Θα περάσουμε! (αφήγημα του Έλσον Ζγκούρη) - Ειδήσεις Pancreta

Ο Έλσον Ζγκούρη γεννήθηκε στην Αλβανία. Γύρω στα 9 του χρόνια ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όπου σπούδασε Αρχιτεκτονική, ενώ σήμερα νομίζω ότι ζει στη Δυτική Ευρώπη. Αυτά τα έχω συμπεράνει διαβάζοντας τα κείμενά του, διότι στο βιβλίο που εξέδωσε δεν έχει βιογραφικά στοιχεία. Ούτε ξέρω για ποιο λόγο επέλεξε να γράφει το όνομά του με τελικό η. Οι συνεπώνυμοί του στην Ελλάδα το γράφουν συνήθως με ι, αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία.

Ο Ζγκούρη εξέδωσε, από τον ρεθεμνιώτικο εκδοτικό οίκο Παράξενες μέρες, τη συλλογή αφηγημάτων (ή διηγημάτων) «Όλες οι γάτες είναι όμορφες» η οποία βρίσκεται στη δεύτερη έκδοση. Από αυτή τη συλλογή διάλεξα να παρουσιάσω  σήμερα το πρώτο αφήγημα, στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται, ακριβώς, τον ερχομό του στην Ελλάδα. Προτίμησα όμως να παραθέσω επίσης τον πρόλογο του συγγραφέα, όπως και το δεύτερο αφήγημα, για την πρώτη μέρα στο σχολείο.

Μπορείτε επίσης να δείτε μια συνέντευξη του συγγραφέα στη Lifo, όπου μεταξύ άλλων λέει ότι γλωσσικά η πατρίδα του είναι η Ελλάδα, αφού συνήθως σκέφτεται, ονειρεύεται και γράφει στα ελληνικά. Από εκεί πήρα και τη φωτογραφία που έχω βάλει πιο κάτω.

Πριν προχωρήσω, μια αγγελία. Ζητάω εθελοντή ή εθελόντρια για να πληκτρολογήσει ένα διήγημα για την άλλη Κυριακή, τέσσερις μεγάλες στήλες (όχι εφημερίδας, περιοδικού). Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Από την ηλικία των δώδεκα έγραφα τις σκέψεις μου, τα όνειρά μου, μα κυρίως τους φόβους μου. Είχα πολλούς φόβους μεγαλώνοντας καθώς πίστευα πως όλα είχαν γίνει λάθος με μένα. Ένιωθα αρχικά πως γεννήθηκα σε λάθος χώρα. Γεννήθηκα στην Αλβανία, η οποία έχτιζε τον «σοσιαλιστικό παράδεισό» της απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και αφημένη στη μοίρα της σε μια γωνιά της Ευρώπης. Στη συνέχεια είχα την εντύπωση πως μεγαλώνω σε λάθος χώρα με λάθος όνομα και λάθος θρησκεία, γι’ αυτό και με κυρίευε ένας διαρκής φόβος. Μεγάλωσα στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1990. Στα Δελτία Ειδήσεων υπήρχε πάντα ένα θέμα που αφορούσε τους Αλβανούς, στις περισσότερες των περιπτώσεων κάτι αρνητικό. Δεν καταλάβαινα γιατί δεν αναφέρονταν σε κανέναν Αλβανό με το όνομά του, αλλά τους αρκούσε η λέξη «Αλβανός». Δεν καταλάβαινα επίσης κι όλα εκείνα τα ανέκδοτα που λέγονταν, από δήθεν κωμικούς, για τους Αλβανούς σε κάθε ευκαιρία στην τηλεόραση.

Εκείνος ο φόβος που ήδη ένιωθα μεγάλωνε. Είναι από κείνους τους φόβους που θαρρείς πως θα σε σκοτώσει ή θα σε κάνει δυνατότερο, όπως είπε ο Νίτσε. Έτσι προσπαθούσα να βρω απαντήσεις μέσα από τις σκέψεις μου, μόνος μου, καθώς το κεφάλι μου γέμιζε από απορίες. Παρατηρούσα τους ανθρώπους γύρω μου σε καθημερινή βάση. Τους είχα χωρίσει σε τυχερούς και άτυχους αυτού του κόσμου. Αναπόφευκτα το κεφάλι μου γέμιζε με όλο και περισσότερες εικόνες. Mε τα χρόνια αυτό εντάθηκε καθώς οι αντιληπτικές μου ικανότητες αυξάνονταν. Έχω την εντύπωση πως αν δεν κατέφευγα στο γράψιμο το κεφάλι μου θα είχε εκραγεί. Δεν μπορούσα να κρατήσω τις παιδικές μου απορίες και τους φόβους μου μέσα στο κεφάλι μου και γι’ αυτό έγραφα όπου μπορούσα. Αρχικά δεν ήθελα να πω όλα όσα έζησα και όσα σκεφτόμουν σε άνθρωπο, δεν ήθελα κανείς να τα διαβάσει, να μη διαβάσει κανένας τις σκέψεις μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να τα βγάλω από μέσα μου. Έγραφα πάντα στις κενές σελίδες των σχολικών μου βιβλίων. Έγραφα όπου μπορούσα να γράψω μόνο για μένα. Ερωτήσεις δίχως απάντηση. Όμως ήταν ένα βάρος που έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφορτωθώ.

Οι πρωταγωνιστές των ιστοριών μου είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί και άγνωστοι στο ευρύτερο κοινό. Είναι όμως οι δικοί μου πρωταγωνιστές, στη δική μου παράσταση. Όταν η πλειοψηφία κινείται προς μία κατεύθυνση θα συναντήσεις και μια μειοψηφία ανθρώπων που κινούνται στην αντίθετη. Συνάντησα ανθρώπους που κινούνταν και στις δύο κατευθύνσεις μα επέλεξα να γαντζωθώ απάνω σ’αυτούς από τους οποίους μπορούσα πάρω όλα τους τα καλά χαρακτηριστικά και να τα κάνω και δικά μου. θαρρώ πως και στις δύο περιπτώσεις κατάφερα να πάρω μαθήματα ζωής και να τα αποθηκεύσω βαθιά στη μνήμη μου.

Αυτά τα μαθήματα ζωής, οι δικές μου εμπειρίες αλλά και οι εμπειρίες ζωής των φίλων μου, των κοντινών μου ανθρώπων, ο κόσμος μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που αρνείται να δει αυτόν τον κόσμο με άλλα μάτια, είναι η δική μου περιουσία.

Ο σκοπός των ιστοριών αυτών είναι να αφήσω ένα μήνυμα. Ένα μήνυμα πως σε αυτές τις παράξενες μέρες που ζούμε, οφείλουμε να μαθαίνουμε από το παρελθόν ώστε να κάνουμε λίγο καλύτερο το μέλλον μας.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα στη ζωή μου πως θα ήταν τα πράγματα αν ήμουν άλλος, κάποιος άλλος και όχι αυτός που είμαι. Όμως είναι κάποια πράγματα και «ιδιότητες» που δεν τις επιλέγεις, σε επιλέγουν.

Στην Ελλάδα ήμουν πάντα «ο Αλβανός». Όταν επισκεπτόμουν την Αλβανία γινόμουν αυτόματα «ο Έλληνας». Σε τσακωμούς, και στις δύο χώρες, κολλούσαν στην αντίστοιχη λέξη το «βρωμο». Όταν πήγα να σπουδάσω για έναν χρόνο στο Βέλγιο, στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, ήμουν «ο τεμπέλης Έλληνας». Μαχόμουν με σθένος να αποδείξω πως αυτό το, καλλιεργημένο τελευταία, στερεότυπο για τον «τεμπέλη Έλληνα που δεν πληρώνει ποτέ φόρους στο Κράτος» δεν ισχύει και είναι πέρα για πέρα άδικο. Όταν πηγαίνω στην Κύπρο είμαι «ο Καλαμαράς ή ο Ελλαδίτης». Γιατί αρέσει τόσο πολύ στον κόσμο να βάζει ταμπέλες; Στην Ελλάδα συνήθιζα να ακούω, φαντάζομαι και πολλοί άλλοι, το «μα δε μοιάζεις με Αλβανό».

Στη Γερμανία, όπου ήρθα ως κάτοχος ελληνικής υπηκοότητας, ως Έλληνας, άκουσα κάποιες φορές το «μα δε μοιάζεις με Έλληνα». Όσο αστεία κι αν ακούγονται όλα αυτά, που σίγουρα έχουν και την αστεία τους πλευρά, έχουν και μια πολύ άσχημη πλευρά. Κάθε ένας από αυτούς τους χαρακτηρισμούς προκαλεί κάτι διαφορετικό στον κάθε άνθρωπο, αδιαφορία, θυμό, πόνο. Κάποιοι διαχειρίζονται αυτόν τον πόνο με σχετική ευκολία και κάποιους άλλους τους ταλαιπωρεί μια ολόκληρη ζωή. Η ευχή μου είναι να εξαλειφθεί εντελώς αυτός ο πόνος, αν και όπου υπάρχει. Να βλέπουμε περισσότερο τον καθένα ατομικά χωρίς τις ταμπέλες που κουβαλά. Διότι αν βγάλεις την ταμπέλα του μετανάστη, του πρόσφυγα, του «άλλου», του «δικού μας» από τους ανθρώπους, τι είναι αυτό που μένει; Δεν μένει τίποτα άλλο παρά μονάχα ο άνθρωπος. Να δούμε τον άνθρωπο ως άνθρωπο, έτσι όπως τον βλέπουν τα μάτια ενός παιδιού, δίχως καμία απολύτως ταμπέλα.

Με κείνα και τούτα πέρασαν τρεις δεκαετίες, 30 χρόνια μέσα στα οποία η αφομοίωση έγινε συνώνυμο της συμμόρφωσης με τα τοπικά ιδεώδη, μια αγωνιώδης και βιαστική πρόσδεση στα τοπικά ήθη και έθιμα καθότι έτσι μόνο αυξάνονταν οι ελπίδες για αποδοχή. Κοιτάζω πίσω μου και πείθω τον εαυτό μου ότι τα πράγματα άλλαξαν, η κοινωνία, ο κόσμος, η χώρα στην οποία μεγάλωσα και έχτισα την προσωπικότητά μου, έχει αλλάξει, προόδευσε με τη ζύμωση των ανθρώπων, με την καθημερινή τριβή Ελλήνων και Αλβανών σε σχολεία, χώρους εργασίας, σε Πανεπιστήμια, σε χώρους διασκέδασης. Δίπλα στη λέξη «Αλβανός», λέω στον εαυτό μου, δυνατά και με πυγμή, ώστε να μην με αμφισβητήσει, δεν μπαίνουν πια μονάχα αρνητικά πρόσημα, έχει διάολε και κάποια, έστω λίγα, θετικά. Ο εαυτός μου κουνάει το κεφάλι καταφατικά, διατακτικά στην αρχή, αλλά τείνει να συμφωνήσει. Ακούω και ανθρώπους που στέκουν πάντα δίπλα στον ξένο, στον μετανάστη, είτε Αλβανό είτε κάποιον άλλον, να λένε, καλοπροαίρετα, ότι με τα χρόνια όλα μοιάζουν καλύτερα από πριν, δεν μας ξεχωρίζουν πια, μιλάμε καλά τη γλώσσα τους, πιο καλά και από τους ίδιους κάποιες φορές, μάθαμε τις συνήθειές τους, ασπαστήκαμε τη θρησκεία τους, φωνάζουμε, μαλώνουμε για τα κόμματά τους, τις ομάδες τους. Και σκέφτομαι πόσο τραγικά έχει παρεξηγήσει ακόμα κι εκείνο το προοδευτικό και αλληλέγγυο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας την αποδοχή του ξένου που κατέφθασε στον τόπο τους από ανάγκη, πρωτίστως, βιοποριστική. Με πόση ευκολία βάζουν στην ίδια πρόταση το «εσείς» και το «εμείς». Έχουν ταυτίσει την αποδοχή με την αφομοίωση. Μας λένε στα μούτρα μας, δίχως να το συνειδητοποιούν, και αυτό το κάνει χειρότερο, ότι περνώντας τα χρόνια, με τη δεύτερη γενιά να ετοιμάζεται να δώσει τα σκήπτρα στην τρίτη, τα πράγματα είναι πλέον καλύτερα. Αποδοχή όμως σημαίνει να δέχεσαι κάποια ή κάποιον όπως είναι, όπως έτυχε να είναι, με το όνομα, το επώνυμο, την καταγωγή, το χρώμα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό που είχε πριν συναντηθείτε, πριν βρεθεί στο διάβα σου, στον τόπο σου. Έτσι, με έναν μικρό αχταρμά, όπου οι άνθρωποι δίνουν και παίρνουν στοιχεία της κουλτούρας τους ο ένας στον άλλον, μπορούμε να μιλάμε για αφομοίωση, για συνύπαρξη, για υπάρξεις. Όλες οι ελπίδες και ευχές μετατρέπονται σε παραίσθηση αρκεί να συμβεί ένα τραγικό συμβάν στην Ελλάδα, ένα έγκλημα, μια αρνητική είδηση, κάτι που να σοκάρει την κοινωνία και κάπως, με κάποιον τρόπο, να συνδέεται με όλο αυτό ή ένα κομμάτι του συμβάντος, κάποιος με καταγωγή από την Αλβανία. Τότε οι ίδιοι άνθρωποι, εκείνους που έβλεπα στα δελτία ειδήσεων από παιδί μικρό, από εκείνα τα δελτία που οι γονείς μου παρακολουθούσαν με αγωνία, ζητώντας μου να κάνω τον μεταφραστή στα δύσκολα μη και δεν κατανόησαν κάτι, μη και ειπώθηκε κάτι που θα βάλει την άδεια παραμονής μας, την παραμονή μας στην Ελλάδα σε κίνδυνο, σε εκείνα τα δελτία ειδήσεων θα ακουστεί εν έτει 2022 ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο σύνηθες από την εικόνα ενός Αλβανού με όπλο. Στην επόμενη είδηση, τραγικότατη είδηση, η λέξη «Αλβανός» φιγουράρει πρώτη σχεδόν σε κάθε άρθρο, σε κάθε ποστάρισμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όταν υπάρχει μια τέτοια είδηση αρκεί η αναζήτηση στο διαδίκτυο της λέξης για να γίνει αντιληπτό αυτό που προσπαθώ για χρόνια να περιγράφω σε φίλες και φίλους που θέλησαν να συζητήσουμε για συστημικό ρατσισμό και στοχοποίηση, στοχοποίηση μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας. Έτσι γίνεται όμως και αυτός είναι ένας καλός τρόπος, ένα καλά δουλεμένο κόλπο, μια παλιά πετυχημένη συνταγή για να τη βγάλουν λάδι οι καθαυτού υπεύθυνοι για τις τεράστιες ευθύνες ή ανευθυνότητές τους. Δεν έχει σημασία τι θα αποδειχθεί στη συνέχεια, αυτό που μένει είναι ένα δηλητήριο που χύνεται με τόση ευκολία, σε σημείο συνήθειας, ένα δηλητήριο με προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις το οποίο για ακόμη μια φορά θα κάνει τη δουλειά του. Πώς γίνεται να έχουν δημόσιο βήμα ακόμα οι ίδιοι δημοσιογράφοι, χύνοντας το ίδιο δηλητήριο; με ρωτάει ο εαυτός μου, τώρα πια που τα βλέπω όλα από μια απόσταση. Δεν του απαντώ! Δεν γίνεται να αναφωνούμε ακόμα, στο άκουσμα ότι ο φερόμένος ως δράστης είναι αλλοδαπός, εμείς τα παιδιά της δεύτερης γενιάς, την ίδια φράση που ψέλλιζαν οι γονείς μας από τη δεκαετία του ‘90, να παρακαλάμε φωναχτά πλέον να μην είναι Αλβανός εκείνος ο δράστης, ή έστω ένας εκ των δραστών.

Με τους ανθρώπους εκείνους που κινούνται προς την άλλη κατεύθυνση λοιπόν, με εκείνους από τους οποίους γαντζώθηκα, με την κάθε κυρία Σοφία και τον κάθε Τσαγκάρη αυτού του ντουνιά, με εκείνους θα πορευτούμε, με εκείνες τις δασκάλες που αγκαλιάζουν όλα τα παιδιά στο σχολείο τους σαν να ήταν δικά τους παιδιά, με εκείνες τις δασκάλες συμπορευόμαστε και χτίζουμε μια δική μας, εντελώς καινούργια, ταυτότητα, όπου το να μιλάς μια επιπλέον γλώσσα, μια ξένη γλώσσα, τη μητρική σου γλώσσα -όπως και όσο τη μιλάς- είναι ευλογία ή τουλάχιστον δεν είναι κάτι κακό. Κι ένα ξενικό όνομα, μη συνηθισμένο, όχι παράξενο μιας και στις παράξενες τούτες μέρες που ζούμε, δεν υπάρχουν περίεργα ονόματα, απλά διαφορετικά από αυτά που συνήθισαν τα αφτιά μας να ακούνε, με αυτές τις δασκάλες που προφέρουν με γλύκα τα ονόματά μας, με αυτές θα κινήσουμε για το μέλλον. Διότι έχει δοθεί η υπόσχεση, ο σπόρος φυτεύεται και βγαίνει από το χώμα σιγά σιγά, και εκείνη λοιπόν η υπόσχεση στη Μαρία, θα υλοποιηθεί, γιατί στο είχα πει Μαρία, θα τον αλλάξουμε τον κόσμο!

Έλσον Ζγκούρη

ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ!

Ο πατέρας μου είχε διασχίσει μέσα από τα βουνά τα ελληνοαλβανικά σύνορα δύο φορές από το 1992 όταν τα αλβανικά, πλέον, δεν φυλάσσονταν από τον στρατό της χώρας. Ξεκινούσαν πάντα το χειμώνα, μέσα Φλεβάρη, για να προλάβουν να βρουν αφεντικό και στέγη για τη σαιζόν με τα σπαράγγια και τα καπνά, με όσο το δυνατόν περισσότερα μεροκάματα, στον κάμπο της Ημαθίας. Δίχως κανένα ρεπό, αν μπορούσαν. Επέστρεφε στην Αλβανία το φθινόπωρο και, εκτός από δραχμές, έφερνε μαζί του ρούχα κι ό,τι άλλο μπορούσε να μεταφέρει. Η επιστροφή στην Αλβανία γινόταν δίχως πρόβλημα, συνήθως με ένα ελληνικό ταξί μέχρι τα σύνορα, κι από εκεί με ό,τι μεταφορικό μέσο υπήρχε διαθέσιμο.

Τον θυμάμαι να μου εξιστορεί πως περπατούσαν μέσα από τα χιονισμένα βουνά μερόνυχτα ολόκληρα, πως έφτιαχναν αυτοσχέδια κρεβάτια και καλύβες για να προστατευτούν από το κρύο και από τους Έλληνες στρατιώτες οι οποίοι «χτένιζαν» τα σύνορα κυνηγώντας όσους έμπαιναν στη χώρα τους από την Αλβανία. Ο πατέρας μου έστρωνε κάτω ξύλα και γέμιζε τα κενά ανάμεσά τους με χώμα, για να είναι όσο το δυνατόν ζεστά και μαλακά ώστε να μην ακουμπάει το κορμί του στο χιόνι. Μου έλεγε πόσο ωραία χώρα είναι η Ελλάδα. Πόσο εντυπωσιακά αυτοκίνητα έχει και πως ο ήλιος λάμπει διαφορετικά, ζεστός, μα δε σε καίει. Πόσο ωραία πάρκα έχει σε κάθε μικρό χωριό, με κούνιες και τσουλήθρες. Με πράσινα γήπεδα ποδοσφαίρου και με καφετέριες γεμάτες ηλεκτρονικά παιχνίδια αποκλειστικά για παιδιά. Πως στην Ελλάδα έχει εκατό διαφορετικές γεύσεις παγωτού και θα είναι δύσκολο να καταφέρω να τις δοκιμάσω όλες. Τον ενθουσιασμό και την περιέργειά μου όμως υπερκάλυπτε ένας φόβος. Ο φόβος πως θα μας «τσακώσουνε» οι Έλληνες στρατιώτες στα χιονισμένα βουνά. Πως δεν θα ξεφύγουμε από τα περιπολικά της αστυνομίας. Πως θα έχει χιονίσει πολύ και η αδερφή μου κι εγώ δεν θα μπορέσουμε να τρέξουμε για να ξεφύγουμε επειδή ήμαστε μικρά παιδιά.

Μετά τη δεύτερη φορά ο πατέρας μου το είχε πάρει απόφαση. Έφυγε στη μέση της σαιζόν. Είχε ενημερώσει το αφεντικό του πως θα επιστρέφει μέσα στο καλοκαίρι με ολόκληρη την οικογένεια. Μαζέψαμε τα απολύτως απαραίτητα ώστε να ταξιδέψουμε προς τη γη της επαγγελίας. Τα υπόλοιπα τα αφήσαμε στο σπίτι ενός θείου μου. Αποχαιρετήσαμε τη γιαγιά και τον παππού με πολύ κλάμα. Εκείνοι έκλαιγαν, προσπαθώντας να πουν καμιά κουβέντα, ενώ η αδερφή μου κι εγώ ξεσπάγαμε συνέχεια σε λυγμούς. Μετά από δύο μέρες παραμονής στην Κορυτσά ο πατέρας μας κατάφερε να μας εξασφαλίσει βίζα για να περάσουμε τα σύνορα οδικώς με κάποιο ταξί. Ήταν μες στο κόλπο ο συγκεκριμένος ταξιτζής, κάτι είχε κάνει με τα διαβατήρια το οποίο ήμουν μικρός για να κατανοήσω.

Θυμάμαι μόνο που μας άλλαξε τα ονόματα. Προσωρινά, μόνο για να μπορέσουμε να εισέλθουμε στην Ελλάδα. Όλοι είχαμε κάποιο ελληνόφωνο όνομα. Ήτοι «καλοπιάναμε» τους Έλληνες αστυνομικούς, με οικεία γι’ αυτούς ονόματα. Εμένα ο ταξιτζής μου είπε πως με λένε Γιάννη. Δε θυμάμαι τα ονόματα που «δόθηκαν» στην αδερφή μου και τους γονείς μου. Μού έμαθε να το προφέρω λίγο διαφορετικά και μας υπαγόρευσε και κάποιες προτάσεις στα ελληνικά. Μας σύστησε, εμάς τα παιδιά κυρίως, να είμαστε χαμογελαστά και άνετα. Ο λόγος ήταν ότι αρκετοί είχαν την τύχη να εξασφαλίσουν βίζα, με το αζημίωτο φυσικά, αλλά για κάποιον λόγο που μόνο εκείνοι ήξεραν, οι αστυνομικοί δεν τους επέτρεπαν την είσοδο στην Ελλάδα. Τέτοιες ιστορίες ακούγαμε όλο και συχνότερα. Ένιωθα και πάλι φόβο αλλά έκανα υπέρτατη προσπάθεια να το κρύψω και νομίζω το κατάφερα στο τέλος. Η μητέρα μου είπε στον ταξιτζή «θα περάσουμε».

Δεν είχα ξαναδεί σύνορα. Μου βγήκε πιο έντονα αυτός ο φόβος καθώς πλησιάζαμε την αλβανική πλευρά. Εκεί δεν καθυστερήσαμε, αν και υπήρχε ουρά από κόσμο που περίμενε να πάρει μια σφραγίδα για έναν άλλον κόσμο. Είχε κι άλλες οικογένειες εκτός από τη δική μας. Ο ταξιτζής μας είπε ότι αυτό είναι καλό σημάδι. Έδωσε ένα χαρτζιλίκι στους Αλβανούς αστυνομικούς και μας ζήτησε να περπατήσουμε μέχρι την άλλη πλευρά των συνόρων όσο αυτός θα έφερνε το ταξί του, το οποίο θα περνούσε από ειδικό έλεγχο. Περπατήσαμε μέχρι τον σκοπό, εκεί που χωρίζονται οι δύο χώρες, η Αλβανία με την Ελλάδα. Υπήρχαν δύο οπλισμένοι φαντάροι, ένας από κάθε χώρα. Ο Έλληνας φαντάρος μας έκανε νόημα με το χέρι να περιμένουμε στην αλβανική πλευρά. Ο Αλβανός φαντάρος μας εξήγησε πως έτσι γίνεται, περιμένουμε μέχρι να ειδοποιήσουν οι αστυνομικοί και να προχωρήσουμε. Αυτό γίνεται για να μην συνωστίζεται κόσμος μέσα στο κτήριο όπου γινόταν ο έλεγχος διαβατηρίων. Ο μπαμπάς μου ψέλλισε «καλοκαίρι είναι, δεν πειράζει», μ’ ένα αμήχανο χαμόγελο. Παρατηρούσα τον Έλληνα φαντάρο. Ήταν ψηλός και πολύ σοβαρός, σε αντίθεση με τον Αλβανό φαντάρο. Δεν μας κοιτούσε καθόλου, ήταν γυρισμένος στο πλάι και στεκόταν όρθιος. Σου έδινε την εντύπωση πως δεν ήθελε να μας κοιτάξει. Δεν καταλάβαινα τον λόγο και σκέφτηκα πως μάλλον το κάνει επειδή δεν μιλάμε τη γλώσσα του. Σε λιγότερο από μία ώρα ο Έλληνας φαντάρος μας επέτρεψε να περάσουμε στην ελληνική πλευρά όπου μας περίμενε ήδη ο ταξιτζής για να πάμε όλοι μαζί στον έλεγχο διαβατηρίων. Δεν είχε πολύ κόσμο, όμως κανένας δεν κινούνταν. Κάποιος κύριος εξηγούσε στους γονείς μου ότι θα περιμένουμε κάνα μισάωρο. Το έλεγε με παράπονο. Είχαν διάλειμμα οι αστυνομικοί και μερικοί βγήκαν προς τα έξω δίχως να μας ρίξουν ματιά. Κάποιος είπε κάτι και μάλλον εννοούσε να μην ακουμπάμε στον τοίχο όσο στεκόμαστε όρθιοι στην ουρά διότι είδα κάποιους να μαζεύονται. Μόνο η αδερφή μου δεν το έκανε. Είχε ακουμπήσει στον τοίχο με την πλάτη και προσπαθούσε να μην γλιστρήσει προς τα κάτω επειδή το πάτωμα ήταν αρκετά σκονισμένο.

Η αδερφή μου, μικρότερή μου, ήταν απλά περίεργη για όλα. Ανέκαθεν ήταν ένα παράξενο παιδί και πάντα έκανε αμέτρητες ερωτήσεις. Περπατούσε δεξιά κι αριστερά και προσπαθούσε να αγγίξει τις αφίσες στον τοίχο. Παράξενη με μια φυσικότητα που πιστεύω έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο «καλόπιασμα» των Ελλήνων αστυνομικών. Διότι ο ίδιος αστυνομικός που είχε κάνει νωρίτερα την παρατήρηση για τον τοίχο, όταν ξαναγύρισε έριξε μια ματιά στον κόσμο που είχε στηθεί στην ουρά για να βεβαιωθεί πως η εντολή του εισακούστηκε. Κοίταξε και την αδερφή μου, η μόνη που παραβίασε την εντολή του, και ξεφύσησε ελαφρά. Δεν είπε τίποτα. Εκείνα τα χρόνια, οι Έλληνες αστυνομικοί μπορούσαν να μη σου επιτρέψουν την είσοδο στη χώρα δίχως να συντρέχουν σοβαροί λόγοι. Αν κάποιος δεν τους άρεσε, στην καλύτερη περίπτωση του απαγόρευαν την είσοδο. Άλλους τους έσκιζαν τα διαβατήρια και τους έβαζαν στη «μαύρη λίστα» ως persona non grata. Μια μικρή παρεξήγηση αρκούσε για όλα αυτά. Στην χειρότερη των περιπτώσεων κατέληγες ξυλοδαρμένος στο κρατητήριο του μεθοριακού σταθμού. Αυτά τα έλεγε με απόλυτη σοβαρότητα ο ταξιτζής στους γονείς μου. Τα ακούγαμε κι εμείς τα παιδιά όμως. Συζητώντας με την αδερφή μου, θυμάμαι, να της λέω πως μου φαίνεται τόσο δύσκολο όλο αυτό που αποκλείεται να περάσουμε στην άλλη πλευρά, στον παράδεισο των εκατό παγωτών. Η αδερφή μου είχε αντίθετη άποψη από μένα. Ήταν σίγουρη πως θα δοκιμάσει πρώτη και τις εκατό γεύσεις. «Θα περάσουμε», ακουγόταν κάθε τόσο η φωνή της μητέρας μας.

Τα πράγματα κυλούσαν ήρεμα. Οι αστυνομικοί εξυπηρετούσαν τον κόσμο και κάποιοι άλλοι ήλεγχαν αποσκευές και αυτοκίνητα. Που και που ακούγαμε κάποιους αστυνομικούς να φωνάζουν δυνατά όταν δεν γίνονταν απόλυτα κατανοητοί. Τότε, όσοι γνώριζαν λίγα ελληνικά έσπευδαν να βοηθήσουν στη μετάφραση και τα πνεύματα ηρεμούσαν. Με κάποια άλλα παιδάκια η αδερφή μου συζητούσε για τις εκατό γεύσεις παγωτών και τα είχε βάλει να μετράνε τις γεύσεις που ξέρανε ήδη. Το μέτρημα δεν τους έβγαινε και απευθύνθηκαν σε μένα ως μεγαλύτερο. Τους είπα, πως στην Ελλάδα έχει φρούτα που εμείς δεν τα γνωρίζουμε. Επειδή εκεί ο ήλιος είναι διαφορετικός. Όλα τα παιδάκια πείστηκαν και συνέχισαν να συζητάνε για τις αγαπημένες τους γεύσεις. Τη συζήτησή τους και όλους τους υπόλοιπους ψιθύρους διέκοψαν οι φωνές ενός αστυνομικού ο οποίος άρχισε να ουρλιάζει σ’ έναν νεαρό, ο οποίος δεν καταλάβαινε και πολλά. Δύο άλλοι αστυνομικοί βγήκαν από ένα γραφείο κι έτρεξαν κατά πάνω του σπρώχνοντας τον με δύναμη στον τοίχο. Όλα τα παιδιά τρέξαμε στους γονείς μας. Η μητέρα μας, μας ζήτησε να μην κοιτάμε αλλά εμείς το κάναμε, όπως όλοι οι παρευρισκόμενοι σ’ εκείνη την αίθουσα. Οι αστυνομικοί χτύπησαν το νεαρό στο πρόσωπο κι ένας έσκισε το διαβατήριό του φωνάζοντάς του. Το είχα δει μόνο στην τηλεόραση μέχρι εκείνη τη στιγμή κι ένιωσα εκείνος ο φόβος να γιγαντώνεται μέσα μου. Η μητέρα μου ενστικτωδώς μας έσφιγγε πάνω της, όπως η κότα με τα κοτοπουλάκια όταν βρέχει. Η αδερφή μου ψιθυρίζοντας με ρώτησε γιατί του φέρονται έτσι κι εγώ, που έπρεπε πάντα να έχω μια απάντηση σε κάθε της ερώτηση, της είπα πως μάλλον έβρισε την αδερφή ενός αστυνομικού. Στην Αλβανία η χειρότερη βρισιά δεν είναι το να σου βρίσουν τη μάνα ή το Θεό, αλλά την αδερφή. Αφού τον έβγαλαν έξω ήρθαν προς το πλήθος και κάτι έλεγαν εκνευρισμένοι. Δεν καταλάβαινα ούτε λέξη αλλά ήταν παραπάνω από εμφανές πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ξαφνικά το πλήθος, κυρίως οικογένειες, άρχισε να βγαίνει από την αίθουσα βιαστικά. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Μας έστειλαν και πάλι στο σημείο όπου βρίσκονταν οι δύο σκοποί. Περάσαμε στην αλβανική πλευρά. Μετά από ώρα είχαμε στηθεί και πάλι στην ουρά η οποία είχε τριπλασιαστεί. Πολλοί άρχισαν να τρώνε, όπως κι εμείς. Εμείς είχαμε αγοράσει ψωμί, τυρί και κάποια λαχανικά στην Κορυτσά. Η μητέρα μου έδωσε φαγητό στον ταξιτζή, σε δύο παιδάκια που έπαιζαν με την αδερφή μου και στους γονείς τους. Πολλοί άλλοι έδωσαν ή αντάλλαζαν φαγητά μεταξύ τους. Υπήρχε ένα κλίμα αλληλεγγύης αλλά και φόβου. Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα. Ίσως για να μην εκνευρίσουν τον Έλληνα φαντάρο Εγώ συνέχισα να τον παρατηρώ. Είχε διαρκώς αυτό το πολύ σοβαρό ύφος.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν επιτέλους κάποιοι άρχισαν να πηγαίνουν για έλεγχο στην ελληνική πλευρά. Όταν ήρθε η σειρά μας οι αστυνομικοί δεν μας καθυστέρησαν ιδιαίτερα, κι αφού, εκτός από τα διαβατήρια, έλεγξαν καλά και όλες τις αποσκευές μας, μας άφησαν να περάσουμε. Μόλις δύο χιλιόμετρα από τον συνοριακό σταθμό της Κρυσταλλοπηγής μας περίμενε ένας τελευταίος, μα εξίσου κρίσιμος, έλεγχος. Τον αποκαλούσαν «ο έλεγχος της γέφυρας», καθώς σταματούσαν τα αυτοκίνητα πάνω σε μια πολύ μικρή γέφυρα. Τα μαθήματα καλής συμπεριφοράς από τον ταξιτζή συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των δύο, σε ελληνικό έδαφος πλέον, χιλιομέτρων. «Αν δεν περάσουμε τη γέφυρα, είναι σα να μην ήρθαμε ποτέ Ελλάδα», είπε ο ταξιτζής από την Κορυτσά μόλις του έκαναν σήμα οι αστυνομικοί με τις στρατιωτικές στολές, καθώς είχαμε φτάσει ήδη στον τελευταίο μας έλεγχο. Η μητέρα μας έλεγε πως θα περάσουμε στα σίγουρα. Τότε δεν προσευχόταν σε κάποιον Θεό, μας ήταν κάπως άγνωστο όλο αυτό. «Θα περάσουμε επειδή είστε καλά παιδιά», μας έλεγε γυρνώντας το κεφάλι της στα πίσω καθίσματα. Έδειχνε τόσο σίγουρη που σχεδόν μου έφυγε ο φόβος κι έσφιξα τη γροθιά μου «σοσιαλιστικά», όπως μου είχε μάθει ο παππούς μου. «Οι παρτιζάνοι πάντα τα καταφέρνουν», μου έλεγε.

Οι αστυνομικοί με τα στρατιωτικά παντελόνια έλεγξαν ακόμα μια φορά τις αποσκευές μας αφού πρώτα μας κατέβασαν όλους από το αυτοκίνητο.

Η μητέρα μας έδωσε να φορέσουμε ζακέτες. Είχα μια κίτρινη την οποία μου την είχε φέρει ο πατέρας μου από την Ελλάδα. Όταν τη φόρεσα είπα στην αδερφή μου ότι η ζακέτα θέλει να επιστρέφει στο χωριό της στην Ελλάδα και, γι’ αυτό, είμαι πλέον σίγουρος πως θα περάσουμε. Θα περάσουμε. Εκείνη απάντησε πως το σκέφτηκε και το είπε πρώτη όλο αυτό. Πράγματι. Πάντα είχαμε μια κόντρα για το ποιος θα πει πρώτος κάτι που θα συμβεί. Εντάξει, εκείνη τη φορά δε μ’ ένοιαζε να χάσω είναι η αλήθεια. Περάσαμε επιτυχώς και τον «έλεγχο της γέφυρας». Το ταξί κίνησε για τις μεγάλες στροφές της Φλώρινας. Οι εκατό γεύσεις παγωτού έγιναν αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στην αδερφή μου κι εμένα με τους γονείς μας να παρεμβαίνουν στη συζήτηση μη μπορώντας να κρύψουν τη χαρά τους. Η αδερφή μου κοιμήθηκε κι εγώ, θυμάμαι, να λέω στον πατέρα μου πόσο μεγάλοι μου φαίνονται οι δρόμοι της Ελλάδας. Επίσης μεγάλη εντύπωση μου έκανε κι ένας μεγάλος σταυρός που ήταν στην κορυφή ενός βουνού. Απ’ όποια πλευρά του βουνού και να βρισκόσουν έβλεπες πάντα τον φωτισμένο σταυρό. «Είναι ο φάρος των οδηγών, για να μη χάνουν το δρόμο τους», σχολίασε ο πατέρας μου με τον ταξιτζή από την Κορυτσά να συμφωνεί γελώντας ελαφρά. Εκείνος ο φόβος των προηγούμενων ημερών είχε κατευνάσει πλέον. Είχα μια λαχτάρα, μια μεγάλη επιθυμία να περάσει εκείνη η νύχτα και να δω επιτέλους την Ελλάδα στο φως της μέρας. Να δω ένα γήπεδο ποδοσφαίρου με πράσινο χορτάρι. Να δω τα πολύχρωμα αυτοκίνητα να περνάνε σ’ αυτούς τους φαρδιούς δρόμους και να αγοράσω πολλές γεύσεις παγωτού. Αυτό όμως που έδιωξε εντελώς το φόβο μου και μ’ έκανε να αφεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα, ήταν ο τόνος στη φωνή της μητέρας μου, η οποία συζητούσε με τον πατέρα μου και τον ταξιτζή και κάθε τόσο επαναλάμβανε το ρήμα «ΠΕΡΑΣΑΜΕ». Γυρνούσε πίσω, μέσα σε ένα κλίμα ευφορίας και σε κάθε παύση των διάφορων συζητήσεων μονολογούσε, πότε χαμηλόφωνα και πότε δυνατά, σα να το φώναζε σε ολόκληρη την υφήλιο: «Περάσαμε»!

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Δεν έβλεπα για πολλά χρόνια τις Ειδήσεις στην τηλεόραση ώσπου ένα βράδυ, όπως γύρισα κουρασμένος από τη δουλειά σε πολυτελές ξενοδοχείο, ο συγκάτοικος την είχε αφήσει ανοικτή. Ούτε που είχα καταλάβει πως ήταν η πρώτη μέρα των σχολείων. Ανάμεσα στα ρεπορτάζ με τους αγιασμούς και τις ευχές των πολιτικών αρχηγών έπαιξε μια είδηση ότι σ’ ένα σχολείο ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων απειλούσε να προχωρήσει σε κατάληψη του σχολείου τους αν σε αυτό θα πήγαιναν να φοιτήσουν και παιδιά προσφύγων, όπως προβλεπόταν. Αυτά τα γεγονότα μου θύμισαν τη δική μου πρώτη ημέρα σε ελληνικό σχολείο. Ήταν μια παράξενη μέρα που σε καμία περίπτωση δεν περίμενα το παραπάνω γεγονός.

Ήρθαμε οικογενειακώς από την Αλβανία όταν εγώ ήμουν εννέα ετών στα μέσα του καλοκαιριού. Εγκατασταθήκαμε σε ένα μικρό χωριό στον κάμπο των Γιαννιτσών. Οι γονείς μου δούλευαν πολλές ώρες καθημερινώς σε αγροτικές δουλειές. Τότε δεν ήξερα ούτε λέξη από ελληνικά. Έμαθα μερικές μέσα στο ταξί, όπως μας συμβούλεψε ο ταξιτζής που μας έφερε στην Ελλάδα, για να απαντήσω σε τυχόν ερώτηση Ελλήνων αστυνομικών στα σύνορα κι έτσι να τον «καλοπιάσουμε», μη μας κάνει καμιά «στραβή». Τις πρώτες εβδομάδες έπαιζα όλη μέρα στο σπίτι με την αδερφή μου. Δειλά δειλά άρχισα να βγαίνω και να πηγαίνω στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου όπου σύχναζαν οι συνομήλικοί μου. Εκεί έκανα και τις πρώτες μου γνωριμίες παίζοντας ποδόσφαιρο, και μιας και ήμουν καλός, τα υπόλοιπα αγόρια με έπαιζαν όλο και περισσότερο, βοηθώντας με να εγκλιματιστώ και παράλληλα μάθαινα και τις πρώτες μου ολοκληρωμένες προτάσεις στα ελληνικά.

Την πρώτη μέρα των σχολείων οι γονείς μου είχαν φύγει προτού ακόμα ξημερώσει για δουλειά κι εγώ πήγα στο δημοτικό σχολείο του χωριού εντελώς μόνος και παρακολούθησα από απόσταση τον καθιερωμένο αγιασμό. Αργότερα όταν χωρίστηκαν οι τάξεις κάποια από τα παιδιά αντιλήφθηκαν την παρουσία μου χαιρετώντας με εγκάρδια και εκείνη ακριβώς τη στιγμή των χαιρετισμών με εντόπισε το βλέμμα της κυρίας Σοφίας, της δασκάλας της τρίτης δημοτικού. Με πλησίασε αμέσως και με ρώτησε όνομα, ηλικία και γιατί κάθομαι κρυμμένος εκεί πίσω. Στο τελευταίο δεν ήξερα τι να απαντήσω. Με ρώτησε αν έχω αδέλφια και της απάντησα πως η αδερφή μου ντρεπόταν πιο πολύ από μένα κι έτσι έκατσε στο σπίτι να δει τηλεόραση. Μου ζήτησε να την ακολουθήσω στο γραφείο της διευθύντριας, της κυρίας Μαρίας με το μεγάλο χαμόγελο. Στη συνέχεια με πήγε σε μια αίθουσα όπου μου έδωσε όλα τα βιβλία της πρώτης τάξης και βοηθώντας με να τα κουβαλήσω, πήγαμε στην αίθουσα με τα υπόλοιπα παιδιά της τρίτης τάξης. Με έβαλε να καθίσω με ένα κορίτσι, την Άννα, επίσης από την Αλβανία, η οποία ήταν εκεί από την προηγούμενη χρονιά κι έτσι έκανε και τη μεταφράστριά μου. Στο τέλος του μαθήματος η κυρία Σοφία μου έδεσε με ένα σκοινί τα βιβλία μου λέγοντας μου πως πρέπει να φέρω στο σχολείο και την αδερφή μου, όπως κι έκανα. Θυμάμαι που ήμουν πολύ χαρούμενος. Προχωρούσα προς το σπίτι μας και κάθε τόσο κοίταζα τα βιβλία. Επίσης πολύ χαρούμενοι ήταν κι ο γονείς μου όταν τους τα διηγήθηκα όλα αυτά μ’ ενθουσιασμό. Μέσα σε δυο μήνες είχα τελειώσει τα βιβλία της πρώτης και της δευτέρας δημοτικού και πλέον παρακολουθούσα κανονικά τα μαθήματα της τρίτης. Όλο αυτό το διάστημα η δασκάλα μου αφιέρωνε επιπλέον χρόνο σε μένα. Αργότερα έμαθα ότι ένας από τους συμμαθητές μου ήταν γιος της. Η κόρη της κυρίας Σοφίας φοιτούσε στη δευτέρα και ο γιος της διευθύντριας, στην πέμπτη δημοτικού. Η δασκάλα μου και η διευθύντρια δεν με ρώτησαν ποτέ αν έχω κάνει εμβόλια, αν έχω βιβλιάριο υγείας, αν οι γονείς μου έχουν όλα τα νόμιμα έγγραφα παραμονής στην Ελλάδα. Με είδαν στον χώρο του σχολείου τους και δεν σκέφτηκαν τίποτε άλλο παρά μόνο να με πάρουν, κυριολεκτικά από το χέρι, και να με βάλουν στην τάξη με τα άλλα παιδιά. Εκεί που είναι η θέση ενός παιδιού. Οποιουδήποτε παιδιού. Οι δύο αυτές γυναίκες ήταν και δασκάλες και κηδεμόνες. Δεν απείλησαν όμως με καταλήψεις αν η αδερφή μου κι εγώ φοιτούσαμε στο σχολείο του χωριού. Ούτε κάποιος άλλος κηδεμόνας το έκανε. Σε μια εποχή που το να είσαι Αλβανός στην Ελλάδα δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα, καθώς ήταν οι πρώτοι μετανάστες που ήρθαν μαζικά στη χώρα. Δε φοβήθηκαν ούτε στιγμή για τα παιδιά τους τα οποία θα φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο με δυο άγνωστα εντελώς, ξένα παιδιά. Η κυρία Σοφία δεν είχε στα χέρια της καμιά κυβερνητική διαβεβαίωση ούτε κάποια εντολή να με βάλει σε εκείνη την τάξη, εκείνη την πρώτη μέρα των σχολείων. Έπραξε πρώτα ως άνθρωπος, μετά ως δασκάλα και τέλος ως μητέρα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου εκείνη τη μέρα. Είναι από τις πιο χαρούμενες και γεμάτες στη ζωή μου, από αυτές που με σημάδεψαν για πάντα. Χρωστάω πολλά σ’ αυτές τις δύο Δασκάλες. Χρωστάω τα ελληνικά που έμαθα τόσο γρήγορα και τόσο σωστά δομημένα στο μυαλό μου, τα μαθηματικά και τα υπόλοιπα μαθήματα, τις ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού και γέλιου με τους συμμαθητές μου και φυσικά κάποιους φίλους που έμειναν στη ζωή μου μέχρι σήμερα! Η δασκάλα μου έκανε το αυτονόητο. Βρήκε ένα παιδί στην αυλή του σχολείου της και το πήρε μαζί της, μαζί με ια υπόλοιπα παιδιά. Τελικά κανένα παιδί δεν κόλλησε κάποια αρρώστια, ούτε ο γιος ή η κόρη της κυρίας Σοφίας ούτε και ο γιος της κυρίας Μαρίας. Εγώ κόλλησα κάτι από αυτές τις δύο Κυρίες. Κόλλησα λίγη ανθρωπιά! Κυρία Σοφία, Δασκάλα μου, μητέρα, Άνθρωπε σ’ ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου! Κι αν υπάρχει κάτι για το οποίο θα σου θύμωνα είναι που δεν μπορώ να σου χαρίσω το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου μου. Έφυγες από αυτόν τον κόσμο αφήνοντας πίσω σου ένα σπουδαίο έργο ως η δασκάλα που δεν διαχώρισε ποτέ τους μαθητές της, είτε πρόκειται για τα ίδια της παιδιά, είτε για παιδιά μεταναστών, με ή χωρίς χαρτιά!


Πηγή: sarantakos.wordpress.com