Μια ιστορία του αυτοκινήτου (Ιλιά Έρενμπουργκ) - Ειδήσεις Pancreta

Μια και προχτές είχαμε ένα άρθρο για τα αυτοκίνητα, έστω και λεξιλογικό, ταιριάζει σήμερα στο φιλολογικό ραντεβού μας να διαβάσουμε ένα πεζογράφημα αφιερωμένο στα αυτοκίνητα -στην ιστορία του αυτοκινήτου. Το έγραψε το 1929 ο αγαπημένος μου Ιλιά Έρενμπουργκ, ο εβραίος σοβιετικός συγγραφέας που κι άλλες φορές έχω παρουσιάσει έργα του εδώ.

Για το βιβλίο αυτό είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του, και μια φορά που είχα πάει στο Λονδίνο, χαζεύοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, είχα δει πως είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Το αγόρασα, και το πρότεινα σε έναν εκδότη -γύρω στο 2000 πρέπει να έγινε αυτό. «Οι σοβιετικοί δεν πουλάνε πια», αποφάνθηκε αυτός και το απέρριψε. Δεν ασχολήθηκα άλλο με το θέμα. Όπως βλέπετε, ο εκδοτικός οίκος Ύψιλον είχε ευτυχώς άλλη άποψη ως προς τους σοβιετικούς συγγραφείς, κι έτσι το 2008 εξέδωσε το βιβλίο, μεταφράζοντάς το από τ’ αγγλικά. Μπράβο τους, διότι το βιβλίο αξίζει.

Το χαρακτήρισα πεζογράφημα, διότι δεν είναι μυθιστόρημα -είναι είδος ρεπορτάζ, πολύ μοντέρνο στη γραφή του. «Χρονογράφημα» το χαρακτηρίζει ο Έρενμπουργκ στην εισαγωγή αλλά έχω την εντύπωση πως κάτι χάθηκε στη μετάφραση και πως θα ταίριαζε να το πει «χρονικό». Ο Ερενμπουργκ, που εκείνα τα χρόνια ζούσε στο Παρίσι, γράφει το 1929, που το αυτοκίνητο έχει ήδη φέρει την επανάσταση στην καθημερινή ζωή του δυτικού κόσμου: παρακολουθεί λοιπόν τις αλλαγές αυτές παντού: στο εργοστάσιο, στις συγκοινωνίες, στην καθημερινή ζωή, στο χρηματιστήριο. Και δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τελικό προϊόν, αλλά και για τα ελαστικά, το πετρέλαιο, τις οδικές υποδομές. Δεν γράφει όμως πολιτική μπροσούρα, ούτε οικονομικό δοκίμιο -κάνει λογοτεχνία, παρόλο που από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Χένρι Φορντ, ο Σιτροέν, διάφοροι μεγιστάνες του πετρελαίου και του καουτσούκ, πολιτικοί όπως ο Τσόρτσιλ, αλλά και ιστορικές μορφές του εργατικού κινήματος, πλάι σε ήρωες της μυθοπλασίας.

Από τον 3ο τόμο των Απομνημονευμάτων του Έρενμπουργκ (μτφ. Άρη Αλεξάνδρου) αντιγράφω από το 20ό κεφάλαιο ορισμένα σχετικά με το βιβλίο αυτό και με μερικά ακόμα της ίδιας νοοτροπίας που έγραψε ο Έρενμπουργκ:

Θέλησα να περιεργαστώ από κοντά την πολύπλοκη μηχανή που εξακολουθούσε να παράγει την αφθονία και τις κρίσεις, τα όπλα και τα όνειρα, το χρυσάφι και την αποβλάκωση, να καταλάβω τι σόι άνθρωποι είναι οι «βασιλείς» του πετρελαίου, του καουτσούκ ή των υποδημάτων, τι λογής πάθη τούς εμπνέουν, να παρακολουθήσω τις αινιγματικές κινήσεις τους , απ’ τις οποίες εξαρτώνται οι τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων.

Άρχισα αυτή τη δουλειά το 1928 και την τέλειωσα το 1932· ξόδεψα τέσσερα χρόνια γι’ αυτό που ονόμασα «Χρονικό των ημερών μας». Έγραψα τα βιβλία: «Δύναμις δέκα ίππων», «Ενιαίο μέτωπο», «Ο βασιλεύς των υποδημάτων», «Το εργοστάσιο των ονείρων», «Ο άρτος ημών ο επιούσιος», «Οι βαρόνοι των συγκοινωνιών».

Βρέθηκα στην ανάγκη να μελετήσω τη στατιστική της παραγωγής, τους ισολογισμούς των μετοχικών εταιρειών, τις οικονομικές ανασκοπήσεις· να κουβεντιάσω με οικονομολόγους, με επιχειρηματίες, με κάθε λογής αεριτζήδες, που ξέρανε τα παρασκήνια των χρηματιστηρίων. Καμιά ευχαρίστηση δεν μου προσπόριζαν όλα αυτά· και καταλάβαινα εξ άλλου πως η δουλειά που είχα βάλει μπρος, ούτε τη δόξα θα μου φέρει ούτε την αγάπη των αναγνωστών.

Ο Έρενμπουργκ αναφέρει (και ο Αλεξάνδρου μεταφράζει) τον αρχικό, ρωσικό τίτλο του βιβλίου, που έχει μπλεγμένη εκδοτική ιστορία. Κυκλοφόρησε το 1929 στο Βερολίνο στον ρωσόφωνο εκδοτικό οίκο Πετρόπολις, με πάμπολλα τυπογραφικά λάθη, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε μια γερμανική μετάφραση που ίσως βασίζεται σε ξανακοιταγμένο κείμενο διότι έχει προσθήκες. Η αγγλική μετάφραση έγινε με βάση (και) τη γερμανική, ο δε Άγγλος μεταφραστής μάς πληροφορεί ότι οι σοβιετικές εκδόσεις του έργου έχουν λογοκριτικές περικοπές.

Με βάση την ιστορία αυτή, δεν είναι κακό που η ελληνική μετάφραση έγινε από τ’ αγγλικά. Το μεταφρασμένο κείμενο, όπως θα δείτε, ρέει πολύ καλά, αν και σε διάφορα σημεία η μεταφράστρια επέλεξε να αποδώσει τοπωνύμια ή τίτλους με βάση την αγγλική φωνητική, π.χ. το Zuiderzee αποδίδεται Ζάιντερ Ζι (και όχι Ζάουντερ Ζέε). Αυτό όμως είναι παρωνυχίδα.

Διάλεξα να παρουσιάσω την 3η ενότητα από το 2ο κεφάλαιο που έχει τίτλο «Η αλυσίδα παραγωγής». Για μια φορά, δεν έχω αλλάξει ούτε ένα γιώτα από το πρωτότυπο, αφού ήταν ήδη μονοτονισμένο και με τη σημερινή ορθογραφία.

3

Η Σιτροέν είχε 5.000 εμπορικούς αντιπροσώπους. Αυτοί όργωναν πόλεις και χωριά. Είχαν το δυναμισμό του κυρίου Χούβερ και οξύτατη αντίληψη. Είχαν την πονηριά του βιβλικού ερπετού. Καπάτσοι, πολυ­μήχανοι και υπομονετικοί. Ορισμένοι ήταν εξαιρετικοί αγορητές: άξιοι απόγονοι του Γκαμπετά, του Χένρυ Ρόμπερτς και του Μπριάν. Κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν έξοχοι ψυχολόγοι. Είχαν κατατάξει τους ανθρώπους σε διάφορες κατηγορίες: σε εκείνους που αγοράζουν αυτο­κίνητο στη στιγμή, σε εκείνους που αγοράζουν σε έξι μήνες και, τέλος, σε εκείνους που αγοράζουν έναν χρόνο αργότερα. Όσο για εκείνους που δεν αγοράζουν αυτοκίνητο ποτέ – για αυτούς δεν υπήρχε χώρος ούτε στη φα­ντασία των συγκεκριμένων πωλητών. Πίστευαν στην ευτυχία και στην πρόοδο των ανθρώπων. Να, αυτός ο αγρότης πούλησε τα μπιζέλια του σε καλή τιμή· θα μπορούσε να αγοράσει αυτοκίνητο άμεσα. Αυτός ο νεαρός γιατρός, πάλι, μόλις έπιανε τους πρώτους πελάτες του – σε έξι μήνες από σήμερα, θα ήταν έτοιμος για ένα χαριτωμένο αυτοκινητάκι. Τώρα, όσο για το φούρναρη, θα χρειαζόταν να περιμένουν ίσαμε του χρόνου την άνοιξη.

Πέντε χιλιάδες πωλητές μοίραζαν τη νέα ευτυχία των δέκα ίππων και σκορπούσαν σύννεφα ασημόσκονης απ’ άκρη σ’ άκρη στη μακάρια Γαλλία. Έστελναν τις αναφορές τους στο Παρίσι. Εξήραν την αντοχή και την ελα­φρότητα του αυτοκινήτου. Μόνο ένα πράγμα ζητούσαν:

Φτηνότερα! Φτηνότερα! Ο φούρναρης δεν είχε αρκετά! Και ο γιατρός ζοριζόταν. Άλλωστε, μόνο δέκα φράγκα πήγαινε η επίσκεψη εδώ. Εδώ είναι Γαλλία, όχι Αμερική!…

Ο μεσιέ Σιτροέν γνώριζε πως η Γαλλία δεν ήταν Αμερική. Και πως σ’ εκείνην τη χρυσή Αμερική τα αυτοκίνητα ήταν δύο φορές φτηνότερα. Αλλά, σαν τι μπορούσε να κάνει;… Η καμπύλη του κόστους σκαρφάλωνε με τρομακτικούς ρυθμούς. Μέχρι στα γλειφιτζούρια και στις βιολέτες αυξά­νονταν οι τιμές. Ο μεσιέ Σιτροέν είχε επιφορτιστεί με μια αποστολή που ξεπερνούσε τις δυνάμεις του: καλούνταν να προμηθεύσει τους πάντες με αυτοκίνητα. Αυτό πια δεν ήταν αποστολή. Ήταν τάμα.

Ο μεσιέ Σιτροέν, για διαφημιστικούς λόγους, έβγαλε στην αγορά και παιδικά αυτοκινητάκια. Τα αγόραζαν στα παιδάκια τα Χριστούγεννα. Τα ξύλινα αλογάκια ήταν πια ξεπερασμένα. Τα παιδιά έπαιζαν «αλλαγή ταχύ­τητας». Όμως και τα παιδιά κάποτε μεγαλώνουν. Βαριούνται τα αγαπημένα τους παιχνίδια. Σύντομα θα στραφούν σε έναν από αυτούς τους πέντε χιλιά­δες αντιπροσώπους. Αν δεν μπορέσουν να αγοράσουν αυτοκίνητο, θα γίνουν μισάνθρωποι ή -Θεός φυλάξοι- κομμουνιστές. Ο μεσιέ Αντρέ Σιτροέν είχε χρέος να διαφυλάξει τη νεαρή Γαλλία από την ολέθρια απογοήτευση.

Κάποιοι υπάλληλοι τοιχοκόλλησαν «καλοπροαίρετες» ανακοινώσεις στα εργοστάσια: «Οι θυσίες είναι αναγκαίες. Η διοίκηση το έχει καταλά­βει αυτό καλά. Τώρα πρέπει να το καταλάβουν και οι εργάτες…» Ο μεσιέ Σιτροέν ήταν γεμάτος αυτοθυσία. Το σαπούνι και η κλωστή μάλλον θα ακρίβαιναν – είναι βετεράνοι δοκιμασμένοι στο χρόνο. Μπαίνουν στη ζωή του ανθρώπου από τις πρώτες του κιόλας λέξεις, παρέα με ξηλωμένα παντελονάκια και ένα μαλακό σφουγγάρι. Είναι παγκοσμίως αναγνωρίσι­μα, όπως ο ήλιος ή η Αστυνομία. Η παραγωγή σαπουνιού ή κλωστής είναι σαφώς μια αξιοπρεπέστατη επιχείρηση, μα τόσο βαρετή! Ο μεσιέ Αντρέ Σιτροέν ήταν ο απόστολος της νέας Διαθήκης. Έλεγε συνεχώς πως το αυτοκίνητο είναι πολύ πιο σημαντικό από την ανάπαυση. Πέντε χιλιάδες πωλητές προκαλούσαν τη μεταμόρφωση τόσων και τόσων τόνων σιδήρου και τόσων και τόσων σπόρων ανησυχίας. ΓC αυτό και μόνο ήταν διατεθει­μένος να κάνει οποιαδήποτε θυσία. Ήταν διατεθειμένος ακόμη και να πε­ριμένει λίγο ώσπου ν’ αρχίσει να εισπράττει. Ναι, εκείνος ήταν διατεθει­μένος. Τώρα, σειρά είχαν οι εργάτες.

Για να πουλήσεις αυτοκίνητα, χρειάζεσαι πωλητές. Για να κυβερνήσεις τον κόσμο, χρειάζεσαι ποίηση, χημεία και επιλεκτικότητα. Πρέπει να δίνεις τελαμώνες σε ορισμένους μόνο πολεμιστές. Να απονέμεις την κορδέλα της Λεγεώνας της Τιμής ακόμη και σε σοσιαλιστές, να διενεργείς διακριτικούς ελέγχους την κατάλληλη στιγμή. Ο μεσιέ Σιτροέν ουδέποτε αναμείχθηκε με την πολιτική. Δεν έβαλε στο μάτι καμιά βουλευτική έδρα, δεν χρηματοδό­τησε κανένα δημοσιογραφικό όργανο της δεξιάς και δεν οργάνωσε κανένα Συνασπισμό Πολιτικής Ενότητας. Ήταν πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά. Εκείνος κατασκεύαζε αυτοκίνητα. Για εκείνον, όπως και για τον Παντο­δύναμο, δεν υπήρχαν Έλληνες και Ιουδαίοι. Στα εργοστάσιά του, συνετοί πατριώτες δούλευαν πλάι πλάι με «βαμμένους» κομμουνιστές. Τον μεσιέ Σιτροέν τον απασχολούσε ένα μόνο πράγμα: η ταχύτητα. Τις πωλήσεις τις είχε αναθέσει σε αντιπροσώπους· την παραγωγή, σε «αρχιεργάτες». Δεν είναι απίθανο να βρεις έναν αρχιεργάτη να εκτίθεται και ο ίδιος ως είδος σε κάποια έκθεση ή σε κάποιο πανεπιστημιακό νοσοκομείο: «Ένα άκρως ενδιαφέρον αντικείμενο έρευνας! Μια ζωντανή μηχανή!» Δουλειά του δεν είναι να επιβλέπει. Ούτε να εργάζεται μπροστά στον ταινιόδρομο. Δουλειά του είναι μόνο να καθοδηγεί, να δείχνει. Δείχνει πόσο εύκολα μπορεί ο καθένας να λησμονήσει την ανθρώπινη φύση του.

Ο Ζοζέφ Λεπόν ήταν εξαίρετος αρχιεργάτης. Καθοδηγούσε τους εργά­τες στο τμήμα συναρμολόγησης. Πόση ώρα έφαγε εκείνος ο τύπος για να τοποθετήσει το μηχανισμό μιας μανέλας; Τέσσερα λεπτά; Ο Λεπόν επιλήφθηκε ο ίδιος της δουλειάς. Με γρήγορες κινήσεις έβαλε το μπουλόνι και έσφιξε το παξιμάδι. Ένα λεπτό και σαράντα δεύτερα. Η διεύθυνση αποφά­σισε: για τον μέσο εργάτη, δύο λεπτά είναι αρκετά. Η επόμενη στάση του αρχιεργάτη ήταν πέρα, στην αλυσίδα παραγωγής. Η επίδειξη ξεκίνησε. Σε μια ώρα είχε τοποθετήσει τριάντα λεβιέδες ταχυτήτων. Κι ύστερα έφυγε – πήγε να δείξει άλλα πράγματα σε άλλους εργάτες. Ο εργάτης απόμεινε με τους λεβιέδες. Αυτό που ο αρχιεργάτης έκανε για μία ώρα, εκείνος ήταν αναγκασμένος να το κάνει οκτώ ώρες αδιάκοπα, οκτώ ολόκληρα χρόνια, ίσως και για την υπόλοιπη ζωή του. Ο εργάτης κοίταξε τον Λεπόν που έφευγε και ψέλλισε οργισμένος:

«Κάθαρμα!»

Ο Λεπόν ήταν μισητός σε όλους. Για αυτούς ο Σιτροέν ήταν πολύ μα­κριά· στην ουσία, ήταν ένας μύθος· κάτι ανάλογο με τον Ύψιστο ή με ένα συμβούλιο υπουργών. Τους δε μηχανικούς ήταν δύσκολο να τους μισήσεις. Η περίπτωσή τους ήταν ιδιάζουσα. Μήπως ήξεραν και αυτοί πώς είναι να σφίγγεις παξιμάδια από το πρωί μέχρι το βράδυ;… Όμως, ο Λεπόν ήταν ένας από αυτούς, ένας εργάτης, και έπαιρνε μόλις ένα φράγκο παραπάνω την ώρα σε σχέση με τους υπόλοιπους. Αυτός ευθυνόταν για όλα τα προβλήματά τους. Ευθυνόταν για την αλυσίδα παραγωγής. Για τα δευτερόλε­πτα. Για την αναθεματισμένη παραζάλη, που τα βράδια δεν σε άφηνε ούτε να γελάσεις ούτε να τσακωθείς ούτε καν να αποκοιμηθείς.

Οι αξιωματικοί λαμβάνουν τιμητικές διακρίσεις. Οι ηθοποιοί βλέπουν τα ονόματά τους στις μαρκίζες. Ένας καλός μηχανικός μπαινοβγαίνει στο γραφείο του διευθυντή. Αλλά, ο Ζοζέφ Λεπόν ζούσε ανάμεσα στους εργά­τες, και οι εργάτες τον περιφρονούσαν. Δούλευε όσο και αυτοί, ίσως και περισσότερο. Ανέβαζε τον πήχη των ρεκόρ υψηλότερα. Άφηνε άφωνους τους μηχανικούς. Μπορούσε να σταθεί ακίνητος σε ένα σημείο δέκα ώρες στη σειρά. Μπορούσε να δουλεύει όλη μέρα χωρίς να πάει για την ανάγκη του ούτε μία φορά. Μπορούσε να αντέξει άυπνος και νηστικός. Αντί για δάχτυλα στα χέρια του είχε καλέμια, τανάλιες, πένσες, δράπανα, κατσαβίδια· στα σωθικά του, μια μηχανή είχε πάρει τη θέση της καρδιάς του. Από τη μνήμη του είχαν σβηστεί τα παιδικά του χρόνια. Την ανθρώπινη καταγωγή του μαρτυρούσε μόνο ένα πιστοποιητικό γέννησης και ένα ση­μάδι που είχε από γεννησιμιού του. Ήταν καινούργιος και θεόμορφος όσο ένα αυτοκίνητο. Και από εκεί πήγαζε όλη η αδικία. Όλοι ονειρεύονταν ένα αυτοκίνητο. Ακόμη και οι εργάτες, όταν έβγαιναν από το εργοστάσιο, παρατηρούσαν με φθόνο τα αυτοκίνητα των αρχιμηχανικών. Ακόμη και οι εργάτες προσκυνούσαν το αυτοκίνητο. Όταν, όμως, τύχαινε να συναντήσουν τον Λεπόν, έφτυναν μπροστά του αηδιασμένοι. Και όπως τελικά αποκαλύφθηκε, ο Λεπόν δεν ήταν τέλειος σε όλα του. Μέσα του δεν έκρυβε απλώς μια μηχανή, αλλά και αρχέγονα αισθήματα. Μπορούσε ακόμη να νιώθει τον πόνο και να αλλάζει εκφράσεις.

Είχε μόλις περάσει την πύλη. Είδε τον Ντυράν, τον επιστάτη, και πήγε προς το μέρος του:

«Τι θα ’λεγες για ένα ποτηράκι;»

Κερασμένο, φυσικά. Όμως, ο Ντυράν σιγομουρμούρισε:

«Μιαν άλλη φορά. Σήμερα, βιάζομαι…»

Ο Ντυράν πέταγε τη σκούφια του για ρούμι, αλλά φοβόταν μην τον δουν οι σύντροφοί του με τον Λεπόν. Και ο Λεπόν κατάλαβε. Ψέλλισε μια βρισιά. Σκυθρωπός, προχώρησε στο δρόμο. Δεν είχε λόγο να βιαστεί. Ήταν βράδυ, μα δεν ήταν ανάγκη να δώσει οδηγίες για τον ύπνο· όλοι ήξεραν πώς να κοιμούνται. Κοιτάχτηκε σε έναν καθρέφτη, έξω από κάποιον φούρνο. Ένα συνηθισμένο πρόσωπο. Με κόκκινο μουστάκι. Με φακίδες. Μ’ ένα κα­σκέτο. Τελοσπάντων, τίποτε παραπάνω από έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Και όμως!, κάθε φορά που πλησίαζε έναν εργάτη, έβλεπε τις κόρες των ματιών του ν’ ανοίγουν από τρόμο, θαρρείς και τον πλησίαζε ο Χάρος. Και δεν ήταν μια και δυο φορές που το είχε δει ο Λεπόν να συμβαίνει αυτό. Και λοιπόν; Ευχάριστη απασχόληση: να παριστάνεις το θάνατο!

Μπήκε σε μια ταβέρνα. Στο μπαρ κάθονταν τρεις εργάτες· δεν τους γνώριζε. Άνοιξε κουβέντα. Κέρασε έναν γύρο ποτά. Βαθιά συγκινημένος, αντάλλαξε χειραψίες με όλους. Ρούφηξε το ρούμι του, αργά, ρεμβαστικά. Δοκίμασε να πει κάτι ευχάριστο:

«Σαν να μπήκε για τα καλά η άνοιξη… Έχει μπόλικη ζέστη…»

Με το δάχτυλο έδειξε ένα κορίτσι που περνούσε απέξω:

«Πρώτο κομμάτι!»

Παραπονέθηκε:

«Κουράστηκα… Τι τα θες; Με τόση δουλειά!…».

Και τότε άκουσε έναν από τους θαμώνες να λέει:

«Είναι ο αρχιεργάτης απ’ το τμήμα συναρμολόγησης. Όλοι ξέρουν τι γουρούνι είναι!»

Ο Λεπόν πέταξε τα χρήματα στο μπαρ και έφυγε σιωπηλός. Προχώρησε κατά μήκος της έρημης αποβάθρας. Τα νερά αντιφέγγιζαν απειλητι­κά. Από εδώ βουτούσαν. Όμως, τα παράθυρα ήταν φωτισμένα. Εκεί πάνω ήταν τόσο ζεστά – ένα γραμμόφωνο και τραπουλόχαρτα. Στα κομμάτια όλοι τους! Δεν πάν’ να βουτήξουν όλοι μαζί στο Σηκουάνα! Λες να του έφτιαχνε τη διάθεση λίγο ρούμι ακόμα; Αν πήγαινε σε μιαν άλλη ταβέρνα, πρώτα θα έπιναν μαζί του και ύστερα θα τον στόλιζαν με βρισιές. Κι αν έβρισκε ένα κορίτσι, ίσως και αυτή να έκανε το ίδιο: «Εσύ… ο αρχιεργά­της!» Κι έπειτα, ήταν τόσο κουρασμένος! Του έλειπε ύπνος. Αύριο, θα τους έδειχνε πώς να μοντάρουν ένα υποπλαίσιο σε 30 δευτερόλεπτα.

Όμως, δεν έστριψε δεξιά. Δεν πήρε το δρόμο για το σπίτι. Δεν πήγε πουθενά. Έμεινε ακίνητος στη γέφυρα, κοιτώντας επίμονα προς τα κάτω. Τα νερά συνέχιζαν να λαμπυρίζουν μοχθηρά. Ο Ζοζέφ Λεπόν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Δεν άντεχε πια να ζει. Ήταν δυστυχισμένος.

Ένας αστυνόμος πρόσεξε τον άνθρωπο πάνω στη γέφυρα. Ο αστυνόμος γνώριζε πως σε εκείνο το σημείο κανείς δεν πήγαινε για ψάρεμα και πως μαούνες για ξεφόρτωμα δεν υπήρχαν. Υπήρχε μόνο νερό παγωμένο. Ο αστυνόμος είχε το πόστο του σ’ εκείνην τη γωνία εδώ και τέσσερα χρόνια. Είχε μάθει πολύ καλά για ποιο λόγο κάρφωναν το βλέμμα τους στο νερό όσοι στέκονταν εκεί πάνω. Με βήματα γνώριμα, προχώρησε γρήγορα προς το μέρος του Λεπόν.

Ο μεσιέ Αντρέ Σιτροέν διάβαζε: «Η επιχείρησή μας, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις μας, αναπτύσσεται με άκρως ικανοποιητικούς ρυθμούς. Μά­λιστα, στη διάρκεια του τρέχοντος έτους, οι πωλήσεις μας ανήλθαν στο ποσό των 1.210.000.000 φράγκων με συνολική παραγωγή 73.802 αυτοκινή­των, έναντι 1.005.000.000 φράγκων του προηγούμενου έτους…»

Ο μεσιέ Αντρέ Σιτροέν ανάσαινε με δυσκολία, εξαιτίας της βαριάς ατμόσφαιρας και των αριθμών. Ήταν μια καυτή μέρα του Ιουνίου. Έξω, χιλιάδες αυτοκίνητα αλυχτούσαν, στρίγγλιζαν, ρουθούνιζαν και κροτάλιζαν. Στο αγκομαχητό τους διέκρινες τα πάντα: τις νύχτες των μεταλλωρύχων της Λοραίνης, την ανυπόφορη ζέστη στις φυτείες καουτσούκ, την αβάσταχτη δυσωδία των πετρελαιοπηγών, κάπου μακριά, στη Βενεζουέλα, και το τρί­ξιμο του σιδερένιου ιμάντα, δυο βήματα πιο πέρα. Στο αγκομαχητό των αυτοκινήτων διέκρινες το μαρτύριο εκατομμυρίων ανθρώπων που ζούσαν και πέθαιναν με ένα και μόνο σκοπό: να κατασκευάζουν αυτά τα αυτοκίνητα. Στο αγκομαχητό τους διέκρινες την κοφτή ανάσα του κυρίου Αντρέ Σιτροέν και το συριγμό από τη φθισική αναπνοή του τροχιστή. Τα αυτοκίνητα, έξω από το παράθυρο, «τσίτωναν» τις μηχανές τους ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο.

Κι ο μεσιέ Σιτροέν, πήρε αναπνοή και συνέχισε απαθής: «…και έναντι 872.000.000…»

πηγή


Πηγή: pancreta