Με λένε Λίζα. Μισώ τα γαλλικά. Όλοι πιστεύουν πως είμαι τρελή. Μπορεί και να είμαι. Δεν έχω καταλήξει. Όταν μένω μόνη στο δωμάτιο, έχω μονίμως στα αυτιά μου ένα βόμβο αεροπλάνου, που ακούω εγώ και κανένας άλλος. Αεροπλάνο ωστόσο στον ουρανό δεν υπάρχει.
Είμαι μικρούλα και κάθε Κυριακή η μαμά μου, με μπανιαρίζει, με χτενίζει, μου φοράει το γαλάζιο φόρεμα με τη φούστα από φαρδιές πιέτες και το λευκό γιακαδάκι, κάλτσες με δαντέλα στο τελείωμα και τις λουστρινιένες μου μπαρέτες. Βάζει κι εκείνη το καλό της φουστάνι, σκουλαρίκια στα αυτιά και παπούτσια με τακούνια. Παίρνουμε το τραμ και πηγαίνουμε σε μια γειτονιά που δεν μοιάζει με τη δική μας. Διαφορετικοί δρόμοι, διαφορετικά δέντρα στα πεζοδρόμια, διαφορετικός αέρας. Μπαίνουμε σε μια μονοκατοικία από πέτρα, με αυλή και σιδερένια καγκελόπορτα. Εκεί μας περιμένουν ο "θείος" κι η "θεία".
Γευματίζουμε στο ξύλινο μακρόστενο τραπέζι με θέα στον κήπο, σε κανονικό σερβίτσιο από πορσελάνη και κρυστάλλινα κολωνάτα ποτήρια. Όταν τελειώνουμε οι μεγάλοι πίνουν τον καφέ τους, συζητώντας για τον καιρό, την κίνηση, τις συγκοινωνίες, τη μόδα, κι άλλα τέτοια ακαταλαβίστικα για μένα πράγματα, όσο εγώ τρώω γλυκό κουταλιού τριαντάφυλλο. Έπειτα οι κύριες σηκώνονται, και με πακέτα στα χέρια επιβιβάζονται στο αυτοκίνητο και αναχωρούν.
Μένω με το "θείο" να εξασκήσω τα φτωχικά γαλλικά μου. Με γοργά βήματα φέρνει από τη βιβλιοθήκη το μπλε μου τετράδιο κι ένα μαύρο καλοξυσμένο μολύβι. Γονατίζω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Περιεργάζομαι τα μπιμπελό, το βάζο με τα λουλούδια, το τζαρ με τα σκαλίσματα, που κάποιος ευφάνταστος και λεπτολόγος κινέζος θα είχε ασφαλώς με υπομονή φιλοτεχνίσει στη μακρινή χώρα του πριν καταλήξει σε τούτο το κομμάτι ηλιόλουστης γης, μπροστά μου. Τηρώ σιγή ιχθύος. Ο "θείος" μού υπαγορεύει σε αυστηρό τόνο. Ζε λι, τι λι... Σκύβει στο σβέρκο μου και μυρίζω στην ανάσα του κρασί ανακατεμένο με το φαγητό μας.
"Ω, μον ντιε," αναφωνεί. "Τι ορνιθοσκαλισμάτα! Είσαι τιμωρία. Στη γωνία γρήγορα."
Υπακούω με μάτια γουρλωμένα. Εκτελώ τη γνώριμη διαδικασία σαν στρατιωτάκι. Στέκομαι στη γωνία με το πρόσωπο στον τοίχο.
"Σήκωσε τη φούστα σου" με διατάζει.
Κάτω απο λογής λογής παλιακές γκραβούρες, αποκρουστικά πορτρέτα παχουλών κυριών με μαργαριταρένια κολιέ και χρυσοποίκιλτες κορνίζες με νεκρές φύσεις, κάνω ό,τι μου λέει. Μένω ακίνητη, με τις παλάμες μου ιδρωμένες να συγκρατούν τις πιέτες στη μέση μου και το εσώρουχό μου εκτεθειμένο. Πίσω μου ακούγεται ο βόμβος που τώρα θυμίζει κάτι ανάμεσα σε πνιχτό αναστεναγμό και γρύλισμα. Δε γυρίζω να κοιτάξω. Ποτέ δε γυρίζω. Ακολουθεί το προσεχές παράγγελμα.
Πριν επιστρέψουν οι κυρίες είμαι σκυμμένη στο τετράδιο και κατακόκκινη σκαλίζω γράμματα που τραμπαλίζονται, θολώνουν, κυλούν στις γραμμές και σχηματίζουν ακανόνιστους σα δάκρυα λεκέδες. Συνεχίζουν παραταύτα να μοιάζουν με γράμματα που έγραψε όρνιθα. Αν βέβαια οι όρνιθες έχουν διαβολεμένη όρεξη να γράφουν αντί να στρογγυλοκάθονται χωρίς σκοτούρες στα αυγά τους.
Είμαι πια έφηβη, όταν ανακοινώνω ορθά κοφτά στη μητέρα μου ότι στο εξής δε θα τη συνοδεύω στην Κηφισιά. Εκνευρίζεται. Μουρμουρίζει. Γρηγορα διαπιστώνει πως είμαι αποφασισμένη.
"Καλώς, ούτως ή άλλως, τα γαλλικά σου δεν έχουν να επιδείξουν καμία φοβερή πρόοδο," μου πετάει.
"Έτσι είναι τα γαλλικά, τα αποτελέσματα εμφανίζονται μακροπρόθεσμα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις αγαθοεργίες" απαντώ.
Έχω ήδη συμπαθήσει τον Κοσμά. Πηγαίνουμε στην ίδια τάξη μα είναι μεγαλύτερος. Αλήτη τον ανεβάζουν, πρεζόνι τον κατεβάζουν οι συμμαθητές μας. Αλλά έχει το πιο καλοσυνάτο, το πιο τρυφερό χαμόγελο του κόσμου.
Μια Κυριακή που λείπουν οι γονείς του με προσκαλεί στο σπίτι του. Καθόμαστε σε έναν παλιό καναπέ, στρωμένο με ένα κάλυμμα που έχει καταληφθεί από ζαλιστικές περικοκλάδες. Τρώμε γλυκό του κουταλιού σε πιατάκια που δεν ανήκουν σε ενιαίο σερβίτσιο, όπως και τα περισσότερα δικά μας κουζινικά άλλωστε. Το σχολιάζω. Τα θεωρώ γουστόζικα και ας μην είναι πορσελάνη μπον τσάινα. Νιώθω αμήχανη. Αγνοώ πώς ακριβώς να αντιδράσω, με ποιον τρόπο να φερθώ στη συγκεκριμένη περίσταση. Αναρωτιέμαι συνέχεια αν από λεπτό σε λεπτό θα μου ζητήσει να σταθώ όρθια στον τοίχο. Τσαλακώνω το ύφασμα της φούστας στα γόνατά μου. Πνίγομαι στις περικοκλάδες. Όμως ο Κοσμάς μαζεύει τα αταίριαστα πιατάκια, με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί στο κρεβάτι. Μου αφαιρεί χωρίς να μιλά ένα ένα τα ρούχα και ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Προλαβαίνω να δω τα γεμάτα μελανιές μπράτσα του με τις εξογκωμένες φλέβες πριν γδυθεί τελείως.
"Θα μ' αγκαλιάσεις;" Ρωτάει.
Τον αγκαλιάζω. Μένουμε σφιχταγκαλιασμένοι για ώρα όταν συνειδητοποιώ πως η αγκαλιά του χαλαρώνει χωρίς προφανή λόγο. Γλιστράω. Πέφτω στο πάτωμα και στο χάος. Του πιάνω το μέτωπο. Είναι κιόλας παγωμένο. Ο Κοσμάς δεν αναπνέει!
Αντιλαμβάνομαι θόρυβο στη πόρτα όταν παλεύω να ντύσω το άκαμπτο σώμα του και να καλύψω όπως μπορώ κι όσο μπορώ τη γύμνια μου. Δε θυμάμαι παρά τις φωνές του πατέρα του και το γεμάτο μίσος κι απόγνωση βλέμμα της μητέρας του. Αν ένα και μοναδικό βλέμμα μπορεί να σε σκοτώσει, έχω πια πεθάνει.
Ψάχνω χάπια. Ό,τι χάπια βρεθούν στο διάβα μου τα καταπίνω. Ο βόμβος στο μυαλό μου δυναμώνει. Η μάνα μου έχει φτάσει στα όριά της, παραληρεί, κρύβει μέχρι και τις ασπιρίνες και χτυπά αλλόφρων το κούτελο.
Μια ακόμη Κυριακή, που οι ώρες περνούν μάταια, κι εκείνη αργεί να φανεί από την Κηφισιά. Τι να υποθέσω. Από μισόλογα και κουβέντες των συγγενών και των γειτόνων σύντομα μαθαίνω πως ο "θείος" τσάκωσε τις δυο γυναίκες, γυμνές στην κρεβατοκάμαρα. Άρπαξε το κουζινομάχαιρο και τις κατακρεούργησε. Η μάνα μου υπέκυψε ακαριαία στα τραύματα. Η "θεία" χαροπαλεύει στην εντατική αλλά κανείς δεν ελπίζει ότι θα τα καταφέρει.
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να επιθυμεί να επωμιστεί το βάρος μου. Με μεταφέρουν σε άσυλο ανηλίκων. Οι υπόλοιπες τρόφιμες με αποφεύγουν, με αποκαλούν χαπακωμένη και τζάνκι. Είναι φανερό πως δε θα ζήσω καλά εκεί, ούτε κι αυτές καλύτερα μαζί μου. Και δεν επιδιώκω τη συντροφιά τους. Προτιμώ τις σκέψεις μου και το βόμβο.
Ένα μεσημέρι εντελώς απροειδοποίητα, παθαίνω παράκρουση. Είμαι ξανά με τα μούτρα στον τοίχο. Αυτή τη φορά γυρίζω το κεφάλι και κρυφοκοιτάζω. Βλέπω τον Κοσμά να τρυπιέται σαν μανιακός και να καταρρέει. Όμως με έχουν βιδώσει στο πάτωμα. Όταν κατορθώνω να μετακινήσω τα βαριά σα μολύβι πόδια μου, γραπώνω τη σύριγγα και την καρφώνω με λύσσα στο δέρμα μου, στο δέρμα του Κοσμά, στο δέρμα του κοριτσιού που κοιμάται δίπλα μου στο θάλαμο. Αδυνατούν να με συμμορφώσουν. Αφρίζω, απειλώ με γροθιές, εκσφενδονίζω αντικείμενα, βρίζω. Είμαι ένα αφηνιασμένο μολυβένιο στρατιωτάκι που ράγισε. Από τις ρωγμές ξεχειλίζει ανεξέλεγκτα η οργή μου.
Το επόμενο πρωί βρίσκομαι σε ψυχιατρικό άσυλο, δεμένη με ένα άσπρο φουστάνι. Δεν έχει πιέτες ούτε γιακαδάκι. Ούτε εγώ έχω καθρέφτη, για να δω αν μου πάει. Διαθέτει τεράστια κορδόνια που κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι διακοσμητικά, περιτρέχουν το στέρνο μου και με κρατούν φυλακισμένη.
Το φορώ μέρα νύχτα. Οι νοσοκόμες έρχονται αθόρυβα και μου δίνουν τη δόση φαρμάκων που μου αναλογεί. Τα καταπίνω αδιαμαρτύρητα. Μια από όλες τις ίδιες μέρες, με πλησιάζει η Όλια, είναι μικροκαμωμένη, εύθραστη σαν παιδάκι αλλά δε φοβάται. Η γενναιότητα που επιδεικνύει με γοητεύει.
Ένα απόγευμα που την παρακολουθώ, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η αλήθεια, να ξεκοιλιάζει με το δείκτη της ένα μυρμήγκι, που το στρίμωξε με μια κίνηση στο σοβατεπί, μου εκμυστηρεύεται ότι ο πατέρας της την κακοποιούσε χρόνια ολόκληρα με την ανοχή της ίδιας της μάνας της.
"Είναι πιο εύκολο να τρελαθείς για να μπορέσεις να το αντέξεις", συμπεραίνει ανέκφραστα και σουφρώνει τα τριανταφυλλί χείλια της. Δε ξέρω αν συμφωνώ, ξέρω πως η Όλια δε χαμογελάει ποτέ, δε μοιάζει με τρελή, είναι όμορφη και σίγουρα υποφέρει.
Τις νύχτες έρχεται στο κρεβάτι μου. Ο ψίθυρος που βουίζει στο αυτί μου είναι ακατάληπτος, η φωνή της σπασμένη, τα μάτια της άδεια. Δε κοιμόμαστε, μας βρίσκουν οι φρέσκιες ακτίνες του ήλιου ξάγρυπνες, τη μια μέσα στην ψυχή της άλλης.
Ένα βράδυ βγάζει από την τσέπη της ένα ψαλίδι. Δε μιλάω, δεν κουνιέμαι, σχεδόν δεν αναπνέω, περιμένω να δω τι θα το κάνει. Με τραβάει απαλά, και χραπ, κόβει τις "αλυσίδες" μου. Μετά τη λεπτή της εγχείρηση μένω ολόγυμνη, παντελώς ευάλωτη στο στρώμα. Η αστροφεγγιά τρυπώνει ύπουλα απ' το παράθυρο. Ξαπλώνει στο πλάι μου. Την αγκαλιάζω. Με κρατάει σφιχτά, τόσο σφιχτά που είναι σα να μου ξαναφορά το ρούχο της αιχμαλωσίας μου. Ο χτύπος της καρδιάς της με νανουρίζει. Είμαστε δυο απόκληρα καρυδότσουφλα που επιπλέουν διχως σκοπό ή περιεχόμενο, σε έναν ωκεανό από ασημένιο φεγγαρόφως. Η νύχτα ολοένα λιγοστεύει.
Η Όλια κοιμάται στο στήθος μου. Κι εγώ αισθάνομαι τώρα σαν τη μαμά μου. Τη μαμά μου που την εγκατέλειψε ο άντρας της με ένα μωρό στη κοιλιά. Τη μαμά μου που βρήκε την αγάπη και το θάνατο στην αγκαλιά μιας γυναίκας. Μα μήπως η αγάπη δεν είναι θάνατος;
Κλείνω τα μάτια κι αρχίζω να σιγοτραγουδάω. Ζε λι, τι λι... η Όλια βαριανασαίνει. Ακούω πάλι το βόμβο. Ψαχουλεύω το τζάμι και βλέπω επιτέλους το αεροπλάνο να διασχίζει τα σύννεφα. Πασχίζω να φανταστώ τη μορφή των χαρούμενων και χαμογελαστών επιβατών. Μετακινώ ήρεμα το κεφάλι της Όλιας, παραμερίζω τα μαλλιά της και παίρνω το μαξιλάρι. Το πιέζω με δύναμη στο πρόσωπο με το ρόδινο στόμα. Δε φωνάζει, δεν αντιστέκεται, είναι ήσυχη. Η Όλια φεύγει, πετάει σαν πουλί. Η μικρή μου ταξιδιώτισσα χαμογελάει. Και ο θάνατος είναι αγάπη σκέφτομαι...

 

Διήγημα της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη

βιογραφικό: Η Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη κατάγεται από το Ηράκλειο, κυκλοφορούν δυο βιβλία της, «το ραντεβού» και η «Κερασία», ενώ έπεται το τρίτο της μυθιστόρημα. Έχει γράψει ακόμα μια ανέκδοτη συλλογή με μικρά ποιήματα και χαϊκού. Πολλά διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο και διαδικτυακό τύπο. Διατηρεί ένα μπλογκ τέχνης, το afroui • me & myself (afrouif.tumblr.com) και μια καλλιτεχνική στήλη (afrouiσματα) σε λογοτεχνική ιστοσελίδα. Τη βρίσκετε στο Twitter ως @afroui και στο Facebook με το όνομά της.


Πηγή: pancreta