλβάδες, τους οποίους φυσικά πλήρωσε εκείνος και μελαγχολούσα μόνο στην ιδέα ότι δεν χωρούσε άλλους η κοιλιά μου αφού κόντευα να σκάσω.

Ύστερα από έξι ή οχτώ μήνες έμαθα ξαφνικά ότι ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε «από στενοχώριες». Η θλίψη μου για τον τραγικό θάνατό του ήταν ακόμα πιο μεγάλη καθώς συλλογιζόμουν ότι ίσως κι εγώ είχε προσθέσει άλλη μια στις τόσες στενοχώριες των τελευταίων ημερών του λεπταίσθητου κι αλησμόνητου ποιητή.*

*Στη μνήμη του ποιητή πρόκειται να παρουσιάσουμε προσεχώς αυτογραφά του, τα οποία σαν ανέκδοτα δεν περιλαμβάνονται στην έκδοση Φέξη των Απάντων του.

Όπως λέω και στην αρχή, δεν έχω δει άλλη μαρτυρία για κλεπτομανικές (ή μάλλον βιβλιοκλεπτομανικές) τάσεις του Λαπαθιώτη. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι μέσα στην Κατοχή, ιδίως το 1943, εκποιούσε βιβλία από τη βιβλιοθήκη του, όπως και ότι, κατά τη διαχείριση των οικονομικών του, έπεφτε θύμα επιτήδειων.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον ίσως έχει η αναγγελία του Νότη Καραβία ότι είχε στη διάθεσή του αυτόγραφα ποιήματα του Λαπαθιώτη που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην έκδοση των Απάντων του 1964. Το περιοδικό Μέλισσα των βιβλίων έβγαλε και άλλα τεύχη (έναν δεύτερο τόμο το 1975-6 και έναν τρίτο το 1977-81) που δεν μπόρεσα ακόμα να τα βρω.

πηγή


Πηγή: pancreta