Σαν αύριο πριν από 76 χρόνια (27 Φεβρουαρίου 1943) έφυγε για τον Επουράνιο Παρνασσό, σε ηλικία 84 ετών ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Ο ποιητής της “Φλογέρας του Βασιλιά” και του “Δωδεκάλογου του Γύφτου”, ο ποιητής που πριν από 28 μήνες, στις 28 Οκτωβρίου 1940, είχε καλέσει τους Ελληνες να μεθύσουν “με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα”, για να αντιμετωπίσουν την εισβολή των ταξιαρχιών του Μουσολίνι στο ελληνικό έδαφος. Στέναζε η Ελλάδα κάτω απ’ τη γερμανική μπότα, τότε. “Ακρα του τάφου σιωπή”… Κι, όμως, την άλλη μέρα, 28 Φεβρουαρίου 1943, ήχησαν οι σάλπιγγες της ελευθερίας κατά την κηδεία του…
«Κι όταν σε κείνον το δριμύ χειμώνα της Κατοχής του είπανε ένα πρωινό πως πέθανε ο Παλαμάς και ο Σικελιανός ήταν άρρωστος και δεν άφηναν να σηκωθεί, μήπως σταματήσει η καρδιά του: “Πώς γίνεται;” είπε. Πώς είναι δυνατόν να μην πάει ο Σικελιανός να ξεπροβοδίσει τον Παλαμά στο ταξίδι του για τον αδελφό του τον θάνατο; Τον θυμόμαστε πώς μπήκε στην εκκλησία του νεκροταφείου, ουράνιος, βαρύ, επιβλητικός, πώς όλοι παραμερίσαμε για να περάσει, πώς ακούμπησε ύστερα το χέρι του απάνω στο φέρετρο, που έτριξε, και άρχισε ν’ απαγγέλλει εκείνον τον παιάνα, εκείνον τον αποχαιρετιστήριον ύμνο. Ολα ήταν στα μέτρα του Σικελιανού εκείνη την ώρα· η Ελλάδα και η μεγάλη ποίηση και ο θάνατος. “Σ’ αυτό το φέρετρο απάνω ακουμπά η Ελλάδα”, βροντούσε η φωνή του και ήταν, έτσι που το έλεγε, σαν να κρατούσε την Ελλάδα απ’ το χέρι πλάι του». Ηλίας Βενέζης.
«[…] Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!/ Ενας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…/ κι ακέραιος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,/ κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει./ Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός/ της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα/ Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός/ την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,/ που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά/ στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,/ τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ιακχο/ με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει./ Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,/ δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…/ Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές/ της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!» Οι τέσσερις τελευταίες (απ’ τις εννέα συνολικά) στροφές του ποιητικού επικήδειου λόγου, που εκφώνησε ο Αγγελος Σικελιανός, αποχαιρετώντας τον Κωστή Παλαμά…
«Ρίγη προφητικά μάς διαπέρασαν όλους. Οι τόνοι της φωνής του ξεχύθηκαν εξαγγελτικοί ως κάτω στην πόλη, εισέβαλαν απ’ τα Προπύλαια κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη! Κι εκεί… Το ποίημα δεν είχε ακόμα τελειώσει. Οι τόνοι του μόλις είχαν αρχίσει να σβήνουν… Και τότε, με τα χείλη του Λαού, απάντησε -από απόσταση ενός αιώνα- σε τούτον τον Ελληνα Ποιητή, ένας άλλος Ελληνας Ποιητής: “Σε γνωρίζω από την κόψη/ του σπαθιού την τρομερή/ Σε γνωρίζω από την όψη/ που με βία μετράει τη γη”. Είχαμε ασυναίσθητα γονατίσει. Και ψέλναμε μεγαλόφωνα. Τον Υμνο μας, της αστρομέτωπης Λευτεριάς!» Από τον Μενέλαο Λουντέμη στον “Εξάγγελό” του η συνέχεια…

petaxta.blogspot.com

Βαγγέλης Κακατσάκης


Πηγή: petaxta.blogspot.com