Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα κάνουμε, όχι για πρώτη φορά, μια τροποποίηση στο έθιμο. Δεν θα δημοσιεύσουμε διήγημα του Παπαδιαμάντη, αλλά ένα αφήγημα του Κώστα Βάρναλη για τον Παπαδιαμάντη, δηλαδή με ήρωα, ας πούμε, τον Παπαδιαμάντη.

Κι άλλη φορά έχουμε στο ιστολόγιο δημοσιεύσει παπαδιαμαντικά κείμενα του Βάρναλη και ανάμεσά τους, πριν από τέσσερα χρόνια, «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη«. Όπως θα δείτε, το σημερινό κείμενο είναι διαφορετικό, συνδυάζει χρονογράφημα με προσωπικές αναμνήσεις, όταν ο νεαρός Βάρναλης (δεκαοχτάχρονος) είχε γνωρίσει στη Δεξαμενή τον γηραιό (πενηντάχρονο!) Παπαδιαμάντη.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος στις 8 Απριλίου 1950, Μεγάλο Σάββατο τότε. Λίγες μέρες αργότερα, ο Βάρναλης θα άρχιζε να δημοσιεύει καθημερινά χρονογράφημα σε αυτή την απογευματινή κεντροαριστερή εφημερίδα, μια συνεργασία που διάρκεσε ως το καλοκαίρι του 1953 -τότε ο Φιλελεύθερος έκλεισε και ο Βάρναλης άρχισε τη συνεργασία του με την Αυγή.

Πολλές ευχαριστίες οφείλω στον φίλο μας τον Νεοκίντ που πληκτρολόγησε το κείμενο. Έγινε εκσυγχρονισμός της ορθογραφίας.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

Πάσχα με τον Παπαδιαμάντη

Του κ. ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Το Πάσχα του καλού καιρού, το Πάσχα της Αγάπης, δε θα το βρούμε πουθενά στον αιώνα του Μίσους. Μονάχα στον Παπαδιαμάντη. Αυτές τις μέρες κάθε απελπισμένος, κάθε νοσταλγός των περασμένων, πρέπει να διαβάζει τα «Πασχαλινά διηγήματα» του μεγάλου Σκιαθίτη. Θα τον πάρουν οι άνεμοι της Άνοιξης γεμάτοι καλοσύνη και θα τον μεταφέρουν στο ειρηνικό νησί των Βορείων Σποράδων, αντίκρα στο χιονισμένο Πήλιο με τα γαλανά τ’ ακρογιάλια ,τις πράσινες πλαγιές, τους ανθισμένους κάμπους, στο μεθυσμένο από τ’ αρώματα και τα λιβανωτά. Ουτοπία – δεν υπάρχουνε πια τέτοιοι τόποι! – ανάμεσα στους ξαφνισμένους … Σεληναίους – δεν υπάρχουν πια στη γη μας τέτοιοι άνθρωποι! – και θα ζήσει για λίγες, αξέχαστες ώρες το μέγα «Άλλοθι» της Αγάπης, που χάθηκε από τον πλανήτη μας.

Εκεί θ’ ανεβούμε στο βουνό , συντροφιά με τον ντόπιο Παπαδιαμάντη, που θα ψέλνει «απόξω» τ ’αναστάσιμα , σαν το Μπάρμπ’ Αναγνώστη , που τά  ‘ξερε «απόξω» μα δεν τά ΄ξερε «από μέσα» , γιατί δεν ήξερε να διαβάζει, εκεί με τους «ξωμερίτες» , τους «γεωργοποιμένας» αντάμα με τας «χωρικάς των» και τα κουτσούβελά τους , όλους ντυμένους τα καλά τους, θα λειτουργηθούμε, θα μεταλάβουμε και θα κάνουμε Ανάσταση «εν τω παρεκκλησίω» των Καλυβιών , άνθρωποι απλοί μ’ ανθρώπους απλοϊκούς , άνθρωποι γεμάτοι σκουριές και πάθη, με ανθρώπους γεμάτους μεγάλες αρετές (και πρώτ’ απ’ όλες η ανθρωπιά) και μικρές κακίες – χρειάζονται κι αυτές.

Θ’ ανεβαίνουμε το βουνό, «τέσσερις ώρες να φέξει» κι η πούλια θα’ ναι ψηλά. Και θα σημαίνει το «πρόχειρον σήμαντρον εκ στερεού ξύλου καρυάς» . Κι όταν ο Παπα-Κυριάκος θα προκύψει στα «βημόθυρα» ψάλλων το «Λάβετε φως», θα λάβουμε φως -φως αληθινόν- και με τις λαμπάδες αναμμένες θα βγούμε στο ύπαιθρο ν’ ακούσουμε την Ανάσταση – καμιά εβδομηνταριά άνθρωποι, «άνδρες, γυναίκες και παίδες» κι ένας ξένος – ελόγου μου- κι αυτός σκιά- γιατί θα μετέχει μονάχα «νοερώς» – με τη φαντασία!

«Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων δένδρων , υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων και των λευκών ανθέων, της αγραμπελιάς» – ευωδερό χιονί της Άνοιξης!

Κι ύστερα, κατά το μεσημέρι , θα το στρώσουμε κάτου από τα πλατάνια, πλάι στη δροσερή πηγή, έχοντας για χαλί τη χλόη και τα χαμολούλουδα και για τραπέζι φτέρες και σκοίνα!

Κι ο Φταμωνίτης* με τη λύρα του θ’ απαντάει στο θρόισμα των κλαριών με τους «λιγυρούς φθόγγους» του. Κι η ωραία Ξανθή, η γυναίκα του , καθισμένη ανάμεσα στη μητέρα της τη Μελάχρω και στην πεθερά της, τη θειά Κρατήρω, θα ‘χει σκεπασμένα τα μάγουλά της με τη μαντήλα και θα βλέπει αλλού, προς τα πλατάνια , για να μην την κρυφοβλέπουν οι άλλοι και… ζηλεύει ο άνδρας της , που «δεν διέπρεπεν επί κάλλει ούτε επί μεγέθει σώματος , αλλ’ ανεπλήρου τας ελλείψεις ταύτας δι’ ευστροφίας σώματος και πνεύματος και διά φαιδρότητος και ευθυμίας»! …

Ωραία πράματα!

Ο Παπα-Κυριάκος θα προεδρεύει στο συμπόσιο κι αντίκρα του θα κάθεται η παπαδιά του, μελαχροινή κι αγαθωτάτη, που « εν αθωότητι εξεκκόλαπτε κατ’ έτος έν παπαδόπουλον , χωρίς να την μέλλει διά παληκαροβότανα ούτε διά στριφοβότανα , περί ά …τυρβάζουσιν άλλαι γυναίκες».

Όχι, παίζουμε!

Κι ο Μπάρμπα-Μηλιός «κρατών την τσότραν την οκταόκαδον» – χεροδύναμος μια φορά ! – θ’ αρχίσει να χαιρετίζει όλους μαζί και τον καθένα χωριστά :

-Γειά μας! Καλή γειά! Καλή καρδιά! Παπά μ’ να χαίρεσαι το πετραχήλι σ’!  Παπαδιά , να χαίρεσαι τον παπά σ’ και τα παιδάκια σ’! Κουμπάρε Παναγιώτη , όπως έτρεξες με το λαδ’ , να τρέξεις και με το κλήμα! Συμπεθέρα Κρατήρω, να χαίρεσαι μ’ έναν καλό γαμπρό! Ανιψιέ Γιώργη, τίμια στέφανα! Κουμπάρα Κυπαρισσού, με μια καλή νύφη! Συμπεθέρα Ξανθή, καλή λευτεριά! … Εβίβα όλοι!… Τέ -περ- τέ !! … Και σύ, ξένε – αυτή η ευχή για μάς, τον ίσκιο! – καλώς όρισες και καλό ταξίδι ,μα να μην ξανάρθεις ,παρά αν ξεράσεις πρώτα τα φαρμάκια σου στο λιμάνι του Περαία…

Και κάθε τόσο θα ψέλνουν τροπάρια, όλα στραβά, αλλά «ουδείς ποτέ έψαλεν ιερό άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις , γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το «Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν» !

* * *

Τέτοιο Πάσχα θα γιορτάσουμε κι άλλες χρονιές τον εξαίσιον αυτόνε Μάγο του νεοελληνικού Λόγου, τον Παπαδιαμάντη, γιατί ‘ναι πολλά τα Πασχαλινά του Διηγήματα. Κι άμα θα τελειώσουμε, φτου! κι απ’ την αρχή!

Αλλ’ από ποια πηγή αντλεί όλην αυτήν την ποίηση που μας συνεπαίρνει και μας μεταμορφώνει σ’ άλλους , καλούς ανθρώπους; Από την αληθινή του πίστη!

Ο Παπαδιαμάντης ήτανε χριστιανός της καρδιάς κι όχι των χειλιών. Τον είπανε κοσμοκαλόγερο , και ήτανε. Ζήτημα αν στάθηκε άλλος λογοτέχνης τόσο αγνός στη ζωή του, όσο ο Παπαδιαμάντης. Και ζήτημ’ αν στάθηκε άλλος ανώτερος ποιητής στην πεζογραφία από τους αμέτρητους ποιητές των στίχων!  Αυτή ήτανε η γνώμη του μεγάλου μάστορη στο στίχο, του Μαλακάση, και την προσυπογράφω !

Ο Παπαδιαμάντης ήτανε Χριστιανός όχι μονάχα στην καρδιά και στην πένα παρά και στη ζωή του. Κι όχι μονάχα βαστούσε όλους τους τύπους της Εκκλησιάς παρά βαστούσε περισσότερο την ουσία και το πνεύμα της πίστης.

Κι η ουσία και το πνεύμα της είναι τούτο: αγάπη και δικαιοσύνη. Φρόντιζε να είναι αναμάρτητος. Και σαν καλός χριστιανός θα νόμιζε, πώς δεν είναι. Και προσπαθούσε να μετανοεί. Και ποιο ήτανε το ασυχώρετο αμάρτημα της ζωής του; Είδε μια φορά, χωρίς να το θέλει , όταν ήτανε νέος , την ξαδερφούλα του να … γδύνεται. Αλλοι λένε, πως την είδε από την κλειδαρότρυπα – άρα ήθελε! Αν αυτός είναι ο μεγάλος αμαρτωλός, τότε εμείς τι είμαστε;

Κάποτε συζητούσε στο καφενείο της Δεξαμενής, έξω στα πεύκα, μ’ έναν δάσκαλο και δυο-τρεις άλλους. Ο δάσκαλος έλεγε ,πως με τις νέες μεθόδους της παιδαγωγικής τα παιδιά μαθαίνουν ευκολότερα τα γράμματα. Ο Παπαδιαμάντης που στο βάθος του ήτανε ισχυρογνώμων και «πτωχαλαζών» – όπως χαραχτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του στο διήγημά του «Χαλασοχώρηδες» – θύμωσε και είπε του δασκάλου:

– Αυτά είναι ανοησίες! Εμείς στα χρόνια μας μαθαίναμε την αλφαβήτα στην άμμο κι όμως γενήκαμε άνθρωποι, ενώ εσείς με τις νέες μεθόδους σας …

Ο δάσκαλος, που ήταν από φυσικού του πράος άνθρωπος, του απάντησε ήρεμα:

-Μα εσείς , κυρ’ Αλέξαντρε είσαστε μεγαλοφυΐα . Δε μιλούμε για μεγαλοφυΐες . Μιλούμε για τα κοινά παιδιά!

Ο Παπαδιαμάντης δεν απάντησε. Όταν όμως σηκώθηκε να φύγει ζήτησε συγγνώμη από το δάσκαλο. Είχε…αμαρτήσει! Θα το ‘χε βάρος στην ψυχή του που παραφέρθηκε!

* * *

Μιάν άλλη φορά ανέβηκε ο «γράφων τας γραμμάς ταύτας» , καλοκαιριάτικο μεσημέρι, στη Δεξαμενή, νεαρός τότε νεοσσός της ποίησης. Σ’ ένα τραπέζι καθότανε η παρέα του – άλλοι τότε νεοσσοί της ίδιας ματαιοδοξίας ! Ένας διάβαζε το «Άστυ» κι οι άλλοι ακούανε. Ανάμεσα σ’ αυτούς είτανε κι ένας με ψαρά γένια , που άκουε. Ο νεοσσός δεν τον ήξερε προσωπικά. Τον πήρε για κάποιον από τους πολλούς ασπριτζήδες και χτίστες, που συχνάζανε στο καφενείο με τους τενεκέδες του ασβέστη και με τις νταβανόβουρτσες. Κι όμως είτανε ο μεγαλύτερος πνευματικός άνθρωπος του καιρού του. Ο Παπαδιαμάντης!

Και τι διαβάζανε; Μιαν ανταπόκριση του Μαλακάση από τη Μονή Πεντέλης! Εκεί είχε πάει ο ποιητής να μείνει λίγες μέρες – και στις εντυπώσεις του μιλούσε κάθε τόσο για τον Παπαδιαμάντη .

Ο νεαρός, με την ανευλάβεια που έχουν οι νέοι πριν πήξει το μυαλό τους, άρχισε να διακόπτει με κοροϊδευτικές εξυπνάδες το διάβασμα. Οι άλλοι του κάνανε νόημα να σιωπήσει. Μα εκείνος δεν καταλάβαινε το γιατί και συνέχιζε το χαβά του. Σε μια στιγμή σηκώνεται ο «ασπριτζής» και χωρίς να κοιτάξει τον ένοχο στα μάτια , είπε σιγαλά:

-Εσείς οι νέοι δεν σέβεσθε τίποτε!

Όταν έφυγε, του είπαν οι άλλοι ποιος είτανε ο «ασπριτζής» και τι γκάφα έκανε!

Αυτό του έμεινε σαν ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα της ζωής του. Αλλά το περίεργο είναι, πως κι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης ένιωσε, πως …αμάρτησε. Γιατί θύμωσε.

Ύστερ’ από λίγους μήνες , ο ένοχος νεοσσός μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» άρρωστος από τύφο – «ενεργείαις» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Κι όταν βρέθηκε τυχερός και σώθηκε από το Χάρο και το είδε ξανά στο καφενείο ο Παπαδιαμάντης , τον πλησίασε και του ευχήθηκε – ενώ δεν είχανε καμιά γνωριμία- και του ευχήθηκε: «Περαστικά σας»!

Έτσι ο μεγάλος Παπαδιαμάντης συχωρέθηκε. Μα ο μικρός ποιητής δε συχωρέθηκε. Το έχει πάντ’ ανοιχτή πληγή στην ψυχή του !

* Πιθανότατα πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, εκτός αν είναι αβλεψία του Βαρναλη. Ο παπαδιαμαντικός ήρωας λέγεται «Φταμηνίτης» και εμφανίζεται στο διήγημα «Εξοχική Λαμπρή» απ’ όπου και αρκετά παραθέματα που ακολουθούν.

sarantakos.wordpress.com


Πηγή: pancreta.gr