Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ: «Κανένα σαρκικό παραμύθι δεν πείθει» - Ειδήσεις Pancreta

Πάντα λέει πως «το υπέδαφος του ποιήματος είναι μια πληγή, ένα βάσανο». Το ποίημα, «η αναζήτηση της θεραπείας».

Η γλώσσα για κείνη, είναι το παν, «οι εμπειρίες της ζωής, η ύπαρξη, η έκπληξη, ο πόνος που δοκιμάζεις»…

Και όσο για το σώμα, η δική της ποιητική εμμονή. Διότι αν και φθαρτό, στο ποιητικό σύμπαν της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ μετέχει στη συμπαντική αιωνιότητα. «Ως κι ο θεός αναγκάστηκε να στείλει ένα σώμα επί της γης να μαρτυρήσει για να πιστέψουμε σε Κείνον».

Στο καινούργιο ποιητικό της κύκλο «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα» που κυκλοφόρησε από τον «Καστανιώτη», ως και αυτό το σώμα αναλήφθηκε. «Κανένα σαρκικό παραμύθι δεν πείθει».

Τώρα, «Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω’/ να φεύγουν τα περιττά λέω/ να μπω στον ουρανό του τίποτα/ με ελάχιστα». Η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ στην πιο σημαντική ποιητική της ώρα. Αλλά τα κλειδιά της ποίησής της μονάχα εκείνη τα κρατά, εν τέλει, για μας και ξεκλειδώνει.

- «Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος» λίγο πριν. Και τώρα «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα». Ο ένας ποιητικός κύκλος προετοιμάζει τον επόμενο;

- Όσο στενεύει ο κύκλος της ζωής τόσο πιο πολύ οι κύκλοι της ποίησης πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, ταυτίζονται σχεδόν. Οι εμμονές εντείνονται, οι περιστροφές γίνονται όλο και πιο πολύ γύρω στον εαυτό μας που προσπαθεί να μαντέψει τη μόνη πραγματική αλλαγή που περιμένει: το τέλος, τον τελευταίο στίχο.

agg

- Τι σημαίνει ο ορθός χρόνος για την ποίηση; Θα μπορούσε η συλλογή «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα» να είχε βγει πριν από το «Θρίαμβο της σταθερής απώλειας»; Αν και πάντοτε ξέρατε. Το 1978 δεν κυκλοφόρησε «Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας»;

- Ορθός χρόνος για την ποίηση δεν υπάρχει ούτε λάθος. Ο χρόνος είναι αρμοδιότητα του σώματος και κάθε συλλογή βγαίνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή του σώματος κι όσο πιο έντονο είναι το ποιητικό βίωμα μπορεί ν’ αγγίξει την προφητεία για την εξέλιξη του προσώπου.

«Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα» και «Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας», οι δύο τίτλοι έχουν κοινό την «απώλεια» και το «ελάχιστο» που μένει, αν μείνει. Όμως ο «Θρίαμβος» γράφτηκε το ’78, δεν ήμουν ούτε 40 χρονών και ο «Ουρανός…» σχεδόν 30 χρόνια μετά. Κι αυτός είναι ο ορθός χρόνος. Ο αμετανόητος.

- Ποια είναι τα βασικά υλικά ενός ποιήματος; Τα κυρίως βάσανα της ζωής;

- Πάντα λέω πως το υπέδαφος του ποιήματος είναι μια πληγή, ένα βάσανο. Το ποίημα είναι η αναζήτηση της θεραπείας, είναι η θεραπεία. Η πληγή μπορεί νάναι σωματική, ψυχική, κοινωνική, πνευματική. Μπορεί νάναι και ξεχασμένη. Το υποσυνείδητο όμως τη θυμάται.

- Έχετε πει ότι «η ποίηση είναι το πιρούνι, το όργανο. Έχω μια σχεδόν θρησκευτική προσήλωση στη γλώσσα». Τι είναι η γλώσσα; Μνήμη; Ύπαρξη; Κι η ποίηση; «θα ‘θελα να γράψω ένα ποίημα εμπνευσμένο», από πού έρχεται το ποίημα;

- Για μένα η γλώσσα είναι το παν. Οι εμπειρίες της ζωής είναι γλώσσα, η ύπαρξη είναι γλώσσα, ακόμη κι αν δεν είσαι ποιητής. Η έκπληξη, ο πόνος που δοκιμάζεις εκφράζονται με τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της γλώσσας που μ’ αυτή ζεις. Η μνήμη είναι μέρος της γλώσσας, όργανό της, όπως η πέννα (το κομπιούτερ τώρα) στον συγγραφέα. Αλλά το ποίημα το εμπνέει η γλώσσα. Αυτή σε παρασέρνει με τους συνειρμούς, την ακουστική, τα λογοπαίχνια στον επόμενο στίχο.

- Γεννιέται ή γίνεται ο ποιητής;

- Και γεννιέται και γίνεται. Όπως ένας άνθρωπος. Μπορεί να γεννηθεί καλός και η ζωή να τον κάνει κακό. Μπορεί να γεννηθεί κάποιος ποιητής και η ζωή να μην του δώσει ποτέ την ευκαιρία να το συνειδητοποιήσει και να γράψει. Σκέφτομαι πως ίσως στα λιβάδια νάναι βοσκοί που δεν ξέρουν πως αντί να μετράνε τα πρόβατα είχαν τη δυνατότητα να γράφουν ποιήματα. Αλλά πάλι, είμαι σίγουρη πως αν έχουν κάτι ποιητικό μέσα τους θα συλλαμβάνουν, θα απολαμβάνουν το τοπίο κάπως αλλιώς και κάπως αλλιώς θα συνομιλούνε με τα πρόβατα.

- Κύρια Αγγελάκη – Ρουκ, η ποίηση μπορεί να… μπει και στο λάδι;

- Αν εννοείτε το λάδι που μου ‘βαλε ο νονός μου ο Καζαντζάκης, σίγουρα δεν έχω απάντηση. Εκείνο που νομίζω είναι ότι η ποίηση μπορεί να γίνει σκιά. Το να μεγαλώσεις κάτω από τη σκιά ενός πανύψηλου πνευματικού δέντρου, δεν είναι δυνατόν… κάπου, σε κάτι θα σ’ επηρεάσει. Κι εγώ μεγάλωσα κάτω απ’ τη σκιά του Καζαντζάκη, με γράμματα που ανταλλάσσαμε το πιο πολύ, αφού την τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό ήμουν επτά χρονών.

- «Θέλω να γράψω ένα ποίημα για τον φόβο». Κι ύστερα «Θέλω αλλά φοβάμαι/ πως με τη γραφή δεν θ’ απαλλαγώ/ αλλά θα θεριέψει ο φόβος/ όπως και τον έρωτα τον μεγαλύνει ο λόγος». Μεγαλοποιούμε τα πράγματα, γράφοντας; Ή αντίθετα ρίχνουμε φως στα σκοτάδια;

- Εξαρτάται από τη φύση του ποιητή. Γράφοντας προσπαθεί να εγκαταστήσει μια ισορροπία ανάμεσα στον έξω κόσμο και στον εσωτερικό του κόσμο. Αν είναι ο ποιητής σεμνός και ντροπαλός θα μεγαλοποιήσει τα πράγματα για να δικαιολογήσει τη δειλία του. Αν είναι δυναμικός κι εκφραστικός, πάλι, θα ρίξει φως στα σκοτάδια για ν’ αποδείξει πως κανένα σκοτάδι δεν μπορεί να του αντισταθεί.

agge

- «Θέλω να γράψω ένα ποίημα για τη μοίρα / γιατί αυτή οδηγεί τη χειράμαξα / με το ποίημα». «Όχι το ταλέντο/ αλλά οι άπειρες συμπτώσεις/ άφησαν να πέσει στο χώμα/ ώριμος καρπός το ποίημα»…

- Εννοώ ότι πεισματικά αρνούμαι να ξεχωρίσω τη ζωή από την ποίηση. Εξαρτάσαι από το υλικό που σου δίνει η ζωή. Αυτό επεξεργάζεσαι. Αν είσαι καλός τεχνίτης θα βγει καλό το ποίημα. Σημαντικό ρόλο παίζει και η σύμπτωση. Η στιγμή της ζωής να συμπέσει με μια τέτοια εσωτερική σου στιγμή που να καρπίσει αυτόματα σχεδόν το ποίημα.

- «Δεν μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο/ που να μη γεννιέται ξανά και ξανά./ Πλημμυρισμένη φως είμαι». Είναι, εν τέλει, σαν την προσευχή η ποίηση;

- Το ποίημα αυτό αναφέρεται στη γυναίκα που είναι τόσο ταυτισμένη με τη γέννα, που δεν μπορεί να φανταστεί έναν κόσμο που να μην αναγεννιέται. Αυτή η λειτουργία, ο προορισμός της γέννας, τη γιομίζει φως. Απ’ αυτήν εξαρτάται το μέλλον του κόσμου.

- «Μιαν άλλη πανοπλία/ χρειάζεσαι τώρα για να φυλαχτείς/ απ’ του θανάτου τα μηνύματα/ να κουφαθείς όταν σου λεν/ τη μια στιγμή ότι είσαι σε απόσταση αναπνοής / την άλλη πως έχεις ακόμα καιρό». Το ποίημα μπορεί να είναι η πανοπλία;

- Όχι την ώρα του πόνου. Αντίθετα, το ποίημα οξύνει τον πόνο. Ίσως αργότερα βοηθάει στη λαίλαπα του χρόνου. Να ‘ναι, δηλαδή, στιγμές που να λες: κάτι θα μείνει. Θα μείνει;

- Τι άλλο μπορεί να είναι πανοπλία μας;

- Αυτό που εμείς θ’ αποφασίσουμε να ‘ναι η πανοπλία μας. Αυτό το τεμάχιο που θα ορίσουμε σαν απλησίαστο. Εμείς. Που δεν θα μπορούμε να φανταστούμε καν ότι μπορεί να καταπατηθεί. Αυτό θα μας προστατεύσει απ’ όλες τις άλλες ιδέες που ίσως δεν είναι τόσο ουσιαστικές για ν’ αξίζει τον κόπο να μας πληγώσουν. Είπαμε: «να φεύγουν τα περιττά». Να υπερασπιστούμε βέβαια «τα ελάχιστα» αλλά να βεβαιωθούμε πρώτα ότι αυτά τα ελάχιστα δεν είναι περιττά.

- Για να θυμάται ή να ξεχνάει γράφει κάποιος;

- Για να θυμάται και να ξεχνάει όπως θέλει αυτός. Δηλαδή να μεταμορφώνει. Διδάσκει τα κύτταρα του μυαλού του ποια ήταν η πραγματικά ωραία όψη των πραγμάτων που έζησε. Ή η αποκρουστική. Γι’ αυτόν. Και δίνει οδηγίες για τη σωστή- γι’ αυτόν- αποτύπωση της εμπειρίας.

- Πώς νοιώσατε όταν σας επισκέφθηκε, αλήθεια, το πρώτο ποίημα;

- Δεν θυμάμαι. Ήμουν πολύ μικρή, 14 χρόνων. Θυμάμαι την αρχή του όμως απ’ έξω, ενώ τίποτ’ άλλο δικό μου, σχεδόν, δεν θυμάμαι απ’ έξω: «Τ’ αστέρια, τ’ αστέρια,/ πώς λάμπουν τ’ αστέρια/ σαν κήπου παρτέρια/ πρωί με δροσιά/ σαν άχρωμ’ αντίο/ καλών ανθρώπων πουν’ πια μακριά».

- Υπάρχουν θέματα που σας καταδιώκουνε; Ξέρετε, αυτό που λένε πως μια ιστορία γράφουμε για μια ζωή, μια μουσική ολοκληρώνουμε, έναν πίνακα ή ένα ποίημα… Υπάρχουν εμμονές στη δική σας γραφή; «Ωραία έρημος η σάρκα», «σαρκική μνήμη»… το σώμα μας, κυρία Αγγελάκη- Ρουκ, είναι πιο ειλικρινές; Κι ένα ποίημα; Το γράφουμε και με το σώμα;

- Το σώμα. Ίσως γιατί το δικό μου ταλαιπωρήθηκε όταν ήμουνα λίγων μηνών κι η εμπειρία αυτή γλίστρησε στο υποσυνείδητό μου μέσα («Η πληγή» που λέγαμε στην αρχή της κουβέντας μας). Αλλά και ανεξάρτητα απ’ αυτό μια αυστηρή λογική μ’ οδήγησε στο βιωματικό επιχείρημα ότι και η πιο υψηλή, ασώματη ιδέα ξεκινάει από το σώμα. Ως κι ο Θεός αναγκάστηκε να στείλει ένα σώμα επί της γης να μαρτυρήσει για να πιστέψουμε σε Κείνον.

- «Θέλω να γράψω ένα ποίημα / για τα κρυμμένα αστέρια της καθημερινότητας: / την εξυπνάδα, την καλοσύνη, την ευθυμία/ που σιωπηλές κι ανειδίκευτες / μας βοηθάνε να ζήσουμε». «Μόνο η καλοσύνη / μπορεί να σώσει». Εν τέλει περισσότερο απ’ όλα στη ζωή εκείνο που μετράει είναι η καλοσύνη;

- Ίσως. Αλλά μια ομοιοπαθητική καλοσύνη. Όχι απλή ευεργεσία. Όχι αφ’ υψηλού καλοσύνη. Ποιος ξέρει, μπορεί η πραγματική καλοσύνη να πλησιάζει κάπως τον εγωισμό, γιατί υπερασπίζεσαι, βοηθάς με πάθος αυτό που τελικά βαθιά εσένα αφορά: ο άλλος.

- Τώρα, εμένα γιατί μου φαίνεται ότι μ’ αυτό το ταπεινό «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», εσείς, γυρεύετε τα πάντα;

- Δεν είναι ταπεινό, είναι μαθηματικό: ο ουρανός είναι «του τίποτα» γιατί δεν υπάρχει και τα ελάχιστα είναι ακόμη λιγότερα απ’ το τίποτα.

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα


Πηγή: fractalart.gr