Γιώργος Κόρρας, "Η γεύση του σινεμά". Ένα βιβλίο-κόσμημα στην κινηματογραφική βιβλιογραφία μας - Ειδήσεις Pancreta

Την Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου, στο Books Plus/art & coffee, πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση  του βιβλίου του σκηνοθέτη Γιώργου Κόρρα, με τίτλο Η γεύση του σινεμά,  που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηδυέπεια .

Για το βιβλίο του Γιώργου Κόρρα μίλησαν οι φίλοι του, Φοίβος Δεληβοριάς, Αχιλλέας Κυριακίδης, Κώστας Κωτούλας, Παναγιώτης Μπούγιας και Χρήστος Βούπουρας.

πηγή

Παραθέτουμε την ομιλία του Αχιλλέα Κυριακίδη

Δέχτηκα με πολλή χαρά την τιμητική πρόσκληση του Γιώργου να πω δύο λόγια στην παρουσίαση του βιβλίου του. Η πολλή χαρά οφείλεται στο γεγονός ότι τρέφω εξαιρετική εκτίμηση σ’ αυτόν τον άοκνο εργάτη της τέχνης την οποία θεράπευσε και θεραπεύει απ’ όλα τα μετερίζια, ταπεινά και, κυρίως, χαμηλόφωνα, όπως αρμόζει σ’ έναν γνήσιο καλλιτέχνη που σέβεται τις ώρες και τα χρόνια της κοινής αν-ησυχίας στον τόπο μας.

Τώρα που διευκρίνισα το ποσοτικό επίθετο «πολλή», έρχομαι να κάνω το ίδιο και για το αριθμητικό «δύο». Πράγματι τα λόγια θα ’ναι δύο, γιατί δεν ξέρω πώς να βγάλω από μέσα μου, και τι, απ’ όλα αυτά που μηρυκάζει η μνήμη μου μετά την ανάγνωση αυτού του βιβλίου που είναι κάτι πολύ παραπάνω από βιβλίο, που είναι ένα μονάκριβο απόσταγμα από μια θητεία στη ζωή και στην τέχνη, μια πράξη αγάπης προς την τέχνη και, άρα, προς τον άνθρωπο, και, κυρίως, μια ομολογία πίστεως.

Ίσως ακούσετε αρκετές φορές τη λέξη «αγάπη» να τρυπώνει μες σ’ αυτά τα δύο λόγια και να τ’ αβγαταίνει. Πρόθεσή μου δεν είναι, παρά τη συγκίνηση που με διακατέχει, να δειχθώ μελοδραματικός, αλλά να καταθέσω εδώ, μπροστά σας, κάποια ψήγματα αυτής της εκτίμησης για την οποία μίλησα πιο πάνω, κάποιες διασταυρώσεις με τον Γιώργο που δεν ήταν πολλές, αφού οι ζωές μας κινήθηκαν παράλληλα και σε μια ευγενή, σεβαστική απόσταση που δε μας επέτρεψε να συγχρωτιστούμε (ίσως καλύτερα) μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες, κι ανάμεσα σ’ αυτές τις διασταυρώσεις ξεχωρίζω ένα κείμενο που μου είχε ζητηθεί να γράψω για ένα αφιέρωμα του Μπομπούρ στο σινεμά του Γιώργου (μεταξύ άλλων), το κοινό μας χρέος στη νηφάλια ορθοφροσύνη του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου, την κοινή μας μεγάλη αγάπη προς την Τώνια Μαρκετάκη, καθώς και ένα σημαδιακό στιγμιότυπο στο οποίο θα αναφερθώ αργότερα.

Ενόσω μαγείρευα μες στο μυαλό μου αυτά τα δύο λόγια, σκέφτηκα (χαριτολογώντας με τον εαυτό μου) πως, ίσως, το να μιλήσεις ή να γράψεις, ενδεχομένως και με κριτική διάθεση, για τις απόψεις που καταθέτει κάποιος σ’ ένα βιβλίο σαν κι αυτό, δηλαδή για την ουσία των επιχειρημάτων του, είναι το ίδιο σαν να έκρινες τα πεπραγμένα της ζωής κάποιου όπως τα παραθέτει στην αυτοβιογραφία του. «Α, αυτό δεν το ’κανε καθόλου καλά!» ή: «Ήταν σημαντικό λάθος που χώρισε με την Ντέμπορα».

Ο εξαίρετος και λεπταίσθητος άγγλος δοκιμιογράφος και τεχνοκριτικός Ουόλτερ Πέιτερ πιστώνεται, μεταξύ πολλών άλλων, και με τον εκπληκτικό και, κατά τη γνώμη μου, εκπληκτικά ακριβή αφορισμό «Όλες οι τέχνες τείνουν προς την κατάσταση της μουσικής» – έναν αφορισμό που αναγορεύει τη μουσική ως υπάτη των τεχνών, εκ μόνου του λόγου ότι αυτή η μοναδική της αφαιρετικότητα (είναι η μόνη τέχνη που δεν μπορείς να την περιγράψεις) τη φέρνει να προσομοιάζει με ό,τι πιο πολύτιμο έχει προικιστεί ο άνθρωπος: τη σκέψη.

Ωστόσο, αν ο κινηματογράφος είχε ήδη εφευρεθεί όταν ο Πέιτερ διατύπωνε αυτή τη φράση (γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα), είμαι σχεδόν βέβαιος ότι η συμπαγής απολυτότητά του θα όφειλε να παρουσιάσει τη ρωγμή μιας εξαίρεσης: «Όλες οι τέχνες, πλην του κινηματογράφου, τείνουν προς την κατάσταση της μουσικής».

Γιατί η τέχνη του κινηματογράφου, καθώς συμπεριέχει, συμμειγνύει και συναρθρώνει όλες τις άλλες, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ή και να οριστεί ως η τέχνη του απόλυτου κονκρετισμού, καθώς η πανδαμάτωρ εικόνα αμβλύνει, υποτάσσει και, τελικά, αδρανοποιεί κάθε φαντασία, δεν επωάζει το λανθάνον, δεν ανέχεται το υπονοούμενο. Μπορείς να κρύψεις κάτι από το βλέμμα, αλλά δεν μπορείς να του ζητήσεις να μη δει κάτι που δεν είναι κρυμμένο.

Με κάθε κείμενο, λοιπόν, για ένα κινηματογραφικό έργο, όπως αυτά τα μικρά διαμάντια που αποφάσισε, επιτέλους, να μας χαρίσει ο Γιώργος Κόρρας, με κάθε μετά-κείμενο, αυτό το φαινομενικά απόρθητο συγκεκριμένο ανα-λύεται και δια-λύεται σε προθέσεις και σε επαγωγές, σε ιδέες και, εντέλει, σε σκέψεις.

Τα κείμενα που επέλεξε να εκδώσει ο Κόρρας επιτελούν αυτήν ακριβώς τη λειτουργία, με σοφία, με την ταπεινότητα του ουσιώδους και, κυρίως, χωρίς καμία πρόθεση διδακτισμού. Τα κείμενα του Γιώργου δε φιλοδοξούν να κατηχήσουν στις αρχές του κινηματογράφου, πόσο μάλλον στις τεχνικές του, αλλά να μυσταγωγήσουν, να μυήσουν στην αγάπη και στη χρεία αγάπης αυτής της τέχνης.

Το πάθος, ως ακραία εκδοχή της αγάπης, αυτό το πάθος που είναι ανάγλυφο στα κείμενα της Γεύσης του σινεμά, έρχεται σιγά σιγά και στοιχειοθετείται με μικρούς φετιχισμούς της μνήμης, με μικρά memorabilia που σκαπάνευσα όχι τόσο απ’ το βιβλίο, όσο απ’ τη μαγική  ατμόσφαιρα του βιβλίου και με τη σειρά του βιβλίου: η Μπέργκμαν κάτω απ’ τη μεγάλη σκάλα του Νοτόριους με το κλειδί της κάβας στη χούφτα· η τελευταία καβαφική φράση ενός νουάρ αριστουργήματος όπου ο Τζακ Νίκολσον μαθαίνει ότι, έτσι που τη ζωή του ρήμαξε εκεί, στην Τσαϊνατάουν, σ’ όλη τη γη τη χάλασε· οι πόρτες που μία μία εγκλωβίζουν στη μοίρα του τον ήρωα του Χρήματος του Μπρεσόν· ο κάτισχνος γεράκος που υψώνεται στον αέρα μαζί με τα μπαλόνια του, στο Θαύμα στο Μιλάνο του Ντε Σίκα· το μονοπλάνο των επτά λεπτών στο Επάγγελμα ρεπόρτερ του Αντονιόνι· το βλέμμα της γυναίκας που επιζεί πέντε δευτερόλεπτα μετά το φόνο του εραστή της στη Γυναίκα της διπλανής πόρτας του Τριφό· το «Είμαι μαλάκας! Είμαι μαλάκας!» που ξεστομίζει ο μετανοημένος αυτόχειρ Μπελμοντό στον Τρελό πιερότο του Γκοντάρ· το «Καμιά φορά δεν ξέρω προς τα πού να πάω, και τότε σωπαίνω» που λέει η Άλμα στην Ώρα του λύκου του Μπέργκμαν· το ποδήλατο με το οποίο ο ταχυδρόμος μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα του Ζαν-Κλοντ Μπριαλί κι ακουμπάει την αλληλογραφία του στο κομοδίνο, στο Φάντασμα της ελευθερίας του Μπουνιουέλ· το κίτρινο Volkswagen που αγκομαχεί στην ανηφόρα και, τελικά, κατρακυλάει προς τα πίσω, στο φινάλε του Η ζωή συνεχίζεται του Κιαροστάμι.

Σας υποσχέθηκα να είμαι ευσύνοπτος, αλλά δεν είπα δύο λόγια, είπα είκοσι δύο. Ας είναι αυτό το πλεονάζον είκοσι ο βαθμός που βάζω στη Γεύση του σινεμά ή τα αστεράκια που τόσο δίκαια στηλιτεύει ο Γιώργος στον πρόλογό του, κι ας μη συμφωνώ με όλες τις απόψεις που κατατίθενται στο βιβλίο, κι ας το ήθελα λίγο πιο… αιρετικό.

Τέλος, για να μη λείψει τίποτα απ’ αυτή την αμήχανη εισαγωγή, ας μου επιτρέψει ο Γιώργος να πω ότι μου λείπει κάτι απ’ αυτό το βιβλίο. Κι αυτό το κάτι έχει να κάνει με το περιστατικό που ανέβαλα να σας το εξιστορήσω στην αρχή. Ένα απόγευμα πριν από πολλά πολλά χρόνια, έχω πάει στην Αλκυονίδα, να δω για δεύτερη ή τρίτη  φορά το Λόγο του Ντράγιερ. Όταν ανάβουν τα φώτα, διαπιστώνω ότι την ταινία αυτή την παρακολούθησαν μαζί μου μόνο άλλοι δύο. Ο ένας απ’ αυτούς τους δύο είναι ο Κόρρας. Συναντιόμαστε στην έξοδο και κουβεντιάζουμε συνωμοτικά, σαν τους πρώτους χριστιανούς. «Εμένα» μου λέει ο Γιώργος, «όπου κι αν παίζεται Ο λόγος, θα με βρεις εκεί.»

Ναι, αλλά δεν ξέρω γιατί δεν βρίσκω το Λόγο εδώ, στο βιβλίο. Ή μάλλον ξέρω: γιατί ίσως η πίστη στο θαύμα μπορεί να απο-τυπωθεί στο φιλμ μόνο αν είσαι ο Ντράγιερ ή ο Ταρκόφσκι, αλλά το θαύμα της πίστης είναι αδύνατον να δια-τυπωθεί, ακόμα και αν είσαι ο Κόρρας.


Πηγή: pancreta