✔ Προδημοσίευση: «Ο τσάρος της αγάπης και της Τέκνο» του Anthony Marra - Ειδήσεις Pancreta

Anthony Marra «Ο τσάρος της αγάπης και της Τέκνο», Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος

Η λεοπάρδαλη

Λένινγκραντ, 1937

Πρώτα είμαι ζωγράφος, και μετά λογοκριτής.

Χρειάστηκε να το θυμάμαι αυτό πριν από δύο χρόνια, όταν βαριανέβαινα τρεις ορόφους για το διαμέρισμα μιας λαϊκής πολυκατοικίας όπου έμεναν η χήρα νύφη μου και ο τετράχρονος γιος της. Εκείνη μου άνοιξε, κι από την έκπληξη ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι της. Δε με περίμενε. Δεν είχαμε ιδωθεί ποτέ.

«Με λένε Ρομάν Μιχάιλοβιτς Μάρκιν» είπα. «Είμαι ο αδελφός του άντρα σου. »

Kατένευσε, κι όπως παραμέριζε για να περάσω, έσιαξε την πιέτα της γκρίζας φούστας της. Ακόμα κι αν την είχε ταράξει η αναφορά στον Βάσκα, δεν το ’δειξε καθόλου. Φορούσε μια κίτρινη μπλούζα με μπεζ κουμπιά. Οι χωρίστρες που αυλάκωναν τα θαμπά μαύρα μαλλιά της ήταν σαν ζωγραφισμένες με κάρβουνο.

Ένα αγόρι ήταν ξαπλωμένο στο ντιβάνι, στο βαθούλωμα ανάμεσα στις μαξιλάρες. Ο ανιψιός μου, υπέθεσα. Ευχήθηκα, για το καλό του, να ’χε πάρει από τη μάνα του.

«Δεν ξέρω τι σου ’χει πει ο αδελφός μου» του είπα, «αλλά εργάζομαι στο Τμήμα Προπαγάνδας και Αγκιτάτσιας του Κόμματος. Ξέρεις τι δουλειά κάνουμε εκεί;»

«Όχι» είπε το αγόρι. Το καημένο είχε πάρει το κούτελο του πατέρα του. Το μέλλον του τον περίμενε κάτω από ένα καπέλο.

Στη μητέρα του: «Στ’ αλήθεια δε σου μίλησε ποτέ ο άντρας σου για μένα;».

«Μου ’χε αναφέρει έναν αδελφό που ήταν κάτι σαν τρελός του χωριού στο Πάβλοφσκ» είπε, με τη φωνή λίγο πιο εύθυμη. «Δε μου ανέφερε ποτέ ότι είχες φαλακρύνει.»

«Δε βαριέσαι» είπα, «θα μπορούσε να “ναι και χειρότερα.»

«Δε μας λες καλύτερα γιατί ήρθες;»

«Κάθε μέρα βλέπω φωτογραφίες προδοτών, δολιοφθορέων, αντεπαναστατών, εχθρών του λαού. Τα τελευταία δέκα χρόνια, κάθε μέρα όσες μπορώ. Όμως εδώ και λίγους μήνες, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε. Κάποτε έπαιρνα ένα λεπτό ντοσιέ μία φορά το μήνα. Τώρα παίρνω ένα κάθε μέρα. Σε λίγο θα γίνει κούτα. Και μετά, κούτες.»

«Μη μου πεις ότι ήρθες να μας πεις τι κάνεις στο γραφείο σου…»

«Ήρθα για να κάνω μια τελευταία χάρη στον αδελφό μου.»

«Που είναι ποια;»

Οι σπόνδυλοί μου έγιναν κόμπος. Ένιωθα ότι τα χέρια μου δε χωρούσαν στις τσέπες μου. Κι είναι στ’ αλήθεια τρομερό να το λες φωναχτά: «Να διασφαλίσω ότι η μοίρα του δε θα στιγματίσει την οικογένεια».

Μάζεψε ό,τι φωτογραφίες του Βάσκα είχε και δεν είχε, όπως της είχα ζητήσει. Σύνολο εννέα. Μία από το γάμο. Από μια εκδρομή στην εξοχή. Μία τη μέρα που είχαν μετακομίσει στην πόλη, το πρώτο πράγμα που έκαναν μόλις εγκαταστάθηκαν στο Λένινγκραντ. Μία του Βάσκα παιδί. Η γυναίκα κάθισε στο ντιβάνι και τις έδειξε μία μία στο αγόρι πριν τις φέρει στην κρεβατοκάμαρα.

Τις άπλωσε πάνω στο γραφείο. Το πάτωμα της κρεβατοκάμαράς της ήταν γυμνό. Το κρεβάτι χωρούσε άνετα τρία άτομα, η κουβέρτα είχε τραβηχτεί προσεκτικά πάνω απ” τα μαξιλάρια. Δεν πρέπει να το μοιραζόταν με άλλον εκτός από τον γιο της.

Πέταξα στο γραφείο ένα ρούβλι. Το κέρμα στριφογύρισε και κάθισε με το σφυροδρέπανο από πάνω.

«Τι κάνω μ” αυτό;»

Της έδειξα με το πιγούνι τις φωτογραφίες. «Ξέρεις τι να κάνεις.»

Κούνησε πέρα-δώθε το κεφάλι της και, με μια κίνηση του χεριού της που εκτόξευσε έναν μικρό γαλαξία σκόνης, έριξε το κέρμα στο πάτωμα.

Ήταν δυνατόν ν’ αγαπούσε ακόμα τον αδελφό μου; Μάλλον όχι. Ο αδελφός μου είχε κηρυχθεί ένοχος θρησκευτικού ραντικαλισμού από ένα αντικειμενικό και δίκαιο δικαστήριο. Και του είχε επιβληθεί η μόνη αρμόζουσα ποινή για έναν παράφρονα που δηλητηρίαζε τους άλλους με την πλάνη ότι ο Παράδεισος μας περιμένει. Ο Παράδεισος είναι εφικτός μόνο εδώ, στη Γη, μόνο εμείς μπορούμε να τον φτιάξουμε. Κανείς δεν έπρεπε να ζηλεύει την τυφλή αφοσίωση αυτής της γυναίκας σ’ έναν άνδρα που είχε αποδειχθεί ανάξιος της αγάπης. Κανείς δεν πρέπει.

Πίεσε τις φωτογραφίες με τις παλάμες της, πέταξε έξω τους αγκώνες της για να προστατέψει τις εικόνες με τη φαρδιά της πλάτη – αυτή η ενστικτώδης κίνησή της θύμισε ένα πλάσμα που λιμοκτονεί και θέλει να προστατέψει τις τελευταίες μπουκιές του, και η παρομοίωση δεν είναι ατυχής: το στομάχι δεν είναι το μοναδικό ζωτικό όργανο που πεινάει.

«Φύγε» είπε, με ραγισμένη φωνή. Κοίταξε την ανάστροφη των χεριών της. «Άσε μας ήσυχους.»

Θα μπορούσα να κάνω μεταβολή, να βγω από το δωμάτιο, να κλείσω το θέμα. Ήδη είχα κάνει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Όμως κάτι κρατούσε τις φτέρνες μου καρφωμένες στα σανίδια του πατώματος. Παρ’ όλο που η έννοια «οικογένεια» περνούσε πια στην Ιστορία ανεπιστρεπτί, εγώ δεν είχα ούτε γυναίκα ούτε παιδί, κι ήθελα κάποιον ομόαιμό μου να ζήσει και να δει αυτόν τον παράδεισο που αξιωθήκαμε να χτίσουμε. Ήθελα εκείνο το αγοράκι στο ντιβάνι να μεγαλώσει, να γίνει ζηλωτής του σοσιαλισμού, ν” αναπολήσει τη ζωή του όταν θα ’ναι ένας ευτυχισμένος και χορτάτος γέροντας, να καταλάβει ότι η ανεπίληπτη κοινωνία που τον περιέβαλλε δικαιώνει το θάνατο του πατέρα του, και τότε, να ευγνωμονεί το μάθημα που του ’δωσε ο θείος τον οποίο γνώρισε για λίγο ένα παγερό χειμωνιάτικο πρωινό πριν από μια ολόκληρη ζωή.

Χαζό είν’ αυτό, το ξέρω.

Την έπιασα από τον καρπό και σφήνωσα το κέρμα ανάμεσα στα δάχτυλά της.

«Δεν ήρθα να σου κάνω κακό» της είπα. «Ήρθα για να σιγουρέψω ότι δε θα πάθεις κακό. Ο άντρας σου ήταν εχθρός του λαού. Τι νομίζεις πως θα γίνει αν οι άνθρωποι της Νι Κα Βε Ντε[i] ψάξουν το διαμέρισμα και βρουν αυτές τις φωτογραφίες; Θέλεις να σ’ το πω πιο λιανά;»

Όποιο γυμνό συναίσθημα κι αν είχε απλωθεί πάνω στο τραπέζι, κουλουριάστηκε μέσα της. Συνέχισε να κρατάει σφιχτά το κέρμα όταν χαλάρωσα τη λαβή μου. Μ’ αυτό το κέρμα αγόραζες μια κρεατόπιτα, ένα μπλοκ ιχνογραφίας, ένα γλύκισμα, μια πλάκα σαπούνι· σε κάποιου άλλου τη χούφτα θα ’ταν μια ακτίνα φως στη συννεφιά, αλλά τα κέρματα δε διαλέγουν τη μοίρα τους.

«Γιατί δεν το κάνεις εσύ; Εσύ είσαι ο καλλιτέχνης. Δουλειά σου είναι.»

Κοίταξα το ρολόι μου. «Σε μία ώρα πιάνω δουλειά.»

Anthony Marra

Anthony Marra

Όταν άκουσα τον ήχο που έκανε το κέρμα ξύνοντας το φωτογραφικό χαρτί, δε χρειάστηκε να δω άλλο. Στο σαλόνι, το αγόρι καθόταν ήσυχο και κοίταζε τις λεπτές γραμμές στις παλάμες του.

Ήταν απίστευτο πόσο έμοιαζε του πατέρα του. Μύτη δυσανάλογη με το πρόσωπό του· μαύρα αχτένιστα μαλλιά· χείλη σουφρωμένα και μικρά σαν κουμπί. Θα ’μουν οκτώ όταν ο Βάσκα είχε την ηλικία του. Τα καλοκαίρια, οργώναμε τα χωράφια και τα δάση, και τις νύχτες στέλναμε μηνύματα ο ένας στον άλλον χτυπώντας τη μεσοτοιχία ανάμεσα στα δωμάτιά μας· καθένας είχε το δικό του. Τον έβαζα να ποζάρει παντού, κάτω από φως, σε σκιά, για να σκιτσάρω το πορτρέτο του, να φυλάξω με κάρβουνο την έκφρασή του πάνω στο χαρτί. Αν δεν ήταν ο Βάσκα, ποτέ δε θα γινόμουν ζωγράφος. Το πρόσωπό του ήταν η μαθητεία μου.

«Μιλάς;» ρώτησα.

Κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι.

«Με νοήματα. Μάλιστα. Πες μου τ’ όνομά σου.»

«Βλαντίμιρ.»

Τον έπιασα απ’ τον ώμο κι εκείνος τινάχτηκε, σαν να τον είχε ξαφνιάσει αυτή η στοργική χειρονομία. Είχε το ίδιο όνομα με τον Λένιν – καλό σημάδι.

«Θέλω να δω αν μπορείς να μου κάνεις μια χάρη» είπα. «Τι λες;»

Κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι.

«Κοίτα με στα μάτια» του είπα, και μετά πέρασα αστραπιαία τα δάχτυλά μου δίπλα απ” τ’ αυτί του. «Πόσα είναι;»

Σήκωσε τέσσερα δάχτυλα.

«Πολύ καλά. Έχεις κοφτερά μάτια. Μπορεί να γίνεις σκοπευτής ή φρουρός. Τώρα θα σου πω την ιστορία με τον τσάρο και τη ζωγραφιά. Την ξέρεις;»

Το κέρμα που έξυνε στην κρεβατοκάμαρα θα μπορούσε να “ναι θρόισμα των φύλλων στον αέρα· θα μπορούσε να “μαστε μακριά, κοντά σε μια ντάτσα,[ii] σ’ ένα χωράφι, με τον ήλιο να καίει πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

«Μπα… δεν περίμενα να την ξέρεις» είπα. «Αρχίζει μ’ έναν νεαρό που εκθρονίζει έναν κακό τσάρο. Ο νεαρός γίνεται ο καινούργιος τσάρος. Υπόσχεται στους υπηκόους του πως τα βάσανά τους θα τελειώσουν αν του δείξουν υπακοή. «Πώς θα ’ν” αυτό το καινούργιο βασίλειο;» τον ρωτάνε οι υπήκοοί του. Ο τσάρος το σκέφτεται, και μετά παραγγέλνει στους ζωγράφους της Αυλής να του ζωγραφίσουν πώς θα ’ναι το καινούργιο βασίλειο.

»Στην αρχή η ζωγραφιά είναι μόνο λίγα βήματα πλάτος, μετά καμιά δωδεκαριά, μετά καμιά εκατοστή. Σε λίγο η ζωγραφιά έχει πλάτος κάμποσα χιλιόμετρα. Τεράστια, ε; Για να πετύχει, όμως, χρειάζεται εξαιρετικές πρώτες ύλες. Το λινάρι που ήταν για να ντύσει τους υπηκόους του τσάρου, κατάσχεται για τον καμβά. Το ξύλο που θα έχτιζε τα σπίτια τους, κατάσχεται για την κορνίζα.

»Όταν οι υπήκοοι κρυώνουν, ο τσάρος τούς λέει να κοιτάξουν τη ζωγραφιά και να δουν τα υπέροχα παλτά και τις γούνες που δε θ’ αργήσουν να φορέσουν. Όταν κοιμούνται έξω, τους λέει να κοιτάξουν τον πίνακα και να δουν τα υπέροχα σπίτια που δε θ’ αργήσουν να κατοικήσουν.»

Το αγόρι είχε συνοφρυωθεί – βαριόταν. Πρέπει να ’ταν συνηθισμένος σε πιο συναρπαστικές αφηγήσεις. Η λογοτεχνία για παιδιά δε συγκεντρώνει τόσο την προσοχή των λογοκριτών όσο η λογοτεχνία για μεγάλους, γι’ αυτό και οι καλύτεροι συγγραφείς μας, όπως είναι φυσικό, συρρέουν στο είδος.

«Πόσα δάχτυλα είναι τώρα;» ρώτησα.

Το αγόρι σήκωσε τρία.

Πήγα το χέρι μου ακόμα πιο πίσω του. «Τώρα;»

Το αγόρι σήκωσε ένα.

«Και τώρα;»

Το αγόρι πήγε να στρίψει το κεφάλι του, αλλά τον εμπόδισα. «Κοίτα μπροστά σου. Όπως και οι άνθρωποι σε μια ζωγραφιά δεν μπορούν να στρίψουν το κεφάλι τους για να δουν ποιος είναι πίσω τους, έτσι ούτε εσύ μπορείς.»

«Δεν μπορώ να δω πόσα δάχτυλα είναι» είπε. «Το χέρι σου είναι τελείως πίσω μου.»

«Πολύ σωστά» είπα. «Γιατί εκεί είναι ο πατέρας σου. Είναι εκεί, ζωγραφισμένος στο φόντο, πίσω απ’ το κεφάλι σου, εκεί που δεν μπορείς να δεις. Είναι εκεί, αλλά δεν μπορείς να στρίψεις το κεφάλι σου για να τον δεις.»

Το ξύσιμο με το κέρμα είχε σταματήσει πριν από ώρα. Όταν σήκωσα τα μάτια μου, η μητέρα του παιδιού στεκόταν στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Την ακολούθησα. Οι φωτογραφίες ήταν τοποθετημένες με τάξη πάνω στο γραφείο. Σε καθεμιά, ένα και μόνο πρόσωπο είχε ξυστεί με τόση μανία, ώστε φαινόταν από μέσα ο κόκκος του ξύλου. Το θέαμα ήταν αβάσταχτο. Έκλεισα τα μάτια μου.

«Να φωτογραφίζεις τον γιο σου κάθε χρόνο» τη συμβούλεψα. «Αν σε συλλάβουν, θα τον βάλουν σε κάποιο κρατικό ορφανοτροφείο ένας θεός ξέρει πού. Οπότε, αν έχεις μια πρόσφατη φωτογραφία, θα ’χεις και περισσότερες πιθανότητες να τον βρεις.»

Είχα φτάσει στην εξώπορτα όταν μ’ άρπαξε από τον καρπό και με γύρισε.

«Δεν τελείωσες» είπε. «Δε χρωστάς μόνο τόσα στον άντρα μου.»

«Αυτό είναι το καλύτερο που μπορούσα να κάνω.»

Το χέρι της ήταν στο σβέρκο μου. Το αγόρι κοίταζε με σκούρα, θολωμένα μάτια. Τι έβλεπε όταν μ’ έβλεπε; Καθένας παραμένει ο ήρωας της δικής του ιστορίας, ακόμα κι όταν γίνεται ο κακός στην ιστορία ενός άλλου. Το στήθος της μητέρας του ζούπιζε το μπράτσο μου.

«Είσαι στο κόμμα» επέμεινε. «Κάνε κάτι. Πήγαινέ μας κάπου.»

«Εγώ διορθώνω εικόνες. Τίποτ’ άλλο.»

«Τότε πες μας τι να κάνουμε. Πες μου. Άμα τα πάνε σε ορφανοτροφεία, μετά δεν τα ξαναβρίσκεις.»

Κοιτάζοντάς με με κάτι μάτια όλο φλέβες, αγκάλιασε τα μάγουλά μου με τις παλάμες της. Τα μεσιανά της δάχτυλα κρύφτηκαν κάτω απ’ τους λοβούς των αυτιών μου. Υπήρχε κάτι αλλόκοτο στην έντονη, πυκνή ζεστασιά της ανάσας της στο πρόσωπό μου. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που είχα νιώσει τόσο κοντινή μιαν ανάσα, ούτε η τελευταία φορά που κάποιος είχε την ανάγκη μου.

«Κοίταξε ν’ αποδείξεις τη νομιμοφροσύνη σου» είπα σιγανά. «Αυτό πιάνει. Σ” εμένα τουλάχιστον, έπιασε.»

Κοίταξε το αγόρι, και μετά με πήρε από το χέρι και με ξαναπήγε στην κρεβατοκάμαρα, στο κρεβάτι που ήταν ό,τι έπρεπε για δύο. Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω, ν’ απαλλαγώ απ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ακόμα κι έτσι, πάντως, ήταν ανακουφιστικό να τη βλέπεις να πηγαίνει τον αδελφό του πεθαμένου άντρα της στην κρεβατοκάμαρα, ανακουφιστικό γιατί καταλάβαινα ότι το παιδί είχε πιθανότητες να γίνει εκείνος ο ευτυχισμένος και χορτάτος γέροντας επειδή η μητέρα του καταλάβαινε, αντίθετα από τον πατέρα του, ότι αυτό που μας κρατάει πάνω στη Γη δεν είναι ο Θεός, ούτε η βαρύτητα, αλλά η κρατική χάρις.

Τράβηξα το χέρι μου. Εκείνη στράφηκε, πελαγωμένη. Έσκυψα για να μη μ’ ακούσει το παιδί:

«Τη νομιμοφροσύνη σου την αποδεικνύεις με την κατάδοση». Οι λέξεις ταξίδεψαν μιαν απόσταση ίσαμε το μικρό μου δαχτυλάκι: απ” τα χείλη μου, στ’ αυτί της. «Καρφώνεις κάποιον κοντινό σου. Κι αυτό, απ’ ό,τι ξέρω, πιάνει.»

marra2

 

______________________________________

 

[i] Από τα αρχικά των ρωσικών λέξεων Nιαρόντνι, Καμισαριάτ, Βνούτριενιχ, Ντελ (Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων): η περιβόητη μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ επί Στάλιν.

[ii] Ρωσικά στο πρωτότυπο: εξοχικό σπίτι.


Πηγή: fractalart.gr