ΓΕΡΜΑΝΙΑ, 1918 του Φόλκερ Βάιντερμαν, μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου, από τις Εκδόσεις ΑΓΡΑ.

Δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά ένα από αυτά τα «αληθινά παραμύθια» που διαμόρφωσαν τις μεγάλες ουτοπίες, τα μεγάλα όνειρα του 20ου αιώνα. Όλα αυτά που κατέρρευσαν μέσα σε ερείπια. Ο Φόλκερ Βάιντερμαν γράφει ένα καταιγιστικό ντοκυμαντέρ που διαβάζεται απνευστί, καθώς η ασθματική παρουσίαση των γεγονότων -αλλά και ο ίδιος ο χαρακτήρας τους- τραβάνε, κυριολεκτικά, τον αναγνώστη από το μανίκι. Η ιστορία αναφέρεται στο διάστημα από τον Οκτώβριο του 1918 ως την Άνοιξη του 1919 στο Μόναχο, πρωτεύουσα της Βαυαρίας. Πρόκειται για την απόπειρα εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας των εργατών, αγροτών, καλλιτεχνών –με πρωτοπόρους τους συγγραφείς- την εγκαθίδρυση της Βαυαρικής Δημοκρατίας των Σοβιέτ. Ένα χρόνο, μόλις, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, και αμέσως μετά την οδυνηρή ήττα της Γερμανίας στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αίτημα για δίκαιη και διαρκή ειρήνη, το αίτημα για σταμάτημα της μάταιης θυσίας των φτωχών στους πολέμους των καπιταλιστών μετατρέπεται σε κοινωνική επανάσταση.

Είναι λογικό να υποθέσουμε πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων παίρνουν μέρος στα γεγονότα αγνοούν τη μελέτη του Όσβαλντ Σπένγκλερ «Η παρακμή της Δύσης», που εκδόθηκε τότε. Ο Βάιντερμαν παραθέτει ένα από τα συμπεράσματα του Σπένγκλερ που ίσως βοηθά να δούμε από την σκοπιά του την κατάληξη των γεγονότων του Μονάχου, που προσδίδει στην εξέλιξη τους το χαρακτήρα του μοιραίου, του αναπόφευκτου: «Η παγκόσμια ιστορία είναι δικαστήριο: δικαιώνει πάντα τη ζωή την πιο δυνατή, την πιο πλήρη, την πιο σίγουρη για τον εαυτό της ...και καταδικάζει σε θάνατο τους ανθρώπους και τους λαούς, που θεωρούν τις αλήθειες σημαντικότερες από τις πράξεις, τη δικαιοσύνη σπουδαιότερη από την εξουσία». Είναι αλήθεια πως για μήνες στη διάρκεια αυτής της επανάστασης δεν είχε τρέξει ούτε μια στάλα αίμα. Και οι θεατρικοί συγγραφείς, κριτικοί λογοτεχνίας και ποιητές που βρέθηκαν στις ηγετικές θέσεις ήταν περήφανοι γι αυτό, καθώς προσδιόριζε την κοινωνία που ονειρεύονταν.

Μέχρι που βρέθηκε ένας φανατικός, πρόθυμος να δολοφονήσει τον λαοπρόβλητο ηγέτη της επανάστασης, τον συγγραφέα Κουρτ Άισνερ. Τώρα, φυσικά, τα πράγματα θα ξεφύγουν. Γιατί πάντα βρίσκεται ένας πρόθυμος «τρελός», να βοηθήσει το μίσος να εκφραστεί, να σπρώξει στον αλληλοσπαραγμό. Ακόμα, όμως, κι όταν άρχισαν οι ένοπλες συγκρούσεις η στάση τους δεν ήταν διαφορετική, πράγμα που δημιούργησε ρωγμές στο εσωτερικό τους μέτωπο. Παραμονές του Πάσχα του 1919 οι επαναστάτες έχουν στα χέρια τους πολλούς αιχμαλώτους αξιωματικούς του αντεπαναστατικού στρατού. Η διαταγή για την εκτέλεση τους δεν γίνεται δεκτή από τον Ερνστ Τόλλερ, ηγέτη του Βαυαρικού Κόκκινου Στρατού. Αντίθετα, τους αφήνει ελεύθερους. Φυσικά, λίγες μέρες αργότερα θα τους βρουν πάλι απέναντι τους. Όμως, ο Τόλλερ επιμένει: «Είναι σκληροί και άγριοι οι νόμοι του εμφυλίου πολέμου, το ξέρω. Ξέρω, πως η αντεπανάσταση δολοφόνησε αλύπητα στο Βερολίνο Κόκκινους αιχμαλώτους, χωρίς να διστάσει. Αλλά, εμείς πολεμάμε για ένα πιο δίκαιο κόσμο, εμείς αγωνιζόμαστε για την ανθρωπιά. Πρέπει, λοιπόν, να πολεμάμε με ανθρωπιά».

Ψιλά γράμματα, όπως λέει κι ο Σπένγκλερ. Όταν ο εχθρός μπαίνει στην πόλη δεν χρειάζεται καν τη χρήση προβοκατσιών για να δείξει πως κερδίζονται οι μάχες. Κυριαρχεί το μίσος και η εκδίκηση. Μίσος γιατί; Εκδίκηση για ποιόν; Πρέπει κάποιος να πληρώσει για όλα τα δεινά των περασμένων χρόνων. Ας είναι κι αυτός που για μόλις έξι μήνες προσπάθησε να αλλάξει κάτι στην ζωή των φτωχών κι αμόρφωτων ανθρώπων. Ποιο είναι το κλίμα; «Θάνατος σε όλους τους φταίχτες. Θάνατος στους Κόκκινους. Θάνατος στους Εβραίους. Θάνατος στους Ρώσους». Ο επαναστάτης Γκούσταφ Ρέγκλερ, λέει ο Βάιντερμαν, παρακολουθεί μια ομάδα αιχμαλώτων συντρόφων του που οδηγούνται στην εκτέλεση. Ξάφνου, αναγνωρίζει ανάμεσα τους τον Στράσσερ, τον σύμβουλο του θεάτρου και γραμματέα της φοιτητικής του ένωσης. «Πριν από λίγες εβδομάδες είχε θελήσει ν’ αναλάβει το Κρατικό Θέατρο. Για να το αναμορφώσει εκ βάθρων. Επειδή ήθελε ν’ ανοίξει τα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων στους γιούς των εργατών, θα τον κάνουν τώρα κόσκινο στις σφαίρες οι εργάτες – για να μην πω το χειρότερο: οι ίδιοι οι γιοί τους» σκέφτεται ο Ρέγκλερ. Ένα επόμενο περιστατικό δεν μας αφήνει καμιά αμφιβολία για το ποιοι είναι νικητές, ποιοι «αξίζουν» τη νίκη. Ο Σπένγκλερ ψάχνει στο νεκροταφείο του Όστ Φρήντχοφ που έχει μετατραπεί σε αποθήκη πτωμάτων, μήπως αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του Στράσσερ. Εκεί, λοιπόν, «ένας χειροδύναμος άνδρας με καστανά γένια σπάει τα πόδια και τα χέρια των νεκρών όταν δεν χωράνε στις κάσες». Άνοιξη του 1919. Είναι ή όχι αυτή μια εικόνα από το γερμανικό μέλλον;

Δεν είναι μια εικόνα από το μέλλον το τραγικό τέλος του εντελώς αθώου και ακριμάτιστου Γκούσταφ Λαντάουερ; Μήπως, το δικό του έγκλημα, δηλαδή η επιθυμία του (γιατί απλή επιθυμία έμεινε) για αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος κρίθηκε ως το πιο επικίνδυνο; Αλλά, όλο το βιβλίο του Βάιντερμαν είναι γεμάτο από εικόνες του μέλλοντος, ακόμα και του σημερινού παρόντος. Τα πρόσωπα, οι ιδέες και οι εμμονές στο Μόναχο του 1918 χαρακτήρισαν όλο τον 20ο αιώνα. Εκατό χρόνια από τότε και η ουτοπία δεν λέει να το βάλει κάτω. Άλλωστε, έτσι τελειώνει το εξαιρετικό χρονικό του ο συγγραφέας. Με τα τελευταία λόγια του συγγραφέα και ηγέτη εκείνης της εξέγερσης Έρνστ Τόλλερ: Είμαι τριάντα χρονών. Έχω άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου. Δεν είμαι κουρασμένος.

Βιβλιοπωλείο Αναλόγιο


Πηγή: pancreta.gr